Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΑΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ


    Η Αρετή ξύπνησε την επόμενη μέρα το πρωί στο δωμάτιο του νοσοκομείου και βρήκε τον Αλέξανδρο δίπλα της, καθισμένο σε μια καρέκλα να της κρατάει το χέρι. Κοιμόταν με το κεφάλι του ακουμπισμένο δίπλα στο χέρι της στο κρεβάτι. Πραγματικά τον λυπήθηκε, είχε μια υποψία πως πέρασε όλο το βράδυ μαζί της. Ο καημένος τι φταίει... να ταλαιπωρείται έτσι... πάντα είμαι απρόσεχτη και δες τι έπαθα... αχ βρε Αρετή ποτέ θα βάλεις μυαλό; συλλογίστηκε αθόρυβα...Τα ράμματα στο κεφάλι της την “τραβούσαν” λίγο και αμέσως με την υφή της άγγιξε το μεγάλο καρούμπαλο.. Της είχαν βγάλει το μπλε φόρεμα το οποίο ήταν σε τραγική κατάσταση ακουμπισμένο σε μια άλλη καρέκλα. Τίποτα δε θύμιζε το φόρεμα της Σταχτοπούτας αφού είχε σκιστεί και σε κάποια σημεία ήταν ματωμένο. Ελευθέρωσε το χέρι της από εκείνου του Αλεξάνδρου προσεκτικά. Κοίταξε γύρω της αλλά δε μπορούσε να δει πουθενά το τσαντάκι της. Δεν ήξερε τι ώρα ήταν. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά ζαλίστηκε ξαφνικά. Τα πόδια ήταν επίσης γδαρμένα ειδικά κοντά στα γόνατα της. Τα χέρια της το ίδιο. Σήκωσε λίγο το ρούχο της και το θέαμα που αντίκρισε την τρόμαξε. Μελανιές και γδαρσίματα παντού. Μια χαρά τα κατάφερες και πάλι... ούτε στο χωρίο όταν ήσουν μικρή δεν είχες τόσες μελανιές από τα πεσίματα... μάλωσε τον εαυτό της σχεδόν δυνατά. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ξύπνησε και ο καλός της.
 Θυμωμένη με τον εαυτό της του χάιδεψε τρυφερά το χέρι. «Συγγνώμη εάν σε ξύπνησα... απλώς εξέταζα το σώμα μου και τα χάλια μου». Αναστέναξε δεν ήξερε τι άλλο πει παρά μόνο να διακωμωδήσει την κατάσταση. «Σε αναστάτωσα συγνώμη εγώ φταίω». Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπο της.
 Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε να την αγκαλιάσει. «Το μόνο που με νοιάζει είναι να είσαι καλά... δε μπορείς να φανταστείς πόσο με τρόμαξες χθες το βράδυ “τερατάκι μου”».
«Θα σου πω τι έγινε χθες μην ανησυχείς.» Προσπάθησε να θυμηθεί και η ίδια τι έγινε ακριβώς εάν και δε χρειαζόταν και πολύ σκέψη. «Πες μου τι ώρα είναι πρώτα και μετά τι είπε ο γιατρός... θα ζήσω φαντάζομαι έτσι δεν είναι;» Αστειεύτηκε και πάλι.
«Πραγματικά μπορείς να μην λες τέτοιες κουβέντες σε παρακαλώ;» Την μάλωσε με χαμογελαστό όμως τρόπο. « Η ώρα είναι 9 το πρωί. Σε μεταφέραμε στο νοσοκομείο γύρω στα μεσάνυχτα.» Προσπάθησε να μεταφέρει τα λόγια του γιατρού. «Ένας πολύ καλός ορθοπεδικός και φίλος του αφεντικού ενημερώθηκε και έφτασε στο ιδιωτικό νοσοκομείο». Συνέχισε... «Ήσουν αναίσθητη... σε εξέτασε λεπτομερώς κάνοντας αξονική στο κεφάλι σου και έβγαλε ακτινογραφίες στο υπόλοιπο σώμα σου... να μη τα πολυλογώ δε βρήκε τίποτα ανησυχητικό»
Η Αρετή τον άκουγε με προσοχή. «Όποτε όλα καλά... εκτός από την πληγή και το καρούμπαλο τίποτα φοβερό». Ηρέμησε αλλά ένιωθε έντονο πόνο. «Υποθέτω πως η πληγή μου ήταν αρκετά βαθιά γι´ αυτό το αίμα έτρεχε ασταμάτητα...»
«Ναι ναι δίκιο έχεις ήταν αρκετά βαθιά, χρειαστήκαν πολλά ράμματα... σίγουρα θα πονάς αλλά θα περάσει, όπως και οι μελανιές και οι γρατσουνιές.... απλώς για μερικές μέρες δεν θα είσαι τόσο όμορφη». Γέλασε και συμπλήρωσε. «Αυτό είναι καλό για μένα... αλλά πέσμου τι συνέβη αγάπη μου...» Τη φίλησε τρυφερά στο στόμα.
Η Αρετή περίμενε την ερώτηση και ήταν προετοιμασμένη. «Δεν έχω και κάτι το ιδιαίτερο να σου περιγράψω... η βραδιά ήταν τόσο όμορφη αλλά αγχώθηκα... χρειαζόμουν λίγο χρόνο μονή μου, να βρεθώ κοντά στη θάλασσα». Επέλεξε τις επόμενες κουβέντες προσεκτικά. «Είχα βγάλει τα πέδιλα μου για να τα βρέξω λίγο... είχα χαμηλώσει το κινητό και “συνομίλησα” λίγο με τη μαμά μου». Δεν μπορούσε να πει την αλήθεια για να μη δημιουργηθεί καμία παρεξήγηση. Εσένα θέλω να προστατεύσω συγχώρα με... Κοίταξε για λίγο τα καστανά του μάτια και πήρε θάρρος να συνεχίσει. « Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι πέρασε αρκετή ώρα και όταν προσπάθησα να ανέβω τα σκαλιά πάτησα το φόρεμα μου και καθώς έπεφτα εάν και πρόλαβα να βάλω λίγο τα χέρια μου στο κεφάλι... ίσως έτσι δεν συνέβη κάτι χειρότερο». Προσπάθησε να τελειώσει γρήγορα την περιγραφή. «Δεν πονούσα αρχικά κάπου αλλά μετά συνειδητοποίησα πως έτρεχε αίμα αρκετοί από τη αριστερή πλευρά του κεφαλιού μου... στη θέα μόνο και μόνο του αίματος λιποθύμησα». Σταμάτησε για λίγο. Δε θέλω να σου πω ούτε για τον Ραζή, ούτε και για την αγενέστατη συμπεριφορά και τις πικρές κουβέντες που ξεστόμισε... δεν υπάρχει κανένας λόγος και δεν αξίζει... σ' αγαπάω... μονολόγησε από μέσα της. Προσπάθησε να δικαιολογήσει το ψέμα της.
«Φαντάζομαι πως μετά από λίγα λεπτά σε βρήκε ο Φίλιππος Ραζής...» Ρώτησε το “τερατάκι” του εάν και γνώριζε την απάντηση.
«Υποθέτω και εγώ... ήμουν μισοζαλισμένη ο άνθρωπος προσπάθησε με το πουκάμισο του να σταμάτησε την αιμορραγία και με μετέφερε προς το σπίτι για να μου παραστούν οι πρώτες βοήθειες... τη συνέχεια την γνωρίζεις».
«Ναι ναι εντάξει τότε... αναστατωθήκαν όλοι μαζί σου μέχρι και ο κύριος Ραζής δεν είπε λέξη, μάλλον τρόμαξε». Ευτυχώς που είσαι καλά τίποτα άλλο δε με νοιάζει. Την αγκάλιασε και πάλι. «Η φίλη σου η Έρικα έχει ενημερωθεί όπως καταλαβαίνεις και είναι καθ οδόν λογικά θα φτάσει σε λιγάκι... ήταν σε έξαλλη κατάσταση... άντε να δω τι δικαιολογία θα βρεις για το φόρεμα της.» Την πείραξε και πάλι. «Στη γιαγιά σου δεν είπα τίποτα ακόμη, τηλεφώνησε της αργότερα για να μην ανησυχήσει».
«Φυσικά αυτό ήθελα να κάνω με το που ξύπνησα αλλά δε βρίσκω το κινητό μου... το τσαντάκι μου...». Κοίταξε γύρω της.
«Πρέπει να το αφήσαμε στο σπίτι του αφεντικού... θα του τηλεφωνήσω σε λιγάκι και θα ρωτήσω... χρησιμοποίησε το δικό μου».
Όση ώρα μίλαγε με τη γιαγιά της, κρύβοντας της όλη την αλήθεια για να μην την τρομάξει ένιωσε πολλές τύψεις. Εκείνη την ώρα έμπαινε η κολλητή της με ένα τεράστιο αρκουδάκι αγκαλιά. Χάρηκε πραγματικά που την είδε, την χρειαζόταν όσο καμία άλλη φορά... Να και κάποιος που θα μάθει όλη την αλήθεια... έχω ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον... πνίγομαι από τα τόσα ψέματα...

                                                                               *****************************

Ο Φίλιππος δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Είχε πολύ καιρό να νιώσει τόσο αλλοπρόσαλλα. Η εναλλαγή των συναισθημάτων χθες στην παραλία τον προβλημάτισε. Πάντα ήθελε να έχει τον έλεγχο των κινήσεων και των συζητήσεων. Ποτέ δεν τον ένοιαξε η σκληρότητα των φράσεων του, ούτε και η τυχόν αντίδραση που θα προκαλούσαν. Είχε μάθει να προστατεύει τον εαυτό του σε τυχόν επιθέσεις και ποτέ δε λογοδότησε για τη συμπεριφορά του. Όλα αυτά στο πολύ πρόσφατο παρελθόν του μέχρι όμως χθες το βράδυ στη δεξίωση... Παρόλο κουρασμένος, σηκώθηκε από το κρεβάτι του και άνοιξε το παράθυρο του δωματίου του να μπει καθαρός αέρας. Ίσως τον βοηθούσε να βγάλει κάποια συμπεράσματα. Είχε λίγη ψύχρα αλλά παρόλο που φορούσε μόνο το μποξεράκι του δεν τον ενόχλησε... η κάψα μέσα μου είναι πιο δυνατή... σκέφτηκε, κοιτώντας προς το κήπο και προσπαθώντας παράλληλα να βάλει σε μια τάξη τα γεγονότα. Είχε πολλά αναπάντητα ερωτήματα τα οποία τα έθεσε ευθέως στον εαυτό του. Για πιο λόγο μίλησε άσχημα στην Αρετή από την αρχή ενώ προσωπικά δε τον είχε πειράξει;. Εύκολη η απάντηση... Πίστευα ότι κρύβει κάτι σαν η παρουσίαση της στο πάρτυ να αποσκοπούσε σε κάτι. Όταν την άκουσα να κλαίει νόμισα ότι υποκρίνεται, ίσως πάλι με “ενοχλείσαι” η υπερβολική ομορφιά της. Συνέχισε αυτήν την “κουβέντα”. Γιατί σε ενόχλησε η ομορφιά της... πάντα κυκλοφορούσες με όμορφες γυναίκες έστω και εάν δεν ήταν φυσιολογικές σχέσεις;... Και εδώ γνώριζε τη απάντηση... με νευριάζουν οι όμορφες γυναίκες που το παίζουν αθώες και αδαείς, πιστεύω πως κρύβουν πάντα ένοχα μυστικά. Την επομένη ερώτηση δεν την περίμενε... γιατί τότε δεν έφευγες απλώς αλλά αντ' αυτού προτίμησες να φερθείς τόσο σκληρά και να την προσβάλλεις;...Πραγματικά δεν είχε κάποιο λόγο. Ίσως χρειαζόμουν ένα εξιλαστήριο θύμα... μια γυναίκα... μια επικίνδυνη γυναίκα... με θράσος και δύναμη για να ξεσπάσω. Η επόμενη παρατήρηση ήταν απόλυτα εύστοχη... γιατί σε προστάτεψε μετά το ατύχημα και δεν είπε απλώς την αλήθεια; Αυτό δεν το γνώριζε σίγουρα όμως έπρεπε να μάθει... Είχε πάρει την απόφαση του... με πρόφαση το τσαντάκι της θα την επισκεφτώ στο νοσοκομείο το πρωί... είμαι σίγουρος πως δε θα έχει πάρει εξιτήριο.
Κοίταξε το δωμάτιο του και αναστέναξε, αρνούμενος να παραδεχτεί τη μοναξιά του και την έλλειψη χρώματος στη ζωή του... είχε επιλέξει το σίγουρο δρόμο της μοναξιάς, κανείς δρόμος όμως δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα, απαιτούνταν προσωπικές θυσίες, ρήξη συναισθημάτων και ένα ψυχικό “άδειασμα”. Η Αρετή πρόσθεσε μερικά απλώς πετραδάκια για να εμποδίσει την πορεία του, έκρυψε τον ήλιο, απελευθερώνοντας τη δίνη της φύσης. Σκοτάδι είχε καλύψει γύρω του τα πάντα, αέρας φύσαγε δυνατά, ενώ άγρια μαύρα σύννεφα ήταν έτοιμα ανοίξουν τις πύλες της κολάσεως, αλλά εκείνος ήθελε να συνεχίσει χωρίς να αναζητήσει καταφύγιο για προστασία... Δεν του είχε περάσει ποτέ όμως από το μυαλό πως η κοπέλα που γνώρισε μόλις χθες θα ήταν πάντα το καταφύγιο της ζωής του... η ομπρέλα στη βροχή... η φωτιά που θα τον ζέσταινε τα κρύα βράδια του χειμώνα.... το δροσερό αεράκι μες στο καλοκαίρι.... θα χρωμάτιζε την άχρωμη ζωή του και τελικά θα γινόταν η ίδια η ζωή του, ανήμπορος να αναπνεύσει χωρίς εκείνη....

                                                                                            ***********************

Ο Αλέξανδρος τέλειωσε το τηλεφώνημα του και επέστρεψε στο δωμάτιο. Βρήκε τα δυο κορίτσια να μιλάνε εύθυμα για το χθεσινό βράδυ. Δυστυχώς έπρεπε να φύγει για μερικές ώρες παρόλο που προτιμούσε να μείνει με την Αρετή μέχρι το απόγευμα που θα έπαιρνε εξιτήριο. Σε λίγη ώρα θα ξαναπερνούσε και ο γιατρός να την εξετάσει μια τελευταία φορά. Δεν ανησυχούσε και ιδιαίτερα καθώς ο γιατρός ήταν καθησυχαστικός και η Έρικα ήδη της έκανε παρέα... σε καμία περίπτωση δε θα την άφηνε μόνη της.
«Κορίτσια δυστυχώς θα πρέπει να σας αφήσω για μερικές ώρες... θα περάσω από το σπίτι να πλυθώ, να αλλάξω ρούχα και μετά να πάω από το γραφείο για να παραλάβω κάποια χαρτιά για την αυριανή δίκη» Δεν είχε και άλλη επιλογή. «Έρικα αναλαμβάνεις τη βάρδια φαντάζομαι πως δεν έχεις κάποιο θέμα...»
Μεταξύ σοβαρού και αστείου του απαντάει. «Ααα δε ξέρω... θα το σκεφτώ... τι θα μου προσφέρεις Αλέξανδρε... και εάν κρίνω από την κατάσταση του φορέματος μου μάλλον μου χρωστάτε πολλά...»
Η Αρετή γέλασε με την καρδιά της. « Να φύγεις αγάπη μου... μην της δίνεις σημασία σίγουρα θα καθίσει δεν έμαθε ακόμη όλα τα κουτσομπολιά από χθες».
Η Έρικα έκανε την μουτρωμένη. «Με είπες κουτσομπόλα φιλενάδα;» Σκάει ένα μικρο χαμόγελο μάλλον πονηρό. «Πόσο καλά με ξέρεις... πιστεύω ότι θα μείνω τελικά...» Γέλασε και η ίδια.
Ο Αλέξανδρος χάζευε με τα κορίτσια. Θεόμουρλες τις έλεγε και όχι και άδικα. «Λοιπόν πάω εγώ να σας αφήσω στην ησυχία σας... τα λέμε σε 2-3 ώρες... εάν χρειαστείς κάτι πάρε με στο κινητό».
Λίγο πριν φύγει η Αρετή του φώναξε. «Δες και τι έγινε με το κινητό μου και μη ξεχάσεις να μου φέρεις τα κλειδιά μου από το σπίτι σου.»
Η Έρικα παρενέβη. « Έφερα τα δικά μου, μην ανησυχείς»
«Γεια σας τότε και όπως είπαμε να με πάρετε τηλέφωνο εάν... τίποτα...» έκοψε τη φράση του στη μέση, είχε ήδη βγει από το δωμάτιο...
Τα κορίτσια μείνανε μόνες τους οπότε μπορούσαν να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Η Αρετή περιέγραψε τα γεγονότα από το χορό της με τον Σταύρου και μετά. Της τόνισε πως ένιωθε πολύ όμορφα και παρόλο που φοβήθηκε κατά τη διάρκεια του χορού να μη γίνει ρεζίλι, τα κολακευτικά λόγια του οικοδεσπότη και το χειροκρότημα των καλεσμένων την αντάμειψαν πλήρως. Ανέφερε επίσης και τη φίλη της – Δέσποινα – και το χορό της με τον Αλέξανδρο.
Τη σταμάτησε η Έρικα. «Δηλαδή όλα καλά μέχρι εδώ... ήσασταν ένα όμορφο ζευγάρι που κέρδισε τις εντυπώσεις...»
«Κάπως έτσι σου είπα πως ένιωθα πολύ όμορφα και ο Αλέξανδρος με καμάρωνε πραγματικά». Συνέχισε με τόλμη. «Τα προβλήματα ξεκίνησαν αφού απομακρύνθηκα για λίγη ώρα να ηρεμήσω... τότε ... τότε άκουσα μια συζήτηση... σοκαρίστηκα... όλα γκρεμίστηκαν μέσα σε πέντε λεπτά ».
«Θα με σκάσεις λέγε τι άκουσες..» τη μάλωσε η φίλη της.
Κάπως έτσι η Αρετή ξεκίνησε να της περιγράφει την συζήτηση της παρέας... τα πικρόχολα σχόλια τους..τους υπαινιγμούς τους για την ομορφιά της και τον σκοπό της παρουσίας της στη δεξίωση... λες και έκρυβε κάποιο ένοχο μυστικό και τέλος τα πονηρά σχόλια για την ίδια και τον Απόστολο Σταύρου.
Όταν τελείωσε η φίλη της, η Έρικα εάν και σοκαρισμένη λίγο προσπάθησε διακωμωδήσει την κατάσταση. « Αυτό αγαπητή μου ονομάζετε υγιές κουτσομπολιό της υψηλής κοινωνίας» Γέλασε διότι γνώριζε πολύ καλά τι συνέβαινε στην καλή κοινωνία... «Η τακτική είναι σχολιάζουμε κάτι που μας προκάλεσε εντύπωση κυρίως λόγω ζήλιας, ψάχνουμε αδυναμίες και με μισόλογα ρίχνουμε αβάσιμες κατηγορίες... λέγοντας το κλασσικό άκουσα ότι ....».
Η Αρετή επεξεργάστηκε τη λογική εξήγηση της κολλητής της. «Δηλαδή λόγω ζήλιας θεωρείς πως ξεκίνησαν αυτά τα σχόλια για να καλύψουν και την αμηχανία τους;»
«Κάπως έτσι... μην είσαι χαζή να τα παίρνεις όλα τις μετρητοίς... δεν αξίζει να ασχοληθείς μαζί τους... και η μητέρα μου κατά τη διάρκεια της μπιρίμπας με τις φίλες αναφέρονται σε τέτοια “υγιή” σχόλια.» Πάμε παρακάτω τώρα... γιατί κάτι μου λέει πως θα σκάσει βόμβα.
Φίλη μου με ξέρεις τόσο καλά τελικά... Ανεφέρε τον Φίλιππο Ραζή για πρώτη φορά, τους διάλογους τους, τα κακόβουλα σχόλια, τις προσωπικές επιθέσεις για την ίδια και τους γονείς της, τους αβάσιμους χαρακτηρισμούς του προς το πρόσωπο της ως πονηρή και επικίνδυνη και τέλος την βιαιότητα και το θυμό του.
Η Έρικα μπερδεύτηκε τελείως ένιωθε χαμένη. «Με συγχωρείς για πια βιαιότητα μιλάς; τι στην ευχή σου έκανε εκτός από τη λεκτική επίθεση;»
Συνέχισε να της εξηγεί λεπτομερώς τις κινήσεις του. «Με κρατούσε σφιχτά τα χέρια και δε με άφηνε να φύγω... λες και με μισούσε χωρίς καν να με ξέρει... λες και είχε την ανάγκη να βγάλει όλο το θυμό του από μέσα του, σαν να βρήκε το θύμα να ξεσπάσει». Δεν ήξερε τι άλλο να της πει παραπάνω, δεν είχε ιδέα, απλώς εικασίες...
«Κατάλαβα αλλά και πάλι δεν υπάρχει δικαιολογία, με πιο δικαίωμα συμπεριφέρεται έτσι... τι του έχεις κάνει... ουδέποτε τον έχεις γνωρίσει στο παρελθόν... τα είπες όλα αυτά στον Αλέξανδρο;» Είχε νευριάσει πολύ με την κολλητή της και την παθητικής της στάση.
«Όχι όχι δεν έχω πει δε χρειάζεται να αναστατωθεί και να προκληθούν μπελάδες από το πουθενά... σε παρακαλώ μη του πεις τίποτα... φταίω και εγώ βλέπεις τον πρόσβαλλα αρκετά και μάλιστα τον... τον...» Σταμάτησε γιατί και η ίδια δε πίστευε ακόμη και τώρα πως έκανε αυτήν την κίνηση. «Τον χαστούκισα δυο φορές... δεν άντεξα άλλο τις προσβολές του»
Περήφανη πλέον για τη φίλη της την αγκάλιασε. «Μπράβο κορίτσι μου έτσι έπρεπε να κάνεις... δε θα τον γνωρίσω εγώ αυτόν... δε θυμάμαι και πως τον λένε... θα δεις τι έχει να γίνει» .
«Φίλιππος Ραζής δε ξέρω τι κάνει απλώς είναι σίγουρα μεγαλύτερος από εμάς» .
Τη συζήτηση τους τι διέκοψε το γιατρός που ήρθε να την εξετάσει ξανά....
«Πάω να σου αγοράσω κανένα ρούχο να φορέσεις... αυτά τα ρούχα νοσοκομείου με νευριάζουν» της δήλωσε η Έρικα με περήφανο ύφος...
Η Έρικα έφυγε για να αφήσει το γιατρό να κάνει τη δουλεία του. Βασικά ήθελε να βρει την ευκαιρία να μιλήσει και με την άλλοτε καλή της παιδική φίλη Δέσποινα μιας που βρισκόταν μαζί τους χθες, Η ανησυχία της έκδηλη εάν δεν εκμυστηρεύτηκε τίποτα στην Αρετή. Το επίθετο Ραζής κάτι της θύμισε αλλά δε μπορούσε να το προσδιορίσει. Για να βρίσκετε στη δεξίωση σίγουρα ανήκε στην ελίτ της πόλης πιθανόν με μεγάλη περιουσία... σκέφτηκε για λίγο έξω στο διάδρομο. Την απασχολούσε η αντίδραση και η επιθετικότητα που έβγαλε απέναντι στη φίλη της και είχε μια υποψία πως είχε άμεση σχέση με την πτώση της εάν και η συζήτηση δεν είχε φτάσει σε αυτό το κομμάτι. Ήξερε πολύ καλά πως η κολλητή της ίσως να έλεγε μισή αλήθεια για να μη δημιουργήσει κάποιο θέμα. Πάντα ήσουν και θα είσαι φιλότιμη Αρετούλα μου, αλλά αυτή τη φορά δε θα επιτρέψω σε κανέναν να σε βλάψει. Καθώς λοιπόν πήγαινε προς το κατάστημα μίλησε πρώτα με τη Δέσποινα και μετά με την μητέρα της. Οι πληροφορίες που συνέλεξε ήταν αρκετές για να βγάλει τα συμπεράσματα της και φυσικά θυμήθηκε γιατί το επίθετο Ραζής κάτι της έλεγε... είχε μια άσπονδη φίλη κάποτε στο σχολείο... αχώνευτη και ξινή, κακομαθημένη και εγωίστρια... Έλενα Ραζή ονομάζονταν και για κακή τους τύχη, ο Φίλιππος Ραζής ήταν ο πατέρα της.

                                                                                    **************************

Η Έλενα κατέβηκε να πάρει το πρωινό της και προς μεγάλη της έκπληξη ο πατέρας της είχε ήδη αναχωρήσει για μια δουλειά. Της φάνηκε περίεργο μιας που δε θυσίαζε τις Κυριακές του για τη δουλειά εκτός και εάν έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι ή περίμενε κάποιους πελάτες από το εξωτερικό. Φώναξε τη Μαργαρίτα να τη ρωτήσει.
«Μαργαρίτα μου μήπως ξέρεις που πήγε ο μπαμπάς μου;».
«Όχι μικρή μου, τον είδα να φεύγει χωρίς να φάει το πρωινό του, κρατώντας μια σακούλα στα χέρια του».
«Σακούλα... τι σακούλα..;». Περίεργο της φάνηκε.
«Δε ξέρω λεπτομέρειες ζήτησε μια χάρτινη σακούλα να βάλει κάποια πράματα μέσα...δε μου είπε κάτι παραπάνω». Της απάντησε το ίδιο έκπληκτη η Μαργαρίτα.
«Καλώς θα του τηλεφωνήσω αργότερα για να μάθω.... φέρε μου σε παρακαλώ τις εφημερίδες και τα περιοδικά να δω τι γράφουνε για τα χθεσινά και ζήτα επίσης να μου ετοιμάσουν το πρωινό στη βεράντα μου» Η Έλενα ανέβηκε στο δωμάτιο της, είχε πολλά να σκεφτεί...
Κάθισε στο κρεβάτι της και θυμήθηκε τον Αλέξανδρο. Τι κούκλος Θεέ μου, τι μάτια, τι σώμα. Ένα ολοκληρωμένο πακέτο άνδρα, το δικό μου ίσως πρότυπο άνδρα. Αναφώνησε δυνατά και χαμογέλασε πονηρά. Συνέχισε τις σκέψεις της. Δε μπορούσα να χορταίνω τα μάτια του, τα καστανά υπέροχα μάτια όση ώρα του μιλούσα. Και ο τρόπος που μιλάει και η ευγένεια του σχεδόν σε μάγευε, σαν να σε αναγκάζει να κάνεις τα πάντα για εκείνον. Θυμήθηκε και άλλα δυο πράματα από τη χθεσινή βράδια που την εκνεύρισαν. Εάν είναι δυνατόν αυτός ο παίδαρος να χορεύει με κάποιαν σαν τη Δέσποινα, αδιανόητο, σκανδαλιστικό. Μετά θυμήθηκε τις κουβέντες της στο εμπορικό και εξοργίστηκε ακόμη περισσότερο. Ώστε αυτό ήταν το ζευγάρι που ήθελες να προστατεύσεις... νόμιζες πως θα μου γλίτωνες αλλά άδικος ο κόπος... ο Αλέξανδρος Οικονόμου είναι ο επόμενος μου στόχος. Βέβαια υπήρχε και ένα άλλο πρόβλημα που σίγουρα δεν μπορούσε να αγνοήσει και ακούει στο όνομα Αρετή. Άξια και επικίνδυνη αντίπαλος... σίγουρα η ομορφιά της είναι το ισχυρό της σημείο... φτάνει αυτό όμως να κρατήσει έναν φιλόδοξο άνδρα δίπλα της; Γνώριζε την απάντηση αφού είχε μεγαλώσει σε σπίτι με έναν δυναμικό χαρακτήρα σαν και τον πατέρα της, ο οποίος παρόλο που τα είχε όλα ήθελε να αποκτήσει περισσότερα... Σε αυτό το σημείο σίγουρα υπερέχω... μια πετυχημένη οικογένεια πίσω από μια γυναίκα δίνει πολλά κίνητρα σε έναν νέο και ανερχόμενο επαγγελματία να την ακολουθήσει πιο εύκολα. Γέλασε δυνατά αφού ήταν σίγουρη πως η Αρετή δεν άνηκε σε καμία από τις πλούσιες οικογένειες άρα είχε μηδαμινές γνωριμίες. Τις σκέψεις της τις διέκοψε η Μαργαρίτα, η οποία της έφερε το πρωινό και τις εφημερίδες.
«Σε ευχαριστώ πολύ... να μη με ενοχλήσει κάνεις σε παρακαλώ». Ζήτησε ευγενικά από τη νταντά της.
«Ευδιάθετη είσαι κόρη μου και αλλαγμένη... μάλλον πέρασες πολύ όμορφα χθες». Έκανε μια εύστοχη παρατήρηση η Μαργαρίτα.
Η Έλενα της χαμογέλασε. «Με ξέρεις καλά... ασπούμε πως έκανα μια ενδιαφέρουσα γνωριμία χθες».
Την πείραξε... «Ήρωας θα είναι ο χριστιανός να μου το θυμηθείς». Χωρίς να περιμένει το σχόλιο της αποχώρησε.
Δάγκωσε τα χείλη της νευρικά. Προτίμησε να πάρει μια βαθιά ανάσα και να απολαύσει το πρωινό της. Άρχισε να ξεφυλλίζει τις εφημερίδες. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης ένας φωτογράφος έβγαζε φωτογραφίες από όλους τους καλεσμένους. Ήταν ο μοναδικός σε όλη τη βραδιά, κανένας άλλος δημοσιογράφος ή μη δεν επιτρεπόταν εκτός από εκείνον. Στη συνέχεια και ο ίδιος απομακρύνθηκε. Το ίδιο βράδυ οι εφημερίδες και τα περιοδικά της Πόλης θα είχαν στην κατοχή τους όσες φωτογραφίες είχαν επιτραπεί. Σίγουρα θα είχε και δικές τους μαζί με την οικογένεια Άγγελου στο ίδιο τραπέζι. Αυτές έψαχνε να βρει και λίγο πολύ σε όλες τις κοσμικές στήλες υπήρχαν πόζες όλων των καλεσμένων. Παρατήρησε πως υπήρχαν αρκετές του Αλέξανδρου και της Αρετής και τα κολακευτικά σχόλια στις λεζάντες ήταν αρκετά. Ζήλεψε πραγματικά, συνειδητοποιώντας πως τελικά πρέπει να δώσει ένα δύσκολο αγώνα με την αντίπαλο της. Καθώς έριξε μια ματιά και στο τελευταίο περιοδικό φανερά βαριεστημένη πρόσεξε κάποιες πιο ενδιαφέρουσες φωτογραφίες, στο εξώφυλλο τους, όχι ακριβώς από τη βίλα του Σταύρου αλλά από την ιδιωτική του παραλία. Με κεφαλαία γράμματα η επικεφαλίδα έγραφε.

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ – Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΡΑΖΗΣ ΣΕ ΤΡΥΦΕΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΜΕ ΟΜΟΡΦΗ ΝΕΑΡΑ ΚΟΠΕΛΑ – ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΆΦΙΕΣ ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ – ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ 10-12.

Με τρεμάμενα χέρια βρήκε τις σελίδες και αρκετά σοκαρισμένη διαπίστωσε πως όντως είναι ο πατέρας της μαζί την Αρετή. Υπήρχαν οχτώ διαφορετικές φωτογραφίες. Στις πρώτες δυο φαινόταν λες και ήταν αγκαλιασμένοι χωρίς να φαίνονται πρόσωπα καθαρά. Στις άλλες δυο διακρινόταν καθαρά ο πατέρας της να κρατάει τα χεριά της κοπέλας και να της μιλάει τρυφερά στο αυτί και στις επόμενες το αντίστροφο η Αρετή να έχει πλησιάσει πολύ κοντά στον πατέρα της και να τον κοιτάει μες στα μάτια. Στις τελευταίες φάνηκε να της κρατάει τα χέρια και πάλι και να προσπαθεί να τη φέρει προς το μέρος του. Δεν μπορούσε να διακρίνει εάν όντως υπήρχε κάτι ρομαντικό μεταξύ τους σε όλες τις φωτογραφίες η απλώς ήταν κάτι διαφορετικό με εξαίρεση τις δυο πρώτες. Όλες τους ήταν τραβηγμένες από ψηλά και ίσως λίγο θολές εξαιτίας του σκοταδιού. Σίγουρα κάποιος τους παρακολούθησε από το πάνω διάζωμα, ίσως και από τα σκαλοπάτια, έβγαλε κάποιες φωτογραφίες στα κρυφά, που αργότερα μοσχοπούλησε. Όποιος είχε δει τις φωτογραφίες τους στις άλλες φυλλάδες δε χρειάστηκε και πολύ μυαλό για να τους αναγνωρίσει.
Το σοκ της δεν ήταν γιατί εμφανίστηκε ο πατέρας της παρέα με μια νεαρή κοπέλα, αλλά το ότι η συγκεκριμένη κοπέλα ήταν η Αρετή. Δε μπόρεσε να βρει λογική εξήγηση εκτός του ότι συναντηθήκαν τυχαία αρχικά στην παραλία. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τους λόγους αυτών των παρεξηγημένων κατά πάσα πιθανότητα στάσεων αλλά η δυσκολία να πειστεί το αναγνωστικό κοινό ότι δεν υπάρχει κάτι μεμπτό στην όλη ιστορία μάλλον ήταν μεγάλη. Έπρεπε να μιλήσει μαζί του οπωσδήποτε και κυρίως να επιβεβαιώσει το εάν υπήρχε κάτι μεμπτό στην όλη ιστορία. Άλλωστε αυτό δεν θα ήταν κακό για την ίδια και στη μάχη της να κερδίσει τον Αλέξανδρο. Ήταν έτοιμη να “χρησιμοποιήσει” και τον ίδιο της τον πατέρα. Στην αρχή θα ενημέρωνε το Φίλιππο και μετά τον Αλέξανδρο. Γρήγορα σηκώθηκε να βρει το τσαντάκι της και την κάρτα του....

                                                                                           **************************

Ο Φίλιππος έφτασε στο νοσοκομείο λίγο μετά τις 10 το πρωί. Είχε επιβεβαιώσει το ότι η Αρετή Βασιλείου δεν πήρε εξιτήριο και γρήγορα κατευθύνθηκε στο δωμάτιο της, κρατώντας μια μεγάλη ανθοδέσμη με κόκκινα τριαντάφυλλα. Εκείνη την ώρα έβγαινε ο γιατρός από το δωμάτιο της. Τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας και πως η κοπέλα θα έπαιρνε εξιτήριο το απόγευμα. Πραγματικά χάρηκε αλλά γρήγορα πήρε το σοβαρό του ύφος. Μη ξεχνάς για πιο λόγο ήρθες σήμερα να τη δεις... Μάλωσε τον εαυτό του. Χτύπησε την πόρτα και μόλις άκουσε το περάστε μπήκε μέσα.
Προς μεγάλη ικανοποίηση του ήταν μόνη της. Έτσι θα είχε την ευκαιρία να της μιλήσει πιο άνετα.
Η Αρετή μόλις τον είδε έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Όχι γιατί φοβήθηκε απλώς δεν το περίμενε. Δεν πίστευε πως είχε να πει τίποτα παραπάνω με αυτόν τον άνθρωπο. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά από το κανονικό ίσως από το στρες. Τα δάχτυλα της άρχισαν να μουδιάζουν και να ιδρώνουνε παράλληλα. Τράβηξε το σεντόνι της πιο πάνω από ντροπή λες και τα ρούχα του νοσοκομείου δεν κάλυπταν αρκετά το σώμα της. Παρόλα αυτά μίλησε πρώτη για να ανακαλύψει το σκοπό αυτής της επίσκεψης.
«Κύριε Ραζή σε τι οφείλω την τιμή αυτής της επίσκεψης;». Είδε τη μεγάλη ανθοδέσμη και θεώρησε πως έπρεπε να ήταν ευγενική αρχικά.
Ο Φίλιππος πρόσεξε την αμηχανία της και προτίμησε να είναι πιο διπλωματικός. «Καλημέρα σας δεσποινίς Αρετή.» Της χαμογέλασε. «Αυτά τα λουλούδια είναι για σας για τα περαστικά μου». Συνέχισε με το καλό του προσωπείο. «Πείτε μου πως είστε;».
Η Αρετή χαλάρωσε ίσως πιο πολύ αφού και ο τόνος της φωνής του ήταν αρκετά ήρεμος. «Σας ευχαριστώ πολύ για τα λουλούδια». Προσπάθησε να είναι σύντομη. «Ο γιατρός μας ενημέρωσε πως δε συνέβη κάτι σοβαρό, απλώς η πληγή στο κεφάλι ήταν πολύ βαθιά και το υπόλοιπο σώμα έχει απλώς γρατσουνιές και μελανιές από το πέσιμο.»
Την κοίταξε επίμονα να δει εάν κρύβει κάτι. «Χαίρομαι πραγματικά και να ξέρετε ότι λυπάμαι» Αυτό ήταν αλήθεια.. ένιωσε πολλές τύψεις, σπάνιο φαινόμενο αλλά όντως αισθανόταν έτσι. «Σας έφερα και το τσαντάκι με τα προσωπικά σας αντικείμενα».
Με σοβαρό ύφος του απάντησε. «Νομίζω πως δεν πρέπει να λυπάστε... εγώ ήμουν άλλωστε η απρόσεκτη και δεν υπάρχει λόγος να θυμόμαστε το τι έγινε χθες το βράδυ». Σταμάτησε γιατί ένιωσε μια μικρή ζαλάδα, η θερμοκρασία είχε αρχίσει να ανεβαίνει επικίνδυνα....
«Πιστεύω πως μάλλον έχουμε πολλά να πούμε για χθες δε νομίζετε;» τη ρώτησε με νόημα.
Η Αρετή ήταν έτοιμη να επιτεθεί. Την είχαν κουράσει αυτές οι εναλλαγές του χαρακτήρα του και τα υπονοούμενα. «Θεωρώ κύριε Ραζή πως ειπώθηκαν πράματα και από τις δυο πλευρές που ίσως δεν έπρεπε να ειπωθούν». Προσπάθησε να του εξηγήσει πάλι κομψά. «Εάν σας χαροποιήσει περισσότερο το γεγονός να παραδεχτώ ίσως μεγαλύτερη αγένεια από την πλευρά μου... ειλικρινά δεν έχω πρόβλημα να το κάνω αρκεί να λήξει το θέμα εδώ και τώρα». Πήρε βαθιά ανάσα, ενώ η καρδιά της χτυπούσε ρυθμικά. «Σας ζητώ ταπεινά συγνώμη... εγώ φταίω ήμουν συναισθηματικά φορτισμένη». Οι λέξεις όλο και βγαίνανε με μεγαλύτερη δυσκολία σαν κάτι μέσα της να την προειδοποιούσε πως δεν ήταν σωστό αυτό που γίνετε, σαν να μην είχαν κανένα νόημα οι δικαιολογίες, σαν να η λεπτή κλωστή των ισορροπιών να μην άντεχε άλλο βάρος... σαν όλες οι αδυναμίες να ήταν έτοιμες να κατακλύσουν το κορμί της...
Ο Φίλιππος δεν ικανοποιήθηκε. «Συνεχίζετε να με προσβάλλετε βλέπω... μου συμπεριφέρεστε λες και είμαι μικρο παιδί που δεν μπορεί να αναλάβει τις ευθύνες μου...»Έπρεπε να βγάλει μια άκρη το συντομότερο. «Χαίρομαι που αναγνωρίζετε τα λάθη σας πάντως σας τιμά εάν και δε γνωρίζω εάν είναι ειλικρινές ή απλώς προσπαθείτε να με ξεφορτωθείτε».
Η Αρετή κούνησε το κεφάλι της και ετοιμάστηκε για το γύρο νούμερο δυο. «Δε θα ανεχτώ άλλη τέτοια συμπεριφορά από σας ΚΥΡΙΕ πραγματικά ότι κάνω και λέω είναι λάθος για σας... δεν έχω λόγο να ζητήσω συγνώμη απλώς για να βγω από την υποχρέωση...» Είχε πάρει φόρα πλέον, ακόμη και μέσα της είχε αρχίσει μια φουρτούνα. « Εάν με θεωρείτε τόσο ανώριμη κακώς ήρθατε, άλλωστε δεν είχατε και λόγο αφού πήρα πάνω μου όλη την ευθύνη... σας έδωσα άφεση αμαρτιών κύριε Ραζή, ώστε ποτέ να μην χρειαστεί να ξανασυναντηθούμε».
Την άκουγε με δυσπιστία. «Δηλαδή δεν είπατε την αλήθεια για το ατύχημα ώστε να μην ξαναβρεθούμε ή γιατί έχετε να κρύψετε κάτι άλλο». Πλησίασε προς το κρεβάτι της. Ίσως ήθελε να δει αυτά τα πράσινα μάτια ξανά... δε φοβήθηκε την ήττα... είχε χαθεί ήδη σε επικίνδυνα μονοπάτια... η διαφυγή δεν ήταν απλώς μονόδρομος αλλά επιτακτική ανάγκη πλέον... η οπισθοχώρηση έμοιαζε λυτρωτική αλλά δεν από την άλλη δεν είχε μάθει να χάνει... ο εγωισμός κυρίευσε το σώμα του...
Εκείνη μαζεύτηκε. «Δεν έχω να κρύψω τίποτα το έκανα για το λόγο που σας ανέφερα και ίσως γιατί ήθελα να προστατεύσω κάποιον άλλον εκτός φυσικά από τον εαυτό μου». Την κοίταγε επίμονα, πονηρά και αυτό την αναστάτωνε. Όλα τα νευρικά κύτταρα μετέφεραν το ίδιο σήμα στον εγκέφαλο... είχε αποσυντονιστεί τελείως... έβλεπε την όψη της στα στα ψυχρά μπλε μάτια του, αλλά η απουσία ίχνους ανθρωπιάς την προβλημάτισε... το μυαλό είχε αποκολληθεί από την καρδιά της... ο εγκέφαλος πλέον δεν έδινε εντολές... η καρδιά λάμβανε τα μηνύματα από κάπου αλλού...
«Α μάλιστα φοβηθήκατε να μη μπλέξετε σε περιπέτειες με τον αγαπητικό σας μου φαίνεται... πιστεύετε πως τον προστατεύετε έτσι δεν είναι;» Θύμωσε απότομα και οι κουβέντες του πάλι ακουστήκαν αιχμηρές. «Δεν έχω να φοβηθώ τίποτα και κανέναν να το ξέρετε... πιστεύω πως θέλατε να προστατεύσετε τον εαυτό σας και κανέναν άλλον». Συνέχισε με πιο έντονο ύφος. «Ίσως γιατί δεν είστε και τόσο καλό κορίτσι αφού έχετε δημιουργήσει θέματα στο παρελθόν». Δε μπορούσε να σταματήσει. «Εγώ δεν έχω να κρύψω κάτι διότι δεν βγήκαμε ρομαντικό ραντεβουδάκι στα κρυφά δεσποινίς μου... ίσως αυτό συμβαίνει με σας συχνά και γι' αυτό κατά πάσα πιθανότητα δεν σας εμπιστεύονται...»
«Αρκετά επιτέλους ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ μα τι σόι άνθρωπος είστε;» Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της και το μέτωπο της άρχισε να καίει. «Ότι και να πω με κακοχαρακτηρίζεται... να ξέρετε πως είμαι άνθρωπος με ψυχή και αισθήματα και όχι ζώον... όπως είστε εσείς πολύ πιθανόν». Είχε αγανακτήσει. «Για να τελειώνει η ιστορία δε ευθυνόσαστε για το ατύχημα... πήρα το φταίξιμο για τους δικούς μου προσωπικούς λόγους, τους οποίους δε χρειάζεται να καταλάβετε και εάν θέλετε είναι και ένας καλός τρόπος να αποφύγουμε άλλες συναντήσεις μας στο μέλλον». Τα δάκρυα της συνέχισαν να τρέχουνε, είχε κοκκινίσει.
Μέσα του πονούσε, βλέποντας αυτά τα υπέροχα μάτια δακρυσμένα αλλά δεν περιόρισε το ειρωνικό του ύφος. «Ενδιαφέρουσα προσέγγιση, όλοι είναι βολεμένη και κυρίως εσείς... σίγουρα όμως δε θέλετε να με ξαναδείτε;». Δεν κατάλαβε γιατί έκανε την συγκεκριμένη ερώτηση ίσως επειδή πίστευε πως δεν ήταν τόσο αθώα... ίσως έλπιζε να παραδεχτεί η ίδια αυτό που εκείνος αρνούνταν πεισματικά να αποδεχτεί...
Η Αρετή ήθελε να τον διώξει. «Δε ξέρω για ποιον περνιέστε ακριβώς και τι πιστεύετε για τον εαυτό σας αλλά δε με ενδιαφέρετε ως άτομο καθόλου το αντίθετο θέλω να μείνω μακρυά σας». Τα λόγια της ήταν αιχμηρά αλλά δεν την ένοιαξε. « Καμία γυναίκα δε πιστεύω πως θέλει να μείνει μαζί σας παρόλο που είστε ένας εντυπωσιακός άνδρας γιατί θα σας φοβάται, δεν γνωρίζετε τις λέξεις αγάπη, τρυφερότητα, σεβασμό και αξιοπρέπεια». Προσπάθησε να σηκωθεί όρθια ήθελε να τον αντιμετωπίσει μια και καλή πρόσωπο με πρόσωπο.
Μόλις την είδε όρθια συνειδητοποίησε πραγματικά πόσο όμορφη είναι έστω και με αυτά τα ρούχα. Πρόσεξε τις γρατσουνιές στα χέρια και στα πόδια της. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια του σαν να τρόμαξε. Μόλις αντίκρισε το πρόσωπο της από κοντά ένιωσε σαν να χάνετε στο πράσινο του σμαραγδιού, στο πράσινο της φύσης και των δέντρων, στο πράσινο των ματιών της. Τα δευτερόλεπτα κυλάγανε και αλλά δεν είχε αίσθηση του χρόνου σαν είχε κολλήσει το δικό του ρολόι. Για μια στιγμή ο κόσμος του χώραγε ένα και μοναδικό άτομο... δεν υπήρχε κάνεις άλλος γύρω του... απόλυτη ησυχία... μια τρομακτική σιωπή απλώθηκε γύρω του. Φαντάσματα από το παρελθόν ζωντάνεψαν μπροστά του... ήθελε να συναντήσει το φως αλλά κάτι τον εμπόδισε. Άνοιξε τα μάτια του και την παρατήρησε προσεχτικά... Ήταν μια αρκετά ψηλή κοπέλα οπότε με άνεση μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της, το σοκολατί του δέρματος της, τα υπέροχα σαρκώδη χείλη, τα κατακόκκινα πλέον μάγουλα της, τις μεγάλες βλεφαρίδες και τα χρυσαφένια μακριά μαλλιά. Τον πλησίασε πολύ κοντά τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και πάλι και για μια ακόμη φορά αισθάνθηκε ηττημένος, έτοιμος να υπακούσει σε κάθε προσταγή της χωρίς να καν να μιλήσει η ίδια. Φοβήθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του μετά από καιρό, φοβήθηκε την σκιά που τον ακολούθαγε πιστά όλα αυτά τα χρόνια, φοβήθηκε τη λέξη μοναξιά, φοβήθηκε την αλήθεια... γι' αυτό ύψωσε το αθλητικό παρουσιαστικό μπροστά της για να κρύψει όλα όσα τον τρόμαζαν...
Με δυσκολία η Αρετή σηκώθηκε από το κρεβάτι αλλά έκρυψε την αδυναμία της. Στεκόταν σαν βράχος μπροστά της ψυχρός και ανέκφραστος, χειρότερος από τα παγωμένα βράδια του Γενάρη. Τα μπλε μάτια του δεν μπορούσαν να κρύψουν τίποτα από το χαρακτήρα του, σκληρός, κυκλοθυμικός, επικίνδυνος χωρίς ίχνος ανθρωπιάς. Ένιωσε μια ελαφριά ανατριχίλα αλλά δε τον φοβόταν ήταν δυνατή σαν χαρακτήρας... δεν είχε μάθει να λυγίζει πριν δώσει αγώνα... Γύρισε απότομα και πήρε την ανθοδέσμη από το κομοδίνο.
Την κρατούσε στα χέρια της όταν ξεκίνησε να μιλάει.«Αγαπητέ Φίλιππε μπορείτε να πάρετε την ανθοδέσμη σας πίσω... δε νομίζω πως είναι πρέπον να τη δεκτό αφού η κίνηση σας δεν ήταν αγνή και είχε στόχο την συκοφαντία τελικά... φυσικά δεν περίμενα και κάτι καλύτερο αλλά είπα να μη φανώ αγενής... μετά λύπης μου διαπιστώνω πως μάταιος ο κόπος...» Του έδωσε την ανθοδέσμη πίσω... δεν ήθελε τίποτα από το συγκεκριμένο άτομο... ποτέ μα πότε δεν θα έπρεπε να ασχοληθεί μαζί του, ήταν επικίνδυνος αλλά και αινιγματικός... ποτέ δε θα μπορούσε να συνυπάρχει στον ίδιο χώρο μαζί του και ποτέ δε θα συναναστρεφόταν με παρόμοιους χαρακτήρες στο μέλλον... ποτέ...
Ο Φίλιππος παραξενεύτηκε γιατί τον αποκάλεσε με το μικρο του όνομα. «Δε μπορώ να τη δεχτώ πίσω σε καμιά περίπτωση». Ήταν μια κίνηση που δεν περίμενε. «Πέταξε την στα σκουπίδια εάν δε τη θες». Αυτή η κοπέλα δε σταματούσε να τον εκπλήσσει δυσάρεστα... οργή και λύπη ταυτόχρονα είχαν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα μέσα του...
«Πολύ καλά τότε ας τελειώνουμε και με αυτό..» Πέταξε τα λουλούδια στο καλάθι των σκουπιδιών. «Μπορείτε να πηγαίνετε τώρα θα επιστρέψει ο φίλος μου και η φίλη μου... δε θα ήθελα να σας βρούνε εδώ... και φυσικά είναι καλύτερο να μη σας ξαναδώ μπροστά μου».
Την κοίταξε με έκπληξη. «Γιατί ντρέπεστε;» Δεν ήξερε τι άλλο να πει.
«Ναι ντρέπομαι όχι για σας αλλά για μένα... που συνεχίζω να σας μιλάω». Ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Του άνοιξε την πόρτα. «Σας παρακαλώ να περάσετε έξω και μη με ξαναενοχλήσετε ποτέ...» Του τράβηξε το χέρι για να τον αναγκάσει να βγει έξω. « Σας παρακαλώ επιτέλους!!».
Ο Φίλιππος αγρίεψε, είχε δεχτεί το θανατηφόρο άγγιγμα της που ήταν χειρότερο από ναρκωτικό... «Αρετή θα περάσω έξω οπότε το θελήσω εγώ δεν είμαι κανένα παιδάκι σαν αυτά που  συναναστρέφεσαι για να παίζεις μαζί μου» Την τράβηξε με δύναμη προς το μέρος του, ξεχνώντας τις μελανιές της. Τα σώματα τους ενώθηκαν επικίνδυνα και η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει... η καρδιά του χτύπαγε ακανόνιστα, προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να ακολουθήσει τη μελωδική της φωνή... πάλι ο χρόνος σταμάτησε... είχε τρελαθεί σίγουρα... άκουγε την καρδιά της καθαρά...
Η Αρετή πόνεσε πραγματικά και της βγήκε μια κραυγή. Χωρίς να το συνειδητοποιήσει και η ίδια τον απομάκρυνε απότομα και τον χαστούκισε για τρίτη φορά στο ίδιο εικοσιτετράωρο. «Πέρασε έξω μην δοκιμάζεις την υπομονή μου άλλο... ΠΕΡΑΣΕ ΕΞΩ...». Η φωνή της μπορεί να ακούστηκε σε όλο τον όροφο της ορθοπεδικής κλινικής αλλά δε πτοήθηκε... είχε φτάσει στα όρια της...
Η Έρικα καθόταν μπροστά στην πόρτα σοκαρισμένη με αυτά που είδε και άκουσε. Ακόμη και αυτή τη σφαλιάρα αισθάνθηκε στο πρόσωπο της. Ακούμπησε τον ώμο της φίλης της για να την ηρεμήσει. Κατάλαβε αμέσως ποιον ήταν ο τύπος στο δωμάτιο της αλλά δε μπορούσε σε καμιά περίπτωση να μαντέψει τι συζητήθηκε πιο μπροστά για να φτάσει η φίλη της, η αγαθή και αφελής φίλη της σε αυτήν την αντίδραση... σίγουρα ο Ραζής είχε καταφέρει το ακατόρθωτο...
Την πλησίασε «Ηρέμησε σε παρακαλώ δεν έχεις γίνει ακόμη καλά... θα σε πάω στο κρεβάτι σου....» Της μίλησε τρυφερά για να την επαναφέρει πίσω. «Καρδούλα μου καις ολόκληρη»
Στη συνέχεια μίλησε στο Φίλιππο Ραζή ρίχνοντας του ένα δολοφονικό βλέμμα. «Περαστέ έξω τώρα θα φωνάξω τη φύλαξη του νοσοκομείου εάν στα επόμενα 30 δευτερόλεπτα δε φύγετε....».
Θυμωμένος με την όλη εξέλιξη αρκέστηκε σε μια φράση. «Φεύγω αλλά πες τη φίλη σου πως δεν τελειώσαμε». Είχε πάθει εμμονή και δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει τη μάχη τόσο εύκολα... το γιατί δεν τον ενδιέφερε... μόνο το αποτέλεσμα...
Έκλεισε την πόρτα δυνατά πίσω του και λίγο πριν βγει από το νοσοκομείο του τηλεφώνησε ο Πέτρος... Αυτά που άκουσε θα τον ανάγκαζαν να επιστρέψει πίσω στο ίδιο δωμάτιο χωρίς τύψεις αυτή τη φορά... ίσως είχε την ανάγκη να κέρδισε αυτή την κοπέλα σε έναν αγώνα που ουσιαστικά δεν είχε καν ξεκινήσει... που το αποτέλεσμα ήταν ήδη προδιαγεγραμμένο. Χρειαζόταν αποδείξεις πρώτα... έπρεπε να αγοράσει ένα συγκεκριμένο περιοδικό... οι εικόνες θα μιλούσαν από μόνες τους...

                                                                                         *************************

Η γιαγιά είχε τελειώσει τις πρωινές δουλείες της και το τηλεφώνημα της εγγονής την χαροποίησε ιδιαίτερα. Τελικά δε συνέβη τίποτα... άδικα ανησυχούσα... ευχαριστώ κόρη μου που την προστάτευσες... Πήρε να ράψει ένα μπλουζάκι της και τρυπήθηκε. Το αίμα έτρεχε πηκτό και δεν έλεγε να σταματήσει. Άφησε το ράψιμο για λίγο και προσπαθώντας να πιάσει τη γυάλινη κανάτα να πιει λίγο δροσερό νεράκι, της γλίστρησε από τα χέρια. Η κανάτα έγινε θρύψαλα, ένα κομμάτι γυαλιού την τραυμάτισε στο πόδι. Δεν πόνεσε αλλά το κόψιμο στο πόδι της ήθελε να μια μικρή φροντίδα. Ενώ μάζευε με τη σκούπα τα γυαλιά, γύρισε απότομα προς τα πίσω σαν να ένιωσε ότι κάποιος άλλος ήταν στο σπίτι μαζί της. Σε μια στιγμή απροσεξίας με τη σκούπα έριξε και ένα μικρο βαζάκι, που στόλιζε τον μπουφέ. Μα τι στα κομμάτια έχω πάθει σήμερα, θα το ρημάξω το σπίτι εάν συνεχίσω έτσι. Προσεκτικά όμως μάζεψε και τα υπόλοιπα γυαλιά και αποφάσισε να ξαπλώσει λίγο. Την έπιασε το κεφάλι, οι ημικρανίες της πάλι, οπότε έπρεπε να ξεκουραστεί.
Έκλεισε τα μάτια της και ο Θεός Πάνας την νανούρισε γλυκά. Μέσα στο μυαλό της σιγόπαιζε ένα νανούρισμα, τόσο γνώριμο και γλυκό. Κοιμήθηκε βαθιά αλλά το πρόσωπο που ήρθε να την επισκεφτεί στο όνειρο της σίγουρα δεν το περίμενε. Η μητέρα της “η γύφτισσα” την επισκέφτηκε.
Τη μάλωσε και τη προειδοποίησε με μια φράση... Προστάτευσε το κορίτσι!!!. Αυτό της είπε και χάθηκε. Η Μάρθα ξύπνησε ιδρωμένη. Σηκώθηκε γρήγορα αρκετά μπερδεμένη. Η μητέρα της εμφανιζόταν σπανίως στον ύπνο της.. παρά μόνο για να την προειδοποιήσει. Τα λόγια της ήχησαν δυνατά στα αυτιά της. Σηκώθηκε αμέσως και πήρε την τράπουλα, έτσι θα μάθαινε τι γινόταν... Στη συνέχεια θα τηλεφωνούσε στην εγγονή της ξανά... Δεν είχε μάθει να αγνοεί τα μηνύματα της μάνα της... σίγουρα δεν ήταν για καλό... ίσως η καταιγίδα είχε ήδη ξεκινήσει το καταστροφικό της έργο... ίσως να ήταν και πολύ αργά για να επέμβει... να την αφήσει στην μοίρα της δεν ήταν λύση... έπρεπε να την προστατεύσει... είχε καθήκον άλλωστε. Ένα νανούρισμα ακούστηκε μέσα από το υπνοδωμάτιο... κάτι της θύμιζε, σηκώθηκε να ελέγξει το χώρο αλλά τίποτα, ησυχία... σίγουρα τρελαινόταν. 
 
                                                                                         ****************************

Ο Αλέξανδρος είχε πάει ήδη σπίτι του για να πλυθεί και να αλλάξει... έγινε άνθρωπος ξανά, έφυγε από πάνω του αυτή η μυρωδιά του νοσοκομείου. Ήταν καθ' οδόν προς το γραφείο του, όταν χτύπησε το κινητό του. Ο αριθμός άγνωστος. Τρόμαξε μήπως και τυχόν ήταν η Αρετή ή κάποιος από το νοσοκομείο.
«Παρακαλώ;» Ρώτησε με τρεμάμενη φωνή.
«Ο κύριος Αλέξανδρος Οικονόμου;» Μια γυναικεία φωνή ακούστηκε στην άλλη πλευρά..
«Ο ίδιος... πως μπορώ να σας βοηθήσω;... μήπως τηλεφωνείτε από το νοσοκομείο;» Συνέχισε ο ίδιος τις ερωτήσεις.
«Καλήμερα σας κύριε Οικονόμου... είμαι η Έλενα Ραζή». Κατάλαβε πως τον ανησύχησε. «Με συγχωρείτε για την ενόχληση, δεν ήθελα να σας τρομάξω».
«Καλήμερα σας δεσποινίς Ραζή.» Φανερά έκπληκτος πλέον ήθελε να τελειώνει με το τηλεφώνημα της. «Δε με ενοχλείτε απλώς περάσαμε ένα δύσκολο βράδυ και καταλαβαίνετε....» Μα τι στην ευχή θέλει... δεν έχω καθόλου όρεξη... αναρωτήθηκε μέσα του.
«Λυπάμαι για αυτό σας πήρα βασικά... εγώ και ο πατέρας μου ανησυχήσαμε για την κοπέλα σας... πως είναι;» Η ίδια κατάλαβε πως το παιχνίδι που ξεκίνησε ήταν ριψοκίνδυνο αλλά δυστυχώς έπρεπε να χρησιμοποιήσει τον πατέρας της. Σκέφτηκε ένα αθώο ψεματάκι θα πω σιγά. «Ανησυχήσαμε πολύ βλέπεται και μετά τη δημοσίευση κάποιον φωτογραφιών σε γνωστό περιοδικό της πόλης... ίσως να μην τις έχει να πάρει το μάτι σας ακόμη...»
Ο Αλέξανδρος ήταν μπερδεμένος... μα τι μου λέει τώρα!! «Η Αρετή είναι μια χαρά το απόγευμα θα βγει από το νοσοκομείο... σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και τους δυο σας». Καταλάβαινε πως η κοπέλα δεν πήρε μόνο για αυτόν το λόγο. «Είπατε κάτι για φωτογραφίες... τι είδους φωτογραφίες;»
Η Έλενα γέλασε από μέσα της... το παιχνίδι μόλις ξεκίνησε... «Φωτογραφίες από τη χθεσινή δεξίωση και πιο συγκεκριμένα απεικονίζουν τον πατέρα μου και την κοπέλα σας σε κάποιες μάλλον παρεξηγημένες πόζες στην παραλία».
Τα είχε εντελώς χαμένα. Ήθελε να μάθει περισσότερα. «Τι πόζες δεσποινίς Έλενα;... μα η Αρετή ήταν μόνη της στην παραλία μέχρι και τη στιγμή που τη βρήκε ο πατέρας σας λιπόθυμη... κάποιος λάθος θα έχει γίνει... ίσως κάποιο φωτομοντάζ... κάποιο τρικ των δημοσιογράφων που ασχολούνται με τα κοσμικά». Φανερά εκνευρισμένος πλέον συνέχισε. «Νομίζω πως ξέρετε τι γίνετε με τους παπαράτσι... η Αρετή μου σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά.»
«Δυστυχώς οι φωτογραφίες δείχνουν διαφορετικές στιγμές τους και διαφορετικές θέσεις, οπότε μάλλον είναι αληθινές». Συνέχισε να τον φορτώνει... ήξερε πως κάθε άνδρας θα ζήλευε σε αυτήν τη περίπτωση. «Το μόνο σίγουρο είναι πως ο τίτλος του περιοδικού είναι υπερβολικός και σίγουρα ψεύτικος.... μιλάνε για ρομαντικές στιγμές του πατέρα μου και μιας νεαρής κοπέλας στην παραλία.». Δεν ήθελε να πει περισσότερα ήταν σίγουρη πως θα “έβραζε στο ζουμί του”..
«Τι εννοείτε με τη λέξη ρομαντικές;» Δεν πίστευε στα αυτιά του.
«Ξέρω πολύ καλά τον πατέρα μου, δε δίνει συχνά συνεντεύξεις, ούτε δίνει το παρών συχνά σε εκδηλώσεις, οπότε φυσικό επακόλουθο είναι να τον ακολουθούνε οι παπαράτσι». Θα ακολουθούσε ανάκριση πρώτου βαθμού και πραγματικά χαιρόταν. «Προφανώς συνάντησε την κοπέλα σας στη παραλία και αλίμονο δεν υπονοώ κάτι πονηρό... ίσως κάποιες κινήσεις τους να παρεξηγήθηκαν... είμαι απόλυτα βέβαιη γι' αυτό».
«Πραγματικά με έχετε μπερδέψει... πείτε μου λίγο σε πιο περιοδικό θα βρω αυτές τις φωτογραφίες.» Δεν ήθελε να την πιστέψει αλλά η περιέργεια του φούντωνε μέσα του.
Του έδωσε το όνομα και πριν κλείσει τη συνομιλία τους αρκέστηκε σε δυο προτάσεις. «Σου τονίζω ξανά Αλέξανδρε πως πρόκειται για παρεξήγηση.. .αλλά το λόγο που επέλεξε η κοπέλα σου να σου πει ψέματα δε το γνωρίζω». Έπρεπε να κλείσει αρκετά είχε πει. «Περαστικά σας και πάλι και εάν με χρειαστείς κάτι το έχεις το νούμερο μου πλέον... καλή σου μέρα και πάλι».
«Καλήμερα και σένα Έλενα σε ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σου... θα τα ξαναπούμε».
Ο Αλέξανδρος άρχισε να φουντώνει μέσα του. Τον κυρίευσε η δυσπιστία και η ζήλια ταυτόχρονα, έπρεπε να μάθει τι ακριβώς συνέβη χθες το βράδυ αμέσως... Σταμάτησε το αυτοκίνητο του στο πρώτο περίπτερο που συνάντησε. Αγόρασε το περιοδικό και προχώρησε πιο κάτω για να δει και ο ίδιος τις περιβόητες φωτογραφίες. Όταν έφτασε σε αυτές δε μπορούσε να το πιστέψει. Όλα όσα του είπε η Έλενα ήταν αλήθεια. Φαινόταν σαν να αγκαλιάζονταν σε κάποιες και σε άλλες να πλησιάζουν τρυφερά ο ένας τον άλλον... στάσεις σίγουρα εύκολα παρεξηγήσιμες από τον οποιοδήποτε. Άφησε κατά μέρος τη ζήλια για λίγο για να χρησιμοποιήσει τη λογική. Και ας υποθέσουμε πως δε συνέβη κάτι πονηρό γιατί η Αρετή μου και ο Ραζής επίσης μας είπανε ψέματα σχετικά με το ατύχημα και επίσης για το ότι ο Ραζής βρέθηκε τυχαία στην παραλία λίγο πριν βρει τη καλή του λιπόθυμη; Αυτό το ερώτημα έπρεπε να απαντηθεί το γρηγορότερο. Έκανε αναστροφή με κατεύθυνση το νοσοκομείο... Ήταν η αρχή του ενός διαφαινόμενου τέλους... ο ίδιος θα πρόσθετε τους τίτλους τέλους χωρίς δεύτερη σκέψη εάν και αργότερα θα το μετάνιωνε με το χειρότερο τρόπο... δε θα μάθαινε ποτέ την αιτία αυτού του ψέματος... σημασία για εκείνον είχε το ψέμα ως πράξη... Είχε κλείσει ήδη τα αυτιά του, δεν είχε σκοπό να συγχωρέσει ή να δείξει κατανόηση και ο ίδιος είχε κάνει τις επιλογές του πολύ πριν ανοίξει το στόμα του. Τα μάτια τελικά δε μπορούν να κρύψουν τίποτα...

                                                                                   **************************

Η Αρετή είχε ήδη ηρεμήσει. Η φίλη της την παρατηρούσε ανήσυχα και σχολαστικά. Ήταν σίγουρη πως περίμενε μια εξήγηση αλλά τι θα μπορούσε να προσθέσει παραπάνω... Ντρεπόταν πολύ και ήταν και μπερδεμένη, πραγματικά δεν ήξερε από που να ξεκινήσει. Έπιασε την ιστορία από εκεί που την είχε αφήσει στην παραλία... μαζί με το Φίλιππο, μετά το χαστούκι... «Έρικα θα σου τελειώσω την ιστορία την χθεσινή και θα καταλάβεις γιατί είπα ψέματα». Έτσι κάπως ξεκίνησε περιγράφοντας όλες του τις κινήσεις μέχρι και τη στιγμή του ατυχήματος. «Δεν ήθελε να σταματήσει τις κακίες του φιλενάδα ακόμη και όταν προσπάθησα να φύγω με τραβούσε προς τα πίσω». Η φωνή της έβγαινε με δυσκολία λες και ο πόνος μέσα της ήταν δυσβάσταχτος...
«Άρα η βιαιότητα του συνεχίστηκε... φαίνεται πως ο κύριος αυτός το έχει αυτό το συνήθειο». Η Έρικα κούνησε το κεφάλι αποδοκιμαστικά...
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι η Αρετή. «Εκείνη τη στιγμή παραπάτησα και έπεσα με το κεφάλι προς τα πίσω... έτσι συνέβη το ατύχημα». Δεν ήξερε τι άλλο να πει. «Θα ήταν άδικο να του καταλογίσω ευθύνη για το περιστατικό μιας εκείνη τη στιγμή από μόνη μου μπερδεύτηκα, πάτησα το φουστάνι μου και στη πορεία προσγειώθηκα στη παραλία τόσο άγαρμπα».
Η Έρικα έβγαζε αφρούς. «Πλάκα μου κάνεις πως είναι δυνατόν να το λες αυτό... ανήκουστο... φταίει και παραφταίει και εάν ήταν άνδρας πραγματικός θα αναλάμβανε τις ευθύνες του». Είχε νευριάσει με την παθητικότητα της φίλης της. «Έλεος πλέον σταμάτα να βλέπεις καλό σε όλον τον κόσμο και κυρίως σταμάτα να δικαιολογείς καθίκια σαν και αυτόν... μήνυση πρέπει να του κάνεις ακούς;»
«Σε καμία περίπτωση σε πρόκειται να ξανασχοληθώ μαζί του μου προκαλεί φόβο και ανησυχώ περισσότερο για την αντίδραση του Αλέξανδρου εάν μάθει την αλήθεια.» 'Έβαλε τα κλάματα. «Ήμασταν στο σπίτι του αφεντικού του κατάλαβε με... εάν για κάποιο λόγο έβγαινε παραέξω το όλο σκηνικό θα προκαλούσε σκάνδαλο».
Μπορεί να ήταν θυμωμένη μαζί της αλλά τη αγαπούσε τη φίλη της. Την αγκάλιασε και της μίλησε πιο ήρεμα. «Πρέπει να βάζεις και τον εαυτό σου πάνω από όλα σε κάποιες περιπτώσεις ειδικά όταν έχεις να κάνεις με ψυχανώμαλους». Τη φίλησε στο μάγουλο. «τι θα γινόταν εάν τα πράματα ξέφευγαν αρκετά και σου προκαλούσε μεγαλύτερο κακό; ποιος θα σε προστάτευε κοριτσάκι μου;»
Σήκωσε ψηλά τους ώμους της γιατί ήξερε την απάντηση. «Κανείς!!» Αναστέναξε. «Πιστεύω πως με το ψέμα που είπα όλοι μας βγήκαμε κερδισμένοι... ούτε ο Αλέξανδρος θα ανησυχήσει παραπάνω, ούτε προκλήθηκε κουτσομπολιό αλλά και το κυριότερο δε χρειάζεται να συναντήσω το Φίλιππο Ραζή ποτέ στη ζωή μου ξανά». Ειδικά για το τελευταίο ήταν ιδιαίτερα ανακουφισμένη αφού της προκαλούσε κάποια συναισθήματα αλλόκοτα...
«Μείνε μακρυά από αυτόν τον άνθρωπο» Τη συμβούλεψε η φίλη της. «Θα σου πω τι έμαθα γι' αυτόν και θα καταλάβεις από μόνη σου». Προσπάθησε να τελειώσει την φράση της αλλά κάποιος τους διέκοψε...
Μια ανδρική φωνή ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο. Η πόρτα είχε ανοίξει χωρίς να το καταλάβουν. Οι δυο φίλες πάγωσαν. Ο Φίλιππος Ραζής είχε επιστρέψει. Και οι δυο ήταν σε θέση «Συνεχίστε δεσποινίς αυτό που θέλατε να πείτε στη φίλη σας για μένα... φαίνεται πως συλλέξατε αρκετές πληροφορίες και σίγουρα ανακαλύψατε λαβράκι» Το βλέμμα του ήταν απροσδιόριστο, σαν να διασκέδαζε με όλη την ιστορία. «Ίσως η καλή κοπέλα από εδώ η Αρετή μας έχει και συνεργό».
Η Έρικα απάντησε πρώτη. «Είσαι τρελός, θεόμουρλος μείνε μακριά από τη φίλη μου... βγες από δωμάτιο ΤΩΡΑ».
«Όχι πριν συστηθώ πλήρως στη φιλενάδα σου, έτσι δε θα χρειάζεται να καταφεύγει σε πληροφοριοδότες». Συνέχισε το ίδιο ατάραχος κρατώντας στα χέρια του ένα περιοδικό. Τι θα θέλατε να μάθετε για μένα δεσποινίς Βασιλείου; εκτός και εάν προτιμάτε πλέον το Αρετή σκέτο;».
Η Αρετή πήρε το λόγο, προσπαθώντας να μη ξεφύγει και να μιλήσει ήρεμα μαζί του. «Μπορείτε να με φωνάζετε Δεσποινίς Βασιλείου δε γνωριζόμαστε και τόσο καλά άλλωστε και δε χρειάζεται σας είπα και τις προάλλες να τα ξαναπούμε... δε με ενδιαφέρει να μάθω τίποτα για σας και εσείς το ίδιο για μένα».
«Νομίζω πάλι λες ψέματα Αρετούλα... μάλλον θες να με γνωρίσεις παραπάνω... τα λόγια σου δε συμβαδίζουν με τις πράξεις...» Η φωνή του είχε αποκτήσει παιχνιδιάρικη χροιά. Το γνώριζε καλά αυτό το παιχνίδι...
Η Αρετή στο άκουσμα του 'Αρετούλα' ανατρίχιασε....το σώμα της άρχισε να κρυώνει, να την πιάνει ρίγος, νιώθοντας την ψυχρότητα στα μάτια του Φίλιππου. Σχεδόν αμέσως ίσως και ταυτόχρονα ένιωσε μια σκοτεινή παρουσία δίπλα της, σαν μια σκιά να προσπαθούσε να της μιλήσει. Αυτή η σκιά τη βοήθησε να βρει το χρώμα της και να διώξει την αρνητικότητα από γύρω της. Μαμά σε ευχαριστώ.... Ήταν σίγουρη πως ήταν η μαμά της... ο φύλακας άγγελος της...
Η Έρικα τον διόρθωσε αμέσως. «Η φίλη μου δε λέει ποτέ ψέματα... την ξέρω χρόνια... είστε μανιακός μου φαίνεται».
«Δεσποινίδες μου επιτρέψτε μου να συστηθώ... ονομάζομαι Φίλιππος Ραζής είμαι οικονομολόγος κατά βάση και επιχειρηματίας με πολλές δραστηριότητες. Έχω πάρα πολλά χρήματα και μπορώ να προσφέρω σε μια γυναίκα ότι ακριβώς ποθεί περισσότερο. Είμαι εργασιομανής, σχολαστικός, αρκετά έξυπνος, αρκετά εμφανίσιμος και σίγουρα με πολλές κατακτήσεις. Λατρεύω τα απλά πράματα στη ζωή όπως τον αθλητισμό, τις λίγες και καλές παρέες και τη συντροφιά των όμορφων γυναικών ». κοίταξε με νόημα την Αρετή, η οποία δεν έβγαζε λέξη. «Αυτό που μισώ σίγουρα είναι το ψέμα, τις φλύαρες γυναίκες και πολύ περισσότερο τις πονηρές και όμορφες γυναίκες, οι οποίες πιστεύουν πως μπορούν να κερδίσουν τα πάντα». Τα μάτια πέσανε πάλι πάνω της, κοιτάζοντας την πονηρά.
Η Αρετή σηκώθηκε από το κρεβάτι και προχώρησε με σταθερά βήματα προς το μέρος του. Η φίλη της προσπάθησε να τη συγκρατήσει.
«Ηρέμησε καρδούλα μου μη εξαντλείσαι... σε λίγη ώρα θα έρθει ο Αλέξανδρος να σε πάρει».
Η Αρετή δεν την άκουσε, σταμάτησε μπροστά του. «Κύριε Ραζή επιτρέψτε μου να συστηθώ και εγώ... ονομάζομαι Αρετή Βασιλείου και είμαι μια κοινή θνητή. Μεγάλωσα σε χωριό χωρίς πλούτη και πολυτέλειες. Η ζωή μου έδειξε το σκληρό της πρόσωπο από πολύ νωρίς. Έμαθα να επιβιώνω γιατί είμαι δυνατή και έχω άτομα δίπλα που με αγαπάνε και με προστατεύουν». Κοίταξε τη φίλη της που την θαύμασε εκείνη τη στιγμή και πήρε κουράγιο. «Είμαι τελειόφοιτη νομικής, στα 25 μου πλέον τα κατάφερα. Χθες συναντήθηκα για πρώτη φορά με έναν κόσμο που δεν γνώρισα ποτέ μου... και πάλι γνώρισα την σκληρότητα... δε με πειράζει έτσι γίνομαι πιο δυνατή. Αγαπάω και εγώ τα απλά πράματα όπως τον έρωτα τα σπορ την καλή παρέα αλλά σε αντίθεση με σας δε μισώ κανέναν. Πιστεύω πως ακόμη εάν κάποιος είναι κακός σίγουρα πίσω από την κακιά του κρύβει τις αδυναμίες του και τον πόνο του» Τον πλησίασε για να του μιλήσει χαμηλόφωνα στο αυτί...
Ο Φίλιππος ένιωσε την ανάσα της να τον πλησιάζει επικίνδυνα. Η ζεστασιά της ήταν έτοιμη να λιώσει την οποιαδήποτε βαρυχειμωνιά. Η καρδιά του σκεφτόταν περίεργα πράματα. Είχε πλησιάσει πιο κοντά... ο κίνδυνος ήταν ορατός. Επίτηδες έριξε τα μαλλιά μπροστά στα μάτια και στο πρόσωπο της....
«Τώρα βλέπεται κύριε Ραζή η ομορφιά μου δε φαίνεται... μπορεί να με θεωρείται και άσχημη πλέον.... άρα η ομορφιά του κάθε ανθρώπου είναι υποκειμενική» Απομακρύνθηκε. «Πιστεύω πως πονάτε κύριε Φίλιππε γι' αυτό σας συγχωρώ για ότι μου είπατε και κάνατε και ζητάω συγνώμη για τις δικές μου πικρές κουβέντες». Έπιασε το κεφάλι της, η ψυχρότητα επανήλθε γύρω της, δεν είχε αναρρώσει πλήρως και αυτό δυσκόλευε τις κινήσεις της...
Η Έρικα έσπευσε γρήγορα κοντά της. Την οδήγησε πίσω στο κρεβάτι. Την επιβράβευσε. « Αυτήν είναι η Αρετούλα μου... μη φοβάσαι είμαι δίπλα σου». Γύρισε προς το Φίλιππο. «Μπορείτε επιτέλους να μας αφήσετε στην ησυχία μας».
Ασυγκίνητος ο ίδιος χειροκρότησε ειρωνικά. Τα λόγια του στάζανε φαρμάκι. «Είσαι πολύ καλή ηθοποιός νεαρή μου... αδικήστε... δηλαδή μου λέτε πως δε σας ενδιαφέρουν τα λεφτά;» Το χρώμα του ματιών του έγινε πιο σκοτεινό. «Θα σας αφήσω στην ησυχία σας όταν μου πείτε πόσα πήρατε γι' αυτήν την παράσταση;» Της πέταξε το περιοδικό κυριολεκτικά στα μούτρα. «Θαυμάστε τη φωτογένεια σας στο φακό παρακαλώ... αυτό που με τόσο κόπο προσπαθούσατε να αποφύγετε δυστυχώς δε συνέβη» Η ειρωνεία του διάχυτη αλλά δεν είχε σκοπό να σταματήσει έπρεπε να της δώσει ένα μάθημα....
Οι δυο φίλες κοίταξαν το εξώφυλλο του περιοδικού έκπληκτες με τις φωτογραφίες. Ανέτρεξαν στο εσωτερικό και είδαν και τις υπόλοιπες. Σοκαρίστηκαν... με τον τίτλο και τα πονηρά υπονοούμενα.
Η Έρικα ανέλαβε δράση. «Φυσικά θεωρείτε πως η φίλη μου από εδώ έχει να κάνει κάτι με αυτή τη δημοσίευση» Τον κοίταξε με τη σειρά της με μίσος. «Δε περίμενα και κάτι καλύτερο από σας.... μου αρέσει που είστε και έξυπνος άνθρωπος, να χαρώ εγώ το μέγα και τρανό Ραζή με τις τόσες γνώσεις...».
Τη διέκοψε. «Είμαι έξυπνος άνθρωπος δεσποινίς μου γι' αυτό είμαι και πετυχημένος». Χαμογέλασε πονηρά. «Για να ρωτήσουμε λοιπόν την φίλη σας για την αμοιβή της». Δεν έκανε πίσω... ήταν σίγουρος για την εξαπάτηση...
Σοκαρισμένη η Αρετή ένιωσε δύσπνοια. Δεν είχε ακούσει μάλλον καλά... Καθόταν αμίλητη και απογοητευμένη με τη σκληρότητα του έξω κόσμου. Ποιος μπόρεσε να γράψει κάτι τέτοιο χωρίς καν να ακούσουν ή να δουν όλο το σκηνικό... ποιος να πάρει;. Ήταν πολύ φοβισμένη, ένιωσε ένα ελαφρύ τρεμόπαιγμα στο φως... η σκοτεινή σκιά δίπλα της εξαφανίστηκε... έπρεπε να παλέψει μόνη της...
Η φίλη της ένιωσε την αμηχανία της και συνέχισε την δική της επίθεση. «Εάν δεν κάνω λάθος δε σας ακολούθησε η Αρετή στην παραλία αλλά το αντίθετο συνέβη... πως ήταν τόσο σίγουρη για να σκηνοθετήσει το όλο σκηνικό.....και άντε ασπούμε και εδώ θα βρείτε κάτι να πείτε... το ατύχημα... πως το εξηγείτε;»
Ο Φίλιππος πήρε το λόγο. «Ίσως ήταν ένα ρίσκο που έπρεπε να πάρει ίσως το σχέδιο της αποτύγχανε αλλά δεν είχε να χάσει κάτι... το όφελος μεγάλο όπως και η πληρωμή της». Σκέφτηκε για λίγο. «Το ατύχημα θα το χαρακτήριζα παράπλευρη απώλεια... δεν ήταν σίγουρα σχεδιασμένο... αλλά ταίριαξε απόλυτα με τα σχέδια...»
Τον διέκοψε με τη σειρά της η Αρετή... «Πάλι καλά... μήπως να σας θυμίσω ότι προσπαθούσατε να με τη βία να με εμποδίσετε να φύγω;» Με θάρρος συνέχισε. «Εάν δεν ήσασταν εσείς εκεί και δε με τραβούσατε με το ζόρι μήπως λέω μήπως δε θα βρισκόμουν σε αυτήν την κατάσταση;».
«Ίσως ναι ίσως και όχι... ίσως αυτή η κατάσταση να σας βοηθάει τελικά να ζητήσετε ακόμη περισσότερα». Η αλαζονεία του ήταν φανερή. «Πείτε μου λοιπόν πόσο ήταν η αμοιβή σας; και εάν σας χρωστάω κάτι άλλο ευχαρίστως να πληρώσω...» Έβγαλε το μπολ των επιταγών του.
Η Έρικα τον ειρωνεύτηκε. «Καλά με ενημέρωσαν για σας τελικά... κλασσικός πλούσιος που πιστεύει ότι όλα μπορούν να αγοραστούν».
Η Αρετή τον προκάλεσε να την πλησιάσει. Ήθελε να του δώσει επίσης ένα μάθημα. «Είναι περιττό Φίλιππε να προσπαθώ να σας πείσω ότι δεν είμαι ελέφαντας... σας παρακαλώ γράψτε μου επιταγή με οποίο πόσο θεωρείς εσύ κατάλληλο».
Η Έρικα άνοιξε το στόμα της. «Αρετή τι κάνεις; τρελάθηκες;». Δεν πίστευε τις κουβέντες της κολλητής της.
Ο Φίλιππος πήρε το μπλοκ, έγραψε μια επιταγή και της την παρέδωσε. «Ορίστε είναι αρκετά αυτά;» Χαμογέλασε με τη νίκη του, χωρίς να αντιλαμβάνεται πως τελικά είχε ηττηθεί με το χειρότερο τρόπο... η μεγαλοσύνη μιας καρδιάς πάντα μα πάντα κέρδιζε μια λαβωμένη καρδιά γεμάτη υπεροψία και μίσος...
Κοίταξε το ποσό της επιταγής με τα τέσσερα μηδενικά και χαμογέλασε επίσης. «Εάν εσείς τόσο κοστολογείτε την ανθρωπιά και την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου τότε είμαστε εντάξει... μπορείτε να επιστρέψετε στο τέλειο πλασμένο κόσμο σας και αφήστε με στο δικό μου τον ψεύτικο». Έβαλε την επιταγή στο τσαντάκι της. «Δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε μάθατε όλη την αλήθεια πλέον μπορείτε να πηγαίνετε» Η φωνή συνέχισε να είναι σταθερή αλλά η ψυχή της πονούσε. Χρειαζόταν τον Αλέξανδρο της... το στήριγμα της... τον άνθρωπο της
Ο Ραζής ένιωσε ανάμεικτα συναισθήματα. Η καρδιά τον προειδοποίησε να μη χαρεί και απλώς να φύγει χωρίς να πει κάτι άλλο. Δεν την άκουσε και πάλι. «Πάρτε την κάρτα μου δεσποινίς ίσως την χρειαστείτε στο μέλλον... ίσως σας χρειαστώ εγώ σε κάτι άλλο ποτέ δε ξέρει κάνεις... έχω ήδη τον αριθμό σας στο κινητό μου». Τις χαιρέτησε και έφυγε με το ίδιο ανέκφραστο βλέμμα... το βλέμμα του πληγωμένου κυνηγού ίσως αλλά δεν είχε σημασία...
Η Αρετή σηκώθηκε για να ντυθεί. Χρειαζόταν καθαρό αέρα... χρειαζόταν να φύγει από αυτό το δωμάτιο που η μυρωδιά του θύμιζε σήψη και το φως του είχε αντικατασταθεί από σκοτάδι. Η Έρικα την πλησίασε και την αγκάλιασε και στη συνέχεια τη βοήθησε να ντυθεί. Ούτε καν διανοήθηκε να τι ρωτήσει γιατί έπραξε έτσι. Θα της εξηγούσε από μόνη της όταν θα ήταν έτοιμη...

Την ίδια ώρα ο Αλέξανδρος πλησίασε το δωμάτιο της Αρετής. Είδε τον Ραζή να στέκεται έξω στο διάδρομο σε μικρή απόσταση από το δωμάτιο και να μιλάει σε κάποιον στο κινητό. Όταν απομακρύνθηκε μονολόγησε... με σένα θα λογαριαστώ αργότερα. Ο πόλεμος είχε ξεκινήσει και ένας συνεχής αγώνας αυτοεπιβεβαίωσης με συγκεκριμένους πρωταγωνιστές είχε ήδη διαγραφεί από το ίδιο το πεπρωμένο... νικητές και ηττημένοι θα βρίσκονταν υπόλογοι των πράξεων τους στο μέλλον... Η αδικίες έπρεπε να αποκατασταθούν πάση θυσία...

  
                                                                      ****************************

Η καρδία της Έλενας σαν να φτερούγιζε, αισθανόταν πολύ χαρούμενη. Ένιωσε πως έκανε το πρώτο βήμα προς την κατάκτηση της. Την αποκάλεσε με το μικρο της όνομα για πρώτη φορά και ένιωθε πολύ ευτυχισμένη. Ήταν σίγουρη πως θα τα ξαναλέγαν, όπως επίσης για τον καυγά που θα είχε το ζευγαράκι. Βέβαια είπε κάποια ψέματα και η ίδια ότι και καλά ανησύχησε και ο πατέρας της και πως πρόκειται για παρεξήγηση και αλλά τέτοια αλλά δεν είχε άλλη επιλογή... Ο μπαμπάς της πιθανόν δεν είχε ιδέα για τις φωτογραφίες και ουδέποτε θα ασχολούνταν με αυτές.... Ήταν συνηθισμένος σε κάτι τέτοια σκηνικά αφού στο παρελθόν αρκετές νεαρές προσπάθησαν να τον εκβιάσουν ή να του κάνουν γενικότερα κακό σκηνοθετώντας τέτοιες στιγμές. Πάντα τα τακτοποιούσε αθόρυβα με τον τρόπο του....και πότε δεν έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα στο θέμα. Ίσως και εδώ να ισχύει κάτι τέτοιο... εντυπωσιακή κοπέλα νέα τα ρίχνει σε πλούσιο κύριο με περίεργο σκοπό. Μια απορία είχε μέσα της όμως κάτι δεν της κολλούσε. Γιατί η Αρετή είπε ψέματα ότι ευθύνεται για το ατύχημα και ότι ο πατέρας της ήταν ο ήρωας της; Έπρεπε οπωσδήποτε να μιλήσει με τον πατέρα της. Τον κάλεσε αρκετές φορές αλλά έβγαινε ο τηλεφωνητής. Προτίμησε να του αφήσει ένα μήνυμα για να την πάρει πίσω ο ίδιος. Έτσι θα μπορούσε να καταστρώσει τις επόμενες κινήσεις. Η χαρά την πολύ μεγάλη και ήθελε να την μοιραστεί με κάποια φίλη. Τηλεφώνησε στην κολλητή της Άρτεμις μήπως και βγαίνανε για έναν καφέ, είχε τόσο πολλά να της πει... η θετική της απάντηση την χαροποίησε ιδιαίτερα...
Ξεκίνησε να ετοιμάζετε για τη πρωινή της έξοδο όταν την κάλεσε ο πατέρας της. Χάρηκε... επιτέλους σκέφτηκε. Όταν σήκωσε το τηλέφωνο κατάλαβε πως κάτι δε πήγαινε καλά δε πρόλαβε καν να τον καλημερίσει όταν της μίλησε πρώτος.
«Στείλε μου σε ένα μήνυμα τη διεύθυνση και το όνομα του δημοσιογράφου που έγραψε το ρεπορτάζ και δημοσίευσε τις περίεργες φωτογραφίες». Πήρε μια ανάσα ο Φίλιππος για να καταλαγιάσει τα νεύρα του και συνέχισε. «Μη το ξεχάσεις έχω ένα σημαντικό ραντεβού τώρα και θα αργήσω να ξεμπερδέψω... σ' αγαπάω μικρή μου... τα λέμε αργότερα». Της έκλεισε το τηλέφωνο απότομα.
Η Έλενα συν ειδοποίησε πως ο μπαμπάς ήταν έξω φρενών και άρον άρον έκανε ότι της ζήτησε. Δεν ήξερε τι ακριβώς έγινε αλλά δε τόλμησε να τον ενοχλήσει ξανά.

                                                                                     ****************************

Ο Αλέξανδρος βρήκε τις δυο φίλες να συνομιλούν χαμηλόφωνα. Μόλις τον είδαν σταμάτησαν απότομα... Πρόσεξε επίσης την πεταμένη ανθοδέσμη στο καλάθι. Πήρε μια βαθιά ανάσα, δεν ήθελε να πει κάτι μπροστά στην Έρικα. Την πλησίασε και τη φίλησε τρυφερά όπως πάντα.
Η Έρικα κατάλαβε πως ήταν η ώρα της να αποχωρίσει. «Σας αφήνω και εγώ... φιλενάδα περαστικά σου και πάλι... θα σε πάρω αργότερα» Τους χαιρέτησε και τους δυο. Ήθελε να φύγει... έπρεπε να σκεφτεί. Όλο το σκηνικό ήταν πολύ περίεργο...
Η Αρετή έμεινε μόνη της με τον Αλέξανδρο... ένιωσε αμήχανα ήθελε να του εξομολογήσει τα πάντα και να κλάψει στη αγκαλιά του. Εκείνος θα την προστάτευε όπως έκανε πάντα. Έπρεπε πρώτα να φύγει από αυτό το δωμάτιο, χρειαζόταν να αναπνεύσει... «Αλέξανδρε γλυκιέ μου πάμε σε παρακαλώ θέλω να πάω σπίτι μου». Τον χάιδεψε τρυφερά, της φάνηκε ότι τραβήχτηκε όμως... «Θέλω να μιλήσουμε... έχω τόσο πολλά να σου εξηγήσω...» Είχε αποφασίσει να είναι ειλικρινής...
Εκείνος εάν και η ζήλια μέσα του φούντωνε προσπάθησε να μη το δείξει.. Τη βοήθησε να βολέψει τα υπόλοιπα πράγματα και πρόσεξε το τσαντάκι της. «Βρήκες βλέπω το χαμένο τσαντάκι σου». Σχολίασε απλώς θα μάθαινε αργότερα τις λεπτομέρειες...
«Ναι ναι μου το έφεραν πιο νωρίς... ευτυχώς έχω τα κλειδιά μου και το κινητό πάλι». Ήταν έτοιμη. «Πάμε καρδιά μου». Του μίλησε γλυκά.
Στο αυτοκίνητο η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστη με πειράγματα σαν να μη συνέβη τίποτα. Η κίνηση ήταν απίστευτη εάν και Κυριακή οπότε θα τους έπαιρνε μισή ώρα να φτάσουν σπίτι της. Ήθελε να ξεκινήσει την κουβέντα αλλά δεν ήξερε πως. Άφησε τη σακούλα με τα πράματα της στο πίσω κάθισμα. Τότε πρόσεξε το περιοδικό, το ίδιο περιοδικό που της έδωσε και ο Ραζής με όλες τις φωτογραφίες τους. Ντράπηκε πραγματικά, ήξερε πως το θέμα εξομολόγηση δεν έπαιρνε αναβολή.
Ο Αλέξανδρος κατάλαβε αμέσως. Αποφάσισε να ανοίξει τη κουβέντα μόνος του σε ήρεμο τόνο. «Ξέρεις τι είναι αυτό το περιοδικό Αρετή;»
Δεν απάντησε όμως γρήγορα, έπρεπε να προετοιμαστεί. «Ναι δυστυχώς... πρέπει να σου εξηγήσω πολλά για τα χθεσινά για να μη με παρεξηγήσεις και εσύ σε παρακαλώ...»
«Γιατί ποιος άλλος σε παρεξήγησε... η φίλη σου ή ο Ραζής» Η φωνή του βάρυνε ξαφνικά σαν να είχε εξαντληθεί η υπομονή. «Κάνεις από το δυο φαντάζομαι... πρέπει να γνώριζαν την αλήθεια ειδικά ο Ραζής ο άμεσα εμπλεκόμενος...»
Στεναχωρήθηκε που της μιλούσε έτσι αλλά τον δικαιολόγησε. «Άσε με να σου εξηγήσω πρώτα και θα σου λυθούν όλες οι απορίες». Του χάιδεψε τα μαλλιά όπως συνήθιζε αλλά τραβήχτηκε απότομα... Παρόλα αυτά δεν απογοητεύτηκε, τον αγαπούσε πολύ και ήταν πανέτοιμη να παλέψει... «Είπα ψέματα να σε προστατεύσω να το ξέρεις, φοβόμουν τα κουτσομπολιά... ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι τρελός για δέσιμο... δε μπορείς να φανταστείς τι μου έχει πει... φοβήθηκα αλήθεια σου λέω »
Ο Αλέξανδρος εκνευρίστηκε. «Δηλαδή έτσι με προστάτευσες... με τα ψέματα σου; τι μαλακίες είναι αυτές ρε Αρετή... δεν ήθελες να προκαλέσεις σκάνδαλο και αναστάτωση;... τότε να σε πληροφορήσω πως ακριβώς αυτά πέτυχες». Πάτησε φρένο απότομα, σταμάτησαν κοντά σε ένα πάρκο. Έπρεπε να μάθει τα πάντα... το στήθος του έκαιγε από τη ζήλια.
Η Αρετή τρόμαξε, το σταμάτημα ήταν απότομο. Είδε τον καλό της να βγαίνει από το αυτοκίνητο νευριασμένα, γρήγορα κάθισε σε ένα παγκάκι. Τον ακολούθησε επίσης εκνευρισμένη. Δεν άντεχε άλλη τέτοια συμπεριφορά για σήμερα... «Άκουσε με σε παρακαλώ...» Του είπε με επίμονο ύφος,
Ξεκίνησε την αφήγηση της... η εξιστόρηση της άρχισε με τα κακόβουλα σχόλια της παρέας επειδή χόρεψε με τον Σταύρου. «Από τη στεναχώρια μου κατευθύνθηκα προς τη παραλία, ήμουν μόνη μου αρχικά μέχρι την ώρα που έφτασε ο Ραζής» Ο Αλέξανδρος αρνούνταν πεισματικά να την κοιτάξει... παρόλα αυτά την άκουγε προσεκτικά. Εκείνη συνέχισε την εξιστόρηση... «Χωρίς να ξέρω το γιατί άρχισε να μου επιτίθεται και να με προκαλεί, σχολίασε την ομορφιά του, το ότι είμαι αρκετά πονηρή, ότι η χθεσινή μου παρουσία είχε κάποιο σκοπό και άλλα τέτοια... μέχρι και τους γονείς μου κατηγόρησε».
Τη σταμάτησε. «Και γιατί δε με πήρες τηλέφωνο ή έστω να σηκωθείς να φύγεις;» «Εκτός και εάν σου άρεσε η παρέα του». Μετάνιωσε για την τελευταία του κουβέντα.
Η Αρετή τον κοίταξε θυμωμένη. «Εάν αυτό πιστεύεις για μένα τότε δεν υπάρχει κάνεις λόγος να συνεχίσουμε αυτήν την κουβέντα». Μη το κάνεις αυτό αγάπη μου δεν αντέχω άλλο... Παρακάλεσε από μέσα της. «Προσπάθησα να φύγω αλλά δε με άφηνε... με κράταγε σφιχτά... δεν ήθελα να φωνάξω γιατί φοβήθηκα πραγματικά... τι θα λέγανε οι καλεσμένοι... ήδη με κατηγόρησαν χωρίς λόγο»
«Αυτό είναι μια φτηνή δικαιολογία και το ξέρεις... Τελοσπάντων... έτσι εξηγούνται κάποιες από τις φωτογραφίες... οι άλλες που σας δείχνουν σαν να αγκαλιάζεστε;». Η ζήλια του ξαναφούντωνε, οι συσπάσεις του προσώπου φανέρωναν μια πρωτόγνωρη σκληρότητα...
«Παραπάτησα στην αρχή που συναντηθήκαμε και με κράτησε για να μη πέσω». Του απάντησε με άνεση. «Η εφημερίδα βέβαια τις τοποθέτησε σε τέτοια σειρά ώστε να φαίνεται ότι κάτι πιπεράτο συνέβη». Προσπάθησε να τον καλοπιάσει. «Ξέρω πως σε όλες τις φωτογραφίες φαινόμαστε σαν να μιλάμε τρυφερά ο ένας στον άλλον αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο... δεν υπήρχε τίποτα ρομαντικό απλώς η ψύχωση μαζί μου και η διαρκής του ανάγκη να με προσβάλλει». Γέλασε. «Η Έρικα τον φώναξε μανιακό και ψυχανώμαλο».
«Άρα η Έρικα έμαθε την αλήθειά πρώτη» πικραμένος την κοίταξε μες στα μάτια. Τα μάτια της δε λένε ποτέ ψέματα. Δε μπορούσε να διακρίνει κάτι, όποτε σιγά σιγά άρχισε να ηρεμεί...
«Βέβαια δε βάλανε τις καλύτερες φωτογραφίες... όταν τον χαστούκισα φυσικά»
Έκπληκτος κούνησε το κεφάλι. «Και το ατύχημα;»
Δεν είχε να πει και πολλά γι' αυτό. «Ατυχής στιγμή θα την έλεγα... τίποτα δε μου πήγε καλά... ενώ διαφωνούσαμε έπεσα και χτύπησα... για να γλιτώσω από αυτόν του είπα ότι είναι όλο δικό μου φταίξιμο... στη συνέχεια με μετέφερε πίσω στο σπίτι και τα παρακάτω τα ξέρεις».
Ήταν δύσπιστος ακόμη. «Εντάξει μέχρι εδώ αλλά γιατί σε επισκέφτηκε ο Ραζής σήμερα;»
Μαγκώθηκε ήθελε να του πει την αλήθεια αλλά προτίμησε να του πει τα πιο σημαντικά. «Στην αρχή ήρθε να μου αφήσει το τσαντάκι μου και μια ανθοδέσμη λουλούδια για τα περαστικά». Της προκαλούσε δυσφορία να τα θυμάται ξανά. «Δόθηκαν οι αμοιβαίες εξηγήσεις για το πως και επέλεξα να πω ψέματα για το ατύχημα... βέβαια δε με πίστεψε». Σκέφτηκε προσεκτικά την επόμενη πρόταση. «Όταν είδε τις φωτογραφίες επέστρεψε δριμύτερος... με κατηγόρησε πως όλα τα σχεδίασα εγώ και με πρόσβαλλε ξανά... η Έρικα και εγώ τελικά τον ξεφορτωθήκαμε... πίστεψε με δε θα μας ξαναενοχλήσει». Κάθισε δίπλα του στο παγκάκι. Πήγε να τον φιλήσει αλλά τραβήχτηκε...
Εκείνη την ώρα χτύπησε το κινητό της. Όταν προσπάθησε να το βγάλει από το τσαντάκι της εκείνο έπεσε από μπαταρία. Δε πρόλαβε να δει ποιος ήταν. Το κακό είχε γίνει αλλού. Της έπεσε η κάρτα και η επιταγή του Φίλιππου. Ο Αλέξανδρος τα κράταγε στα χέρια του. Σε έξαλλη κατάσταση σηκώθηκε όρθιος για να φύγει... λέγοντας πολύ άσχημες κουβέντες.
«Με δουλεύεις μου φαίνεται και εγώ ο μαλάκας κάθομαι και σε πιστεύω» Η οργή ξεχείλισε. «Και καλά δε τον ήξερες από παλιά και βρεθήκατε για πρώτη φορά χθες... ποιον δουλεύεις ρε Αρετή;» Την είδε που τον πλησίασε και της έκανε νόημα να σταματήσει. «Και η επιταγή γιατί σου την έδωσε; για την ψυχική οδύνη ή για τις υπηρεσίες σου;» Δε μπορούσε να κοντρολάρει τον εαυτό του. «Γαμώ το κέρατο μου μίλα ρε Αρετή... μίλα που να πάρει... πες κάτι... μια δικαιολογία».
Δε του είπε τίποτα στην αρχή, έβαλε τα κλάματα... «Με προσβάλλεις... για τόσο φτηνή με περνάς ;» Άρχισε να ζαλίζετε λίγο και από τη ζέστη. «Με παρεξήγησες και πάλι , σε παρακαλώ άσε μου σου εξηγήσω...»
Τη διέκοψε, δεν ήθελε να ακούσει άλλες δικαιολογίες... «Ώστε σε παρεξήγησα πάλι» Άνοιξε το πορτοφόλι του να της δώσει 20 ευρώ να πάρει ταξί. Πέταξε το χαρτονόμισμα προς το μέρος της. «Φεύγω να ηρεμήσω... μη με ενοχλήσεις... θα σε πάρω εγώ όταν το θελήσω» Σιχάθηκε τον ίδιο του τον εαυτό... «Πάρε ένα ταξί να σε πάει σπίτι». Κάπως έτσι μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε, δεν έριξε ούτε μια ματιά πίσω του... δεν υπήρχε γυρισμός άλλωστε...
Η Αρετή πήρε το χαρτονόμισμα στα χέρια της. Κάθισε στο παγκάκι και ξεκίνησε ένας νέος γύρος δακρύων... Το μαχαίρι είχε καρφωθεί δυνατά στην καρδιά της. Όσο και να προσπάθησε να τον δικαιολογήσει, όσο και να πάλεψε με τα αμέτρητα “γιατί” δεν κατάφερε να βρει απαντήσεις... είχε αναζητήσει και άλλες φορές λόγους και αφορμές και πάντα κατάφερνε να δώσει πειστικές δικαιολογίες... Τώρα είχε ξεμείνει... τίποτα δεν έβγαζε νόημα, από χθες ζούσε έναν παραλογισμό... ακόμη και το διάβολο Ραζή κατάφερε να πολεμήσει... Έλπιζε πως ο Αλέξανδρος θα στεκόταν ακλόνητος δίπλα της... μα εισέπραξε ένα ξερό αντίο και ένα χαρτονόμισμα στα μούτρα... Ένα ήταν σίγουρο και πέρα για πέρα αληθινό... πότε μα πότε δεν είχε νιώσει τόσο φθηνή στη ζωή της, ο άνδρας που αγαπούσε παράφορα την ανάγκασε να νιώσει έτσι... ναι κάποτε τον δικαιολόγησε τώρα όμως;

                                                                                  ***************************

Η Μαρθούλα προσπάθησε να επικοινωνήσει με την εγγονή της αλλά έβγαινε ο τηλεφωνητής. Μετά το όνειρο, η ανησυχία ήταν έκδηλη. Δε μπορούσε να ηρεμήσει. Έριξε δυο φορές τα χαρτιά και τις δυο το ίδιο αποτέλεσμα. Μια μαυρίλα και μια στεναχώρια στο φύλλο της. Σαν να πέρασε μεγάλη φουρτούνα. Εκτός από τον Αλέξανδρο έβλεπε και ένα άλλο άτομο αρσενικό να έχει μπει πλέον στη ζωή της. Θυμήθηκε τις κουβέντες που είπε στην εγγονή της την προηγούμενη εβδομάδα. Μακάρι να είχα άδικο Παναγία μου... το μόνο που θέλω να είναι καλά το κοριτσάκι μου, τα υπόλοιπα θα γίνουν. Τον Αλέξανδρο τον έβλεπε απόμακρο αλλά ακόμη στη ζωή της, σαν να τηρούσε στάση αναμονής... σίγουρα την αγαπούσε αλλά κάτι ή κάποιος τον κράταγε μακρυά . Τον άλλον άνδρα έβλεπε να την πλησιάζει πιο πολύ... να την πολιορκεί... δεν υπήρχε αγάπη μεταξύ τους, παρά μόνο ένα περίεργο δέσιμο, σαν οι γραμμές της ζωής τους ξαφνικά να συναντήθηκαν αναπάντεχα. Το χαρτί δε φανέρωσε κάτι προς το παρόν για τον άγνωστο άνδρα... μαυρίλα και δυστυχία μόνο αλλά ανήμπορος να μείνει μακριά από την Αρετούλα της. Η εγγονή της κράταγε το κλειδί πιθανόν για να ξεκλειδώσει την ταλαιπωρημένη καρδιά του. Γενικά υπήρχε μια αρνητικότητα σχετικά με αυτό το άτομο σαν κάτι να τον κρατούσε πίσω... σαν να είχε να παλέψει με τα φαντάσματα του παρελθόντος...
Ξαναπροσπάθησε να καλέσει την εγγονή της. Μάταιος ο κόπος και πάλι. Ένιωσε μια ξαφνική αδιαθεσία και ζαλάδα. Καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια ξάπλωσε στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Τα μάτια της βάρυναν επικίνδυνα, ανίκανα να κρατηθούν ανοιχτά. Βυθίστηκε σε ένα γλυκό ύπνο και μια ιστορία άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά της.

Μια νεαρή όμορφη κοπέλα με αρχοντικό παρουσιαστικό και μεθυστικά πράσινα μάτια χόρευε “αισθησιακά”, γεμάτο χάρη, μαζί με τις φίλες της τη διάρκεια ενός πανηγυριού..μάλλον σε κάποιο χωριό πολλά χρόνια πίσω. Τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα πάνω της. Τα μακρυά ξανθά της μαλλιά λαμπύριζαν κάτω από φως του φεγγαριού και το ελαφρώς σκούρο δέρμα του σώματος της βρισκόταν σε πλήρη αρμονία με το σκοτάδι. Ήταν δεν ήταν 15 με 16 χρονών, αλλά η τσαχπινιά της και ο τρόπος που λικνιζόταν, προκάλεσε τον θαυμασμό κυρίως του ανδρικού πληθυσμού. Τα ρούχα της λιτά και καθαρά σε μονόχρωμες αποχρώσεις ταίριαζαν απόλυτα με το χαρακτηριστικά του προσώπου της. Καθώς χόρευε τα βραχιόλια στα χέρια της ηχούσαν σχεδόν μελωδικά, διαταράσσοντας την ηρεμία της νύχτας. Το τραγούδι σταμάτησε και η κοπέλα μαζί με τις φίλες ξέσπασε σε γέλια. Η μητέρες τους τα φώναξαν να πλησιάσουν το τραπέζι τους για να φάνε. Οι άνδρες τους καθόταν παραπέρα και απολάμβαναν το ποτό. Η όμορφη κοπέλα αγνόησε τη μητέρα της και κατευθύνθηκε προς τον πατέρα της. Εάν και νεοφερμένοι στο χωριό οι οικογένειες τους δέθηκαν με τους ντόπιους. Μαζί με κάτι ντόπιους βρήκε τον πατέρα της να διασκεδάζει, έτρεξε γρήγορα στην αγκαλιά του. Φάνηκε πως τον αγαπούσε και την αγαπούσε πολύ. Μοναχοκόρη μου τη φώναξε και τη φίλησε στο μέτωπο. Κάποιος από την παρέα παίνεψε την ομορφιά της κόρη του και αυτός πέταξε από χαρά.
Γύρισε και είπε σε όλους με καμάρι. «Το μέλλον της θυγατέρας μου θα είναι λαμπρό...θα της χαρίζουν τον ουρανό και τα άστρα ...και θα βρει στο δρόμος της άνδρα να την αγαπάει πολύ και να την προσέχει».
«Και που το ξέρεις αυτό ρε Παντελή;» Τον ρώτησαν οι φίλοι του.
«Το ξέρω...το ξέρω... η μάνα μου το είδε στα χαρτιά... μένει στο πιο πέρα μαχαλά». Έπιασε την κοιλιά του. «Όλα τα βρίσκει σας λέω... χρυσές δουλειές κάνει».
«Για πες τι είδε δηλαδή... να ξέρουμε να στείλουμε και τις δικές μας γυναίκες εκεί.» Με μια φωνή κυριολεκτικά τον αναγκάσαν να συνεχίσει.
«Θα είναι καλότυχη η μοναχοκόρη μου στη ζωή της αρκεί να μην πιστέψει τα ψέματα ο αγαπητικός της τα ψέματα των γονιών του.» Κοίταξε την κόρη γεμάτος περηφάνια και την έδιωξε να πάει να παίξει. Μετά συνέχισε..«Σύμφωνα με τη μάνα μου στο χέρι της κόρης μου είναι εάν κατακτήσει τα πάντα... θα γνωρίσει σύντομα έναν νέο ίσως ντόπιος ίσως και όχι και θα ερωτευτούν».
«Τι έρωτες και πράσινα άλογα μας λες Παντελή... στην εποχή μας οι θυγατέρες με προξενιά παντρεύονται.....μας έγινες πολύ Ευρωπαίος» Γέλασαν και τον κορόιδεψαν.
«Συμφωνώ και εγώ μαζί, έτσι αντέδρασα στη αρχή...αλλά κανείς δε μπορεί να εναντιωθεί στη μάνα μου» Τους κοίταξε που γελούσαν. «Ο λόγος της “γιαγιάς Ντάβενας” όπως την αποκαλούσαν είναι διαταγή»..
«Καλά καλά άστα αυτά και πες τίποτα για κτήμα κοντά στο ποτάμι» Σίγουρα δεν τον είχαν πιστέψει και προσπάθησαν να αλλάξουνε την κουβέντα.
Η μικρή συνέχιζε να παίζει με τις φίλες της. Η ζωή της φαινόταν ξέγνοιαστη και χαρούμενη. Ένας άνδρας που καθόταν μαζί με τη δικιά του οικογένεια δε μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της....παρόλο που ήταν παιδί. Τη θαύμαζε εάν και δεν την είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του. Ήθελε πολύ να της μιλήσει αλλά κάτι τέτοιο ήταν επικίνδυνο για το χωριό. Σε κάποια φάση μια είδε μια μπάλα να έρχεται προς το μέρος του και το όμορφο κορίτσι να πλησιάζει προς το τραπέζι τους. Κράτησε τη μπάλα στα χέρια του και ύψωσε τα γαλάζια του μάτια να τη δει. Το κορίτσι του χαμογέλασε και τα δικά της πράσινα μάτια γυάλιζαν πονηρά.
«Σας ευχαριστώ πολύ κύριε». Του είπε όλο νάζι και έκανε την κίνηση να πάρει τη μπάλα.
Χαμένος μεταξύ πραγματικότητας και ψέματος δεν ήξερε τι να πει. Αρκέστηκε στο να της χαμογελάσει.
Του χαμογέλασε επίσης και γεμάτος θάρρος τον ρώτησε. «Πως σας λένε κύριε;....δε σας έχω ξαναδεί εδώ πέρα... ξένος είστε;» Η μητέρα της τη φώναξε και έπρεπε να φύγει. «Εμένα με λένε Αρετή κύριε...»
Το αθώο βλέμμα της τον γοήτευσε. Χαρούμενος για την ερώτηση απάντησε γρήγορα. «Χάρηκα πολύ Αρετή... έμενα με λένε Μανώλη... και μπορείς να πεις ότι είμαι ξένος. Είμαι σίγουρος ότι θα τα ξαναπούμε σύντομα».

Τα πρόσωπα δεν της έλεγαν κάτι. Δε γνώριζε σίγουρα κανέναν ούτε είχε κάποια υποψία. Το μόνο κοινό σε αυτήν την ιστορία είναι το όνομα της κοπέλας με την εγγονή της. Κάπως έτσι τέλειωσε το όνειρο της... οι τελευταίες αχνές εικόνες στο μυαλό της διαλυθήκαν αμέσως με το που άκουσε ένα κουδούνισμα. Ξύπνησε απότομα, προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτός ο θόρυβος. Άνοιξε την πόρτα αλλά κανείς δεν ήταν στην αυλή. Γύρισε πίσω στο σαλόνι και έψαξε για το κινητό της. Ο θόρυβος τελικά ήταν από κινητό της και πιο συγκεκριμένα το μήνυμα. Το διάβασε προσεκτικά...
ΓΙΑΓΙΑ ΕΙΜΑ ΚΑΛΑ ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ. ΞΕΚΙΝΗΣΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑ ΞΑΝΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ. ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΩ ΑΡΓΟΤΕΡΑ.ΦΙΛΙΑ ΤΟ ΤΕΡΑΤΑΚΙ ΣΟΥ”.
Η Μάρθα κοίταξε το ταβάνι και φώναξε δυνατά. «Πως μπορώ να την προστατεύσω μάνα όταν δεν μου λέει καν την αλήθεια;»
Φυσικά απάντηση δε πήρε... μόνη της έπρεπε να σκεφτεί τον τρόπο... όπως πάντα άλλωστε... δεν είχε ιδέα πως αλλά κάποιος θα της έδειχνε ένα σημάδι κάποια στιγμή...

                                                                             **************************

Σε κάποια άλλη μεριά της πόλης, ένας άνδρας κρατούσε ένα περιοδικό στο χέρι του χωρίς να έχει διάθεση να το ξεφυλλίσει... Ήταν και ο ίδιος καλεσμένος στην εκδήλωση αλλά δεν είχε όρεξη όμως αφού ένα κρύωμα τον ταλαιπωρούσε εδώ και αρκετές μέρες. Είχε στείλει το συνεργάτη του για να υπάρξει κάποιο θέμα αργότερα παρεξήγησης με τον οικοδεσπότη... Η συνεργασία τους μέχρι τώρα ήταν άψογη όποτε δεν ήθελε να περάσει τις λάθος εντυπώσεις. Ο συνεργάτης του την επομένη μέρα τον ενημέρωσε για τις λεπτομέρειες... Ο Αριστείδης πάντα απόφευγε τις παχιές κουβέντες και πολλούς επαίνους αλλά για κάποιον περίεργο λόγο δεν μπορούσε να σταματήσει τη φλυαρία από την ώρα που τον κάλεσε στο γραφείο του.....
Επαναλάμβανε τα ίδια πράματα με θαυμασμό... «Αφεντικό έχασες.... δε έχω να ξαναδεί τέτοιο θεσπέσιο πλάσμα στη ζωή μου... τυχερός ο Απόστολος... όλοι είχαν κολλημένα τα μάτια τους πάνω τους... όλοι μα όλοι σίγουρα επιθυμούσαν να χορέψουν με την νεαρή κοπέλα....»
Ο “αετός” τον μάλωσε... «Δε σε φώναξα εδώ για να μου μιλήσεις για μια γκόμενα... σε φώναξα για να μου πεις εάν είδες κανέναν από τους αντιπάλους μας... κάνεις σαν λιγούρης... λες και δεν έχεις ξαναδεί όμορφη κοπέλα ποτέ στη ζωή σου...»
Ο Αριστείδης επέμενε... «Ακόμη και εσύ που έχεις κυκλοφορήσει απίστευτα όμορφα τεκνά, θα υποκλινόσουν στην ομορφιά της... Να σου έφερε το περιοδικό να δεις και μόνος σου, τη συνοδεύει το αγόρι της στη δεξίωση που από ότι έμαθα εργάζεται με τον Απόστολο...»
«Αριστείδη δε μου τα λες καλά σύνελθε... δε θες να με εξοργίσεις... ξέρεις πως δε διαθέτω αρκετή υπομονή.... Λέγε τι έμαθες... πως τα πάνε οι άλλοι;» Του πέταξε το περιοδικό στο κεφάλι από τα νευρά του. Εκείνο έπεσε κάτω στο πάτωμα και άνοιξε ακριβώς στις φωτογραφίες της Αρετής και του Αλέξανδρου... λες και κάποια δύναμη το έκανε επίτηδες...
Όταν ο Αριστείδης τελείωσε την αναφορά, μάζεψε το περιοδικό από το πάτωμα και το πέταξε στο γραφείο του αφεντικού του... Με νόημα του λέει λίγο πριν αναχωρήσει... «Θα σε παραδεχόμουν εάν την έκανες δική σου... πραγματικά θα σου έβγαζα το καπέλο...»
Ο “αετός” κράτησε στο χέρι του την πηγή του σκανδάλου και χωρίς δεύτερη σκέψη ξεφύλλισε το περιοδικό φτάνοντας στις επίμαχες φωτογραφίες... τα μάτια του γυάλισαν σαν της γάτας που ήταν να κατασπαράξει το ποντίκι... ο Αριστείδης είχε δίκιο... η κοπέλα ήταν η λέξη αμαρτία προσωποποιημένη... Συνοδευόταν από ένα πολύ όμορφο νεαρό αλλά το περιοδικό στην πορεία είχε και άλλες φωτογραφίες της κοπέλας με κάποιον άλλον στην παραλία... εάν και ήταν αρκετά θολές ήταν σίγουρος πως ήταν η ίδια κοπέλα... Εκνευρισμένος έκλεισε το περιοδικό... μουρμούρισε κάτι.. τελικά όλες ίδιες είστε... είναι να μην σας δοθεί η ευκαιρία.... Συνέχισε τα σχόλια του... είναι πανέμορφη και παμπόνηρη όμως... μάλιστα ενδιαφέρον συνδυασμός... εύκολα μπορεί να πέσει κάποιος στην παγίδα σας δεσποινίς Αρετή Βασιλείου....Είχε ένα νέο ραντεβού και δεν είχε χρόνο για παιχνιδάκια... προτίμησε να μην παίξει με τη φωτιά, πάντα ακολούθαγε τα σίγουρα μονοπάτια... Φεύγοντας όμως του ξέφυγε το όνομα της κοπέλας ξανά... Αρετή Βασιλείου... θα το θυμάμαι αυτό το όνομα ποτέ δε ξέρεις...
Δε γνώριζε και ο ίδιος πως και ο ίδιος είχε το ρόλο του στην όλη ιστορία... την κοπέλα τη γνώριζε από παλιά... σίγουρα δε τη θυμόταν... σε λίγο καιρό ο πατέρας του θα του έλυνε αυτήν την απορία... από εκεί και έπειτα ο δρόμος του θα ακολουθούσε εκείνον της Αρετής... δεν θα είχε άλλη επιλογή άλλωστε... 

                                                                      *************************

Ο Φίλιππος εμφανώς ευχαριστημένος με την εξέλιξη στο νοσοκομείο, οδήγησε το αυτοκίνητο του προς τη διεύθυνση, που του είχε στείλει η κόρη του. Δεν είχε ξεπεράσει το θυμό του αλλά πίστευε πως μια μάχη είχε κερδηθεί. Δεν είχε μάθει να χάνει σε καμία περίπτωση, ειδικά εάν επιθυμούσε κάτι πολύ. Το ποσό της επιταγής ικανοποιητικό για μια νεαρή κοπέλα, θα μπορούσε να ψωνίσει ότι ποθούσε, θα μπορούσε να κάνει ίσως κάποιο ταξίδι, θα μπορούσε να κάνει αρκετά πράματα. Ενώ βρισκόταν στο αυτοκίνητο του μια γρήγορη σκέψη του πέρασε από το μυαλό. Δεν έχεις κανένα απολύτως λόγο να τη συναντήσεις πλέον... όλοι οι ανοιχτοί σας λογαριασμοί κλείσανε. Αυτό ήταν αλήθεια δεν υπήρχε καμία πρόφαση πλέον για να συναντηθούνε ξανά. Κανονικά θα έπρεπε να αισθάνεται χαρούμενος αλλά το συνεχές κάψιμο στη καρδιά τον εμπόδισε να πανηγυρίσει. Το υποσυνείδητο του τον ρώτησε... μήπως τελικά δε χαίρεσαι και τόσο πολύ που δε θα την ξαναδείς;. Πήρε μια βαθιά ανάσα, είχε μάθει να κοντρολάρει καλά τον εαυτό του, δεν είχε δικαίωμα να σκέφτεται τόσο ανούσια πράματα. Σταμάτα να σκέφτεσαι βλακείες Ραζή... γιατί να σου λείψει μια κοπέλα ψεύτρα και υποκρίτρια σαν την Αρετή; Αγνόησε τελείως τη μάχη μεταξύ καρδιάς και λογικής και συνέχισε την οδήγηση, απολαμβάνοντας τη χαλαρωτική μουσική στο ραδιόφωνο...
Ήταν λίγο μετά της μια το μεσημέρι όταν έφτασε στο πάρκινγκ της εφημερίδας. Είχε ήδη μιλήσει και συζητήσει με τον αρχισυντάκτη για το σκοπό της επίσκεψης του τηλεφωνικά, κλείνοντας του έτσι ένα ραντεβού. Ανέβηκε στον 2ο όροφο και ενημερώθηκε από τη γραμματέα πως ο Γιώργος Αναγνώστου τον περίμενε ήδη στο γραφείο. Μπήκε μέσα και αντίκρισε ένας κύριο μπροστά σε μεγάλο οβάλ γυάλινο γραφείο και έναν άλλον καθισμένο σε μια πολυθρόνα μπροστά από το γραφείο. Προχώρησε και έδωσε τα χέρια του στον πρώτο κύριο...
«Κύριε Αναγνώστου χάρηκα πολύ για τη συνάντηση μας». Δεν ήταν και πολύ δύσκολο να μαντέψει κάνεις ποιος είναι ο αρχισυντάκτης.
Ο Αναγνώστου σηκώθηκε από το γραφείο του «Ο κύριος Ραζής υποθέτω... και εγώ χάρηκα πολύ για τη γνωριμία». Του έδωσε επίσης τα χέρια και προχώρησε γρήγορα στο κυρίως θέμα. «Είστε επιχειρηματίας κύριε Ραζή οπότε ο χρόνος σας είναι πολύτιμος... έκανα αυτό που μου ζητήσατε... ελπίζω να κρατήσετε από τη μεριά σας την υπόσχεση που μου δώσατε».
Τον κοίταξε και μια υποψία χαμόγελου σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Τελικά δεν ήταν και πολύ δύσκολο να πάρει τις πληροφορίες που ήθελε... «Φυσικά ο λόγος μου είναι σπαθί, αρκεί να πάρω ικανοποιητικές απαντήσεις». Έστρεψε το βλέμμα του προς τον άλλον κύριο.
«Κύριε Ραζή να σας συστήσω....ο κύριος Ευθυμίου... Νικόλαος Ευθυμίου ο ρεπόρτερ, που επιμελήθηκε τη συγκεκριμένη στήλη». Του έκανε νόημα να σηκωθεί. «Ο Νίκος θα σας αποκαλύψει ποιος του έδωσε της φωτογραφίες από τη χθεσινή βράδια και πιο συγκεκριμένα τις επίμαχες στην παραλία».
«Χάρηκα κύριε Ευθυμίου... ελπίζω να με βοηθήσετε.. και εγώ όπως σας υποσχέθηκα θα παραχωρήσω αποκλειστική συνέντευξη σε σας και κατ' επέκτασιν στο περιοδικό σας». Δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει τα χρήματα σε συγκεκριμένη περίπτωση, απλώς τους έδωσε αυτό που επιθυμούσαν περισσότερο...
Ο Νίκος σηκώθηκε και έγνεψε καταφατικά....«Αφού ο λόγος σας είναι σπαθί λοιπόν δεν έχω κανένα λόγο να μη σας πιστέψω... χρειάζεστε ένα όνομα και τις λοιπές φωτογραφίες που έχω στην κατοχή μου;»
«Ακριβώς και από έμενα θα έχετε μια αποκλειστική συνέντευξη στην οικία μου εάν θέλετε η στο γραφείο μου με έναν όρο». Έπρεπε να το τονίσει τη λέξη όρο για να μη βρεθεί μπροστά σε δυσάρεστες ερωτήσεις. «Μπορείτε να με ρωτήσετε τα πάντα εκτός από τα γεγονότα της χθεσινής νύχτας».
«Τότε συμφωνούμε σε όλα». Απάντησαν ταυτόχρονα οι δυο άνδρες.
Ο Νίκος έβγαλε από σακάκι του ένα μικρό φάκελο και τον παρέδωσε στο Φίλιππο. «Εδώ μέσα θα βρείτε ότι ψάχνεται... το όνομα και ένα φλασάκι με τις υπόλοιπες φωτογραφίες... φυσικά δεν υπάρχουν αντίγραφα».
Ο Φίλιππος τους ευχαρίστησε. «Ευχαριστώ πολύ για τη συνεργασία σίγουρα δε θα βγείτε ζημιωμένοι». Πήρε το φάκελο και αναχώρησε προς το αυτοκίνητο του και πάλι.
Κάθισε με την ησυχία του στο πάρκινγκ ώστε να μελετήσει το φάκελο. Τον άνοιξε προσεκτικά και βρήκε ένα ένα κίτρινο χαρτί με ένα όνομα γραμμένο πάνω του. -- Ιωάννης Παπαπέτρου - πολίτικος μηχανικός - κτηματομεσίτης -- . Το συγκεκριμένο όνομα δε του έλεγε τίποτα αλλά δεν ήταν και το όνομα που περίμενε. Κοίταξε το όνομα ξανά και ξανά δε μπορούσε να το πιστέψει. Μα τι στην ευχή είναι αυτό... ποιος είναι ο Ιωάννης Παπαπέτρου... δε μπορεί να έκανα τόσο λάθος... όχι όχι δεν έκανα είμαι σίγουρος πως όλα τα κανόνισε ο Σταύρου μαζί με την Αρετή και πολύ πιθανόν το φίλο της. Τα είχε χαμένα πριν από τρία λεπτά ήταν απόλυτα σίγουρος πως η Αρετή δε βρέθηκε τυχαία σε αυτήν τη δεξίωση, πως ο Σταύρου τη χρησιμοποίησε για να κερδίσει όσον το δυνατό περισσότερα από χρηματικής απόψεως κατά διάρκεια των συζητήσεών τους για το ξενοδοχείο στην Χαλκιδική... Ο Πέτρος και ο ίδιος χρειαζόταν τον Σταύρου για να προχωρήσει η επένδυση του οικοπέδου δίπλα στη θάλασσα, ο Απόστολος το γνώριζε καλά και γιατί όχι να μην επωφελούνταν άμεσα από την παρέμβαση του. Όλα στο μυαλό είχαν μια λογική εξήγηση αλλά τώρα... τα είχε χαμένα... ο πύργος από άμμο στην παραλία μόλις είχε γκρεμιστεί με ένα βίαιο τρόπο... οι δικαιολογίες μετατράπηκαν σε τύψεις, και η χαρά της νίκης σε βουβό τοπίο με γκρίζα σύννεφα...
Εκνευρισμένος χτύπησε δυνατά το τιμόνι του αυτοκίνητου. Ακόμη και τώρα δε πίστευε ότι είχε κάνει λάθος ή πιο σωστά μισούσε την ιδέα ότι είχε κάνει λάθος. Ξαναχτύπησε το χέρι του στο τιμόνι και άρχισε να βρίζει. Τι στο διάολο συνέβη... γιατί τέτοια εμμονή πλέον... τελικά έσφαλα... δεν θέλω να το παραδεχτώ αλλά έσφαλα... ήμουν τόσο σίγουρος πως η συγκεκριμένη κοπέλα δεν ήταν και τόσο αθώα... και τώρα αποδεικνύεται πως... πως... Δεν μπορούσε να πει τις παρακάτω λέξεις. Ο εγωισμός του δε του το επέτρεπε. Ο στοχασμός του συνεχίστηκε... πιο δυνατά αυτή τη φορά. Μα και η ίδια το παραδέχτηκε πως το όλο σκηνικό ήταν σχεδιασμένο... πήρε και τα λεφτά μου....Έβαλε μπρος το αυτοκίνητο και μόλις βγήκε στο δρόμο ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα. Οι σκέψεις του ξεχείλιζαν σαν ποτάμι που έχει φουσκώσει από τη βροχή. Δε μπορούσε να αναπνεύσει, πνιγόταν... για μια ακόμη φορά ηττήθηκε από εκείνην. Ούτε το όνομα της δε μπορούσε να πει, όχι από ντροπή σίγουρα ίσως από αλαζονεία αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρος. Έκοψε λίγο ταχύτητα και θυμήθηκε αμέσως τα μάτια της, το κοίταγμα της και το άγγιγμα της... μόνο μια σκέψη σιγόπαιζε στο μυαλό του... δεν θα το παραδέχονταν ποτέ αλλά η σκέψη δεν έφευγε... είχε ριζώσει για τα καλά μέσα του. Το κενό του άρχισε να γεμίζει και η επιθυμία να την ξανασυναντήσει σύντομα τον τρόμαζε... είχε παίξει τα ρέστα του και ηττήθηκε από ένα πιο πονηρό αντίπαλο... δεν είχε άλλες δικαιολογίες... Δεν χρειαζόταν όμως δικαιολογίες... τα λόγια ήταν περιττά, θα μιλούσαν τα μάτια από εδώ και πέρα...

                                                                      **************************

Η Αρετή είχε γυρίσει σπίτι της. Έβαλε το κινητό της να φορτίσει και μόλις το άνοιξε διαπίστωσε μετά λύπης της πως είχε κλήσεις από την κολλητή της και τη γιαγιά της αλλά καμία από τον Αλέξανδρο. Κάθισε στο μικρο καναπέ και από την ώρα που ήρθε δε κουνήθηκε. Μόνο φρόντισε να στείλει μηνύματα στη Μαρθούλα και στην Έρικα για να μην ανησυχούνε. Είχε δίπλα της ένα ποτήρι νερό και καθόταν κυριολεκτικά πάνω από το κινητό μην τυχόν χτυπήσει. Ένα και μοναδικό τηλεφώνημα περίμενε από ένα και μοναδικό άτομο. Το φως του ήλιο προσπαθούσε με βια να διαπεράσει τις κουρτίνες της ώστε να φωτίσει λίγο την σκοτεινιασμένη ψυχή της. Η ώρα είχε πάει σχεδόν τρεις το μεσημέρι. Η κοιλιά της άρχισε να κάνει περίεργους θορύβους αλλά τους αγνόησε. Πέρασαν δυο ώρες σχεδόν αλλά τίποτα. Αποφάσισε να του τηλεφωνήσει. Ένιωσε εξαντλημένη από τη σημερινή υπερπροσπάθεια, ένιωσε πως έπρεπε να πείσει τους πάντες ότι δεν είναι ελέφαντας. Κανείς δεν τη πίστεψε βέβαια αλλά στον Αλέξανδρο όφειλε περισσότερες εξηγήσεις. Σχημάτισε τον αριθμό του, το κινητό του καλούσε αλλά μετά από πολλά “χτυπήματα” έβγαινε ο τηλεφωνητής. Δε το ακούει ή δε θέλει να απαντήσει... μάλλον είναι πολύ θυμωμένος μαζί μου. Συνειδητοποίησε με λύπη. Ελπίζω να με πάρει πίσω ο ίδιος... ελπίζω να μου δώσει την ευκαιρία να του εξηγήσω... ελπίζω να μπορεί να με συγχωρέσει. Η ιδέα μόνο και μόνο την τρόμαζε. Δε μπορεί ο Αλέξανδρος να πάψει να με αγαπάει... όχι δε γίνεται... δε μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο... δεν μπορεί να γκρεμιστεί κάτι δυνατό τόσο εύκολα.... θα παλέψω μέχρι τέλους...
Προσπάθησε να μην κλάψει πάλι, είχε βαρεθεί να κλαίει όλη μέρα σήμερα και να δίνει εξηγήσεις. Συνέχισε να κάθεται στον καναπέ και να περιμένει. Τα λεπτά κυλούσαν και ο πόνος μέσα της μεγάλωνε. Ήταν δυνατή και δεν είχε μάθει να εγκαταλείπει τόσο εύκολα τον αγώνα. Ξανακάλεσε τον αγαπημένο της αλλά πάλι το ίδιο πράμα. Πήρε την απόφαση να του αφήσει μήνυμα στον τηλεφωνητή. Έλπιζε πως θα δε θα την αγνοούσε για την υπόλοιπη μέρα.
«Αλέξανδρε σε παρακαλώ πάρε με πίσω όταν μπορέσεις... με παρεξήγησες... εγώ φταίω... εάν σου εξηγήσω θα με καταλάβεις... το έκανα για να γλιτώσω από αυτόν τον τρελό... θα την σκίσω την επιταγή μπροστά σου... σ' αγαπάω... ελπίζω και εσύ ακόμη».
Έκλεισε το τηλέφωνο και σηκώθηκε να βρει την επιταγή. Την κράτησε στα χέρια της, την ένιωθε βαριά και βρώμικη. Ήθελε να τη σκίσει αλλά κάτι μέσα της την απέτρεψε. Ένα μήνυμα στο κινητό την γέμισε χαρά, ήταν ο Αλέξανδρος... επιτέλους αγάπη μου. Ξεκίνησε να το διαβάζει... Μη με ενοχλήσεις ξανά... φαίνεται πως δε με χρειάζεσαι πλέον... έχεις βρει ήδη κάποιον να με αντικαταστήσει με περισσότερα χρήματα .... είναι καλύτερα έτσι να μείνουμε για λίγο χώρια... πικράθηκα πολύ... να προσέχεις τον εαυτό σου...
Διάβαζε και ξαναδιάβαζε το μήνυμα. Δε μπορούσε να το πιστέψει....αποκλείεται ψέματα ψέματα ο Αλέξανδρος με αγαπάει δε θα μου ζητούσε ποτέ να χωρίσουμε. Τα δάκρυα που με τόσο κόπο προσπάθησε να συγκρατήσει την προηγουμένη ώρα, άρχισαν να τρέχουνε ασταμάτητα. Ήταν σίγουρη πως τα έγραψε όλα αυτά εξαιτίας του θυμού και της ζήλιας του. Δεν του απάντησε ήθελε να καθίσει να σκεφτεί. Πως έμπλεξα έτσι Παναγία μου... για όλα φταίει αυτός ο τρελός με τις εμμονές του... μακάρι να μη βρεθεί στο δρόμο μου ποτέ ξανά. Στο μυαλό της επανερχόταν οι σκηνές της παραλίας. Ήταν σίγουρη πως έπραξε σωστά, έπρεπε να προστατέψει τον Αλέξανδρο, άλλωστε αυτήν την υπόσχεση του είχε δώσει... του έλεγε σε κάθε ευκαιρία... πάντα θα είμαι δίπλα σου. Τα δάκρυα της δε λέγανε να κοπάσουν. Μόνο όταν άρχισαν να στερεύουν από μόνα τους τότε το πρόσωπο της ησύχασε...
Άρχισε να ζαλίζεται από την στεναχώρια της και ίσως και από την πείνα. Σηκώθηκε να δει τι έχει στο ψυγείο... τίποτα το ενδιαφέρον εκτός από μερικά αβγά και φρούτα. Δε έπρεπε να κάνει άλλο κακό στον εαυτό της. Άνοιξε τις κουρτίνες να μπει το φως του ήλιου και λίγο το παράθυρο της για να μπει καθαρός αέρας. Δεν είχε πολύ όρεξη για κουβέντα αλλά προτίμησε να τηλεφωνήσει στη φίλη της. Την παρακάλεσε να έρθει να τη δει, φέρνοντας και τίποτα να φάνε. Δε μπορούσε να περάσει το απόγευμα τελείως μόνη της, θα τρελαινόταν. Ένα βράδυ είναι θα περάσει... όλα θα γίνουν όπως πριν... σκέφτηκε ξεγελώντας τον εαυτό της... θα ξυπνήσω αύριο το πρωί και θα έχει περάσει ο εφιάλτης...
Δε γνώρισε πως τίποτα δε θα ήταν το ίδιο από την επόμενη μέρα κιόλας. Είχε κάνει ήδη την επιλογή της παρόλο που ζούσε στην άγνοια. Η μοίρα είχε ήδη καθορίσει το δρόμο της και η μεταμόρφωση δεν απείχε και πολύ χρονικά. Το παιχνίδι είχε ξεκινήσει και για εκείνην... το θέμα ήταν ποιον βασιλιά θα επέλεγε να προστατεύσει... εκείνον με το αγγελικό πρόσωπο που της παρείχε ασφάλεια όλα αυτά τα χρόνια αλλά οι αντιδράσεις του έκρυβαν ένα γρίφο για δυνατούς λύτες ή αυτόν με το διαβολικό... που αμέσως την χαρακτήρισε με τα χειρότερα λόγια, την πλήγωσε, την πρόσβαλε άπειρες φορές χωρίς ενοχές και στην πορεία δεν κατάφερε ούτε συγγνώμη να ζητήσει... Ο Φίλιππος πολύ απλά δε γνώριζε τη δύναμη της συγχώρεσης... είχε ξεχάσει τη γλύκα της ζωής... ίσως θα έπρεπε να του διδάξει κάποια πράματα ξανά... ίσως τον έβλεπε να χαμογελάει στο τέλος... ίσως τελικά ο πόνος ήταν αναπόφευκτος μαζί του. Ο δε Αλέξανδρος ίσως μετάνιωνε για τη συμπεριφορά του, ίσως και όχι... θα επέλεγε να τον προστατεύσει στο μέλλον και πάλι με ένα ψέμα... το ίδιο ψέμα που την ανάγκασε να μπλέξει σε αυτή τη δίνη συναισθημάτων και ατυχών επιλογών... το σκοινί μεταξύ τους είχε σπάσει...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου