Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΧΤΩ


Η Αρετή στην ώρα της περίμενε το αφεντικό της έξω από την εταιρία του Απόστολου Σταύρου. Είχε φορέσει ένα από τα φορέματα που είχαν διαλέξει με τον Οδυσσέα. Ήταν πράσινο με μια λεπτή μαύρη ζώνη στη μέση σε ίσια γραμμή μέχρι το γόνατο. Ήταν αγχωμένη κυρίως διότι ήταν η πρώτη της μέρας στη δουλειά και δεν είχε ιδέα για το τι πρέπει να κάνει ακριβώς ως γραμματέας και δεύτερον υπήρχε μια μεγάλη πιθανότητα να συναντήσει τον Αλέξανδρο. Ακόμη και εάν δεν τον συναντούσε προσωπικά ήταν σίγουρη πως το αφεντικό του θα τον ενημέρωνε εκτενώς. Με τα από λίγα λεπτά έφτασε και το αφεντικό της φορώντας ένα πανάκριβο γκρι κουστούμι, συνοδευόμενος από δυο τύπους επίσης με κουστουμιά. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις. Ο νεότερος ήταν άτομο της προσωπικής του ασφάλειας και ο μεγαλύτερος ο πιστός του σύμβουλος κύριος Γρηγόρης Αλεξιάδης. Όπως της εξηγήθηκε θα έπρεπε να μείνει πίστη μαθήτρια δίπλα του εάν ήθελα να μάθει τα μυστικά του επαγγέλματος. Το αφεντικό λες και είχε μεταμορφωθεί σε έναν άψογο επαγγελματία. Έδινε κοφτές απαντήσεις και δεν αλλοτριωνόταν σε περιττές περιγραφές. Είχε τρομάξει πραγματικά όλα της ήταν τόσο πρωτόγνωρα, φοβόταν μην τα κάνει μούσκεμα και φέρει τον Οδυσσέα σε δύσκολη θέση ή καλύτερα τον κύριο Ιωάννου όπως τον αποκαλούσε πλέον. Τους ακολούθησε παίρνοντας βαθιές αναπνοές. Έδωσε θάρρος στον εαυτό της... Θα τα καταφέρεις είσαι δυνατή και έξυπνη... δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα..
Η ίδια μπήκε τελευταία στο γραφείο του Σταύρου. Ο σωματοφύλακας της κράτησε την πόρτα να περάσει από ευγένεια. Έτρεμε σαν το ψάρι αλλά ένα χαμόγελο από τα χείλια του Οδυσσέα της έδωσε θάρρος. Ο κύριος Σταύρου τους καλοδέχτηκε όλους με μια θερμή χειραψία. Όταν τα ματιά του αντίκρισαν την Αρετή η φωνή του ακούστηκε πιο δυνατά, η χαρά του ήταν γεγονός.
«Αρετή κόρη μου τι κάνεις εδώ πέρα;» Ρώτησε σαφώς μπερδεμένος.
Ο Οδυσσέας πρόλαβε να του απαντήσει. «Η δεσποινίς Βασιλείου είναι η καινούργια μου ιδιαιτέρα από σήμερα. Σας ενημερώνω πως θα μπορεί να επικοινωνεί μαζί σας εκ μέρους μου»
Η Αρετή σοκαρίστηκε. Δε πίστευε ότι θα είχε τόσο λεπτές αρμοδιότητες. Πρέπει πραγματικά να με εμπιστεύεται... σκέφτηκε. Πήρε το σοβαρό της ύφος για να δείξει το επαγγελματισμό της. «Ναι κύριε Σταύρου είμαι εδώ ως γραμματέας του κυρίου Ιωάννου. Ελπίζω η προσωπική μας γνωριμία να μην επηρεάσει αρνητικά τις όποιες τυχόν επαφές έχουμε στο μέλλον».
Ο Απόστολος την διαβεβαίωσε. «Με τίποτα Αρετή μου ξέρεις τι γνώμη μου για σένα από τότε που ήσουν με τον Αλέξανδρο. Η γυναίκα μου θα χαρεί πολύ εάν μάθει ότι σε είδα. Στενοχωρήθηκε πολύ που... ξέρεις...». Άφησε τη φράση του στη μέση. Δεν ήθελε να προκαλέσει μεγαλύτερη αμηχανία. Ζήτησε από όλους να καθίσουν ώστε να ξεκινήσει η κουβέντα τους.
Εκείνη δάγκωσε τα χείλια της. Ήταν κάπως προετοιμασμένη γι 'αυτή τη σκηνή αλλά ένιωσε άβολα. Το αφεντικό της ζήτησε να καθίσει δίπλα του. Θα μελετούσανε κάποια συμβόλαια μαζί. Η εταιρία τους θα υπέγραφε μια συμφωνία νομικής κάλυψης έναντι αδράς αμοιβής. Ο Οδυσσέας ήθελε να βεβαιωθεί πως όλοι οι όροι του συμπεριελήφθησαν σε αυτό το συμβόλαιο. Πλήρωνε καλά και ήθελε την καλύτερη κάλυψη. Της είχε δώσει την προηγούμενη μέρα κάποια χαρτιά να μελετήσει και με βάση αυτά που με ευκολία είχε αποστηθίσει, έλεγξε το συμφωνητικό.
Ο Σταύρου τους διέκοψε μια φόρα για να τους επισημάνει το γεγονός ότι ήτανε καλυμμένοι για όλα όπως είχαν συμφωνήσει τηλεφωνικά. Έπειτα συμπλήρωσε με νόημα κοιτάζοντας πρώτα την Αρετή... «Συντάκτης του κειμένου που κρατάτε κύριε Ιωάννου είναι ο καλύτερος δικηγόρος της εταιρίας μας, ο κύριος Αλέξανδρος Οικονόμου. Φαντάζομαι και εσείς δεσποινίς Βασιλείου μπορείτε να πιστοποιήσετε τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου ατόμου ».
Η Αρετή ένιωθε λες και πρόδιδε κάποιον εκείνη την ώρα αλλά προτίμησε να διαφυλάξει την εμπιστοσύνη του αφεντικού της. Δεν της άρεσε που “χρησιμοποιήθηκε” με αυτόν τον τρόπο.
«Ότι και να πιστεύω ή γνωρίζω δεν έχουν καμία απολύτως σημασία. Σήμερα εκπροσωπώ τη GLOBAL FINANCE, είμαι υπάλληλος της και θα πρέπει να φροντίσω για το συμφέρον της». Ήταν η σειρά της να κοιτάξει τον Σταύρου. Ήθελε να απολογηθεί «Λυπάμαι αλλά αυτό είναι το σωστό. Η προσωπική μου ιστορία με τον κύριο Οικονόμου έχει λάβει τέλος. Δε χρειάζεται να κολακεύω κανέναν. Ο καθένας μας θα αποδείξει τις ικανότητες του. Με συγχωρείτε και πάλι».
Ο Ιωάννου τη μάλωσε. «Δε χρειάζεται να απολογείσαι σε κανέναν. Είσαι υπάλληλος μου και ήρθες να κάνεις τη δουλειά σου. Όλοι μας ξέρουμε πως όταν υπογράφονται συμφωνίες δε μετράνε οι φιλίες και οι συναισθηματισμοί». Έδωσε τα χαρτιά επίσης στο κύριο Αλεξιάδη για να μελετήσει κάποια νούμερα. Απευθύνθηκε ξανά προς το μέρος της. «Υπάρχουν όλα αυτά που χρειάζομαι στο συμβόλαιο;»
Δε πρόλαβε να του απαντήσει. Κάποιος χτύπησε τη πόρτα και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα μέσα στο ίδιο δωμάτιο βρέθηκε ο παλιός και γνώριμος Αλέξανδρος, ένα ακόμη άτομο που έλπιζε να αποφύγει. Βρήκε το σοκαρισμένο του ύφος άκρως διασκεδαστικό...

***************************


Ο Αλέξανδρος περίμενε στο γραφείο του υπομονετικά ένα τηλεφώνημα. Καθυστερούσε αδικαιολόγητα. Είχε παρά πολλά νευρά τις τελευταίες δυο μέρες. Όλα του έφταιγαν και δυστυχώς την πλήρωναν οι συνεργάτες του. Κάλεσε την γραμματέα του για να βεβαιωθεί ότι στάλθηκε ένα φαξ σε ένα πελάτη. Εκείνη με τρεμάμενη φωνή τον ενημέρωσε πως όχι. Εκείνος βγήκε εκτός ελέγχου και η καημένη η γραμματέας του άκουσε τον εξάψαλμο. Πάντα ήταν ήρεμος και η λέξη εγκράτεια ήταν ένα από τα προτερήματα του πάνω στη δουλειά αλλά σήμερα τον ενοχλούσαν τα πάντα. Δεχόταν πίεση και από την Έλενα διαρκώς. Ήταν αρκετά ανασφαλής ώρες ώρες λες και περίμενε πως κάποια γυναίκα κρυβόταν στο παρασκήνιο και σύντομα θα έκανε την εμφάνιση της. Η χθεσινή της αδιαθεσία και η ξαφνική της άρνηση στην πρόταση του για μια βραδινή έξοδο τον έβαλαν σε υποψίες. Από την άλλη δέχθηκε και ένα τηλεφώνημα από τον πατέρα της πρωί πρωί χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Του τόνισε με σοβαρό ύφος ότι πρέπει να προσέξει την Έλενα αρκετά από εδώ και πέρα. Δεν είχε ιδέα τι εννοούσε λες και αυτό δεν έκανε πάντα. Ήταν αρκετά ευτυχισμένος μαζί της και σκεφτόταν πως ίσως ήρθε ο καιρός να κάνει το βήμα μπροστά στη ζωή του. Τα είχε σχεδιάσει όλα στο μυαλό του, όπως και είχε υπολογίσει λεπτομερώς τα θετικά μια τέτοιας δέσμευσης. Τα επαγγελματικά του βρισκόταν στο καλύτερο σημείο και όλα πήγαιναν θαυμάσια. Μα γιατί νιώθω τόσο άβολα όμως; σαν μια απειλή να αιωρείται από πάνω μου... ρώτησε τον εαυτό του. Δεν είχε να δώσει καμία απάντηση όμως... Η γραμματέας τον ενημέρωνε πως έφτασε ένας πολύ σημαντικός πελάτης στο γραφείο του αφεντικού και πως επιθυμεί την παρουσία του. Το τηλεφώνημα που περίμενε έγινε τελικά, αλλά καθυστέρησε μερικά λεπτά να φτάσει ...
Χτύπησε την πόρτα και αφού ταίριαξε τη γραβάτα του εισήλθε στο γραφείο του αφεντικού του. Τίποτα μα τίποτα όμως δεν τον είχε προειδοποιήσει για αυτή την ανεπάντεχη συνάντηση. Τα είχε χαμένα πραγματικά τόσο πολύ, που ξέχασε να χαιρετήσει τους καλεσμένους και μελλοντικούς πελάτες και να συστηθεί επίσημα. Τα μάτια του είχαν καρφωθεί πάνω στο γνώριμο κορίτσι που καθόταν ανάμεσα σε δυο άνδρες. Ο νεότερος από τους δυο επίσης τον παρατηρούσε με ενδιαφέρον. Εκείνη επίσης τον κάρφωσε με τα πάντα γοητευτικά πράσινα μάτια της. Δεν είπε τίποτα απλώς περίμενε. Του έδινε το δικαίωμα να επιτεθεί ή να αμυνθεί. Από την άβολη θέση τον έβγαλε το αφεντικό του . Ο ίδιος έκανε τις απαραίτητες συστάσεις.
«Αυτός κύριοι και δεσποινίς είναι ο δικηγόρος που σας έλεγα Αλέξανδρος Οικονόμου. Επιμελήθηκε όλο το συμφωνητικό με επαγγελματικό τρόπο». Τον έπιασε από τον ώμο για να του δώσει δύναμη. «Αλέξανδρε από εδώ είναι ο πελάτης μας κύριος Οδυσσέας Ιωάννου, ο καλός του συνεργάτης κύριος Αλεξιάδης και φαντάζομαι τη δεσποινίδα την γνωρίζεις. Ήρθε εδώ πέρα ως....».
Ο Οδυσσέας τον διέκοψε, ήθελε από μόνος του να του ανακοινώσει το ρόλο της Αρετής. «Η δεσποινίς Βασιλείου είναι η γραμματέας μου από σήμερα, θα είναι το δεξί μου χέρι οπότε μπορεί να μιλάει εκ μέρους μου πάντα μαζί σας». Πήρε πιο αυστηρό ύφος, χωρίς να κρύψει τον εκνευρισμό του. «Εάν η παλιότερη προσωπική γνωριμία σας με την ιδιαιτέρα μου σας δυσκολεύει στο έργο τότε δεν έχω κανένα θέμα να με αναλάβει κάποιος άλλος δικηγόρος» .
Ο Αλέξανδρος τα είχε χαμένα. Έπρεπε να σοβαρευτεί διότι κινδύνευε να εκτεθεί άνετα μπροστά στο πελάτη.«Δε θα υπάρξει κανένα απολύτως πρόβλημα. Έχω μάθει να ξεχωρίζω τα επαγγελματικά μου από τα προσωπικά μου. Εκτός εάν έχει θέμα η δεσποινίς».
Της Αρετής δεν της άρεσε καθόλου ο αλαζονικός χαρακτήρας. Οι κακές συναναστροφές με τους πλούσιους αυτό το αποτέλεσμα έχουν... σκέφτηκε. Δε πτοήθηκε... «Κανένα απολύτως. Είμαι εδώ για να βοηθήσω τον εργοδότη μου και εσείς είστε εδώ να μας ικανοποιήσετε ως πελάτες με το συμβόλαιο».
Ο Σταύρου ξερόβηξε διότι δεν ήθελε η κουβέντα να ξεφύγει.
Ο Αλέξανδρος δεν άφησε την απάντηση της ασχολίαστη. Πειράχτηκε με τον τρόπο που του μίλησε. «Περίεργο έχετε ελάχιστη ή καλύτερα μηδαμινή εμπειρία στον εργασιακό τομέα αλλά μιλάτε με μια σιγουριά για τα προσόντα σας ως βοηθός. Απορώ πως θα βοηθήσετε την εταιρία... Μεγάλο ρίσκο πήρατε κύριε Ιωάννου».
Εκείνη πήγε να απαντήσει στην προσβολή του αλλά ο Οδυσσέας την πρόλαβε. «Έτσι είναι ένας επιχειρηματίας αγαπητέ μου. Πρέπει πάντα να παίρνει ρίσκα. Το αφεντικό σου μπορεί να το πιστοποιήσει αυτό. Δεν ήρθαμε εδώ όμως για να δικαιολογήσω τις επιλογές μου αλλά να μιλήσουμε για δουλειά».
Η Αρετή συμπλήρωσε κάτι τελευταίο. «Εδώ θα είμαστε πάντως. Θα αποδείξω τις ικανότητες μου. Όλοι ξεκίνησαν από χαμηλά, καλό είναι να μη το ξεχνάμε». Σηκώθηκε απότομα. Δεν αντάλλαξε ούτε μια ματιά με τον πρώην της. Απευθύνθηκε προς το αφεντικό της. Της ξέφυγε το όνομα του ασυναίσθητα. «Οδυσσέα δηλαδή κύριε Ιωάννου θέλω να πω καλύτερα να τα ξαναδούμε τα χαρτιά κάποια άλλη στιγμή. Πρέπει να μελετηθούνε διεξοδικά κάποια κομμάτια. Δεν έχω μείνει απόλυτα ευχαριστημένη». Κοίταξε το σύμβουλο και εκείνος με μια κίνηση του κεφαλιού συμφώνησε. Δεν υπήρχε άλλος λόγος να παρατείνουν την επίσκεψη αυτή.
Ο Οδυσσέας κατάλαβε τη γκάφα της αλλά δεν έδωσε σημασία. Ο ίδιος μάλιστα μίλησε στην ίδια το ίδιο φιλικά. «Αρετή μου οφείλω να συμφωνήσω. Η ατμοσφαίρα είναι ιδιαίτερα φορτισμένη από τις προσωπικές συναντήσεις και συζητήσεις. Η κρίση μας επηρεάζεται έτσι και δεν υπάρχει η κατάλληλη προσοχή». Σηκώθηκε επίσης όρθιος τείνοντας το χέρι του προς τον Σταύρου και στη συνέχεια προς τον Οικονόμου.
Οι δυο άνδρες κοιτάχτηκαν αμήχανα. Χαιρέτησαν επίσης τον πελάτη. Ο Αλέξανδρος μπερδεύτηκε με τη οικειότητα εργοδότη και υπαλλήλου τόσο γρήγορα. Το μυαλό του προσπαθούσε να βρει λογική εξήγηση. Το μοναδικό συμπέρασμα ήταν και το μόνο που πραγματικά τον αναστάτωσε πολύ παραπάνω. Αυτοί οι δυο γνωρίζονται από παλιά και σίγουρα έχουν και κάποια άλλη είδους σχέση. Ποτέ δε πίστευε πως θα ξαναένιωθε ζήλια προς το πρόσωπο της. Η γλυκύτητα με την οποία είχε αναφέρει το όνομα της, τον έκανε να παραλογίζεται. Όσο και να πίστευε το αντίθετο ποτέ δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτή τη στιγμή. Είχε μπροστά του ένα διεκδικητή της Αρετής, της παλιάς του Αρετούλας. Δεν είχε δικαίωμα να επενέβη αλλά δε μπορούσε από την άλλη να τιθασεύει τη ζήλια του. Το αφεντικό του κανόνιζε εκ νέου ραντεβού. Το σχόλιο του έριξε λάδι στη φωτιά.
«Να θεωρείται τον εαυτό σας πολύ τυχερό που βρήκατε μια τόσο εντυπωσιακή γυναίκα για γραμματέα. Το κυριότερο είναι πως είναι πολύ καλό κορίτσι μετρημένο και με αρχές. Μπράβο αγαπητέ Οδυσσέα κόβει το μάτι σας και πράξετε αρκετά έξυπνα. Σας ζηλεύω». Στη συνέχεια μίλησε στην Αρετή λίγο πριν αναχωρήσουν. «Σε περιμένω κάποια στιγμή από το σπίτι να σε δει και η γυναίκα μου, θα χαρούμε πολύ. Αντίο σας. Θα τα ξαναπούμε σύντομα».
Η Αρετή από ευγένεια απάντησε πρώτη. «Σας ευχαριστώ πολύ. Θα προσπαθήσω, δύσκολο με την καινούργια δουλειά. Αντίο σας».
Ο Αλέξανδρος ειρωνεύτηκε άθελα του. «Φαντάζομαι πως οι υποχρεώσεις σου πολλές πλέον. Φίλες, σχέση και εργασία. Θέλει χρόνο». Το αφεντικό του τον κοίταξε νευριασμένα.
Ο Οδυσσέας φώναξε τον τύπο – Αντώνη - . «Αντώνη συνόδεψε την Αρετή στο αυτοκίνητο». Δεν του άρεσε καθόλου το τελευταίο σχόλιο. «Πρέπει να προσέχει κάποιος τα κεκτημένα του. Είμαι όντως τυχερός που γνώρισα την Αρετή. Υπόσχομαι να τη φέρω μια μέρα σπίτι σας. Θα σας τηλεφωνήσει η γραμματέας μου για το ραντεβού. Καλήμερα σας και πάλι». Το μήνυμα το πέρασε φεύγοντας και είχε έναν και μοναδικό αποδέκτη, τον Αλέξανδρο.

Ο Οικονόμου επέστρεψε στο γραφείο του με περισσότερα νεύρα. Δεν ήταν καθόλου μα καθόλου προετοιμασμένος γι' αυτή τη συνάντηση. Εάν μπορούσε να σκίσει τα ρούχα του από τα νεύρα του θα το έκανε. Έβρισε δυνατά και κλώτσησε την καρέκλα του. Οι εκπλήξεις αρκετές για ένα πρωινό. Το κυριότερο συνάντησε την Αρετή, μια διαφορετική Αρετή γεμάτη περηφάνια. Υπήρξε πιο ταπεινή στο παρελθόν. Είχε αλλάξει και αυτό τον τρόμαζε. Είχε το θάρρος να διεκδικήσει περισσότερα από τη ζωή της. Πάντα διακρινόταν για την ακριβοδικία και τη δύναμη του χαρακτήρα της. Η όλη της στάση σήμερα φανέρωνε προκλητική διάθεση. Δεν φοβόταν διότι είχε γερό στήριγμα, έκρυβε ένα δυνατό χαρτί, τον Οδυσσέα Ιωάννου, έναν από πλουσιότερους αυτή τη στιγμή επιχειρηματίες, από γνωστή οικογένεια, με αμύθητη περιούσια. Η σχέση τους ύποπτη και η διάθεση και των δυο πλευρών να στηρίξει ο ένας τον άλλον δεν άφηνε περιθώρια για λάθος συμπεράσματα. Σίγουρα γνωρίζονταν καλά, σίγουρα θα την διεκδικούσε και γιατί όχι να μην υποκύψει η ίδια. Σκεφτόταν με προσοχή τα χαρακτηριστικά του αντιπάλου, δεν έδινε την εικόνα του εντυπωσιακού άνδρα αλλά όταν μιλάει το χρήμα όλα αλλάζουν. Τελικά η αφελής Αρετή δεν είναι και τόσο αφελής όσο πίστευε. Η Αρετή που ντρεπόταν να συναναστραφεί με πλούσιους ξύπνησε ξαφνικά... διαπίστωσε τρομαγμένος... Μίλησε ο εγωισμός του, ενώ το μυαλό του έπλασε σενάρια ρομαντικών συναντήσεων. Μια δυσφορία δημιουργήθηκε καθώς η καρδιά του χτύπαγε σαν τρελή μόνο και μόνο στη σκέψη πως η Αρετή βρήκε καινούργια αγκαλιά με απίστευτες δυνατότητες... και γιατί όχι και εξέλιξη...

***************************

Η Έλενα εάν και δεν είχε καμία όρεξη αποφάσισε να δεχτεί την πρόταση του Αλέξανδρου για μια βραδινή βόλτα. Μιλήσανε στο τηλέφωνο και παρόλο η κουβέντα τους ήταν σύντομη δεν έδωσε σημασία. Καθόταν στο γραφείο της και επεξεργαζόταν τα ραντεβού του πατέρα της τις επόμενες μέρες. Με έκπληξη διαπίστωσε πως ανάμεσα στα ονόματα ήταν και εκείνο του Οδυσσέα Ιωάννου. Είχε περιέργεια να γνωρίσει τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ήθελε να διαπιστώσει πόσο ανόητος μπορεί να είναι ώστε να θέλει δίπλα του κάποια σαν την Αρετή, που δεν έχει τίποτα, που είναι το απόλυτο μηδενικό. Χαμογέλασε σατανικά. Δεν ανεχόταν τη λέξη ήττα. Σκέφτηκε πως ίσως εάν κατάφερνε να του ανοίξει τα μάτια θα θριαμβεύει μια ακόμη φόρα εις βάρος της. Δεν είχε επιβεβαιωθεί το ραντεβού αλλά σε περίπτωση που πραγματοποιούνταν σε μια λίγες μέρες, θα έβαζε σε εφαρμογή το σχέδιο της. Τακτοποίησε κάποια τελευταία χαρτιά για ένα συμβούλιο και συναντήθηκε με τον τελευταίο πελάτη της. Η δουλειά ήταν απαιτητική αλλά πραγματικά η προσήλωση της ήταν αξιέπαινη. Όλοι είχαν να πούνε ένα καλό λόγο για εκείνην. Το κίνητρο της βέβαια υπήρξε η μεγάλη της αγάπη ο Αλέξανδρος. Δεν ήθελε να τον χάσει γι' αυτό πάλευε να γίνει καλύτερη. Κάποια στιγμή είχε παραδεχτεί πως η άφιξη του στη ζωή της ήταν το καλύτερο πράμα που της είχε συμβεί εδώ και καιρό. Έλπιζε πως ο καλός της δε θα επηρεαστεί ποτέ από τα νέα της Αρετής, γι' αυτό έπρεπε να εξαφανίσει την απειλή μια και καλή... είχε τα σχέδια της...
Ήρθε σε επικοινωνία με την κολλητή της. Η συμβουλή της πάντα καλοδεχούμενη από την ίδια. Μοιραζόταν ακριβώς τα ίδια πιστεύω σχετικά με τους ανθρώπους. Συμφωνούσαν πως οι πλούσιοι πρέπει να συναναστρέφονται με άτομα της δικής τους κράσης ή έστω με άτομα έξυπνα αναγνωρισμένα και με όλες τις ικανότητες να αναδειχτούν ψηλά. Οι υπόλοιποι κοινοί θνητοί πρέπει να παραμείνουν με τους κοινούς θνητούς και να μη διεκδικούν κομμάτι από την πίτα εάν δε διαθέτουν τα φόντα για κάτι καλύτερο. Σε αυτήν την κατηγορία τοποθετούσαν την Αρετή. Η τύχη της όμως προκάλεσε κλονισμούς στην δικιά τους περηφάνια και η ζήλια έκανε τις δυο φίλες να προσπαθούν να βρουν τρόπους εξολόθρευσης της. Την ενημέρωσε για ραντεβού του πατέρα της με τον Ιωάννου, καθώς και για το σχέδιο της. Η Άρτεμις συμφώνησε σε όλα, δίνοντας μάλιστα συγκεκριμένο τρόπο διαχείρισης αυτής της ανέλπιστης ευκαιρίας. Όλα ήταν λοιπόν καλά σχεδιασμένα. Μπορούσε να συναντήσει ήρεμα τον καλό της. Τα νέα βέβαια που θα της έφερνε εκείνος δεν θα ήταν καθόλου μα καθόλου ευχάριστα... ο εφιάλτης είχε επιστρέψει για τα καλά...

*****************************

Ο Φίλιππος Ραζής λίγο πριν αναχωρήσει από το γραφείο του έλεγξε τα ραντεβού του για την επόμενη εβδομάδα. Είχε αρκετά επιβαρυμένο πρόγραμμα αλλά δε μπορούσε να αρνηθεί τυχόν νέους πελάτες. Διαπίστωσε με μεγάλο ενδιαφέρον πως ένα από τα ραντεβού του ήταν με τον Οδυσσέα Ιωάννου τον καινούργιο θύμα της Αρετής. Η πρόκληση μεγάλη για εκείνον. Θα συναντούσε τον “αντίπαλο” του. Δεν ήταν ο οποιοσδήποτε, το επίθετο του είχε μεγάλο κύρος και η ιστορία της οικογενείας του γνώστη σε όλο τον επιχειρηματικό κόσμο. Καχύποπτος από τη φύση του δε θεωρούσε και πολύ τυχαία τη συγκεκριμένη επικείμενη συνάντηση. Ίσως και ο ίδιος ο Ιωάννου να ήθελε να περάσει τα δικά του μηνύματα με τη δύναμη του. Από την προηγούμενη μέρα στο καφέ κατάλαβε πως ήταν ιδιαίτερα υπερπροστατευτικός με την “πριγκίπισσα” του. Τα χάδια τους ακόμη και τώρα του προκάλεσαν ανατριχίλα. Δεν ήθελε καμία σχέση με αυτή τη γυναίκα αλλά κάτι τον εμπόδιζε να την ξεχάσει. Τη θεωρούσε επικίνδυνη, πονηρή, αλλά και πάλι τα μάτια της μαρτυρούσαν το αντίθετο. Κάθε μέρα προσπαθούσε με κόπο να βρει λόγους να τη μισήσει. Οι φλόγες μέσα του ήταν έτοιμες να κάψουν τα πάντα στο διάβα τους. Εάν μπορούσε να ξεριζώσει την καρδιά του θα το έκανε ευχαρίστως. Ούτε η άλλως δεν είχε καρδιά εδώ και πολύ καιρό. Ήρθε στο μυαλό του η Μαρία του. Εικόνες από το παρελθόν ξεπήδησαν ολοζώντανες μπροστά του... Η Μαρία του καθόταν μπροστά στο τζάκι και εκείνος στην αγκαλιά της ξαπλωμένος σε μια ζεστή φλοκάτη. Του χάιδευε τα μαλλιά και του σιγοτραγουδούσε. Η φωτιά ήταν αρκετά δυνατή αλλά δεν τους πείραζε. Η κοιλίτσα της φουσκωμένη. Δεν μίλησαν καθόλου. Απολάμβανε το τραγούδι της. Ένιωσε μια ξαφνική κίνηση στη κοιλιά της, σηκώθηκε στα γόνατα για να την ακουμπήσει. Ήθελε να αγγίξει το θαύμα της φύσης το θαύμα της δημιουργίας μια νέας ζωής. Το καλύτερο δώρο που μπορούσε να του κάνει κάποιος. Η λέξη πατέρας τον έκανε να χαμογελάει. Μπορούσε πλέον να κατακτήσει τον κόσμο... και πράγματι τον είχε κατακτήσει...
Η πόρτα του γραφείου χτύπησε, ο φίλος του Πέτρος πέρασε να πει μια καλησπέρα. Χάρηκε αρκετά, μπορούσε για λίγη ώρα να ξεχαστεί. Φαινόταν αναστατωμένος οπότε υπέθεσε πως ήρθε να του κάνει πάλι παράπονα για τη Μυρτώ. Κρατούσε χρόνια αυτή η κολόνια άλλωστε. Καθόταν αμίλητος σε μια καρέκλα, οπότε προσπάθησε να τον παρακινήσει.
«Πες το ρε φίλε τι έγινε πάλι...»
Ο κολλητός του σκεφτόταν τι να του πει ακριβώς. Ξεκίνησε λοιπόν ξεφυσώντας δυνατά. «Δεν ήρθα για μένα αυτή τη φορά... αφορά εσένα εν μέρη και αυτή τη γυναικά... κατάλαβες μωρέ πια λέω αυτήν που πλήρωσες...».
«Την Αρετή;... δε θέλω να μάθω τίποτα για εκείνη...» σηκώθηκε από το γραφείο του και με τα χέρια στις τσέπες του κοίταξε έξω προς τα φώτα της πόλης.
«Ναι το γνωρίζω αυτό αλλά δε θα σε έπρηζα εάν δεν ήταν σημαντικό». Έπρεπε να πει την αλήθεια. Η γυναίκα του Αποστόλου Σταυρού μίλησε με τη Μυρτώ το απόγευμα για μια φιλανθρωπική εκδήλωση. Μεταξύ των άλλων της ανέφερε πως πέρασε από το γραφείο του άνδρα της η Αρετή Βασιλείου η πρώην του Αλέξανδρου. Είναι γνωστή η εκτίμηση που τρέφει προς το πρόσωπο αυτής της ακατονόμαστης.
Ο Φίλιππος γύρισε απότομα. Μπέρδεψε τα λόγια του. «Τι μου λες τώρα; τη δουλειά έχει αυτή στην εταιρία τους; εκτός εάν πήγε εκεί να προκαλέσει ζήτημα».
Ο Πέτρος έγινε πιο σαφής. «Έτσι νόμισα και εγώ άλλα με βάση τα λεγόμενα της γυναίκας μου, βρέθηκε εκεί για επαγγελματικούς λόγους».
Ο Ραζής βιάστηκε να τον διακόψει. «Τι επαγγελματικούς λόγους μπορεί να έχει μια άνεργη κοπέλα;» Έπιασε ένα στυλό στα χέρια του και το πίεσε νευρικά.
Ο φίλος του έδωσε εξηγήσεις. «Ήρθε μαζί με τον Οδυσσέα Ιωάννου, είναι η καινούργια του γραμματέας. Θέλανε να κλειδώσουνε μια συμφωνία νομικής φύσεως και την έφερε μαζί του. Μέχρι και με τον Αλέξανδρο συνάντησαν, ο οποίος ήταν ιδιαιτέρα εριστικός μαζί της. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του Ιωάννου».
Κράτησε το στυλό σφιχτά στα χέρια του, έτοιμος να τον σπάσει από τα νεύρα του. «Τι εννοείς εριστικός μαζί της;»
«Μάλλον τα είχε χαμένα... ενοχλήθηκε με την παρουσία της, την αλαζονεία της και το βασικότερο με τη περίεργη σχέση μεταξύ Αρετής και Οδυσσέα. Δεν φάνηκε να είχαν μόνο επαγγελματική σχέση, αυτό τον πίκρανε αρκετά. Άλλωστε και το ίδιο το αφεντικό της άφησε τέτοια υπονοούμενα».
Ο πρόσωπο του Φίλιππου σκυθρώπιασε. Δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Έκανε την ερώτηση που έλπιζε να αποφύγει. «Πως αντέδρασε το αφεντικό της;» Την απάντηση τη γνώριζε αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί.
Ο Πέτρος είχε μπερδευτεί με τον κολλητό του, άλλες ερωτήσεις περίμενε από εκείνον. «Την παίνεψε με τα λόγια του.. πως είναι τυχερός που έχει τέτοια όμορφη γραμματέα και άλλα τέτοια σαχλά ρε φίλε... τι περιμένεις να σου πω τώρα». Τον κοιτούσε και δε μπορούσε να καταλάβει τι είχε πάθει ο κολλητός του. Έπρεπε να φύγει για ένα ραντεβού. Τόνισε κάτι τελευταίο «Ήρθα μέχρι εδώ για να προστατεύσεις την Έλενα... να ξέρεις τι γίνεται... Φεύγω. Καλό βράδυ».
Ο Ραζής δεν τον άκουσε καν στο τέλος. Χτύπησε τη γροθιά του στο γραφείο. Κάλεσε τη γραμματέα του και σε έξαλλη κατάσταση της είπε να ακυρώσει όλα αυριανά ραντεβού. Εκείνη έντρομη δε τόλμησε να αντιδράσει. Ήθελε χρόνο να σκεφτεί τις επόμενες κινήσεις του. Προφανώς αυτό το βρομοθήλυκο δεν τον πήρε σοβαρά. Θα σε κανονίσω διαφορετικά έλεγε και ξανάλεγε... Είχε έρθει η ώρα να σταματήσουν τα παιχνίδια και να δείξει τη δική του δύναμη. Πρώτα έπρεπε να μάθει λεπτομερώς για τις κινήσεις της. Θα ήταν προετοιμασμένος αυτή τη φορά. Κάλεσε ένα γνωστό του και εκείνος του συνέστησε έναν από τους καλύτερους ντετέκτιβ. Χρειαζόταν φωτογραφίες και λεπτομερή καταγραφή όλων των κινήσεων της. Η έμμονη του πλέον είχε γίνει ψύχωση χωρίς γιατρεία. Έδωσε όλες τις λεπτομέρειες για τη ζωή της, προσωπικά στοιχεία, κατοικία, εργασία, οτιδήποτε θα βοηθούσε τον ντετέκτιβ. Η αμοιβή υψηλή αλλά περίμενε τις καλύτερες υπηρεσίες. Μέσα σε τρεις-τέσσερις μέρες θα είχε νεότερα. Θα λογαριαστούμε και πάλι... .θα κλαις και πάλι στο δένδρο, παρακαλώντας με να σταματήσω, αλλά αυτή τη φορά δε θα κάνω πίσω!!!

***************************

Η γιαγιά της Αρετής είχε κλειστεί από νωρίς στο σπίτι της. Μόλις είχε μιλήσει με την εγγονή της. Την έκανε περήφανη για μία ακόμη φορά. Βρήκε μια πολύ καλή δουλειά έστω και προσωρινά και όλα είχαν πάρει το δρόμο τους. Κεραυνοί έπεφταν στο βουνό... μια νέα μπόρα ήταν έτοιμη να ξεσπάσει. Προσπάθησε να κλείσει τα παράθυρα. Έκανε αρκετό κρύο, οπότε ένας ζεστός γλυκός ελληνικός καφές ήταν απαραίτητος. Το τελευταίο καιρό κουραζόταν όλο και πιο πολύ. Στεναχωρήθηκε αρκετά επίσης με την αναχώρηση της Αρετούλας της. Καθόταν στο καναπέ και προσπάθησε να θυμηθεί εικόνες από το παρελθόν. Δυστυχώς για εκείνη δεν είχε και πολλές αναμνήσεις από τη μικρή ηλικία της διότι ήταν απούσα. Όταν γεννήθηκε, η κόρη της την πήρε τηλέφωνο για τα γεννητούρια αλλά εκείνη δεν την επισκέφτηκε ούτε μια φορά. Κάποιους μήνες αργότερα έμαθε το όνομα της μικρής – Αρετή -. Παραξενεύτηκε με την επιλογή του ονόματος, όχι γιατί έλπιζε να επιλέξει το Μάρθα απλώς της φάνηκε πολύ περίεργο. Δε μπορούσε να πει τίποτα άλλωστε δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις. Στα βαφτίσια της Αρετούλας ήταν παρόν από μακριά όμως. Διαισθανόταν από τότε τον κίνδυνο, ήθελε να είναι η αόρατη σκιά όμως, δεν ήθελε να δίνει στόχο σε κανέναν πίστευε πως η κόρη της θα την χρειαζόταν αργότερα. Υπήρξε ένα φάντασμα στις ζωές τους. Τους παρακολούθησε από μακριά παρόλο που ζούσαν σε απόσταση μερικών τετραγώνων Πράγματι μετά από μερικά χρόνια ήχησαν τα πρώτα καμπανάκια του κινδύνου. Ήταν παρόν αλλά η κόρη της δεν ήθελε να εγκαταλείψει τον άνδρα της. Τον αγαπούσε παράφορα και εκείνος το ίδιο. Προσπάθησαν να μεγαλώσουν την Αρετή χωρίς να της λείψει τίποτα. Η δουλειά τους αρχικά πήγαινε καλά αλλά στη συνέχεια τα πράματα περιπλέχτηκαν. Η σύγκρουση και η πτώση ήταν αναπόφευκτη. Η εγγονή της ήρθε να μείνει μαζί της μερικές μέρες πριν το τραγικό ατύχημα. Ευτυχώς είχε μετακομίσει στο χωριό. Αποφάσισε να γίνει και μάνα και πατέρας για εκείνην. Η δική της ζωή δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα αλλά δε θα επέτρεπε να πάθαινε τίποτα το μωρό της. Την προστάτευσε όσο μπορούσε από πικρές αλήθειες. Είχε κρατήσει όλες τις υποσχέσεις της και το κυριότερο δεν είχε κλάψει ποτέ μπροστά στην εγγονή της. Μοιάζω πολύ στη μάνα μου τελικά δεν είχαν άδικο μερικοί... σκέφτηκε...
Από μικρή όλοι της λέγανε... Μάρθα είσαι σκληρή σαν πέτρα σαν τη μάνα σου. Πάντα θα επιβιώνεις. Πράγματι επιβίωσε. Μεγάλωσε χωρίς ιδιαίτερη στοργή από τους γονείς της. Η μάνα της η “γύφτισσα” όπως τη φωνάζανε στο χωριό, υπήρξε μια πολύ σκληρή γυναίκα. Κάνεις δε τολμάγε να εναντιωθεί στο λόγο της. Ακόμη και ο ίδιος ο πατέρα της επηρεαζόταν από συμπεριφορά της. Σπάνια αναφέρονταν στο παρελθόν... σπάνια έδειχνε αγάπη για κάποιον... λες και είχε ξεχάσει όλα αυτά τα συναισθήματα. Ως παιδί η ίδια είχε σχεδόν τα πάντα, παρόλο η δεκαετία του 50 ήταν πολύ δύσκολη. Οι γονείς της προκομμένοι άνθρωποι καλλιεργούσαν το χωράφι τους και είχαν λίγα ζώα για το γάλα και το κρέας. Κάνεις δε γνώριζε από πήρε την ομορφιά της αφού η μάνα της πάντα φρόντιζε να κρύβει το πρόσωπο της. Είχε χαρακιές και κάποια σημάδια από ένα παλιό ατύχημα αλλά κάνεις δε τόλμησε να τη ρωτήσει. Για δυο πράματα την συμβούλεψε η συγχωρημένη η μάνα της λίγο πριν πεθάνει. Να μην έχεις εμπιστοσύνη στους ανθρώπους με λεφτά και δεύτερον να μην εμπιστεύεσαι ποτέ της δικές σου αδυναμίες. Ουδέποτε κατανόησε τις συμβουλές της αλλά μεγαλώνοντας τη δική της κόρη και στη συνέχεια την εγγονή της με τα λύπης της διαπίστωνε τη σημασία τους... Μάνα πόσο δίκιο είχες... τώρα το καταλαβαίνω...

Χρησιμοποίησε όλες τις δυνάμεις για να μη πληγωθεί η Αρετή. Σε αυτή τη προσπάθεια, τα όνειρα την καθοδηγούσαν πραγματικά και από τότε είχε μάθει να μην τα αγνοεί. Όπως επίσης και το χαρτί, χάρισμα που κληρονόμησε από την ίδια τη μάνα της. Σαν να ήταν κάτι έμφυτο χωρίς διδασκαλίες, πάντα της μαρτυρούσε καλά κρυμμένες αλήθειες. Τον τελευταίο καιρό κάτι την εμπόδιζε να δει καθαρά, λες και δεν είχε πια σημασία λες και όλα είχαν δρομολογηθεί. Ακόμη και τα όνειρα ήταν αλλοπρόσαλλα, δεν έβγαζε καμία άκρη. Το κορίτσι στα όνειρα της δεν της έλεγε απολύτως τίποτα. Γενικά ήταν ένα χαρούμενο όνειρο. Δεν είχε τελειώσει η ιστορία ακόμη αλλά όλο το καλοκαίρι δε μπόρεσε να δει τίποτα καινούργιο. Ίσως να μη το θυμόταν κιόλας. Γέρασες ρε Μάρθα πόσο ακόμη δεν έχεις περάσει και λίγα... φώναξε δυνατά. Σηκώθηκε να κάνει ένα μπάνιο να χαλαρώσει. Το νερό έτρεχε δυνατά. Σε καμία περίπτωση δε μπορούσε να ακούσει το νανούρισμα που γέμιζε μελωδικά την ατμοσφαίρα του δωμάτιο της. Κρύος αέρας μπήκε στο σπίτι και ένα ελαφρύ τρίξιμο προήλθε από το παράθυρο. Μετά από λίγο μια τρομακτική ηρεμία πλημμύρισε το σπιτικό της.

****************************

Η Αρετή επέστρεψε στο σπίτι εμφανώς καταβεβλημένη. Η μέρα της άκρως επεισοδιακή. Δεν ήξερε από που να ξεκινήσει και από που να τελειώσει. Ήταν αρκετά περήφανη διότι όχι μόνο συνάντησε τον Αλέξανδρο αλλά στάθηκε κόσμια στο ύψος των περιστάσεων. Προφανώς και ο ίδιος ήταν έκπληκτος με τη συνάντηση αυτή αλλά προσπάθησε να πείσει τους πάντες πως ήταν μια καθαρά επαγγελματική επίσκεψη. Ο Οδυσσέας ήταν διπλά της να τη στηρίξει αλλά σαν καλός εργοδότης της επισήμανε και τα λάθη της. Δεν την ενόχλησαν καθόλου οι διακυμάνσεις στο χαρακτήρα του. Την έκανε να νιώθει χρήσιμη, ικανή και το κυριότερο την εμπιστευόταν. Βασική της αρχή η εμπιστοσύνη σε καμία περίπτωση δε θα την πρόδιδε. Χρειαζόταν πολύ αυτή τη δουλειά κυρίως για τον εαυτό της ως ένα τεστ αντοχών αλλά επίσης για να δώσει απαντήσεις προς τους αντιπάλους της. Δυστυχώς είχε αρκετά μέτωπα. Δεν είχε πολλά κουράγια αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει την κλήση της φιλενάδας της. Περιληπτικά περιέγραψε τα νέα της καθήκοντα, το μισθό και τις παροχές της αλλά δεν αποκάλυψε ποιος είναι ακριβώς ο εργοδότης. Το κρατούσε για έκπληξη το Σάββατο, σαν έβλεπε ήδη την αντίδραση της Έρικας. Θα γελούσανε πολύ μαζί της... δε θα μπορούσε με τίποτα να ράψει το στόμα της. Γέλασε προκαταβολικά όταν τελείωσε τη συνομιλία μαζί της. Σκόπιμα δεν ανέφερε τις λέξεις Αλέξανδρος – επαγγελματική συνάντηση. Δε μπορούσε καν να φανταστεί τη συζήτηση που θα ακολουθούσε. Ήταν πολύ κουρασμένη όμως. Την επόμενη μέρα ευτυχώς θα πήγαινε στο γραφείο αργά. Θα προλάβαινε να περάσει από το νεκροταφείο πρώτα. Έβγαλε τα ρούχα της και βρήκε το ντους άκρως αναζωογονητικό, θα κοιμόταν σαν πουλάκι στα σίγουρα.
Την επόμενη μέρα ξύπνησε νωρίς λες και πραγματικά είχε ευχαριστηθεί τον ύπνο της. Προτίμησε να φτιάξει έναν ελληνικό σκέτο. Πάνω στο γραφείο της υπήρχε μια στοίβα με χαρτιά. Έπρεπε να μελετήσει κάποια από αυτά. Ευδιάθετη ξεκίνησε τη μελέτη, όταν το μάτι της έπεσε στην καινούργια επιταγή που της έδωσε ο Ραζής. Δεν είχε χρόνο και δεν ήθελε επίσης να σκεφτεί τα γεγονότα δυο βράδια πριν. Τα ψυχικά αποθέματα ελάχιστα ώστε να ασχοληθεί με το ίδιο θέμα. Ο άνθρωπος ήταν θεότρελος. Ήθελε να μείνει μακριά του. Είχε σκυλομετανιώσει την ερωτική τους συνεύρεση. Βλαστήμησε καλύτερα αυτή την απόφαση αλλά δε μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω δυστυχώς. Λίγο αργά πλέον αλλά ποτέ αργά να παραδεχτεί κάποιος τα λάθη του. Δεν είχε αποφασίσει τι θα έκανε με την επιταγή. Σίγουρα θα εξαργύρωνε και πάλι το ποσό αλλά δε θα το χρησιμοποιούσε ποτέ για προσωπικό της όφελος. Της φάνηκε καλή λύση η δωρεά σε ένα ορφανοτροφείο. Σίγουρα θα το έψαχνε τις επόμενες μέρες. Με ένα μαγικό τρόπο είχαν εξαφανιστεί τα αρνητικά πρόσωπα από τη ζωή της. Είχε αποβάλλει πλέον τα “ναρκωτικά”, ήταν ελεύθερη. Ντύθηκε στα γρήγορα, μακιγιαρίστηκε προσεχτικά και έφυγε από το σπίτι για να τακτοποιήσει όλες τις δουλείες. Πρώτη στάση η τράπεζα, δεύτερη μια σχολή οδηγών για το δίπλωμα της και τελευταίο το νεκροταφείο. Δεν είχε καταλάβει ότι κάποιος την παρακολουθούσε.
Στην άλλη πλευρά της πόλης ο Ραζής ενημερωνόταν λεπτομερώς για την κάθε κίνηση της. Το απόγευμα θα είχε και φωτογραφίες. Όταν έλαβε το ενημερωτικό μήνυμα της τράπεζας δεν εξεπλάγην διότι το γνώριζε εκ των προτέρων. Το περίμενε, άλλωστε του είχε αποδείξει πόσο αγαπούσε τα χρήματα. Η επίσκεψη της σε μια σχολή οδηγών τον άφησε αδιάφορο. Αυτό που βρήκε ενδιαφέρον είναι η άφιξη της στο νεκροταφείο. Δεν είχε ιδέα τι πήγε να κάνει εκεί. Τον έτρωγε η περιέργεια, έλπιζε πως εάν ξεκινούσε αμέσως ίσως την προλάβαινε.
Έφτασε στο μέρος όπου “κοιμούνται” οι γονείς της όπως συνήθιζε να λέει. Δεν είχε πολύ ζέστη. Περπάτησε στο γνώριμο μονοπάτι προσεχτικά με τα ψηλά τακούνια της. Ο θόρυβος τους διατάραζε την απελπιστική ηρεμία του χώρου. Κοίταξε προς το πάνω διάζωμα κάνεις, έλεγξε το κάτω πάλι κάνεις. Χάρηκε διότι θα μπορούσε να “μιλήσει” με τους γονείς της ήσυχα. Κοντοστάθηκε κοντά στους τάφους της. Το σκηνικό γνώριμο δεν είχε αλλάξει κάτι. Τοποθέτησε προσεκτικά τα φρέσκα χρυσάνθεμα στον καθέναν χωριστά. Επέλεξε να καθίσει πρώτα μαζί με τον πατέρα της. Άγγιξε τις πέτρες που στόλιζαν τον τάφο του σαν να του έλεγε ήρθα, είμαι εδώ μην ανησυχείς. Ξεκίνησε να του μιλάει. Πατερούλη μου καλήμερα. Το κοριτσάκι σου ήρθε και πάλι. Πέρασε όλο το καλοκαίρι χωρίς να έρθω να σας δω. Δεν το ήθελα αλλά αναγκαστικά να φύγω για μερικούς μήνες μετά τις εξετάσεις μου. Μπαμπά πήρα το πτυχίο μου επιτέλους τελείωσα. Η ορκωμοσία είναι την άλλη εβδομάδα. Έμαθα τα τελικά αποτελέσματα μερικές εβδομάδες πριν. Είμαι πολύ ευτυχισμένη. Γύρισα από το χωριό και η καλοτυχία μου συνεχίστηκε... βρήκα μια πολύ καλή δουλεία μπαμπά... ο εργοδότης μου είναι πολύ καλός. Νιώθω ότι βρήκα ένα στήριγμα και ίσως κερδίσω και έναν καλό φίλο. Ο Οδυσσέας μπαμπά είναι πολύ καλό παιδί. Έχει περάσει και αυτός πολύ δύσκολα. Έχασε την αδερφή του και νιώθει τύψεις. Για τη βοήθεια που μου προσφέρει σε παρακαλώ προστάτεψε τον. Είναι μόνος, γνωστός ανάμεσα σε αγνώστους, τρομακτικό δε νομίζεις; ελπίζω σε αυτή τη ζωή να μπορέσω να του αποπληρώσω τη βοήθεια αυτή. Σπάνια συναντάς τέτοια άτομα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, δεν ήξερε τι άλλο να προσθέσει. Είχε περάσει αρκετά και δυστυχώς έφταιγε η ίδια εν μέρη. Πατερούλη ο Αλέξανδρος με άφησε. Μου έμαθες να κρατάω κακία στους ανθρώπους αλλά πονάω πολύ. Δεν μπορώ να τον ξεπεράσω τόσο εύκολα. Δεν ξέρω εάν είναι αγάπη, έρωτας ή και τα δυο αλλά ρωτάω εάν υπάρχει γιατρειά; εσύ αγαπούσες πολύ τη μαμά... πάντα έλεγες άνδρας που δε σέβεται τη γυναικά δεν είναι πραγματικός άνδρας. Τελικά είχες δίκιο.... δυστυχώς το αντιλαμβάνομαι πλέον με παραδείγματα πλέον... Σταμάτησε απότομα...
Σηκώθηκε να καθαρίσει μερικά χόρτα με τα χέρια της. Μερικά είχαν αγκάθια οπότε προσεχτικά προσπάθησε να τα ξεριζώσει. Είχε περάσει αρκετή ώρα. Δεν είχε προσέξει πως κάποιος την παρακολουθούσε κρυμμένος σε ένα δένδρο. Ένα αγκάθι τρύπησε το το δάχτυλο της. Μια στιγμιαία κραυγή πόνου της βγήκε αυθόρμητα. Δεν ήταν τίποτα παρά μόνο η αντίδραση της στιγμής από το τσούξιμο. Μια σκιά πήγε να την πλησιάσει, όπως είχε γυρισμένη την πλάτη αλλά τελικά παρέμεινε στη θέση της. Η Αρετή προχώρησε στη μεριά της μητέρας της. Στη μαμά της είχε να πει περισσότερα θα την καταλάβαινε καλύτερα. Φώναξε πιο δυνατά λες και είχε ανάγκη να βγάλει τον πόνο από μέσα της. Μαμά εσύ θα ξέρεις καλύτερα γιατί πονάς όταν αγαπάς; η αγάπη δεν είναι να καταλαβαίνεις τον σύντροφο σου; να τον στηρίζεις στις δύσκολες στιγμές; πως μπορεί να τελειώσουν όλα με λίγες λέξεις; τον αγαπάω τον Αλέξανδρο, τον αγαπούσα και θα συνεχίσω να τον αγαπάω. Αχάριστη δε μου έμαθες να είμαι οπότε θα κρατήσω τις καλές στιγμές μαζί του. Μακάρι να μπορούσα να τον διεκδικήσω αλλά δεν έχω κουράγιο... φοβάμαι την απόρριψη. Φοβάμαι τις δικές μου αδυναμίες... τις δικά μου πάθη. Νιώθω χαμένη σαν να μη με γεμίζει τίποτα πλέον. Ίσως χρειάζομαι έναν άνδρα να με κάνει να νιώσω γυναικά ποθητή. Μαμάκα με προίκισες με ομορφιά αλλά τι να την κάνεις όταν μερικοί τη βλέπουν καχύποπτα... Το μυαλό της ταξίδεψε στη βραδιά πάθους με τον Ραζή. Γέλασε δυνατά. Πόσο χαμηλά πρέπει να πέσει κάνεις για να ανέβει ψηλά ξανά; έχω πιάσει πάτο αλλά υπόσχομαι πως σηκωθώ και πάλι. Κάποιος θα βρεθεί να με αγαπήσει πραγματικά γι' αυτό που είμαι. Ίσως τώρα με τον Οδυσσέα έχω κάποια ελπίδα. Αναστέναξε. Ντρέπομαι που στα λέω όλα αυτά αλλά δεν έχω άλλη επιλογή. Αναρωτιέμαι εάν πληρώνω αμαρτίες του παρελθόντος... πιθανόν αλλά αρκετά μέχρι εδώ. Σηκώθηκε όρθια και φώναξε. Τέρμα η ηττοπάθεια θα δεις τι μπορώ να κάνω. Θα ανέβω ψηλά στο υπόσχομαι. Η μοίρα στο παρελθόν μου στέρησε πολλά. Θα διεκδικήσω ότι μου αξίζει. Το μόνο που θέλω από σένα είναι να κρύψεις τις αδυναμίες μου... φοβάμαι... φοβάμαι τις ευαισθησίες και τους κρυφούς πόθους. Τη ρώτησε κάτι απροσδόκητο το υποσυνείδητο της... Μπορεί ένας άνθρωπος να κρύβει τόσο πολύ μίσος μέσα του; Τη γνώριζε την απάντηση... μελαγχολικά χαμογέλασε... Φίλησε την εικόνα της της μητέρας της... Η ώρα περασμένη, έπρεπε να πάει στη δουλειά της. Ο “κατάσκοπος” κρύφτηκε καλύτερα. Δεν τον κατάλαβε, τα συναισθήματα μέσα της την είχαν μπερδέψει μια ακόμη φορά. Απομακρύνθηκε από το κοιμητήριο με κατεβασμένο το κεφάλι σαν να είχε προδώσει κάποιο ένοχο μυστικό.... σαν να είχε προδώσει τον ίδιο της τον εαυτό...

************************

Ο Φίλιππος κρυμμένος πίσω από ένα δένδρο, προσπάθησε να ακούσει τις κουβέντες της Αρετής. Τα συμπεράσματα του πολύ χρήσιμα. Ήθελε να μάθει τις αδυναμίες αυτής της κοπέλας. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να κάμψει τις αντιστάσεις της και να γίνει πιο ευάλωτη. Έτσι μόνο θα κατάφερνε αυτό που είχε σχεδιάσει. Σε τι αποσκοπούσε το όλο σχέδιο δεν ήταν πολύ ξεκάθαρο. Είχε βαλθεί να την “καταστρέψει”. Η δικαιολογία του για τη προστασία της Έλενας εν μέρη μπορεί να έχει κάποια βαρύτητα. Δε γνώριζε τη λέξεις φόβος, αγάπη, απόλαυση, έρωτας, απόλυτη εξάρτηση. Τα θεωρούσε αδυναμίες, δεν ταίριαζαν στον χαρακτήρα του. Ίσως φοβόταν τον ίδιο του τον εαυτό και τα συναισθήματα που του γεννούσε η συγκεκριμένη κοπέλα.
Πλησίασε τους δυο τάφους, κατάλαβε πως πρόκειται για τους γονείς της. Τα ονόματα τους χαραγμένα με μαύρα γράμματα και οι ημερομηνίες μαρτυρούσαν τη μέρα αυτού του τραγικού επίλογου. Η μητέρα της Ελπίδα Βασιλειάδη – Απεβίωσε στις 04-04-1998 και ο πατέρας της Δημήτριος Βασιλειάδης – Απεβίωσε στις 04-04-1998. Διαβάζοντας την ημερομηνία πραγματικά τον έπιασε τρέμουλο. Δεν μπορεί να είναι αυτό τυχαίο... σκέφτηκε. Ο θάνατος των γονιών της χρονικά ταίριαζε με το θάνατο της γυναικάς του. Και άλλη σύμπτωση μακάβρια μεν αλλά υπαρκτή δε. Δε μπορούσε να πάρει ανάσα. Ήταν ολομόναχος, γύρω του δεν υπήρχε ψυχή. Κάθισε στο μνήμα της μητέρας της για να συνέλθει. Τα μάτια του κοίταξαν τη φωτογραφία της. Με σιγουριά κάποιος θα συμφωνούσε πως από εκείνην πήρε την ομορφιά της η Αρετή. Εάν και η φωτογραφία ήταν πλέον ξεθωριασμένη, διακρινόταν καθαρά τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Ακόμη και αυτά τα μάτια που τον είχαν τυραννήσει τόσο στο παρελθόν τον κοιτούσαν πάλι επίμονα, ακριβώς τα ίδια γατίσια μάτια. Η φωτογραφία του πατέρα της ήταν σε κάκιστη κατάσταση. Το ύψος είναι χαρακτηριστικό και των δυο καθώς και το περήφανο παρουσιαστικό το πήρε σίγουρα από εκείνον. Αλλά χαρακτηριστικά δεν ήταν εμφανή. Η αναπνοή του επανήλθε φυσιολογική, Κάτι άλλο που τον παραξένευσε ήταν τα επίθετα τους Βασιλειάδη, της Αρετής είναι Βασιλείου. Το σενάριο ότι πιθανόν να μην είναι οι γονείς της εξανεμίστηκε αφού η καταπληκτική ομοιότητα με τη μητέρα της, αποτελούσε από μόνο της ισχυρή απόδειξη. Τι στην ευχή συμβαίνει; θα μπορούσε φυσικά να πήρε το όνομα της γιαγιά της. Βρήκε μια άλλη δικαιολογία αμέσως. Τα επίθετα τους είναι πολύ κοντά για να συμβαίνει κάτι περίεργο. Ίσως η γιαγιά την υιοθέτησε οπότε λογικά η Αρετή πήρε το επίθετο της. Προς το παρόν δε θεώρησε σκόπιμο να μπει σε μια διαδικασία αβάσιμων υποψιών.
Το θέμα της ημερομηνίας πραγματικά τον σόκαρε. Όταν έφτασε μπροστά από το μνήμα της γυναικάς του, κοίταξε ξανά την ημερομηνία. Δεν την είχε ξεχάσει φυσικά αλλά προς στιγμήν ήθελε να βεβαιωθεί – Μαρία Ραζή. Απεβίωσε στις 04-04-1998. Πόσες φορές είχε ευχηθεί να είναι ένα ψέμα. Ίσως και ο ίδιος να ζούσε σε μια αυταπάτη. Τελικά δε κατάφερε να της χαρίσει τον ουρανό και τη γη. Η ίδια ποτέ δεν επεδίωξε κάτι τέτοιο. Προερχομένη από φτωχή οικογένεια είχε μάθει στα λίγα, στα άκρως απαραίτητα. Οι υπερβολές την τρομάζανε και όταν ακόμη έβγαζε αρκετά χρήματα, πέρα από το σπίτι δεν ήθελε κάτι παραπάνω. Όλοι έχουν να πούνε ακόμη και σήμερα για την καλοσύνη της. Άναψε ένα κεράκι και σχεδόν αμίλητος αναχώρησε. Ήταν η πρώτη φορά που δεν της μίλησε. Ίσως και να ντρεπόταν, ίσως να της τα είχε πει όλα και να μην είχε να προσθέσει κάτι καινούργιο. Έδωσε μια υπόσχεση από μέσα του. Θα προστατεύσω το παιδί μας με οποιοδήποτε κόστος...
Ο Φίλιππος βγαίνοντας από το κοιμητήριο, έλαβε κλίση από τον ντετέκτιβ. Τον ενημέρωσε για κάτι που τον ενόχλησε πολύ. Η Αρετή είχε βγει για πρωινό με τον Οδυσσέα Ιωάννου. Οι φωτογραφίες που του έστειλε τον αναγκάσαν να συνειδητοποιήσει πως το παιχνίδι κινδύνευε να χαθεί. Έπρεπε να ενεργήσει γρήγορα και αποτελεσματικά. Ως καλός κυνηγός έπρεπε να παγιδέψει το θήραμα του...

****************************

Ο Αλέξανδρος βρισκόταν στο σπίτι του. Περίμενε την Έλενα να έρθει. Είχαν αποφασίσει να πάνε για φαγητό σε μια ψαροταβέρνα σε ένα χωριό μακριά από την Πόλη. Είχε μάθει πως οι μεζέδες ήταν φοβεροί, καθώς και η φιλοξενία των ιδιοκτητών έκανε τους πελάτες να μιλάνε για τα καλύτερα λόγια. Δεν ήταν πολύ ρομαντικός αλλά τουλάχιστον προσπαθούσε στις εξόδους τους να την εκπλήσσει ευχάριστα. Είχε σκοπό να της μιλήσει για τη συναντήσει του με την Αρετή, δε μπορούσε να της το κρύβει άλλο. Πέρα από αυτό είχε σκοπό να της μιλήσει και για κάτι άλλο πιο σοβαρό. Ίσως ο θυμός του για την Αρετή τον οδήγησε να πάρει κάποιες βεβιασμένες αποφάσεις αλλά ήθελε να διαφυλάξει τα κεκτημένα του. Είχε επενδύσει αρκετά σε αυτή τη σχέση και δε θα επέτρεπε τίποτα να καταστρέψει τα σχέδια του. Όσο η Έλενα διατηρούσε μια επιφυλακτική στάση απέναντι του, όσο έπλαθε σενάρια επιστροφής του στην παλιά αγαπημένη του, δε μπορούσε να ησυχάσει. Ένας ήταν ο τρόπος για να εδραιώσει τη θέση του... μια πρόταση γάμου.

************************

Η Αρετή ετοιμαζόταν να βγει έξω με τον Οδυσσέα και την Έρικα. Όλα ήταν καλά σχεδιασμένα, η έκπληξη της φίλης θα ήταν μεγάλη καθώς και η πλάκα που θα έσπαγε μαζί της δεδομένη. Ο καθένας θα έφτανε μόνος του στο μαγαζί. Μάλιστα εκείνη και ο Οδυσσέας θα φτάνανε 5 με 10 λεπτά καθυστερημένοι επίτηδες. Το είχε ρίξει πραγματικά στην εργασιοθεραπεία, αποσπώντας το μυαλό από τα υπόλοιπα προσωπικά μέτωπα. Μέχρι και ο Αλέξανδρος της είχε στείλει μήνυμα για να την επιπλήξει για τη συμπεριφορά της. Τη θεώρησε υπαίτια για το ότι η συμφωνία με τον Ιωάννου δε προχώρησε άμεσα. Είπε να τον αγνοήσει αλλά δε συγκρατήθηκε τελικά. Του υπενθύμισε ποιος είναι ο εργοδότης της και πως πληρώνεται για να κάνει καλά τη δουλειά της. Βέβαια η απάντηση του την στεναχώρησε, αφού περιείχε σαφώς πονηρό υπονοούμενο. Δεν την ένοιαξε, μπορεί να τον αγαπούσε ακόμη αλλά δε θα δεχόταν άλλες προσβολές. Αυτό ήταν το προσωπικό μυστικό της. Δυστυχώς είχε κάνει τις επιλογές του αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να κάνει όνειρα... έστω μέχρι τη στιγμή που θα έβρισκε και η ίδια κάποιον αντάξιο της. Άφησε κατά μέρος τις αρνητικές σκέψεις. Έπρεπε να διαλέξει το βραδινό της ντύσιμο. Είχε όρεξη να φορέσει κάτι πολύ σέξι λες και θα έβγαινε ραντεβού με κάποιον κρυφό θαυμαστή. Επέλεξε ένα εφαρμοστό φόρεμα στις αποχρώσεις του μοβ και ασημί πέδιλα. Βάφτηκε πιο έντομα από ότι συνήθιζε, με ένα έντονο κόκκινο κραγιόν να τονίζει τα σαρκώδη χείλια της. Μάζεψε τα μαλλιά της μετά από πολύ καιρό σε μια κοτσίδα. Δεν ήθελε να ζεσταθεί. Ήταν σχεδόν έτοιμη όταν έλαβε ένα μήνυμα στο κινητό της. Θέλω να σε δω. Θα συζητήσουμε για τον Αλέξανδρο. Θα περάσει να σε πάρει ο οδηγός μου σε μισή ώρα. Αποστολέας Φίλιππος Ραζής. Πέταξε το κινητό της στον καναπέ. Είχε νευριάσει αλλά προσπάθησε να τον αγνοήσει. Ήταν σχεδόν έτοιμη να αναχωρήσει. Το κουδούνι της πόρτας χτύπησε. Τρόμαξε δε περίμενε κανέναν τέτοια ώρα. Άνοιξε διστακτικά την πόρτα, ένας γεροδεμένος άνδρας εμφανίστηκε μπροστά της. Φορούσε κουστούμι εργασίας. Πριν προλάβει να ρωτήσει εκείνος βιάστηκε να συστηθεί.
«Καλησπέρα σας Δεσποινίς Βασιλείου. Ονομάζομαι Πέτρος, είμαι ο προσωπικός οδηγός του κυρίου Φίλιππου Ραζή. Με συγχωρείται δεν ήθελα να σας τρομάξω. Έχω εντολή να σας περιμένω να ετοιμαστείτε».
«Πείτε στον κύριο Ραζή ότι δεν πάω πουθενά. Σας παρακαλώ φύγετε. Θα καλέσω στην αστυνομία». Του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Τηλεφώνησε αμέσως στην Έρικα. Δεν πήρε καμία απάντηση. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν ήθελε να ενοχλήσει τον Οδυσσέα. Αποφάσισε να καλέσει το Φίλιππο να ξεκαθαρίσει την κατάσταση.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις μου λες;» άρχισε να του φωνάζει με το που απάντησε. «Σκοπεύεις να με απαγάγεις τώρα; Εάν θυμάμαι καλά πριν από 4 μέρες μου είπες να μη με ξαναδείς μπροστά σου».
«Δε σε απαγάγω... μόνη σου θα έρθεις εάν θέλεις... απλώς έστειλα τον οδηγό μου να σε φέρει».
«Πόσο τρελός μπορείς να είσαι μου λες; πιστεύω ότι ξέχασες και πάλι πως μου συμπεριφέρθηκες, η λέξη σκουπίδι είναι λίγο να το περιγράψω. Θυμάσαι ότι με τραβούσες στο πάρκο με το ζόρι;»
«Ακόμη δεν έχεις δει πόσο τρελός μπορεί να γίνω, αυτό δεν είναι τίποτα εάν δε με υπακούσεις. Μην ανησυχείς όλα τα θυμάμαι... πως σε κρατούσα στο πάρκο να μη μου φύγεις... πως έτρεμες από το φόβο και πως κάναμε μια συμφωνία την οποία δε κράτησες. Μήπως εσείς δεσποινίς μου ξεχάσατε το ποσό που εξαργυρώσατε;» Της μίλαγε τρυφερά σαν να νοιάζονταν πραγματικά... αλλά φυσικά υποκρίνονταν.
Η Αρετή αναστέναξε. Με τίποτα δε μπορούσε να κερδίσει. «Πήγα στην εταιρία με το αφεντικό μου. Καθήκον μιας γραμματέας είναι να ακολουθεί τον εργοδότη της παντού». Και εκείνη ηρέμησε κάπως. «Εάν αυτό δεν σας ικανοποιεί ως απάντηση τότε δε φταίω εγώ. Πείτε τον αγαπητικό της κόρης σας να μη με ενοχλεί με μηνύματα. Αλλού πρέπει να εκτοξεύσετε τις απειλές σας».
Ο Φίλιππος έσφιξε το ακουστικό από τα νεύρα του. Είχε αρχίσει να φουντώνει. Συνέχισε να μιλάει χαλαρά. «Γι' αυτό ακριβώς το λόγο θέλω να σου μιλήσω. Να τα ξεκαθαρίσουμε και να ακούσω επιτέλους τη γνώμη σου έστω και καθυστερημένα».
«Δε νομίζεις ρε συ Ραζή πως είναι λίγο αργά για κάτι τέτοιο. Το μόνο που σε νοιάζει είναι με υποτιμάς, να με πονάς και να βιαιοπραγείς εις βάρος μου. Δεν έχουμε να πούμε τίποτα απολύτως. Καλό βράδυ» του έκλεισε το τηλέφωνο.
Εκείνος την κάλεσε πίσω. Φοβόταν να απαντήσει. Την ξαναπήρε μια ακόμη φορά. Δε μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό. Αυτό που άκουσε όμως από το στόμα του, την αναστάτωσαν.
«Και εάν σου ομολογούσα ότι μου έλειψες θα ερχόσουν;» της μίλησε χαμηλόφωνα, μελωδικά. «Θα δεχόσουν την πρόσκληση μου Αρετή;»
Πρόφερε το όνομα της με αισθησιακό τρόπο. Ανατρίχιασε. Ήταν τόσο μακρυά της αλλά τον διαισθανόταν δίπλα της. Δεν μπορούσε να ελέγξει τις κουβέντες της, λες και ήταν δαιμονισμένη, λες και ήταν διχασμένη προσωπικότητα. Του έκλεισε το τηλέφωνο. Κουλουριάστηκε την γωνία του καναπέ της. Δεν πιστεύω να κάνεις κάτι παράλογο Αρετή... σκέψου τι σου έχει κάνει αυτός ο άνθρωπος από τότε που τον γνώρισες. Τη μάλωνε το υποσυνείδητο της. Η λογική πρέπει να υπερισχύσει του παραλογισμού...παίζεις με τη φωτιά!!!. Σηκώθηκε, περπάτησε πάνω κάτω νευρικά. Είχε ήδη αποφασίσει, απλώς δε τόλμαγε να το ξεστομίσει. Άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή του Οδυσσέα. «Συγγνώμη δε μπορώ να έρθω σήμερα στο ραντεβού μας. Δεν αισθάνομαι πολύ καλά. Ένας σοβαρός πονοκέφαλος δε μου επιτρέπει καν να σηκωθώ από το κρεββάτι. Με συγχωρείς και πάλι ελπίζω η φίλη μου να είναι αντάξια παρέα». Άφησε παρόμοιο μήνυμα στο κινητό της Έρικας. Θεωρητικά είχε πάρει την απόφαση της, πρακτικά δεν είχε κουράγιο να την υλοποιήσει. Πήρε τα κλειδιά της και κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας, ελπίζοντας πως ο οδηγός θα είχε αναχωρήσει. Έκανε λάθος, την είδε και βγήκε να της ανοίξει την πόρτα. Μπήκε μέσα στο ακριβό αυτοκίνητο με τα δερμάτινα καθίσματα. Δε προσδοκούσε κάποια θεαματική αλλαγή, ήταν αρκετά υποψιασμένη. Έλπιζε πως τα λόγια του ήταν αληθινά και δεν την κορόιδευε, πως το σήμερα θα ήταν διαφορετικό από το χθες. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Ο οδηγός ενημέρωσε το αφεντικό του για την επιτυχής αποστολή του. Δε τόλμησε να ρωτήσει τον προορισμό δε την ενδιέφερε. Το μόνο σίγουρο ήταν πως απομακρυνόταν από τα φώτα της πόλης. Ακολουθούσαν την παραλιακή οδό προς κάποια εξοχική κατοικία ίσως. Οι βίλες ξεπηδούσαν η μία δίπλα στην άλλη, η μια ομορφότερη από την άλλη. Ήθελε να βγει από το αυτοκίνητο, να τρέξει προς κάποια παραλία να κρυφτεί. Δεν είχε νόημα, όλα ήταν προσχεδιασμένα, έπρεπε να εκπληρώσει το πάθος της...

*******************************

Η Έρικα περίμενε νευρικά την κολλητή της. Δεν αντιλήφθηκε το μήνυμα στο κινητό της. Η υπομονή της είχε εξαντληθεί. Καλά τη φίλη της να την δικαιολογούσε, αυτόν τον ανύπαρκτο δε μπορούσε. Πρώτη φορά θα γνώριζε τη κολλητή της κοπέλας που του άρεσε, και εκείνος αντί να είναι τυπικός είχε καθυστερήσει ήδη ένα τέταρτο. Πολύ καραγκιόζης τελικά... τότε πρόσεξε έναν νεαρό που μόλις είχε μπει στο μαγαζί. Κοίταξε γύρω του σαν να περίμενε κάποιον. Δεν μπορούσε να διακρίνει καλά όλα τα χαρακτηριστικά του αλλά φαινόταν νοστιμούλης, είχε ένα τύπο πάνω του. Η ίδια είχε ιδιαίτερα γούστα όσων αφορά τους άνδρες αλλά ο συγκεκριμένος της έκανε ένα κλικ. Κάθισε στο μπαρ για λίγα λεπτά. Διάβασε ένα μήνυμα στο κινητό. Φάνηκε απογοητευμένος. Η Έρικα βρέθηκε στον πειρασμό να τον πλησιάσει, να τον προσέξει από κοντά. Ήταν ολομόναχη δε θα πείραζε να αναζητήσει μια συντροφιά, μάλιστα είχε βρει το στόχο της. Η μουσική χαλαρή στο μπαρ, επέτρεπε λίγη εποικοδομητική κουβεντούλα. Τον κοιτούσε επίμονα αλλά τίποτα ήταν απορροφημένος στο τηλεφώνημα του. Ξαφνικά και το δικό της χτύπησε. Είχε μια κλίση από έναν άγνωστο αριθμό. Η ανδρική φωνή στη γραμμή άγνωστη, η μουσική η οποία ακουγόταν στο βάθος, όμως γνωστή. Ο διάλογος που ακολούθησε μεταξύ των δυο αγνώστων επεισοδιακός.
«Η δεσποινίς Έρικα;» τη ρώτησε ο νεαρός.
Έκπληκτη απάντησε μονολεκτικά. «Ναι».
Εκείνος συνέχισε με τις συστάσεις. «Έρικα είμαι ο Οδυσσέας, ο φίλος της Αρετής. Η φίλη σου σε θα μπορέσει να έρθει. Έχει ένα σοβαρό πονοκέφαλο. Βρίσκομαι στο μαγαζί προσπαθώ να σε βρω».
Αδιάφορα του κάνει. «Α μάλιστα. Πάλι καλά που με θυμηθήκατε. Ξέρεις πόση ώρα σας περιμένω. Ποιος νομίζεις ότι είσαι;».
Ο Οδυσσέας ενοχλήθηκε με τον επιθετικότητα της εάν και η Αρετή τον είχε προειδοποιήσει. Το μαγαζί γέμιζε σιγά σιγά. «Η φίλη σου έστειλε μήνυμα. Μη θυμώνεις. Όλα είναι ανθρώπινα. Συγγνώμη για τη καθυστέρηση». Προσπάθησε να είναι ευγενικός.
Η Έρικα παρατηρούσε τον νεαρό να συνεχίζει την συνομιλία του. Είχε περιέργεια να τον γνωρίσει. Προς το παρόν έπρεπε να βάλει στη θέση του “τον ακατονόμαστο”. Δυστυχώς έπρεπε να γνωρίσει πρώτα αυτόν για να του πει δυο λογάκια και πιο συγκεκριμένα να τον προειδοποιήσει. «Εντάξει κάθομαι στη γωνία απέναντι από το μπαρ. Φοράω ένα πορτοκαλί μπλουζάκι». Η απογοήτευση φανερή στη φωνή της. Δευτερόλεπτα αργότερα όμως βρέθηκε μπροστά στη μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής της. Ο νεαρός που είχε σταμπάρει πλησίαζε απειλητικά προς το μέρος της. Τελικά ίσως να είναι η τυχερή μου μέρα σήμερα....απογοητεύτηκε γρήγορα όταν άκουσε το όνομα του.
«Καλησπέρα Έρικα . Είμαι ο Οδυσσέας». Άπλωσε το χέρι του.
Τελείως απογοητευμένη ανταπέδωσε τη χειραψία. «Χάρηκα. Κάθισε». Θεώρησε τον εαυτό της πλέον γκαντέμικο. Έγινε επιθετική. «Ένα συγγνώμη θα ήταν μια πολύ καλή αρχή για τη γνωριμία μας».
Ο Οδυσσέας εμφανώς ενοχλημένος με την υπεροπτική της στάση σχολίασε το ίδιο αλαζονικά. «Με είχε προειδοποιήσει η Αρετή για το χαρακτήρα σας δεσποινίς. Δε θα πέσω σε αυτή την παγίδα». Αποφάσισε να δώσει τόπο στην οργή. «Μπορούμε να διασκεδάσουμε λίγο, πίνοντας τα ποτά μας ή εάν δε θέλεις μπορώ να σε αφήσω στην ησυχία σου».
Εκείνη κατάλαβε πως το παράκανε. Δεν θα πετύχαινε τίποτα με αυτή τη συμπεριφορά. «Συγγνώμη. Ας διασκεδάσουμε λίγο μια που ήρθες». Τον παρατήρησε καλύτερα. Ήταν νοστιμούλης, όχι κούκλος αλλά είχε κάτι το τραβηχτικό πάνω του. Έπρεπε να τον αντιμετωπίσει καχύποπτα όμως διότι φαινόταν σαν να έκρυβε κάποιο μυστικό. Η φωνή της γλύκαινε απότομα. «Από ότι φαίνεται γνωρίζεις πολλά για μένα... ίσως πρέπει να μάθω περισσότερα γα σένα».
Αυτός ακολούθησε τη συμβουλή της υπαλλήλου του πλέον, να μην αποκαλύψει το πραγματικό του όνομα πολύ νωρίς. Και ο ίδιος περίμενε να δει αντιδράσεις. Εάν και ατίθαση φαινόταν νοστιμούλα με καλή καρδιά και φιλότιμο. «Είμαι ο Οδυσσέας, γνώρισα τη φίλη σου τυχαία σε ένα ταξί. Από τότε κάνουμε παρέα. Ταιριάξαμε αρκετά. Η ομορφιά της με μάγεψε αρκετά αλλά στην πορεία με κέρδισε ο χαρακτήρας. Βλέπεις δε με ενδιαφέρουν τα λεφτά. Πιστεύω στον εσωτερικό κόσμο κυρίως. Θέλω να κερδίζω όσα μπορώ από τη δουλειά μου στην ασφαλιστική εταιρία».
Η Έρικα τον διέκοψε. «Δηλαδή είσαι ευχαριστημένος με τη δουλεία του πωλητή; Δε σπούδασες; Δεν έχεις άλλες φιλοδοξίες και όνειρα;»
Ο Οδυσσέας περίμενε τις συγκεκριμένες ερωτήσεις. Ήθελε να υποκριθεί και άλλο. «Φυσικά και σπούδασα, οικονομικά μάλιστα. Αλλά δε μπόρεσα μέχρι τώρα να βρω καλύτερο. Ίσως γίνω και εγώ κάποια στιγμή πολύ πλούσιος σαν το συνονόματο μου Οδυσσέα Ιωάννου». Η γκαρσόνα άφησε τα ποτά στο τραπέζι τους.
Τα γέλια της δυνατά, Διασκέδασε αρκετά με την επιθυμία του. «Να κάτι που δεν ακούς κάθε μέρα. Και πως βλέπεις την Αρετή; εννοώ πέρα από μια όμορφη γυναίκα τι προθέσεις έχεις για εκείνην;»
Χαμογέλασε, διασκέδαζε πραγματικά μαζί της. «Θα δείξει. Δε μπορώ να πω πολλά προς το παρόν... αυτά δε τα σχεδιάζει κανείς πιστεύω...».
Ως καλή φίλη της Αρετής έπρεπε να τον προειδοποιήσει. «Άκου Οδυσσέα η Αρετή δεν είναι κάποια κοπέλα με την οποία μπορείς να παίζεις μαζί της. Έχει περάσει πολλά στο παρελθόν. Έχει απογοητευτεί αρκετά και δε χωράει άλλος πόνος στη ψυχή της. Πρέπει να έχει κάποιον δίπλα της που μπορεί να την στηρίξει στις δύσκολες στιγμές. Έχει χορτάσει από μεγάλες κουβέντες με κατάλαβες;» το πρόσωπο της σοβάρεψε. Δεν μπορούσε να επαναλάβει τις κουβέντες της. Το μήνυμα της το πέρασε... περίμενε να δει αντιδράσεις.
Εκείνος έπινε το ποτό του ατάραχος. Θαύμαζε το πάθος με τον οποίο υπερασπιζόταν την κολλητή της. Σίγουρα ήθελε το καλύτερο για εκείνην και δε θα επέτρεπε σε κανέναν να τη χρησιμοποιήσει. «Δηλαδή πιστεύεις πως δε μπορώ να την υπερασπιστώ λόγω της οικονομικής κατάστασης μου;»
Δεν εννοούσε αυτό ακριβώς όποτε έδωσε διευκρινίσεις. «Η Αρετή δεν είναι καμία πλούσια. Εάν είχε γενικά μια ήρεμη ζωή δε θα κάναμε αυτή τη κουβέντα. Δυστυχώς όμως τους τελευταίους μήνες την καταδιώκει ο πλούτος και η δύναμη». Τον κοίταξε τρυφερά στα μάτια. Αυτό το καστανό χρώμα της γης την παρέσερνε σε μια άβυσσο. Δεν της άρεσε ο ρόλος της κακιάς αλλά έπρεπε να είναι ειλικρινής. «Συγγνώμη αλλά πιστεύω πως δεν είσαι αρκετά καλός για εκείνην. Θα βρεις και άλλες ωραίες κοπέλες. Είσαι γλυκούλης... δε θα έχεις πρόβλημα...» του χαμογέλασε αμήχανα...
Ο Ιωάννου διαπίστωσε πόσο επάξια η Αρετή παινεύει την φίλη της. Εάν και η ίδια προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια, δεν ήταν δήθεν και ψωνάρα. Πάντα ακριβοδίκαια, ειλικρινής και προστάτης των δικών της ατόμων. Είχε έρθει η ώρα να της πει όλη την αλήθεια. Έλπιζε να μην έτρωγε καμία σφαλιάρα. Παρήγγειλε ένα νέο γύρο ποτών. «Τα γνωρίζω όλα αυτά γι' αυτό τη βόηθησα να βρει δουλειά».
Η Έρικα έθιξε το θέμα εργασίας της Αρετής. «Να ένα άλλο μυστήριο. Δε μου έχει πει τίποτα, παρά μόνο ότι είναι γραμματέας σε μια μεγάλη εταιρία»
Εκείνος κούνησε το κεφάλι. Θα έριχνε μια τεράστια βόμβα. «Ναι ναι εργάζεται μαζί μου».
Δεν πίστευε στα αυτιά της. Ζήτησε διευκρινίσεις. «Μαζί σου; που; στην ασφαλιστική εταιρία; μου είπε ψέματα δηλαδή;». Τα είχε χαμένα. Θα άκουγε τον εξάψαλμο η κολλητή της σίγουρα. Ίσως γι' αυτό το λόγο δεν εμφανίστηκε σήμερα στο ραντεβού... είχε τη φωλιά της λερωμένη...
Ο Οδυσσέας έδωσε τις απαραίτητες εξηγήσεις. «Επιτρέψτε μου να σας συστηθώ ξανά. Είμαι ο Οδυσσέας Ιωάννου, μοναδικός κληρονόμος της οικογένειας Ιωάννου από την Κύπρο. Φαντάζομαι πως γνωρίζετε πλέον το βιογραφικό μου. Όλη η πόλη μιλάει για μένα από τη πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην Ελλάδα». Τον κοιτούσε λες και έμαθε το πιο επικίνδυνο μυστικό της χώρας. «Απορώ πως δε με αναγνωρίσατε; θέλαμε να σου κάναμε μια πλάκα με την Αρετή για να σε δω να νευριάζεις. Η φίλη σου μου είπε πως είσαι πολύ γλυκιά όταν θυμώνεις».»
«Σου φαίνομαι να τρώω κουτόχορτο βρε απατεώνα!!! τι άλλο θα ακούσω Θεέ μου !!»
Έβγαλε το κινητό του να της δείξει φωτογραφίες, πιστευτήρια. Το διασκέδαζε πραγματικά.
Εκείνη απλώς τον χάζευε. Δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Οι φωτογραφίες στο διαδίκτυο μαρτυρούσανε την αλήθεια. Δεν ήξερε εάν αισθανόταν ντροπή ή θυμό. Σίγουρα κατέληξε στο συμπέρασμα καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς. Πλέον της λύθηκε η απορία για το ποιον της θύμιζε.
Η αμηχανία της προκάλεσε το γέλιο της αντίπαλης πλευράς. «Νόμισα ότι με δούλευες. Με τις φωτογραφίες σου βεβαιώθηκα ». Αρκέστηκε να πει.
Προσπάθησε να την κάνει να χαλαρώσει. «Τα ποτά κερασμένα από εμένα για το ψέμα μου». Της χάιδεψε φιλικά την πλάτη. «Φοβόμουν ότι θα φάω ξύλο αλλά τελικά το γλίτωσα. Τη φίλη σου χρειάστηκε να την παρακαλέσω αρκετά πριν με συγχωρέσει. Έχει μεγάλη καρδιά τελικά. Δε μπορεί να κακιώσει εύκολα κάποιον».
Η Έρικα συμφώνησε. «Ναι ναι αυτήν είναι η Αρετή, τόσο αφελής μερικές φορές αλλά με μεγαλείο ψυχής». Προσπάθησε να αστειευτεί. «Από εδώ και πέρα πρέπει να παρακολουθώ τα κουτσομπολιά της πόλης από στενά, σαν τη μάνα μου που είναι ενημερωμένη για όλα. Συγγνώμη και πάλι». Σήκωσε το ποτήρι της να το τσουγκρίσει με το δικό του. «Τι λες σε μια νέα γνωριμία;».
Συνέχισαν να απολαμβάνουν την κουβέντα. Όντως είχαν επιλέξει μια νέα αρχή. Περνούσαν τόσο όμορφα, είχαν ξεχάσει τελείως την Αρετή. Ήταν η δικιά τους στιγμή, η δική τους ευκαιρία. Ίσως και αυτή η γνωριμία να ήταν προσχεδιασμένη, ίσως και οι δυο μαζί να αποτελούσαν μια πιο δυνατή ασπίδα προστασίας της Αρετής στο μέλλον. Έπρεπε πρώτα όμως να αφήσουν πίσω τους δικούς τους εγωισμούς, να κατανοήσει ο ένας τον άλλον και τελικά να περπατήσουν σε ένα κοινό μονοπάτι...

*****************************

Το ερωτευμένο ζευγάρι έφτασε στην ψαροταβέρνα. Σε όλη τη διαδρομή δε πολυμίλησαν. Υπήρχε γενικά μια ένταση μεταξύ τους χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι συγκεκριμένο. Ο Αλέξανδρος είχε σκοπό να της πει την αλήθεια για την επίσκεψη της Αρετής. Τι σημαντικότερο όμως ήταν να τη ρωτούσε τι σκεφτόταν για το μέλλον τους. Έπρεπε να πάρει απαντήσεις. Κάθισαν σε μια ήσυχη γωνία του μαγαζιού. Μέσα σε λίγα λεπτά είχαν ήδη παραγγείλει. Ήθελαν να δοκιμάσουν αρκετούς μεζέδες εάν και δε πεινούσανε πολύ. Οι μυρωδιές από την κουζίνα τους είχαν ζαλίσει. Η διάθεση τους έγινε πιο εύθυμη. Βοήθησε και το ούζο φυσικά να χαλαρώσουν. Την έβλεπε να γελάει με τα αστεία του και χαιρόταν και ο ίδιος αρκετά. Έκανε σαν μικρό παιδί μερικές φορές. Λάτρευε την αθωότητα της και συνάμα τρόμαζε με τον κυκλοθυμικό της χαρακτήρα. Απρόβλεπτη στις αντιδράσεις της ειδικά όταν νευρίαζε, μεταμορφωνόταν σε ένα άγριο ζώο. Η κτητικότητα ένα από τα ελαττώματα της. Τον γοήτευε όμως αυτή η εμμονή της προς το πρόσωπο του. Ένιωθε αναντικατάστατος, του έδινε κίνητρα να γίνεται καλύτερος και να κερδίσει ακόμη μεγαλύτερο μέρος στην καρδιά της. Κάποτε του είχε πει πως κάνεις δε θα ξεπεράσει την αγάπη που έχω για τον πατέρα μου. Είχε βάλει στόχο να τη διαψεύσει. Ένας αθόρυβος πόλεμος είχε ξεκινήσει μεταξύ εκείνου και του Ραζή. Δε θα μπορούσε πάντα να βρίσκεται στην σκιά του. Ήταν νέος ακόμη με λαμπρό μέλλον. Θα μπορούσε να κατακτήσει ακόμη περισσότερα στο μέλλον. Αποφάσισε να την ανοίξει κουβέντα σχετικά με το μέλλον της σχέσης τους.
Της έσφιξε τρυφερά τις παλάμες . Πήρε το σοβαρό του ύφος. «Έλενα θέλω να σου μιλήσω για κάτι σοβαρό». Της φίλησε τα χέρια γλυκά. «Είμαστε μαζί σχεδόν τέσσερις μήνες. Έχεις κάποιο παράπονο από έμενα;».
Η Έλενα δεν κατάλαβε αυτή την ερώτηση. Ίσως να είχε πάθει ψύχωση τις τελευταίες μέρες με την επιστροφή της Αρετής αλλά γενικά όλο το καλοκαίρι ήταν αρκετό ήρεμο. «Σου έχω δείξει ποτέ ότι έχω παράπονο από εσένα; ίσως να έχω κάποιες φοβίες λογικές αλλά ποτέ δε μου έδωσες το δικαίωμα να σε αμφισβητήσω». Του χάιδεψε το μάγουλο. «Είσαι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια».
Ο Αλέξανδρος τη φίλησε. Οι κουβέντες της τον χαροποίησαν. «Με κάνεις πολύ ευτυχισμένο. Να θυμάσαι πως σε αγαπάω πολύ. Μήνες πριν βρέθηκα σε ένα μεγάλο δίλημμα. Επέλεξα εσένα αντί για την Αρετή, και η επιλογή μου αυτή δικαιώνετε μέρα με τη μέρα».
Εκείνη ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί. «Φοβάμαι μήπως επιστρέψεις σε εκείνην. Πρέπει να σου ομολογήσω ότι την πέτυχα μερικές μέρες πριν. Ανησυχώ μήπως ζηλέψεις, ανησυχώ μήπως επιστρέψεις σε εκείνην από εγωισμό».
Της ξεκαθάρισε μια ακόμη φορά την κατάσταση. «Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Ούτε καν τη σκέφτομαι πλέον, την έχω ξεχάσει τελείως». Έλεγε ψέματα αναπόφευκτα αλλά δεν είχε άλλη επιλογή.
Προσπάθησε να τον τεστάρει. «Ακόμη και εάν τη δεις με άλλον άνδρα; διότι εγώ την είδα με το καινούργιο της αμόρε στο εμπορικό της προάλλες. Της αγόραζε ρούχα ο λεφτάς». Περίμενε να δει πως θα σχολιάσει.
Ο Οικονόμου δεν έπεσε στην παγίδα. Ήταν αρκετά έξυπνος. «Καλά κάνει... χαίρομαι που είναι ευτυχισμένη. Δε με νοιάζει με ποιον βγαίνει». Ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά.
Η Ραζή δε τα παρατούσε. «Εντάξει τότε. Λυπάμαι τον Ιωάννου πάντως που έπεσε στην παγίδα της ομορφιάς της. Θα του στοιχίσει αρκετά πάντως. Ίσως να μην είναι το αθώο αγγελούδι που πίστευες. Σε παρακαλώ εάν τη δεις θέλω να μου το πεις αμέσως».
Ο Αλέξανδρος άφησε τα χέρια της απότομα. Είχαν επιβεβαιωθεί οι φόβοι του. Αυτός ο άνδρας τελικά δεν είναι μόνο εργοδότης της. Αποφάσισε να της πει την αλήθεια. «Δε θα πρέπει να ανησυχείς διότι τι συνάντησα στην εταιρία τις προάλλες». Συνέχισε προσεχτικά. «Είναι προφανώς εκτός από ερωμένη και η γραμματέας του Οδυσσέα Ιωάννου. Είχαν μια επαγγελματική συνάντηση με το αφεντικό μου και έδωσε το παρόν και εκείνη». Την είδε ότι στράβωσε. «Είμαι εδώ μαζί σου. Αυτό πρέπει να σου λέει πολλά. Σε αγαπάω πολύ. Η συνάντηση μας όπως καταλαβαίνεις δεν μου έκανε διαφορά».
Η Έλενα φανερά ενοχλημένη, δεν ήθελε να σχολιάσει κάτι παραπάνω. Είχε μια απορία όμως. «Σου φάνηκε αλλαγμένη;»
Της απάντησε ψύχραιμα. «Ναι πολύ. Δε θυμίζει σε τίποτα την κοπέλα που κάποτε αγάπησα, πιο αλαζονική πιο αγενής εάν θες. Φαντάζομαι πως έχει γερές πλάτες πλέον».
Η Ραζή ευχαριστημένη με την ανταπόκριση του. «Εσύ έχεις έμενα. Μην ανησυχείς για τίποτα. Και εγώ σε αγαπάω... για σένα είμαι έτοιμη να κάνω τα πάντα...»
Συνέχισαν το φαγητό τους. Οι γεύσεις εξαιρετικές, ειδικά για ένα μέρος τόσο μικρό στη μέση του πουθενά. Η οικογενειακή επιχείρηση πραγματικά ήταν υπόδειγμα ποιότητας και ποσότητας. Το σέρβις άψογο και το ούζο τους βοήθησε να χαλαρώσουν ακόμη περισσότερο. Ζήτησαν το λογαριασμό και η γυναίκα τους πλησίασε με χαμόγελο. Την πλήρωσαν αφήνοντας ένα μεγάλο φιλοδώρημα. Τους ευχαρίστησε αλλά το σχόλιο της έβαλε το ζευγάρι σε σκέψεις.
«Να είστε καλά παιδιά μου. Σας εύχομαι να είστε ευτυχισμένοι. Μου θυμίσατε έμενα και τον άνδρα μου στα νιάτα μας. Είχαμε δυσκολίες στην αρχή, καυγάδες, αλλά τελικά η αγάπη μας στάθηκε πιο δυνατή».
Με ένα στόμα την ευχαρίστησαν. «Σας ευχαριστούμε πολύ. Μακάρι να παραμείνουμε το ίδιο ευτυχισμένοι και εμείς».
Η ευγενική κυρία τους ευχήθηκε μια ακόμη φορά. «Μακάρι να παντρευτείτε γρήγορα παιδιά μου εάν δεν είστε ήδη... δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για ένα ερωτευμένο ζευγάρι...».
Η Έλενα πήγε να απαντήσει πρώτη αλλά την πρόλαβε με αποφασιστικότητα. «Είναι στα σχέδια μας. Ευχαριστούμε και πάλι. Θα ξαναέρθουμε σίγουρα. Όλα ήταν υπέροχα».
Την καληνύχτισαν και αγκαλιασμένοι κατευθυνθήκαν προς το αυτοκίνητο. Η Έλενα ήταν ευτυχισμένη. Τα λόγια του καλού της την άφησαν άφωνη. Ένιωθε ότι πετούσε στα σύννεφα. Ουδέποτε είχαν κάνει αυτή τη συζήτηση ανοιχτά οι δυο τους. Η ίδια φοβόταν την αντίδραση του. Δεν ήθελε να νιώσει πιεσμένος. Επίσης ανησυχούσε για τον δικό της ατίθασο χαρακτήρα. Έπρεπε να ήταν απολύτως σίγουρη. Πρόκειται για μια σημαντική απόφαση. Οι υπερβολές δεν είχαν θέση σε τέτοιες κινήσεις. Είχε δικαίωμα όμως να ονειρεύεται. Θα περνούσε το βράδυ το μαζί του. Ήθελε να τον κρατάει αγκαλιά, να μην τον αφήσει ποτέ... ήταν ικανή να απελευθερώσει όλα τα δεινά του κόσμου για χάρη του... να συντρίψει όποιον στεκόταν εμπόδιο στην ευτυχία τους... ακόμη και να πουλήσει τη ψυχή της στο διάβολο... αρκεί να ήταν για πάντα μαζί... Δε γνώριζε φυσικά πως το πάντα είχε και το τίμημα του... ακριβό και αναπόφευκτο... όπως και τα παιχνίδια του ριζικού...

******************************

Η Αρετή έφτασε σε ένα ξενοδοχείο, χτισμένο σε βράχο με απίστευτη θέα σε όλο το Αιγαίο. Η θάλασσα ανήσυχη, μικρά κυματάκια έσκαγαν στην παραλία. Δεν είχε ιδέα για το που έπρεπε να πάει. Ο οδηγός της εξήγησε πως η ρεσεψιόν του ξενοδοχείου θα την καθοδηγούσε. Φαινόταν να είναι αρκετά ακριβό. Είδε τουλάχιστον 2 εξωτερικές πισίνες, πρόσεξε το γήπεδο γκολφ και το ελικοδρόμιο. Γεμάτη ντροπή μίλησε χαμηλόφωνα στην ρεσεψιονιστ. Η όμορφη κοπέλα με σοβαρό ύφος της υπέδειξε το δωμάτιο. «Ο κύριος Ραζής σας περιμένει, τελευταίος όροφος σουίτα νούμερο 610».
«Σας ευχαριστώ πολύ. Το ασανσέρ;»
Η κοπέλα της έδειξε το ασανσέρ, μετά συνέχισε την εργασία της ατάραχη. Η Αρετή κατέληξε στο συμπέρασμα τα χρήματα σίγουρα αγοράζουν την εχεμύθεια.. μπήκε στο ασανσέρ... απείχε μερικά λεπτά από την πλασματική της λύτρωση.
Ο Φίλιππος εμφανώς ικανοποιημένος με την εξέλιξη, είχε ετοιμάσει τα πάντα στην εντέλεια. Είχε παραγγείλει το καλύτερο φαγητό του ξενοδοχείου, εκλεκτό κρασί και είχε διατάξει η σουίτα να διακοσμηθεί κατάλληλα, φανερώνοντας μια ερωτική διάθεση. Ήταν ντυμένος με σπορ ντύσιμο. Ένα τζιν παντελόνι και μαύρο μακό μπλουζάκι. Είμαι σίγουρος για τον εαυτό μου. Εάν δεν ήθελε και η ίδια πολύ να βρίσκετε εδώ τότε ποτέ δε θα ερχόταν... αναλογίστηκε, περιμένοντας με ανυπομονησία. Κάθισε άνετα στον καναπέ, ήταν έτοιμος, είχε πάρει μεγάλο ρίσκο αλλά δεν τον πείραξε. Δεν άντεχε πολλά, το κυριότερο ήταν το πάθος του. Η πόρτα του δωματίου χτύπησε. Σηκώθηκε να ανοίξει και αυτό που αντίκρισε τον άφησε άφωνο, ανήμπορο να υπερασπιστεί τα ιδανικά του, αβοήθητο σε ένα πεδίο μάχης. Εμφανίστηκε μια θεά μπροστά του. Το αισθησιακό κολλητό φόρεμα αναδείκνυε τις πλούσιες καμπύλες της. Το στήθος υπερήφανο ορθωνόταν μπροστά του με τόλμη. Τα κόκκινα χείλη, τον προκαλούσαν νοερά να καούν σε μια κόλαση φωτιάς. Η ίδια δεν είπε τίποτα απλώς μπήκε στα γρήγορα στο δωμάτιο. Ήταν φανερό ότι ντρεπόταν διότι κοίταξε γύρω της αόριστα...
Η Αρετή γνωρίζοντας τον κίνδυνο που διέτρεχε κλειδωμένη σε ένα δωμάτιο με έναν “άγνωστο” και ψυχωτικό τύπο σαν το Φίλιππο Ραζή, ένιωθε ιδιαίτερα τρομοκρατημένη. Διάφορες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της για το τι μπορούσε να συμβεί αυτή τη νύχτα. Το είχε ήδη μετανιώσει. Προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα να φύγει αλλά τα θερμά του χέρια την ακούμπησαν τρυφερά. Και ο ίδιος φαινόταν αμήχανος. Συνέχισε να αναρωτιέται για τα πραγματικά του κίνητρα. Της είχε υποσχεθεί πως θα της έδινε την ευκαιρία να εξηγηθεί. Δεν τον εμπιστεύονταν καθόλου αλλά ούτε και στον ίδιο της τον εαυτό είχε εμπιστοσύνη. Φοβόταν τις αδυναμίες της ως γυναίκα, μιας γυναίκα που είναι λυπημένη, απογοητευμένη και ψάχνει διόδους διαφυγής από τη μιζέρια της. Η ιδέα ότι εκείνος θα μπορούσε να την εκμεταλλευτεί, όπως ήθελε, τη βρήκε άκρως επικίνδυνη αλλά και ερεθιστική. Σε καμία περίπτωση δε θα παραδεχόταν πως ποθούσε να βρεθεί υπό τον έλεγχο του και να του δοθεί ολοκληρωτικά. Μόνο που αυτή τη φορά ήταν προετοιμασμένη να κάνει εκείνη παιχνίδι με τους δικούς της όρους. Προσωπικό στοίχημα, το οποίο δε μπορούσε σε χάσει. Θα ήταν μια νίκη της απέναντι στην κόρη του. Παιχνίδι επικίνδυνο αλλά άκρως αισθησιακό....
Τις ερωτικές φαντασιώσεις τις διέκοψε η φωνή του. Τραβήχτηκε από κοντά της, ο αέρας ανάμεσα τους είχε κρυώσει. Ξεκίνησε να της εξηγεί τους λόγους για τους οποίους την είχε καλέσει. Άκουσε σχεδόν τα μισά. Δεν την ένοιαξε, ήταν υπνωτισμένη ήρθε με ένα σκοπό, να φωνάξει το όνομα της δυνατά. Συνήλθε απότομα όταν το σέρβις του ξενοδοχείου τους έφερε εκλεκτά εδέσματα, σαλάτες, δυο κυρίως πιάτα με κρέας και λαχανικά καθώς και γλυκό σοκολάτα. Δεν πεινούσε αλλά αφού όλα ήταν μέρος του τελετουργικού θα έπρεπε να υποχωρήσει. Δεν είχαν μιλήσει καθόλου. Καλύτερα διότι καυγαδίζουν τις περισσότερες φορές. Όταν κάθισε στη μεγάλη τραπεζαρία πρόσεξε γύρω της τη διακόσμηση. Είχε κάτι το πονηρό αλλά όχι πρόστυχο. Έριξε μια πιο διεξοδική ματιά και και στον ίδιον. Το πρόσωπο του ανέκφραστο, ήρεμο παγερά αδιάφορο. Το ντύσιμο του φανέρωνε τη χαλαρότητα του σώματος του. Άνοιξε πρώτα εκείνος την κουβέντα.
«Παρήγγειλα ότι καλύτερο διαθέτει η κουζίνα του ξενοδοχείου. Ελπίζω να σου αρέσουν. Πιστεύω πως κατά τη διάρκεια ενός γεύματος γίνονται πιο εποικοδομητικές συζητήσεις».
Η Αρετή βιάστηκε να συμπληρώσει. «Αρά θα συζητήσουμε πολιτισμένα, θα με ακούσεις δηλαδή για πρώτη φορά στη ζωή σου. Μάλιστα ενδιαφέρον....».
Ο Φίλιππος ψύχραιμα της εξήγησε ξανά. «Όπως σου έλεγα πριν θέλω να μου πεις την αλήθεια σχετικά με την επίσκεψη σου στην εταιρία του Αλέξανδρου. Θέλω πολύ να σε πιστέψω πως δεν υπάρχει καμία κρυφή ατζέντα».
Εκείνη έβαλε λίγο σαλάτα στο πιάτο της και ένα μικρο κομμάτι κρέας. Την ήταν υπεραρκετό. Τον κοίταξε καθώς έτρωγε και ατάραχη συνέχισε τη κουβέντα. «Φίλιππε τον Αλέξανδρο τον αγαπάω ακόμη... ίσως να μη μπορώ να το ξεχάσω τόσο εύκολα. Οι δρόμοι μας χώρισαν εδώ και καιρό. Έκανε την επιλογή του δυστυχώς εάν και νομίζω πως θα τη μετανιώσει. Στην εταιρία βρέθηκα για επαγγελματικούς λόγου με τον Οδυσσέα δηλαδή με το αφεντικό μου».
Ο Ραζής δέχτηκε χτύπημα κάτω από τη μέση. Συγκρατήθηκε, δεν ήθελε να χάσει τον έλεγχο τόσο γρήγορα. Χρειαζόταν διευκρινίσεις. «Γιατί πιστεύεις πως θα το μετανιώσει; δεν είναι η κόρη μου καλή για εκείνον; ή θα τον αναγκάσεις να επιστρέψει σε σένα;»
«Εγώ δε πρόκειται να κάνω τίποτα. Είναι γνωστό πως εκτιμάς κάποιον όταν τον χάνεις οριστικά.» Κόμπιασε για λίγο. «Δεν τη γνωρίζω την κόρη σου προσωπικά αλλά από ότι έμαθα δεν είναι αγγελούδι. Δε θα κάνω κριτική δεν είμαι μητέρα της. Εάν έχει αλλάξει αυτό είναι καλό απλώς τονίσω το αυτονόητο. Αυτή και ο Αλέξανδρος ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους. Κάποιος θα βαρεθεί».
Ο Φίλιππος έσφιξε τις παλάμες του. Η αφοπλιστική της ειλικρίνεια τον ενόχλησε. Προφανώς θέλει να δείξει ότι είναι ατρόμητη... σκέφτηκε... με λάθος όμως άνθρωπο τα έχει βάλει. «Άρα πιστεύεις πως θα γυρίσει κάποια στιγμή πίσω σε σένα. Θα παρατήσει την κόρη μου για σένα».
Η Αρετή τον διόρθωσε. «Δεν είπα ποτέ πως θα τον δεχτώ πίσω, ούτε παρακαλάω πλέον για τίποτα. Αυτό λέει η λογική όμως. Όταν βρω και εγώ κάποιον οι ισορροπίες θα αλλάξουν». Μιλούσε λες και δεν είχε συμβεί τίποτα βίαιο στο παρελθόν, λες και ο Ραζής δεν υπήρχε, λες και κουβέντιαζε με μια φίλη. Και η ίδια απορούσε με αυτό το υπερβολικό θάρρος. Ίσως να μην είχε και τόσο καλό αποτελέσματα.
Εκείνος προσπάθησε να αλιεύσει περισσότερα στοιχεία για την προσωπικότητα της. Μέσα του έβραζε. Εάν σηκωνόταν πάνω η κατάσταση θα ξέφευγε και πάλι. Πήρε μια βαθιά ανάσα, δοκιμάζοντας λίγο το κρέας. Δεν είναι καθόλου όρεξη. «Άρα δε πρόκειται να είστε μαζί στο μέλλον, οπότε όλα είναι στα χέρια της κόρης μου για αυτή τη σχέση;» πρόσεξε πως η ίδια άφησε το πιρούνι της στο πιάτο. Είχε αρχίσει να νευριάζει. Προσπάθησε να αντιστρέψει τον άσχημο κλίμα. «Σε πιστεύω Αρετή. Κάθισα και σκέφτηκα αρκετά. Φυσικά ισχύει ακόμη η προειδοποίηση της προηγουμένης μέρας αλλά θεωρώ πως δε κάνεις κάτι ανόητο. Τα μήνυμα μου τα πέρασα φαντάζομαι έτσι Αρετή μου;».
Η Αρετή δάγκωσε τα κόκκινα χείλια της. Της ήρθαν οι βίαιες σκηνές σου πάρκου στο μυαλό. Μια γυναικά ποτέ δε πρέπει να ξεχνάει τέτοια βιαιότητα, πρέπει να την καταγγέλλει και όχι να τη δικαιολογεί. Το υποσυνείδητο της τη μάλωσε μια ακόμη φορά. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Το γρηγορότερο να φύγει από εκεί μέσα. «Εάν είχα κάποια σοβαρή σχέση ίσως να μη κάναμε αυτή τη κουβέντα. Το ανυπεράσπιστο νέο κορίτσι, που δεν είναι από καλή οικογένεια φταίει για όλα... έτσι δεν πιστεύετε κύριε Ραζή;». Το κλίμα έγινε στενάχωρο. «Θα φύγω σε πέντε λεπτά» του είπε.
Ο Φίλιππος χαμογέλασε ενώ ένιωθε μια νευρικότητα στα πόδια του. Δεν απάντησε στην ερώτηση της φυσικά. Προτίμησε να ρωτήσει κάτι και ο ίδιος, κάτι που καιγόταν να μάθει. «Ίσως να έχεις γνωρίσει έναν άνδρα τέτοιο, τον οποίο θα μπορούσες να εκμεταλλευτείς ασπούμε το αφεντικό σου...»
Εκείνη σηκώθηκε πάνω έτοιμη να φύγει. «Κακώς που ήρθα. Ήθελα να ξέρω τι στην ευχή περίμενα από σένα. Τα προσωπικά μου δε σε αφορούν... Ευχαριστώ για το δείπνο». Είχε φτάσει μέχρι την πόρτα, όταν την πρόλαβε και πάλι. Τότε άκουσε από τα χείλη του μια λέξη που δε περίμενε να ακούσει ποτέ.
«Συγγνώμη. Μπορείς να φύγεις αφού φας το γλυκό, κανε μου τη χάρη». Είπε ένα συγγνώμη που φυσικά δεν εννοούσε.
Η Αρετή σκέφτηκε μου ζήτησε συγγνώμη για κάτι τόσο απλό και όχι για το γεγονός που πήγε να με χτυπήσει. Είναι όντως τρελός. Η λογική την ωθούσε να βγει από αυτό το δωμάτιο. Δεν ήθελε όμως, είχε έρθει για άλλο λόγο. Τι θα κέρδιζε τελικά από αυτή την ιστορία άγνωστο. Ίσως το προσωπικό της στοίχημα απέναντι σε έναν άνδρα που της προκαλεί δέος και τρόμο ταυτόχρονα. Κόλλησα την τρέλα του; αναρωτήθηκε. Θα το μάθαινε γρήγορα. «Εντάξει τότε. Δέκα λεπτά».
Επέστρεψαν στη τραπεζαρία και ο Ραζής της πρόσφερε μια πάστα σοκολατίνα. Σε όλες τις γυναίκες αρέσουν οι σοκολάτες, δεν ήταν εύκολο να πέσει έξω σε αυτήν την επιλογή του. Τρώγανε και οι δυο το γλυκό τους, βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Η Αρετή δεν είχε ακουμπήσει το κρασί, αλλά το γλυκό της άρεσε πολύ. Δεν φανταζόταν με βάση τη σιλουέτα της πως θα έτρωγε γλυκά τόσο λαίμαργα. Ίσως να ήταν και από την αγωνία της. Ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο του. Ένα μικρό κομμάτι σοκολάτας κόλλησε στα χείλια της. Τον κοίταξε με τα καταπράσινα της μάτια, φανερώνοντας την τάση φυγής. Το θέμα ήταν εάν θα της το επέτρεπε. Σηκώθηκε πάνω, κρατώντας μια χαρτοπετσέτα στα χέρια του. Επιδίωκε να ακουμπήσει το πρόσωπο της. Της σκούπισε γλυκά τα χείλια από το γλυκό. Δεν ήθελε να μείνει σε αυτό το χάδι, διεκδικούσε πολύ περισσότερα. Το ποτήρι νερό που γεύτηκε στα χείλια του δευτερόλεπτα αργότερα, δεν έδιωξε τη δίψα του. Είχε μετατραπεί πάλι σε κυνηγό, αυτό επιδίωκε εξαρχής. Γιατί νιώθω σαν είμαι εγώ το θήραμα; αναρωτήθηκε.
Η Αρετή χαμένη στις δικούς της παραλογισμούς. Είχε έρθει η ώρα να αναχωρήσει το ίδιο άπραγη με πριν. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Δε θα ένιωθε τύψεις αλλά ο πόθος μέσα της την έκαιγε. Δυσκόλευε την ισορροπία και την κρίση της. Ο κρυμμένος πόθος την διέταζε να του δοθεί ολοκληρωτικά. Το σκηνικό της διαστροφής της περιλάμβανε απαγορευμένες σκηνές. Ήθελε να του επιτρέψει να της γλείψει τα στήθη και να ρουφήξει τις ρώγες της. Ονειρευόταν στον ξύπνιο της τη στιγμή που θα γινόταν ένα και πάλι. Η εξάντληση της από ηδονή ίσως να ήταν η καλύτερη τιμωρία. Δεν την ένοιαζε εάν αργότερα την έλεγαν φτηνή. Η σειρά της να κάνει παιχνίδι είχε φτάσει. Βρήκε στο τσαντάκι το κινητό. Δε θα το χρειαζόταν για το υπόλοιπο βράδυ. Στη συνέχεια ο χρόνος είχε παγώσει. Κάθε κίνηση τους από εδώ και πέρα θα γινόταν αργά, βασανιστικά. Κανένας τους δεν είχε να χάσει κάτι παραπάνω.
Η Αρετή με αργές κινήσεις έστρεψε το κεφάλι της προς το μέρος του. Ήθελε να αντικρίσει τα μάτια του, να χαθεί στο γαλάζιο του ουρανού, να γίνει ένα με τα αστέρια. Τον πλησίασε αποφασιστικά, μαγεμένη από το παρουσιαστικό του, περιμένοντας καρτερικά τη λύτρωση. Το γυμνασμένο κορμί του την οδηγούσε στην ακολασία. Η απραγία του την τρέλαινε. Το αδιάφορο βλέμμα του της θύμισε τα παγωμένα βράδια του Ιανουαρίου. Έφτασε σε απόσταση αναπνοής από το αντικείμενο του πόθου της. Η διαφορά ύψους δεν την εμπόδισε να έρθει σε κοντινή απόσταση με τα χείλια του. Διέκρινε ένα μικρο σπασμό στο πρόσωπο της, βεβαιώθηκε για τον δικό του πόθο. Χωρίς δεύτερη σκέψη τον φίλησε αργά στο μάγουλο αρχικά και στη συνέχεια με οδηγό τη γλώσσα της αναζήτησε το στόμα του. Θύμιζε άγαλμα μαρμάρινο χωρίς συναισθήματα. Αποφάσισε να το χοντρύνει το παιχνίδι. Τα φιλιά της συνεχιστήκαν στα χείλη του τρυφερά, αναμένοντας την ανταπόκριση του. Με τα χέρια της ξεκούμπωσε το φερμουάρ από το φόρεμα της. Εκείνο έπεσε στο πάτωμα, αποκαλύπτοντας τα ροζ εσώρουχα της. Η ύαινα μέσα της είχε ξυπνήσει για τα καλά. Συνέχισε τα φιλιά στο λαιμό του, του έγλειψε το αυτί, ενώ κόλλησε το σώμα της πάνω του. Η πολιορκία της απέδωσε καρπούς, το μόριο του είχε μεγαλώσει απειλητικά. Δε φοβόταν, επιδίωκε το ακραίο. Το χέρι της έπιασε με δύναμη την περιοχή ανάμεσα στους μηρούς του.
Ο Φίλιππος είχε προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο μιας ερωτικής συνεύρεσης. Τα είχε καταφέρει με ευκολία την προηγούμενη φορά. Μπορούσε να αντισταθεί εάν και το επεδίωκε πραγματικά. Αυτός ήταν ο κυνηγός άλλωστε, στόχος του ήταν να παγιδεύσει το θήραμα. Δεν είχε αποφάσισε τι θα έκανε ακριβώς με το θήραμα του. Η κίνηση της τον είχε φέρει εκτός σχεδίου. Καθόταν όρθιος ακούνητος, απολαμβάνοντας τα φιλία της. Ήθελε να παίξει μαζί της, να την παιδεύσει. Το άγγιγμα της γλώσσας στο αυτί τον ερέθιζε βασανιστικά. Ο ιδρώτας έκαιγε τα κολλημένα κορμιά τους. Τα μάτια του έχασαν την επαφή με τη πραγματικότητα με του που έμεινε με τα εσώρουχα της. Το θερμόμετρο είχε ανέβει επικίνδυνα και έπρεπε να αναλάβει δράση. Χρησιμοποίησε τη δύναμη του για τη στριμώξει στον τοίχο δίπλα στο παράθυρο. Δεν τον ένοιαζε ένα φαινόταν με τις ανοιχτές κουρτίνες. Έκλεισε το φως, αφήνοντας μόνο το φως του φεγγαριού να τους δείχνει το δρόμο. Άρχισε και ο ίδιος να τη φιλάει παθιασμένα πρώτα στο λαιμό και μετά στο στόμα. Την είχε στριμώξει για τα καλά όπως εκείνη τη μέρα στο πάρκο. Έβγαλε τη μπλούζα και το παντελόνι του. Τα χέρια του αργότερα αναζήτησαν τα στήθη της. Τα απελευθέρωσε από τη κρυψώνα τους. Έσκυψε να τα γευτεί, να τα ρουφήξει. Δάγκωνε τις ρώγες της δυνατά, δεν πονούσε οπότε συνέχισε με την ίδια βιαιότητα. Την μετακίνησε στο παράθυρο. Το τζάμι ήταν κρύο, όλο το σώμα της ανατρίχιασε. Αυτός φούντωσε ακόμη περισσότερο. Δεν την άφησε να φύγει. Με το ένα χέρι την κρατούσε από το λαιμό, προσεκτικά όμως. Δεν της επέτρεπε να τον φιλήσει, η σειρά του να κάνει παιχνίδι... κάθε φιλί που αντάλλαζαν... τον παρέσερνε στην κόλαση... κάθε ήχος θύμιζε ουρλιαχτό λύκου... ήταν έτοιμος... να κατασπαράξει το θύμα του...
Η Αρετή είχε τρελαθεί με το φιλιά του. Ακόμη και το παγωμένο τζάμι στο γυμνό κορμί της φάνηκε δροσερό στη συνέχεια, ικανό να περιορίσει λίγη από την κάψα. Τα χέρια του ξεκίνησαν να της σφίγγουν το λαιμό. Ήθελε να κάνει και πάλι τον αρχηγό. Δεν είχε καμία πρόθεση να τον αφήσει. Τα χέρια της αναζήτησαν τα γεννητικά του όργανα. Το μποξεράκι του είχε αρχίσει να μουσκεύει. Το απαλό χάιδεμα αυτής της περιοχής τον είχε φέρει στα όρια του. Έπιασε το ελεύθερο χέρι και το έφερε στη δική της απαγορευμένη περιοχή. Ήθελε να εξερευνήσει και δική της περιοχή, ήθελε να του αποδείξει πόσο τον ήθελε. Στην αρχή έκανε τον δύσκολο λες και ακολουθούσε δικούς του κανόνες. Ενέδωσε τελικά το δάχτυλο του βρέθηκε μέσα της. Τα υγρά της τον έκαναν να τη φιλάει στο στήθος και στο λαιμό πιο παθιασμένα. Εκείνη με τη γλώσσα της προσπάθησε να γλείψει το χέρι που την είχε παγιδεύσει σε αυτή τη στάση. Της σήκωσε τα χέρια ψηλά για να την εμποδίσει... της εμπόδισε επίτηδες. Επεδίωκε να την κρατήσει φυλακισμένη, ακουμπώντας το τζάμι του παραθύρου. Προσπάθησε πάλι... με το στόμα της του δάγκωσε το αυτί... Σήκωσε το βλέμμα ενώ τα χάδια στις απαγορευμένες περιοχές σταμάτησαν απότομα. Την άφησε ελεύθερη αλλά εκείνη δε κουνήθηκε. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Ήθελε να ζήσει την απόλυτη ηδονή. Τα μάτια της μαγνητίστηκαν από τις φλόγες των ματιών του. Ξεκίνησε να τον φιλάει και πάλι. Οι ρυθμοί είχαν χαλαρώσει. Δε του άρεσε αυτή η πρωτοβουλία. Τη σταμάτησε αμέσως. Η Αρετή δε το έβαλε κάτω, έβγαλε το εσώρουχο της όπως και το δικό του. Μια λύση ήταν μονόδρομος, δεν είχαν και πολλές επιλογές. Αφού δε του άρεσαν τα φιλιά πλησίασε το αυτί του, λέγοντας του ψιθυριστά και παιχνιδιάρικα.
«Εάν δε με θέλετε άλλο κύριε Ραζή μπορώ να φύγω. Εάν όμως με θέλεις και άλλο τότε περιμένω να με πηδήξεις όπως δεν έχεις πηδήξει άλλη φορά στη ζωή σου Φίλιππε». Του χάιδεψε το μάγουλο, προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει μακριά από το παράθυρο...
Ο Φίλιππος άκουσε τη παιχνιδιάρικη διάθεση στη φωνή της και ερεθίστηκε σε απελπιστικό σημείο. Την έπιασε να μη φύγει. Την σήκωσε ψηλά, ρομαντικά θα νόμιζε κάνεις για να την πάει στο κρεβάτι. Ήταν και οι δυο ολόγυμνοι, δεν είχαν τίποτα να κρύψουν πια. Την άφησε ανάσκελα στο κρεβάτι αυτή τη φορά, ξάπλωσε δίπλα της. Ξεκίνησε να παίζει με τον κορμί της. Τα δάχτυλα του άγγιζαν όλες τις ερωτογενής ζώνες. Η Αρετή κουνήθηκε στο μαξιλάρι εμφανώς τρελαμένη με το άγγιγμά του. Είχε λιώσει σχεδόν σαν κεράκι αναμμένο. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο και ο ίδιος είχε φτάσει στο αμήν. Της άνοιξε του μηρούς, χώθηκε ανάμεσα τους, Ξεκίνησε να διεισδύει με δύναμη ξανά και ξανά. Οδηγούνταν και οι δυο σε ένα ερωτικό ντελίριο. Τα φιλιά του όπως πάντα περιοριστήκαν στα στήθη της. Τα χέρια του τη σήκωσαν σε μια πιο όρθια στάση. Ένιωθε τα υγρά της να τον πλημμυρίζουν Ο ίδιος δε θα άντεχε για αρκετή ώρα. Η Αρετή τον φιλούσε στο λαιμό, τραβώντας τα μαλλιά του. Τα νυχιά της είχαν μπει βαθιά στη σάρκα του. Ήταν έτοιμος να τελειώσει. Είχαν εξουθενωθεί και οι δυο, οι κραυγές βγαίνανε πιο δυνατές σχεδόν σαν ουρλιαχτό. Η εναλλαγή των εικόνων γρήγορη. Λίγα λεπτά μετά η απόλυτη ηρεμία στο δωμάτιο...
Η Αρετή σηκώθηκε να ντυθεί για να φύγει. Άκουσε μια φωνή βραχνή πίσω να της λέει «Μείνε όλο το βράδυ». Δεν του απάντησε. Συνέχισε να ντύνεται. Τον ένιωσε πίσω της.
Ο Φίλιππος την πλησίασε. Η σειρά του να να τη δελεάσει. «Εάν θέλεις να φύγεις δε θα σε εμποδίσω. Εγώ δε θέλω πάντως».
Ανήμπορη να αντιδράσει στις λέξεις του, επέστρεψε πίσω στο κρεββάτι. Έβγαλε τα ρούχα της και σκεπάστηκε με τα μεταξωτά σεντόνια. Είχε λίγη ψύχρα και κρύωνε. Ο Φίλιππος δεν έκανε καμιά κίνηση να την αγκαλιάσει. Αυτή την αντίδραση περίμενε άλλωστε. Πληγώθηκε αλλά δεν ανέφερε κάτι. Αναζήτησε μια πικέ κουβέρτα. Δε μίλησε καθόλου μαζί της. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα. Πάντα κοιμόταν βαθιά. Ονειρεύτηκε πως την κρατούσε αγκαλιά, το πρόσωπο της χαρούμενο και ο ίδιος ήταν ευτυχισμένος. Πάλι δε μιλούσανε αλλά ήταν φανερό ένα άλλο συναίσθημα, η αγάπη. Το όνειρο την έκανε να χαμογελάσει.
Ο Φίλιππος παρατηρούσε την Αρετή ενώ κοιμόταν σχεδόν γαλήνια. Το χαμόγελο στα χείλη της τον εξέπληξε. Τι ονειρεύεται άραγε; αναρωτήθηκε. Έλπιζε κρυφά να σκέφτεται εκείνον και μόνο εκείνον. Δεν ήθελε να την ακουμπάει άλλος από εδώ και πέρα. Δεν ήθελε να σαγηνεύσει άλλον άνδρα στο μέλλον. Η ζήλια του ήταν ένα από τα ελαττώματα του. Δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του ειδικά όταν κάποιος διεκδικούσε κάτι δικό του. Πίστευε πως αυτή τη στιγμή αυτή η κοπέλα του άνηκε. Δεν θα την άφηνε τόσο εύκολα. Είχε το σχέδιο του. Έσκυψε να τη φιλήσει απαλά στο μέτωπο. Εκείνη την στιγμή ενστικτωδώς το χέρι της χάιδεψε το στήθος του. Ηλεκτρισμός τον διαπέρασε, θανατηφόρα χιλιάδες βολτ ταρακούνησαν το κορμί του. Την ήθελε και πάλι. Με το χέρι του ξεσκέπασε το κορμί της. Φάνηκε η πλάτη της, πλησίασε κοντά της να γευτεί την μυρωδιά της. Δε χόρτασε, πεινασμένος και πάλι προσδοκούσε την ικανοποίηση. Δε μπορούσε να ρισκάρει όμως, επιθυμούσε να παραδοθεί σε πρωτόγνωρα συναισθήματα αλλά ο εγωισμός του κέρδισε και πάλι. Η ώρα περασμένη, αποφάσισε να φύγει. Άφησε ένα τριαντάφυλλο στο κομοδίνο σαν ενθύμιο για τη τόσο φλογερή τους νύχτα. Έπειτα εξαφανίστηκε... έτσι πάντα έκανε...
Η Αρετή ξύπνησε νωρίς το πρωί. Ήταν ολομόναχη στο κρεβάτι. Πρόσεξε το τριαντάφυλλο στο κομοδίνο. Δεν υπήρχε κάνεις στο δωμάτιο. Έψαξε να βρει ένα σημείωμα κάτι τελοσπάντων. Το απόλυτο τίποτα και πάλι. Όσο όμορφο ήταν το όνειρο της τόσο άδεια ήταν η πραγματικότητα της. Ντύθηκε στα γρήγορα. Τελικά δεν κέρδισε τίποτα το προηγούμενο βράδυ. Δε πίστευε σε αγάπες και πράσινα άλογα, ειδικά με το Φίλιππο ήταν ένα άπιαστο όνειρο. Μάλλον εφιάλτης για την ακρίβεια. Ήθελε να γίνει ποθητή ως γυναίκα, να κάνει τον άνδρα να λιώνει, να την παρακαλάει να κάνουνε έρωτα. Έζησε και πάλι ένα πήδημα, όπως ακριβώς του πρόσταξε. Ίσως έφταιγε και η ίδια. Αρχικά ήθελε να τον ιντριγκάρει, να ομολογήσει κάτι επιτέλους. Δε κατάφερε να σπάσει το παγόβουνο. Έλπιζε πως δεν θα την πείραζε το ίδιο με την πρώτη φορά. Κέρδισε βέβαια ένα λουλούδι. Το παράτησε στο κομοδίνο. Δεν ήταν ρομαντική αλλά πίστευε πως τα λουλούδια πρέπει να δίνονται όταν υπάρχει σοβαρός λόγος, μια πρόταση μια ευχή, κάτι που να δείχνει συναίσθημα. Σε αυτό το εντυπωσιακό δωμάτιο υπήρχε μόνο ψυχρά. Ντύθηκε στα γρήγορα. Ήθελε να φύγει το γρηγορότερο. Βγήκε από το ξενοδοχείο και ο κρύος αέρας του πρωινού την αναζωογόνησε Ένιωθε άνθρωπος και πάλι, όχι ρομπότ. Δεν την ένοιαζε πως θα γύριζε πίσω. Πήρε το μάτι της τον οδηγό του Ραζή. Τον αγνόησε. Προτιμούσε να περπατήσει παρά να μπει στο αυτοκίνητο του. Η υπάλληλος του ξενοδοχείου την είχε ενημερώσει για μια στάση λεωφορείου μερικά μέτρα πιο κάτω. Ως κοινή θνητή πρέπει να χρησιμοποιώ τα μέσα μαζικής μεταφοράς... Αστειεύτηκε για να μη χαλαστεί παραπάνω. Άνοιξε το κινητό της. Μεταξύ των μηνυμάτων υπήρχε και ένα του Φίλιππου. Να μην χαθούμε... Θέλω να πιστεύω πως ικανοποιήθηκες χθες το βράδυ. Τελικά έχασε στο δικό της παιχνίδι... αναστέναξε... τα είχε χάσει όλα τελικά και δεν έβαλε μυαλό....

************************

Η Έλενα ξύπνησε στην αγκαλιά του Αλέξανδρου. Κοιμόταν ήσυχα δίπλα της. Το χουζούρεμα είναι ένας καλός τρόπος να ξεκινάει κάνεις την Κυριακή του σκέφτηκε. Ήθελε να μείνει ξαπλωμένη έτσι με τον καλό της μέχρι το μεσημέρι. Το κινητό του χτύπησε, είχε μήνυμα. Ένιωσε τον πειρασμό στο αίμα της. Ουδέποτε στο παρελθόν είχε ελέγξει το κινητό του. Σηκώθηκε από το κρεββάτι. Έπρεπε να διαβάσει το μήνυμα του. Από Έρικα – Τι έχεις κάνεις στη φίλη μου ; είναι μαζί σου;. Κοκάλωσε, τα ερωτήματα πολλά. Ένιωσε σαν να βρίσκεται μεσοπέλαγα μετά από ναυάγιο χωρίς σωσίβιο. Τα είχε χαμένα, δεν ήξερε τι να υποθέσει. Σε ποια φίλη αναφερόταν; και το κυριότερο γιατί πίστευε πως θα είναι με τον Αλέξανδρο; Αναπάντητα ερωτήματα, χρειαζόταν μια καλή δικαιολογία. Απάντησε η ίδια στο μήνυμα. Ποια φίλη σου; τι εννοείς; Φυσικά δεν έλαβε κανένα μήνυμα πίσω. Ίσως αυτή η Έρικα κατάλαβε τη γκάφα της. Προσπαθούσε να δώσει μια λογική εξήγηση. Ίσως αναφερόταν στην Αρετή... ίσως πάλι όχι... Δεν είχε αποδείξεις, δεν είχε κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσει τον άνθρωπο της. Πάντα ήταν κύριος απέναντι της. Δεν της ήταν αρκετό όμως χρειαζόταν ένα μαξιλάρι ασφαλείας. Ήθελε να τον δέσει για πάντα δίπλα της. Ο Αλέξανδρος ήδη της έκανε μια κουβέντα γενικά και αόριστα. Προφανώς και ο ίδιος σκεφτόταν διάφορα αυτό το καιρό. Σίγουρα καλόβλεπε την πιθανότητα μιας μελλοντικής προσωπικής δέσμευσης μαζί της σε πιο επίσημο επίπεδο. Κοιμόταν τόσα ήρεμα, τον πλησίασε, χαϊδεύοντας τα μαλλιά του απαλά. Είχε ξεχάσει ήδη το μήνυμα που την τάραξε. Χαμηλόφωνα τον ρώτησε...πως θα σε κάνω να μη φύγεις ποτέ από δίπλα μου;... υποψιαζόταν τον τρόπο αλλά δεν θα το διακινδύνευε μέχρι να είχε τις τελικές αποδείξεις για την απόλυτη υποταγή του...

************************

Κυριακή πρωί και ο Μάριος βρισκόταν από νωρίς στο γραφείο του... οι άνθρωποι του τα είχαν κάνει για μια ακόμη φορά μαντάρα. Μια καλή συμφωνία είχε χαλάσει και άμεσα δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα εμπιστοσύνης... όλη το πρωί προσπαθούσε με τον Αριστείδη να βρεθεί μια λύση. Δεν είχε καμία ιδέα όμως, από την άλλη πιεζόταν αθόρυβα και από άλλους παράγοντες όπως η αστυνομία εάν και πάντα φρόντιζε να τους χρυσώνει με διάφορους τρόπους... και οι πληροφορίες φυσικά είχαν το κόστος τους, απλώς κάνανε τα στραβά μάτια... Στο κόσμο του είχε άπειρους άσπονδους φίλους και γνωστούς αλλά σπάνια εμπιστευόταν κάποιον... και φυσικά αυτό απέδιδε καρπούς... δεν είχε μάθει να χάνει, αλλά και ουδέποτε είχε κινδυνέψει να χάσει... Πάντα κέρδιζε ανεξαιρέτου κόστους... ότι πληρώνεις παίρνεις έλεγε πάντα στον εαυτό του. Η συζήτηση με τον Αριστείδη συνεχίστηκε λίγο ακόμη χωρίς αποτέλεσμα... όλοι οι δήθεν φίλοι του γύρισαν την πλάτη... Θα τους κανονίσω αργότερα... θα δούνε τι πάει το όνομα Μάριος στην πιάτσα... Νευριασμένα ζήτησε από το συνεργάτη του να τον αφήσει ήσυχο...
«Πέρνα έξω φίλε... θα ξεσπάσω πάνω σου στο τέλος... θα τα ξαναπούμε το απόγευμα... κάτι θα σκεφτώ στο μεταξύ...»
«Εντάξει όπως θέλεις... αλλά δε ξέρω εάν θα βγάλουμε άκρη αφεντικό... κάτι μου λέει πως μας στήσανε παγίδα.. ίσως και κάποιος από τους μπάτσους τα άρπαξε από αλλού»
«Αυτό ξέρεις τι σημαίνει... έχεις μέχρι το μεσημέρι να μου φέρεις αποδείξεις... και τότε θα το κανονίσω το θέμα διαφορετικά... Με ακούς Αρίστο μέχρι το μεσημέρι....» Εκνευρισμένος ο Μάριος χτύπησε με δύναμη το γραφείο... Η φωνή του ακούστηκε μέχρι έξω και αυτό σήμαινε πολλά για τους δικούς του... τους άνδρες του... έπρεπε να του φέρουν αυτά που ζήτησε πάση θυσία...
Ο Μάριος έμεινε μόνος του. Συνέχισε να βρίζει... περπάταγε πάνω κάτω αφηνιασμένος... Όλα του φταίγανε, και όλοι γύρω του ήταν ένοχοι... και γνώριζε πολύ καλά πως να τους τιμωρήσει. Συνερίζονταν εν μέρη την άποψη του Αρίστου για εμπλοκή της αστυνομίας αλλά πίστευε πως κάποιος δικός τους ήταν το καρφί... Οργισμένος στη σκέψη της προδοσίας με μια κίνηση του χεριού, έριξε κάτω μια στοίβα με χαρτιά... Πέσανε κάτω μαζί με το κινητό του με δύναμη. Έτσι είχε μεγαλώσει, όλοι απαιτήσουν από εκείνον από την παιδική του ηλικία. Έπρεπε πάντα να είναι το παιδί υπόδειγμα... έπρεπε να μη φανερώνει τις αδυναμίες και το βασικότερο ήταν γεννημένος για αρχηγός, δεν συμβιβάζονταν με τίποτα λιγότερο. Σεβόταν όσους τον σεβάστηκαν πρώτοι, βοηθούσε όσους τον βοήθησαν στο παρελθόν και πάντα μα πάντα έβλεπε καχύποπτα κάθε κίνηση γύρω του. Ίσως οι απαιτήσεις του πατέρα του τον έκαναν σκληρό και εγωιστή... δεν είχε μάθει να αγαπάει εύκολα και να μοιράζετε καθότι μοναχοπαίδι. Κουβάλαγε ένα τεράστιο όνομα στην πλάτη του και μέχρι στιγμής τα είχε πάει εξαιρετικά. Ήταν σκληρός με τους ανθρώπους αλλά λάτρευε καθετί δικό του, όποιος τόλμαγε να διεκδικήσει κάτι δικό του σίγουρα ο αντίπαλος είχε μόλις κερδίσει έναν ισάξιο και χειρότερο εχθρό. Σε δυο πράματα δε μπορούσε να αντισταθεί και να πει όχι, στον πατέρα του και στο ωραίο φύλο, χωρίς αυτό να σήμαινε πως δεν ήταν προσεχτικός... Με σκέψη του πατέρα του αμέσως δέχτηκε μια κλίση από εκείνον. Σπάνια τον ενοχλούσε Σαββατιάτικα αρά είχε σοβαρό λόγο. Του μίλησε λίγο απότομα...
«Έλα Πατέρα έγινε κάτι;»
«Κάτι σου ζήτησα πριν από μερικές εβδομάδες... κατάφερες να βγάλεις άκρη;»
«Πατέρα σε παρακαλώ μη σκέφτεσαι ανούσια πράματα... είσαι άρρωστος... πρέπει να προσέχεις και όχι να αγχώνεσαι... άκου την έρμη τη μάνα μου μια φορά...»
Άκουσε τον πατέρα του εκνευρισμένο να λέει... «Σου είπα πως πάση θυσία πρέπει να μου βρεις πληροφορίες για αυτή την κοπέλα... Από μικρός έκανες του κεφαλιού σου... ίδιος η μάνα σου έλεος...»
«Άρε πατέρα, μια ζωή τα ίδια, για όλα φταίει η καημένη η κυρά Ερμιόνη... εντάξει θα ασχοληθώ και με αυτό το θέμα σε μερικές μέρες... έχω αρκετά μπλεξίματα... »
Ο πατέρας του αναστατώθηκε στο άκουσμα της λέξης μπλεξίματα. Σπάνια ο γιος του παραπονιόταν... «Και ο Αρίστος την σκατά κάνει;»
Ο Μάριος έκανε χαζομάρα... δεν έπρεπε να ανησυχήσει τον άρρωστο γονιό του... «Θα λυθεί το θέμα, μην ανησυχείς... σύντομα θα έχεις νέα μου στο υπόσχομαι για αυτήν...»
«Δεν είναι αυτήν... Αρετή την λένε... μου μένουν μερικοί μήνες ζωής είναι επιτακτικό να μιλήσω μαζί της... να βεβαιωθώ...» Η αναπνοή του ηλικιωμένου άνδρα έβγαινε με δυσκολία. Δεν είχε άλλα κουράγια...
«Εντάξει πατέρα ξεκουράσου τώρα και θα τα ξαναπούμε... αλλά κάποια στιγμή πρέπει να να μου δώσεις μια λογική εξήγηση... είσαι τόσο απεγνωσμένος όταν μιλάς για εκείνη... περίεργο ούτε κόρη σου να ήταν...»
«Εάν είναι αυτή που νομίζω τότε να θυμάσαι την κουβέντα μου... καλύτερη και από κόρη μου... καλύτερη...» Ξαφνικά του έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς λοιπές εξηγήσεις. Θα ήταν ένα θείο δώρο... σαν να τον λυπήθηκε ο Θεός όλα αυτά τα χρόνια...
Ο Μάριος δεν είχε υπομονή να ρωτήσει κάτι παραπάνω... δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με παιχνιδάκια. Άνοιξε το περιοδικό που είχε κρατημένο επίτηδες... αυτή τη φορά φωτογραφίστηκε με το αφεντικό της σε μια ομιλία... Φαινόταν και οι δυο τόσο ξέγνοιαστοι...
«Σκύλα... δεν σε προλαβαίνω πλέον επιτέλους... καλά έκανα και σε έβρισα από την αρχή... ευτυχώς δεν είμαι κανένας ηλίθιος για να μασήσω κουτόχορτο όπως οι άλλοι δυο... » Πέταξε ξανά το περιοδικό στο πάτωμα.... συνέχισε το ντελίριο εκνευρισμού... «Εάν δε μου ζητούσε ο άρρωστος πατέρας μου να σε ψάξω τότε δεν θα ασχολούμουν με την πάρτι σου... πρέπει να αναζητήσω το γιατί... πρέπει να μάθω... »
Έκλεισε την πόρτα του πίσω του με δύναμη. Λίγη ταχύτητα με αυτοκίνητο και ο καθαρός αέρας θα τον βοηθούσαν... μια φράση βγήκε από τα χείλη του χαμηλόφωνα... Αρετή Βασιλείου θα τα ξαναπούμε...
Ήταν επίσης γραφτό οι δρόμοι τους να συναντηθούνε... είχε συγκεκριμένο ρόλο και ο ίδιος... θα τους ενώσουν αρκετά στη συνέχεια αλλά και κάτι να τους χωρίσει... Η Αρετή θα χρειαζόταν τη βοήθεια του στο μέλλον και εκείνος όφειλε να απλώσει το χέρι του... Οι εχθροί θα τους περικύκλωναν... είχε τον τρόπο να την προστατεύσει... έτσι είχε μάθει στη νύχτα... γνώριζε όμως δυστυχώς μισές αλήθειες... τις άλλες μισές θα της μάθαινε αργότερα... είχε δικαίωμα να ονειρεύεται... η Αρετή θα εμφανίζονταν στα όνειρα του πιο συχνά από εδώ και πέρα και τελικά θα του έδινε την ευκαιρία να αλλάξει ως άνθρωπος... ήθελε να αγγίξει την ευτυχία και σχεδόν τα είχε καταφέρει... Όφειλε να τιθασεύσει πρώτα το χαρακτήρα του... και αυτός δεν γνώριζε άλλο τρόπο δυστυχώς... σαν τον “αντίπαλο” του... είχαν τόσα κοινά στοιχεία... Είχε πάρει και ο ίδιος θέση μάχης πάνω στην σκακιέρα...