Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΝΤΕ


Είχε περάσει ήδη μια εβδομάδα. Η Αρετή βρισκόταν την περισσότερη ώρα σπίτι της. Κάποιες ώρες αφιέρωνε και στη βιβλιοθήκη μιας που οι εξετάσεις θα ξεκινούσαν σύντομα. Εάν και είχε λίγα μαθήματα το μυαλό της δεν ήταν συγκεντρωμένο... όλες αυτές τις μέρες μίλησε στο τηλέφωνο με την Έρικα αρκετές φορές αλλά μόνο μία με τον Αλέξανδρο. Η ίδια είχε δοκιμάσει να επικοινωνήσει μαζί του κάμποσες φορές αλλά μάταιος ο κόπος. Την αγνοούσε συνεχώς. Δε μπορούσε να κατανοήσει το πείσμα και το θυμό του... ούτε η ευκαιρία να του εξηγήσει δε της δόθηκε. Τη μία και μοναδική φορά που απάντησε στο κινητό, την αποπήρε και πάλι, λέγοντας σκληρές κουβέντες. Με κάθε λέξη του αισθανόταν ακόμη πιο “φθηνή” και πιο “μικρή”. Σίγουρα δεν άξιζε τέτοια συμπεριφορά. Εάν και ήταν στεναχωρημένη προσπάθησε να μην καταλάβει κάτι η γιαγιά της. Μιλάγανε καθημερινά και όταν της υποσχέθηκε ότι μετά τις εξετάσεις θα έρθει για δυο εβδομάδες στο χωριό πέταξε από χαρά. Ψέματα ψέματα και πάλι ψέματα... μήπως ζω τελικά σε ένα ψέμα; αναρωτήθηκε. Είχε ψωνίσει τα βασικά... αυγά, μακαρόνια και κανένα φρούτο, δε κατέβαινε τίποτα κάτω. Το διάβασμα εάν και γινόταν με ρυθμούς χελώνας με κάποιο μαγικό τρόπο απέδιδε. Σε 10 μέρες σχεδόν ξεκινούσαν οι εξετάσεις, πέντε μαθήματα την χώριζαν από το πτυχίο...
Έκανε διάλειμμα, ετοιμάζοντας το δεύτερο καφέ της ημέρας. Άνοιξε λίγο τη τηλεόραση εάν και τις προηγούμενες μέρες το απέφευγε. Πέτυχε μια συνέντευξη ενός προσώπου γνώριμο και ταυτόχρονα μισητό. Κομψά ντυμένος ο Φίλιππος Ραζής απάνταγε στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου με άνεση μπροστά στο φακό χωρίς φόβο. Τα μάτια του δήλωναν την αποφασιστικότητα του. Τελικά όταν έχεις λεφτά μάλλον δε φοβάσαι τίποτα... σκέφτηκε και συνέχισε να τον χαζεύει. Το πρόσωπο του δε φανέρωνε σχεδόν κανένα συναίσθημα. Ακόμη και κάποια υποψία χαμόγελου, φαινόταν πολύ ψεύτικη. Γιατί έπρεπε να δω αυτόν το μαλάκα... για να μου χαλάσει περισσότερο η διάθεση μου; Έκλεισε τη τηλεόραση και θυμήθηκε την κουβέντα με την Έρικα. Οι πέντε χαρακτηρισμοί που απέδωσε στο συγκεκριμένο άνθρωπο ήταν μισογύνης, σκληρός, ξεροκέφαλος, εγωιστής και τελειομανής. Την είχε ενημερώσει πως ο Ραζής έχει μια κόρη εξίσου τρελή και επικίνδυνη σαν και αυτόν και πως είχε χάσει τη γυναίκα του σε τροχαίο πριν από πολλά χρόνια.
Ξαφνικά ένιωσε το πόνο του. Δύσκολο πράμα να χάνεις τη γυναίκα που αγαπάς, η μοναξιά σε κάνει να συμπεριφέρεσαι αλλόκοτα. Το έχω περάσει και εγώ. Κρίμα... Εάν δε τη κατσάδιαζε το υποσυνείδητο της θα συνέχιζε να τον λυπάται. Τι στην ευχή κάνεις... πόσο ηλίθια μπορεί να είσαι... δικαιολογείς αυτόν τον γελοίο... αρκετά προβλήματα σου δημιούργησε.... εσένα να δω ποιος θα σε λυπηθεί. Επανήλθε αμέσως στην πραγματικότητα. Ένα μήνυμα στο κινητό την έκανε να χαμογελάσει και να ξεχάσει τη μιζέρια της. Δεν άντεχε άλλο ήθελε να βγει έξω να διασκεδάσει, να πιει και ξεχάσει. Η φίλη της πάντα την καταλάβαινε καλύτερα από όλους. Είχε κανονιστεί το όλο θέμα πολύ γρήγορα, απόψε είχε έξοδο με τα κορίτσια σε κάποιο χλιδάτο μπαρ. Η πρόταση της Έρικας τη χαροποίησε έστω προσωρινά, δε μπορούσε να πει όχι.... είχε ανάγκη λίγη μουσική και χορό... πάντα ξεχνιόνταν με το χορό...

                                                                                         *******************************

Η Έλενα περπάταγε πάνω κάτω προβληματισμένη. Δεν είχε όρεξη για φαγητό. Ο Αλέξανδρος είχε επικοινωνήσει μαζί της μια φορά. Βγήκαν για καφέ για καμία ώρα αλλά μόλις τον είδε τρόμαξε. Δεν τον αναγνώρισε λες και είδε φάντασμα. Φορούσε λόγω δουλειάς ένα υπέροχο γκρι σακάκι αλλά το πρόσωπο του ήταν σκοτεινό. Είχε χάσει τη λάμψη του, ενώ τα χείλια με δυσκολία σχημάτιζαν κάτι σαν χαμόγελο. Οι μαύροι κύκλοι μαρτυρούσαν την έλλειψη ύπνου. Η αισθησιακή φωνή του αντικαταστάθηκε από μια βραχνάδα σαν να κάπνισε ένα πακέτο τσιγάρα σε λίγες ώρες... λιγομίλητος και κακοδιάθετος. Η συνάντηση τους ήταν τυπική περισσότερο για να την ευχαριστήσει κυρίως για τις πληροφορίες του περιοδικού.
Χαρακτηριστικά της δήλωσε... «Σε ευχαριστώ, μου άνοιξες τα μάτια». Ήπιε μια γουλιά καφέ. «Εάν δεν ήσουν εσύ θα είχα πλήρη αγνοία. Γνωρίζω πως και εσύ είσαι σε δύσκολη θέση λόγω του πατέρα σου».
Η Έλενα χαχάνισε μάλλον υπερβολικά. «Σιγά τι δύσκολη θέση οι οικογένεια μας δε καταλαβαίνει από αυτά και ειδικά ο μπαμπάς μου. Στο παρελθόν έχουν τραβηχτεί άπειρες φωτογραφίες του με κοπέλες κυρίως της μιας νύχτας αλλά πάντα όλα καλύπτονται αθόρυβα» Με την τελευταία της φράσης κέρδισε το ενδιαφέρον του.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε επίμονα και ένιωσε τη ζήλια να τον κυριεύει.
«Ε δε καταλαβαίνεις... ξέρεις πως είναι με τους πλούσιους άνδρες... όλες προσπαθούν να τους τυλίξουν» Επέλεξε να είναι προσεκτική με τις λέξεις. «Ο μπαμπάς μου δεν αποτελεί εξαίρεση... παραμένει γοητευτικός ακόμη και σε αυτήν την ηλικία. Έχει τον τρόπο του με τις γυναίκες αλλά ποτέ δεν αποζητά συναισθηματική δέσμευση. Θέλει να ξεφορτωθεί εύκολα γυναίκες που τον ενοχλούν και το χρήμα είναι ο καλύτερος τρόπος να το πετύχει».
Ο Αλέξανδρος έγνεψε καταφατικά. «Πίστεψε με σε καταλαβαίνω απόλυτα...» Απότομα ζήτησε να πληρώσει. «Πρέπει να φύγω... συγγνώμη» της είπε και χωρίς να τη χαιρετήσει έφυγε από τη καφετέρια.
Η Έλενα ήταν σίγουρη πως ο Αλέξανδρος ζήλεψε τον πατέρα της. Του είχε εξηγήσει πως πρόκειται για παρεξήγηση αλλά προφανώς δε την πίστεψε. Επίσης σίγουρα είχε μαλώσει με την Αρετή... τα μαύρα του τα χάλια τον πρόδωσαν. Τι συνέβη όμως ακριβώς δε το γνώριζε ούτε και εάν υπήρχε κάποια εξέλιξη. Ο πατέρας της σίγουρα δεν είχε καμία σχέση με τη κοπέλα, αφού ο βρέθηκε και ο ένοχος που παρέδωσε τις φωτογραφίες στο περιοδικό. Ήταν ο γιος ενός παλιού συνεργάτη του και η ίδια είχε μια εφήμερη σχέση μαζί του. Προφανώς πρόσεξε εκείνο το βράδυ τη τυχαία συνάντηση του μπαμπά της με την Αρετή και πλήρωσε κάποιον για να τραβήξει μερικές φωτογραφίες ώστε να προκαλέσει αναστάτωση στην οικογένεια τους... Ουσιαστικά τίποτα το ενδιαφέρον όλα συνέβησαν τυχαία και κάποιος απλώς εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση. Ο Αλέξανδρος όμως συνέχισε να είναι θυμωμένος μαζί της. Προσπάθησε να του μιλήσει τηλεφωνικά και χθες αλλά πάλι δεν είχε όρεξη. Σήμερα όμως θα προσπαθούσε ξανά με σκοπό να τον πείσει να βγούνε έξω για ένα ποτό, θα τον πίεζε παραπάνω.... Μάλιστα θα έπαιρνε και την κολλητή της μαζί για να μη προδοθεί. Έστειλε μήνυμα στην Άρτεμις και η θετική της απάντηση δεν άργησε να έρθει.

                                                                                                    *************************

Ο Φίλιππος καθόταν στο γραφείο του... νευρικά έπαιζε με το στυλό. Όλη την εβδομάδα είχε νεύρα. Δε γνώριζε το γιατί απλώς χρειαζόταν κάπου να ξεσπάσει. Κοίταξε τη φωτογραφία της γυναικάς του Τη φίλησε και σκέφτηκε τα χαρούμενα χρόνια που ζήσανε μαζί. Είμασταν πολύ ευτυχισμένοι και με τα λίγα τον πρώτο καιρό. Ποτέ δε μου είπες ψέματα, ποτέ δεν αγανάκτησες μαζί μου ποτέ δε μου γκρίνιαξες και το κυριότερο με φρόντιζες και με αγαπούσες. Τα σκεφτόταν όλα αυτά με θλίψη σαν ένα κομμάτι του εαυτού του να έλειπε. Μονολόγησε και πάλι... Δύσκολο πράμα η αγάπη, δύσκολο πράμα και οι γυναίκες... Ειδικά τη σημερινή εποχή... η αγάπη έρχεται με πολλούς όρους και υποσχέσεις. Οι δε γυναίκες χωρίς εξαιρέσεις βάζουν τα θέλω τους πιο πάνω από τη ευτυχία. Η δε γλώσσα τους απίστευτη αλλά και το θράσος τους ακόμη χειρότερο. Η καρδία του δε μπορούσε να ξεχάσει με τίποτα. Το όνομα Αρετή σχηματίστηκε νοερά στο μυαλό του. Η ματαιοδοξία τον ανάγκασε να σβήσει αυτό το όνομα γρήγορα αλλά η καρδιά δε του το επέτρεπε. Προσπάθησε με δυσκολία να θυμηθεί τα αρνητικά του χαρακτήρα της. Θρασύς, ψεύτρα, ξεροκέφαλη πονηρή και όμορφη... και η ομορφιά σίγουρα είναι ένα καταστρεπτικό όπλο .Έτσι κατάφερε να πείσει τον εαυτό του πως δεν άξιζε να ασχοληθεί άλλο μαζί της. Είναι Σάββατο σήμερα... πρέπει να σκέφτομαι πως θα περάσω όμορφα.
Είχε μιλήσει ήδη με τον Πέτρο και είχαν συνεννοηθεί για τη βραδινή έξοδο. Σίγουρα δε θα πρωτοτυπούσαν και θα κατέληγαν στο στέκι τους στα ανατολικά κοντά στην θάλασσα. Μαζί τους θα τους βρισκόταν ένας ακόμη άνδρας ο Παύλος Θεοχάρης, γνωστός στους κύκλους και ως
“καζανόβας”. Δεν πήγαινε μια τον χαρακτήρα του εξαιτίας της υπέρμετρης αλαζονείας που αναδείκνυε ανά καιρούς. Ορκισμένος εργένης εάν και κόντευε τα 40 με ενδιαφέρον παρουσιαστικό και τρομερό λέγειν. Η οικογένεια του ασχολούνταν με τις εξαγωγές κρασιού. Πολύ καλός φίλος με τον Πέτρο από τα χρόνια του στρατού ακόμη. Έπρεπε να τον ανεχτεί. Χαιρόταν φυσικά όχι για τη παρουσία του Παύλου αλλά των δυο θηλυκών υπάρξεων...
θεϊκών θηλυκών κατά τα λεγόμενα του κολλητού του. Τα είχε όλα κανονισμένα μιας που έλειπε η Μυρτώ για το Σαββατοκύριακο. Εμπιστευόταν το φίλο του σε αυτά τα θέματα, άλλωστε είχε μουχλιάσει και χρειαζόταν να ξεδώσει. Το ραντεβού είχε κανονιστεί για τις δέκα το βράδυ. Η διακριτικότητα του ιδιοκτήτη του μπαρ τους επέτρεπε να χαλαρώνουν και να μην αγχώνονται για ανούσια κουτσομπολιά. Πολλές πιτσιρίκες σύχναζαν στο συγκεκριμένο μαγαζί για να κάνουνε τα γούστα τους και να περάσουνε όμορφα. Δικαίωμα στη διασκέδαση έχουν όλοι... αυτό με βολεύει αφάνταστα. Η τελευταία σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει μάλλον πονηρά...

                                                                                                ******************************

Ο Αλέξανδρος πέρασε όλη την εβδομάδα χωμένος ανάμεσα σε αμέτρητες στοίβες χαρτιών. Επιλογή του να πέσει με τα μούτρα στη δουλειά για να μη σκέφτεται. Ένιωσε προδομένος και πολύ μαλάκας... όταν δεν εργαζόταν, αναρωτιόνταν πόσο καιρό ίσως να τον κορόιδευε η Αρετή. Ακόμη και εάν πίστεψε προς στιγμήν πως η συνάντηση της με το Ραζή ήταν τυχαία εκείνο το βράδυ, αυτό δε σήμαινε ότι δε γνωρίζονταν από κάπου. Ίσως για αυτό δεν ήθελε να με συνοδέψει γιατί φοβόταν πως θα προδοθεί. Όπως είναι γνωστό ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη. Όταν είδε τις τρυφερές στιγμές στην παραλία ένιωσε πολύ χάλια. Η ζήλια του χτύπησε κόκκινο και τα εγκεφαλικά του κύτταρα λες και πήραν φωτιά από το θυμό. Τα λόγια της Αρετής και πιο συγκεκριμένα οι δικαιολογίες της... έπαιζαν συνέχεια στο μυαλό του σαν δίσκος που έχει κολλήσει στο πικάπ. Ως δικηγόρος είχε μάθει να ζυγίζει καλά τα γεγονότα και τις αποδείξεις. Ακόμη και εάν δεχόταν ότι όλα ήταν τυχαία και πως ο συγκεκριμένος είχε πάθει ψύχωση μαζί της δε μπορούσε να εξηγήσει το ρόλο της επιταγής... Όσο και ανώμαλος να είναι κάποιος δεν μοιράζει επιταγές έτσι εκτός εάν χρειάζεται να πληρώσει για υπηρεσίες που είτε του παρασχέθηκαν είτε θα του παρασχεθούν στο μέλλον... σκέφτηκε μπερδεμένος. Ίσως από τα νευρά του το μυαλό του πήγε αμέσως στο πρόστυχο. Ίσως να της μίλησε απότομα και να την πρόσβαλλε αλλά ήξερε τον χαρακτήρα της... πάντα ήταν διαχυτική και εύκολα παρεξηγήσιμη από τον ανδρικό πληθυσμό. Μια γυναίκα κούκλα σίγουρα θα έχει κατακτήσεις το θέμα είναι πως τις αντιμετωπίζει. Ήταν όσο αθώα όσο πίστευε; Ποια κοπέλα είναι τόσο αφελής ώστε να δεχθεί μια επιταγή από έναν άνδρα με τα προσόντα του Ραζή χωρίς να ρωτήσει τι και πώς... Όχι όχι η Αρετή δεν ήταν ηλίθια, αθώα ίσως αλλά όχι τόσο ώστε να δεχτεί χρήματα από κάποιον τόσο εύκολα. Κάποιος άλλος λόγος θα υπάρχει δε γίνεται... ίσως αυτό να προσπάθησε να μου πει όλες αυτές τις μέρες... Δεν της έδωσε όμως την ευκαιρία... διότι πολύ απλά βιάστηκε... ίσως ήταν αργά να ζητήσει εξηγήσεις, ίσως ήταν αργά να αποδεχτεί μια νέα συγγνώμη και το βασικότερο ήταν αργά για να κολλήσει το ραγισμένο γυαλί... Όλα αυτά τα “ίσως” και τα “μπορεί” τον εξουθένωσαν, ναι μεν η Αρετή ήταν όλη του η ζωή αλλά εάν δεν υπήρχε εμπιστοσύνη τότε τι νόημα είχε... πολύ απλά μια άνιση μάχη θα ξεκίναγε και μια συνεχής προσπάθεια επιβεβαίωσης και από τα δυο στρατόπεδα...
Θυμήθηκε την ημέρα μετά το νοσοκομείο που την παράτησε μόνη της, θυμήθηκε τα σκληρά του λόγια και το γεγονός ότι ουσιαστικά της είπε να τον αφήσει ήσυχο. Ίσως να μην ήταν άμεσος χωρισμός και ξεκάθαρος αλλά σίγουρα το μήνυμα του το τελευταίο δε άφηνε και πολλά περιθώρια για άλλη εξήγηση. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές η ίδια να επικοινωνήσει μαζί του αλλά ο θυμός του δε το επέτρεψε να απαντήσει. Ήξερε πως δεν είχε εγωισμό μέσα της και ποτέ δεν αμφισβήτησε την αγάπη του μέχρι και σήμερα. Παρόλο που της μίλησε άσχημα πίστευε πως είχε τη δύναμη να τον συγχωρέσει. Κλεισμένος μέσα στους τέσσερις τοίχους κόντευε να τρελαθεί. Ούτε ένα μήνυμα δεν της είχε στείλει και το περίεργο ήταν πως ούτε και η Έρικα τον είχε ενοχλήσει έστω για να τον πρήξει. Ενώ καθόταν στη μονόχρωμη πολυθρόνα του σαλονιού του στα τυφλά σχεδόν αναζήτησε μια κορνιζά... η Αρετή χαμογελαστή όπως πάντα να κοιτάζει τον ουρανό και να του χαϊδεύει τα μαλλιά, το κεφάλι του ακούμπαγε στα γόνατα της... Μου λείπεις γαμώτο, νιώθω ένα κενό χωρίς εσένα αλλά δε μπορώ να σε συγχωρέσω τόσο εύκολα. Θέλω χρόνο για να ξεχάσω... Σπανίως έκλαιγε αλλά μερικά δάκρυα άρχισαν να λιμνάζουν το πρόσωπο του ενώ εικόνες και αναμνήσεις ξετυλίχτηκαν μπροστά του, σαν να είχε ταξιδέψει μερικά εικοσιτετράωρα πίσω... Το κορμί του ακόμη βασανίζονταν από το άγγιγμα της, η μυρωδιά της του προκαλούσε παραλήρημα ενώ η αισθησιακή φωνή της έπαιζε με τη λογική του... κόντευε να τρελαθεί... όλο υποθέσεις... όλο δικαιολογίες... είχε βαρεθεί...
Άναψε το φως και προσπάθησε να διαβάσει ένα βιβλίο. Επέλεξε τα Ανεμοδαρμένα Ύψη... μιλούσε για αγάπη μίσος και εκδίκηση. Πραγματικά δεν ήξερε τι από όλα αυτά ένιωθε. Ακόμη και η λέξη εκδίκηση τυπώθηκε έντονα στο μυαλό του. Ίσως ένας προδομένος άνδρας να είναι πιο επικίνδυνος από μια προδομένη γυναίκα τελικά. Το συμπέρασμα αυτό τον έβαλε σε σκέψεις... εάν τυχόν την κάνω να ζηλέψει και νιώσει το ίδιο τότε θα με καταλάβει... Φυσικά κορόιδευε τον εαυτό του με αυτήν την ιδέα, αφού το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν ουσιαστικά να την πληρώσει με το ίδιο νόμισμα... Επέλεξε την εκδίκηση τελικά για να ικανοποιήσει και πάλι το λαβωμένο του εγωισμό... τα αισθήματα της Αρετής είχαν περάσει σε δεύτερη μοίρα... σημασία είχε η αυτοϊκανοποίηση, το σήμα της νίκης ακόμη και εάν αυτό σηματοδοτούσε το τέλος ενός μεγάλου έρωτα....
Το τηλεφώνημα που έλαβε λίγα λεπτά αργότερα τον βοηθήσαν πολύ στο σχέδιο. Η εκδίκηση ήταν μια προτεραιότητα αλλά και η ανάγκη να περάσει καλά ως εργένης ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Δε μπορούσε να συνηθίσει τη λέξη αυτή εάν και ήταν μια προσωρινή λύση μέχρι να αποβάλει την αρνητικότητα για την Αρετή. Οι ενοχές τον κυρίευσαν για λίγο, ίσως έπρεπε να επικοινωνήσει μαζί της.... ήταν ήδη αργά πλέον, είχε αποδεχτεί την πρόσκληση της Έλενας Ραζή για βραδινό πότο στην παραλία. Κανόνισαν να φέρουν και από ένα φίλο ο καθένας για να μη νιώσουνε άβολα. Η ιδέα μιας συνάντησης ξανά με τη κόρη αυτού που σιχαινόταν περισσότερο τον εξήγειρε πραγματικά. Επέλεξε να ακολουθήσει ένα σκοτεινό μονοπάτι αλλά έπαιζε τα ρέστα του όπως λένε στο πόκερ... κάνεις δεν του είχε μάθει όμως πως όταν παίζεις με τη φωτιά στο τέλος καίγεσαι και εσύ ο ίδιος....
Τηλεφώνησε στο Διονύση το μοναδικό καλό φίλο που είχε από τα φοιτητικά τους χρόνια... Όταν απάντησε τον ρώτησε με χαρά.... «Φίλε είσαι έτοιμος να θυμηθούμε τα παλιά;»
Εκείνος δε μπόρεσε να κρύψει την έκπληξη του. Μέρες τώρα προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του δίχως επιτυχία... Ανησύχησε αλλά ο φίλος του τα συνήθιζε κάτι τέτοια... Δεν άντεξε όμως έπρεπε να ρωτήσει παραπάνω λεπτομέρειες... «Μέσα αλλά τι στην ευχή έχεις στο νου σου... και το βασικότερο το ξέρει η Αρετή; »
Ο Αλέξανδρος ήταν αινιγματικός ίσως επειδή ήθελε να αποφύγει της ανάκριση... «Ε όχι αλλά δεν πειράζει... δεν έχω δικαίωμα να βγω με το φίλο μου μια φορά... να ξεσπάσουμε...»
Ο Διονύσης κατάλαβε αμέσως.... Ο Αλέξανδρος είχε μαλώσει με την Αρετή και ήθελε να ξεδώσει... το είχε ξαναδεί το έργο άπειρες φορές και πάντα έπαιρνε το μέρος της... Τότε όμως ήταν αλλιώς, ο Αλέξανδρος από τότε είχε αλλάξει... έλεγε Αρετή και έπινε νερό στο όνομα της... Κάτι άλλο είχε συμβεί σίγουρα... «Εντάξει... αλλά πρώτα θα πιούμε ένα καφεδάκι... έχεις μάλλον αρκετά να μου εξομολογηθείς Οικονόμου... θέλω να δω τη βλακεία έχεις κάνει πάλι...»
«Αμάν ρε Διονύση... όλο η Αρετή η Αρετή... μας σχόλασε η Αρετή φίλε μου αυτό έγινε...» θα έσκαγε εάν το κρατούσε άλλο μέσα του...
«Πες μου που είσαι... θα σε συναντήσω σε μισή ώρα...» Ο Διονύσης δεν πίστευε στα αυτιά του... μάλλον δεν είχε ακούσει καλά... Έπρεπε οπωσδήποτε να συζητήσει με τον κολλητό του... ή τα είχε κάνει μαντάρα για μια ακόμη φορά ή Αρετή έσφαλε πραγματικά... Οι εκρήξεις ζήλιας στο παρελθόν πάντα τον έβρισκαν αντίθετο... Τώρα όμως ήταν κάτι πιο σοβαρό....
«Στο γραφείο είμαι θα σε περιμένω...» του απάντησε ανακουφισμένος ο Αλέξανδρος... ίσως αποκτούσε και αυτός έναν σύμμαχο... κάποιον που θα δικαιολογούσε τη συμπεριφορά του...

                                                                                                   *****************************

Η Αρετή λίγο μετά της 9 το βράδυ ήταν σχεδόν έτοιμη. Δεν ένιωσε τύψεις για την έξοδο της. Φρόντισε να στείλει μήνυμα στον Αλέξανδρο, ελπίζοντας πως θα ήθελε να έρθει μαζί τους. Απάντηση δεν πήρε και πάλι. Πάλευε μόνη της και αυτό την είχε κουράσει κάπως. Θα μπορούσε να πάει σπίτι του να τον παρακαλέσει αλλά δε θα το έκανε ποτέ. Δεν ήταν εγωίστρια, δεν είχε πρόβλημα να παρακαλέσει αλλά φοβόταν την αντίδραση και τις κουβέντες του. Τη χαρακτήρισε πρόστυχη και αυτό την πλήγωσε πολύ, δεν είχε δικαίωμα να το πει, διότι πολύ απλά δεν υπήρξε ποτέ πρόστυχη. Σε καμία γυναίκα δε πετάς χρήματα έτσι στη μέση του δρόμου λες και είναι του δρόμου. Στην αρχή δεν έδωσε πολύ σημασία σε αυτήν την κίνηση αλλά μετά από αρκετή ψυχανάλυση με την Έρικα συνειδητοποίησε πως ποτέ δε θα ξαναεπιτρέψει κάτι τέτοιο. Είχε μεγαλώσει με αξιοπρέπεια από μια γιαγιά, η οποία στερήθηκε τα πάντα για χάρη της. Μια τέτοια κίνηση δεν πρόσβαλλε μόνο την ίδια αλλά και τη Μαρθούλα. Για μια τελευταία φορά ήθελε να φανεί τυπική και να μη παραχωρήσει παραπάνω δικαιώματα...
Οι σκέψεις της την έκαναν να τηλεφωνήσει στη γιαγιά της. Της είχε λείψει, χρειαζόταν την αγκαλιά της αλλά δεν έπρεπε να προδοθεί. Θα τη στεναχωρούσε πολύ... Ακούστηκε ευδιάθετη στο τηλέφωνο παρόλο που οι ερωτήσεις της την έβαλαν σε υποψία ότι κάτι είχε μυριστεί. Πάλι τα χαρτιά είδε... δε μπορώ να γλιτώσω μου φαίνεται... είμαι σίγουρη πως ξέρεις αλλά από διακριτικότητα δε ρωτά... Όσο και να αγανακτούσε καμιά φορά με το θέμα της τράπουλας, σήμερα την έτρωγε η περιέργεια να ρωτήσει τι θα γινόταν τελικά με εκείνην και τον Αλέξανδρο αλλά φυσικά συγκρατήθηκε... Δεν θα έσκαβε από μόνη της το λάκκο... Η γιαγιά στο τέλος της κουβέντας της υπενθύμισε πως αυτή κρατάει όλα τα κλειδιά... το θέμα ήταν πια πόρτα θα διάλεγε να ανοίξει. Δεν κατάλαβε τίποτα... τι κλειδιά ήταν αυτά και ποιες πόρτες... Γι' αυτήν υπήρχε μόνο μια πόρτα, αυτή που έκρυβε από πίσω τον Αλέξανδρο... Όση ώρα ετοιμαζόταν δεν έπαψε να αναρωτιέται... Τι στην ευχή εννοούσε πάλι η Μάρθα... θα με τρελάνει αυτή η γυναικά... αινιγματική όπως πάντα. Αλλά γι' αυτό την αγαπούσε πολύ...
Είχε εντολή από την Έρικα να φορέσει κάτι όμορφο και κοντά στην ηλικία της, κατά προτίμηση κάποιο μίνι καλοκαιρινό φορεματάκι. Την υπάκουσε διότι δεν είχε όρεξη να ακούσει τη γκρίνια της. Επέλεξε ένα μπλε πουά φόρεμα σε φαρδιά γραμμή με ελαφρός χαλαρά μανίκια, να πέφτουν στους ωμούς της. Δεν ήθελε να φορέσει κάτι ψηλό και κουραστικό στα ποδιά οπότε ένα ίσιο σανδάλι λευκό δετό μέχρι το μέσο της γάμπας, με ασορτί τσαντάκι φάνταζε η καλύτερη λύση. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου της η ώρα κόντευε 9.30 τα κορίτσια θα έφταναν σε λίγο. Έλεγξε μια τελευταία φορά το απαλό μακιγιάζ της και πρόσθεσε λίγο κραγιόν στα χείλη. Τα μαλλιά φρεσκολουσμένα τα άφησε να ανεμίζουν ελεύθερα.
Τα κορίτσια ήρθαν στην ώρα τους. Και οι δυο πολύ όμορφες. Η Έρικα προτίμησε να φορέσει ένα σορτσάκι μαύρο κολλητό με μια ριχτή μπλούζα λευκή ασύμμετρη με περίεργα σκισίματα και η Δέσποινα εξίσου όμορφη, φόρεσε ένα λουλουδένιο μακρύ φόρεμα σε φαρδιά γραμμή για να κρύψει κάποιες από τις ατέλειες της. Η μουσική στο αυτοκίνητο ήταν στη διαπασών και όλες τους μες στο κέφι να τραγουδάνε. Η Αρετή καιρό είχε να νιώσει τόσο ελεύθερη εάν και οι τύψεις την ανάγκασαν να ελέγξει μια ακόμη φορά το κινητό. Τίποτα απολύτως όμως... το απόλυτο γράψιμο... Θεώρησε πως δεν ήταν ανάγκη να τον ενημερώσει για του θα πήγαινε εάν και δεν ήταν και πολύ σίγουρη. Εάν νοιαζόταν θα έκανε μια κίνηση... σκέφτηκε με θλίψη.
Το εντυπωσιακό λευκό αυτοκίνητο της Έρικας, μια M6 κάμπριο, τους επέτρεψε να παρκάρουν πολύ κοντά στην είσοδο. Λίγο μετά τις 10 και το μαγαζί είχε γεμίσει ασφυκτικά. Δεν ήταν πολύ μεγάλο αλλά δεχόταν κρατήσεις μόνο από πολύ συγκεκριμένη πελατεία, αριστοκρατία. Η Δέσποινα είχε κανονίσει το τραπέζι μας στο βάθος του μαγαζιού κοντά στο μπαρ. Ο πορτιέρης τις καλησπέρισε ευγενικά, κοιτάζοντας μας μάλλον με θαυμασμό και μια άλλη κοπέλα τις τακτοποίησε στο τραπέζι τους. Το σημείο ήταν πολύ καλό μακριά από τα ηχεία και τη πολύ βαβούρα. Και τα υπόλοιπα τραπέζια δίπλα ήταν γεμάτα κυρίως από άνδρες και λιγότερες γυναίκες.
Μόλις καθίσαμε η Έρικα κοίταξε γύρω της. Το χαμόγελο της έφτανε μέχρι τα αυτιά. Χαριτολογώντας είπε... «Με φέρατε στο άνδρο της κολάσεως... προβλέπεται μια δύσκολη βραδιά για όλες μας». Σκούντησε την Αρετή, της έκλεισε το μάτι. Απευθύνθηκε στη Δέσποινα «Είσαι αστέρι φιλενάδα να χαρώ εγώ με τις επιλογές σου... μπράβο»
Λιγομίλητη η Δέσποινα απάντησε «Ότι μπορώ κάνω εσάς σκέφτομαι... θεωρείται από τα καλύτερα μπαρ με πολύ καλή πελατεία». Κοίταξε την Αρετή επίσης με νόημα.
«Ξέρω ότι βγήκαμε σήμερα για χάρη μου σας ευχαριστώ και σας υπόσχομαι ότι θα περάσουμε τέλεια... έχω πολύ όρεξη πραγματικά». Δεν ήξερε εάν έλεγε αλήθεια ή ψέματα αλλά ήταν σίγουρη πως θα περνούσε υπέροχα με της φίλες.
Η κανάτα με το μοχίτο είχε φτάσει και όλες μαζί τσούγκρισαν τα ποτήρια τους με δύναμη. Ένα ανδρικό βλέμμα είχε καρφωθεί στην παρέα τους αλλά καμιά τους δε το πρόσεξε... 
 
                                                                                     ****************************

Η Έλενα ετοιμάστηκε με ιδιαίτερη προσοχή. Άφησε τα σπαστά μαλλιά τους ελαφρώς ατημέλητα και το μακιγιάζ της ήταν σε αποχρώσεις του ροζ πολύ απαλό. Το ντύσιμο της επίσης απλό για τα δεδομένα τα δικά της, ένα κόκκινο σορτσάκι με ένα λευκό αμάνικο πουκάμισο από μέσα με μια μακριά χρυσή αλυσίδα ως αξεσουάρ. Μαύρο ψηλό πέδιλο και μαύρο με χρυσαφί τσαντάκι. Περίμενε την Άρτεμις να έρθει να την πάρει. Τα αγόρια θα τα συναντούσαν στο κέντρο της πόλης. Προτίμησαν να μη πάνε κάπου μακριά και πιο κοντά στη θάλασσα για να αποφύγουν τη πολύ φασαρία. Το ζήτησε ως χάρη ο Αλέξανδρος και δε μπορούσε να πει όχι. Όταν φτάσανε τα παιδιά τις περίμεναν.... σηκώθηκαν και οι δυο να τις καλωσορίσουν. Ο Αλέξανδρος είχε έρθει με τον καλό του φίλο Διονύση, ένα πολύ καλό παιδί και συνάδελφο του. Ο Διονύσης μόλις είδε τις κοπέλες να τον πλησιάζουν έριξε μια δυνατή αγκωνιά στον κολλητό του.
Μέτα τις απαραίτητες συστάσεις, τα ποτά σερβιρίστηκαν στο τραπέζι πολύ γρήγορα. Η κουβέντα αρχικά περιορίστηκε στα κοινότυπα όπως η ηλικία, οι σπουδές τους, η εργασία και άλλα τέτοια. Τους δόθηκε η ευκαιρία έτσι να χαλαρώσουν πιο πολύ. Όταν τελείωσε ο πρώτος γύρος των ποτών ήρθε ο δεύτερος κερασμένος από το Διονύση, ο οποίος φαινόταν ότι είχε βάλει στόχο την Άρτεμις. Ήθελε να τη γνωρίσει καλύτερα οπότε δημιούργησε ένα ξεχωριστό πηγαδάκι μαζί της. Κάπως έτσι μείνανε οι άλλοι δυο να κοιτάζονται αμήχανα. Δεν ήξερε ο ένας τον άλλον καλά και αυτό εμπόδισε κάποια παραπάνω προσπάθεια Ίσως και ο εγωισμός τους να μην επέτρεπε να ανοιχτούν εύκολα. Η Έλενα άρχισε να βαριέται αυτό το κρυφτούλι και αποφάσισε να μιλήσει πρώτη.
Ήταν λίγο καυστική στην αρχή. «Μάλλον δεν είχες και πολύ όρεξη απόψε... δε μιλάς... ίσως να μη σου αρέσει η παρέα μας σε αντίθεση με το φίλο σου». Έριξε μια κλεφτή ματιά δίπλα της με νόημα.
Ο Αλέξανδρος κατάλαβε πως παρεξηγήθηκε και προσπάθησε να διακωμωδήσει την κατάσταση. «Όλοι οι άνθρωποι δε το έχουν αυτό το χάρισμα βλέπεις... ίσως μερικοί να είναι λίγο αργόστροφοι σαν και μένα... ίσως τελικά να είμαι ένας χαζός δικηγόρος». Με τη σειρά του κοίταξε το φίλο του, κουνώντας το κεφάλι...
Η 'Έλενα χαμογέλασε και τον ρώτησε. «Πες μου ποιος είπε ότι είσαι χαζός να τον κανονίσω... Σε πληροφορώ πως δε βγαίνω έξω με χαζούς αρά κατά πάσα πιθανότητα είσαι πολύ έξυπνος, πιο έξυπνος και από εμένα σίγουρα... »
«Θα φανεί αυτό δεσποινίς μου στην πορεία... τι λέτε χορεύουμε για να σπάσει ο πάγος;» Δε περίμενε να ζητήσει κάτι τέτοιο από μια κοπέλα αλλά του βγήκε αυθόρμητα... Η Έλενα του έβγαζε μια περίεργη οικειότητα... σαν να την γνώριζε χρόνια....
Χωρίς δεύτερη σκέψη του έγνεψε καταφατικά. Η απαλή μουσική δε τους δυσκόλεψε στα βήματα, περιορίστηκαν σε απλές κινήσεις. Η Έλενα ήταν τρισευτυχισμένη, η καρδιά της φτερούγισε. Ακουμπούσε τα δάχτυλα του και ένιωθε χιλιάδες βολτ να την διαπερνούν ταυτόχρονα. Είχαν σημαντική διαφορά ύψους κοντά στους 20 πόντους, αισθανόταν όμως την ανάσα του με το ευχάριστο άρωμα μέντας. Ήθελε να ακουμπήσει στο στήθος του, να ακούσει και τη δική του καρδιά, το χτύπο της, ήθελε να εξερευνήσει τα πάντα πάνω του, όλο το κορμί του σπιθαμή προς σπιθαμή... Από μέσα της παρακάλεσε τα στοιβαρά μπράτσα να την αγκαλιάσουν σφιχτά έστω για μια και μοναδική φορά, αυτή τη βραδιά...
Ο Αλέξανδρος είχε χαλαρώσει πολύ με το χορό. Έσφιξε τα χέρια της ανάμεσα στα δικά του πιο έντονα. Ήθελε να της δείξει πως δεν ήταν τόσο απόμακρος όσο πίστευε. Την παρατηρούσε, γνωρίζοντας ότι ήταν πολύ όμορφη κοπέλα με δυναμικό χαρακτήρα και ίσως εκρηκτική προσωπικότητα. Είχε γεννηθεί στα πλούτη οπότε δε γνώρισε δυσκολίες στη ζωή. Τα μελιά μάτια της τον είχαν καρφώσει επίμονα σαν να προσδοκούσαν κάτι. Είχε μια υποψία, αλλά δεν ήταν σε θέση να το προσφέρει άμεσα. Ακόμη και έναν καλό φίλο να χρειαζόταν πάλι δεν ήταν σε θέση να το προσφέρει. Ο ίδιος ήταν στα χαμένα. Πολλά στοιχειά της έμοιαζαν με της Αρετής. Ακόμη και η ομορφιά τους ήταν συγκρίσιμη όχι όμως η τσαχπινιά και ο αισθησιασμός... σε αυτό το τομέα νικήτρια και με διαφορά ήταν η Αρετή...
Η μουσική σταμάτησε. Κάποιος απρόσεχτος μεθυσμένος νεαρός έριξε το ποτό του στο πάτωμα, την ώρα που πέρασαν από δίπλα του. Κατηγορείσαι την Έλενα για το δικό του λάθος και με έντονο ύφος της ζήτησε να του αγοράσει άλλο. Η ίδια πήρε το επιθετικό της ύφος και τον πρόσβαλε.
«Τι λες βρε.. τρελός είσαι μου φαίνεται γιατί να σου πάρω άλλο ποτό; Μόνος σου το έριξες μιας που είσαι λιώμα... τρέμουν τα χέρια σου». Δε σταμάτησε, φαινόταν ατρόμητη. «Να πας να πάρεις μόνος σου άλλο ποτό γελοίε....άμα δε το σηκώνεις τι το πίνεις;».
Ήθελε να πει και άλλα αλλά δε πρόσεξε πως ο μεθυσμένος είχε μαζέψει ένα κομμάτι γυαλί από το πάτωμα και με μια γρήγορη κίνηση το έστρεψε προς το μέρος της. Ο Αλέξανδρος με μια αστραπιαία κίνηση του έπιασε το χέρι με δύναμη, αναγκάζοντας τον να αφήσει κάτω το γυαλί. Σε αυτή τη μικρή μάχη τραυμάτισε το καρπό του. Το γυαλί τον έκοψε και αίμα έτρεξε από την πληγή. Κατάφερε να εξουδετερώσει τον αντίπαλο, σπρώχνοντας τον προς τα πίσω. Οι υπόλοιποι φίλοι τον συγκράτησαν και το περιστατικό θεωρήθηκε λήξαν. Η 'Έλενα τρόμαξε όταν είδε το κόψιμο και το αίμα να τρέχει. Άρχισε να τρέμει, φοβούμενη πως κάτι σοβαρό συνέβη. Τον αγκάλιασε ενστικτωδώς και τον ευχαρίστησε.
«Σε ευχαριστώ πολύ. Εγώ φταίω και η ασυγκράτητη γλώσσα μου. Πονάς πολύ;» Έβγαλε ένα χαρτομάντιλο και του το έδωσε. «Ορίστε για να σκουπιστείς... τρόμαξα πολύ».
Ο Αλέξανδρος στο άγγιγμα της ένιωσε περίεργα. Για μια στιγμή πίστεψε πως ήταν η Αρετή. Δευτερόλεπτα μετά διαπίστωσε πως ονειρεύονταν.... Ευγενικά την ευχαρίστησε και ο ίδιος.
«Σε ευχαριστώ... Μην ανησυχείς δεν είναι τίποτα σοβαρό απλώς ένα μικρο κόψιμο, το σημείο είναι περίεργο και το αίμα είναι πιο δύσκολο να σταματήσει». Πρόσεξε πως το χέρι της συνέχισε να κρατάει το δικό του και αυτό περιέργως τον έκανε να αισθάνεται όμορφα, σαν κάποιος να ενδιαφερόταν για εκείνον πραγματικά. «Πάω να πλυθώ λίγο με συγχωρείς».
Κάπως έτσι την άφησε μόνη της χαμένη στα δικά της συναισθήματα. Δεν μπορούσε καν να τα περιγράψει όλα.... Φόβος ίσως, θαυμασμό, ικανοποίηση, περηφάνια και χαρά, πολύ χαρά ήταν τα εντονότερα, αυτά που έκαναν την καρδιά της να χορεύει ρυθμικά. Ανησύχησε πολύ για εκείνον και τρόμαξε. Ποτέ δεν της άρεσαν τα αίματα από μικρή. Δεν ήταν κάτι σοβαρό αλλά μόνο και μόνο που ήταν συνυπεύθυνη σε αυτό το μικρό ατύχημα, συνειδητοποίησε πως πρέπει επιτέλους να αλλάξει τον αυθάδη χαρακτήρα της. Ο Διονύσης και η Άρτεμις στάθηκαν δίπλα της ανήσυχοι, Κάθισαν όλοι μαζί στο τραπέζι περιμένοντας τον Αλέξανδρο. Η ίδια δε πολυμίλησε, δε είχε να πει και κάτι για να υπερηφανευτεί άλλωστε. Όταν επέστρεψε και ο μικρός τραυματίας, όπως τον αποκάλεσαν με εύθυμη διάθεση τους ενημέρωσε πως ο επόμενος γύρος ποτών είναι της Έλενας.
Το κεφάλι της ήταν κατεβασμένο και απλώς αρκέστηκε να γνέψει καταφατικά. Δε γελούσε εάν και φαινόταν πως οι υπόλοιποι τρεις το διασκέδαζαν πραγματικά με τα αστεία τους. Για πρώτη φορά σίγουρα ντράπηκε αρκετά και κατηγορούσε τον εαυτό της, για τον παροξυσμό της. Σκέφτηκε με θύμο πως για πρώτη φορά κινδύνεψε κάποιος για χάρη της. Δεν ήθελε να μείνει άλλο. Άφησε χρήματα στο τραπέζι και σχεδόν αθόρυβα προσπάθησε να βγει από το μαγαζί χωρίς να πει λέξη.

                                                                                                     *************************

Οι τρεις άνδρες είχαν καιρό να συναντηθούν. Όλοι τους ήταν ευδιάθετοι. Ο Παύλος πείραξε αρχικά το Φίλιππο για τις φωτογραφίες του στο περιοδικό, προσπαθώντας να του αποσπάσει πληροφορίες για την γκόμενα. Απάντηση όμως δεν έπαιρνε και μετά από παρότρυνση του Πέτρου άλλαξαν κουβέντα για το ποδόσφαιρο και τις γυναίκες και πάλι. Απολάμβαναν τα ποτά τους και τη χαλαρή κουβέντα τους, ώσπου στην παρέα τους κάθισαν δυο όμορφες κοπέλες. Ο Φίλιππος τις κοίταξε από περιέργεια επίμονα. Η μια από τις δυο ήταν ξανθιά με κοντό ατημέλητο μαλλί, ωραίο σώμα και ενδιαφέρον πρόσωπο και η άλλη κοκκινομάλλα με φλογέρα σαρκώδη χείλη έντονο βάψιμο, μαλλί σχετικά κοντά, επίσης με πλούσιες καμπύλες. Το ντύσιμο και των δυο άκρως προκλητικό. Ξέρανε ακριβώς τι ζητούσανε και γιατί είχαν έρθει στη παρέα τους. Φαινόταν αρκετά πιο νέες σε σχέση με αυτόν αλλά αυτό δεν τον πείραξε καθόλου. Άλλωστε και οι δυο ήταν απλώς επισκέπτριες στην πόλη. Θα μένανε για μερικές μέρες, προσπαθώντας να συνδυάσουν δουλειά και διασκέδαση. Η κοκκινομάλλα ήρθε και κάθισε ακριβώς δίπλα του. Είχε επιλέξει το στόχο της. Η άλλη κάθισε ανάμεσα στον Πέτρο και στον Παύλο, σαν να κρατούσε στάση αναμονής.
Η μουσική στο μαγαζί θύμιζε λάτιν κομμάτια χορευτικά. Πολλοί χόρευαν και οι φωνές γύρω τους γινόταν πιο έντονες ανάλογα με το κομμάτι. Οι νεαρές σίγουρα αναδεικνύανε τον αισθησιασμό τους με τα κουνήματα. Η κοκκινομάλλα, η Κλειώ τον παρότρυνε να χορέψουν αλλά δεν ήθελε. Η δε ξανθιά είχε ήδη τραβήξει προς το μέρος της τον Πέτρο και αναγκάστηκε να σηκωθεί. προσπαθώντας να την ακολουθήσει στο χορό. Εξουθενωμένος γύρισε πίσω στο τραπέζι...
Ο Παύλος τους πείραξε. «Καλά βρε Ιωάννα... δε ντρέπεσαι καθόλου να κουράζεις έτσι το φίλο μου;». Της χάιδεψε πονηρά τα μαλλιά. «Πρέπει να σκεφτείς και την ηλικία του... να μην πάθει και τίποτα....»
Ο Φίλιππος γέλασε μαζί τους και χωρίς καν να το σκεφτεί πήρε αγκαλιά την Κλειώ. Ήθελε να τους δείξει πως αυτός ήταν το αφεντικό. Ο Πέτρος προδομένος από τις κουβέντες του φίλου πήρε αγκαλιά επίσης την Ιωάννα και τη φίλησε στο στόμα παθιασμένα. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στον Παύλο με νόημα. «Φίλε μου βλέπεις πως και δεν είμαι και τόσο παππούς όσο λες... η κοπέλα επέλεξε έμενα και εσύ έμεινες μπουκάλα...»
Η Ιωάννα γέλασε μαζί τους και τρυφερά έσκυψε να του πει κάτι στο αυτί. Τα χέρια της ακουμπούσαν τα πόδια του και η μπλούζα της ήταν αρκετά ανοιχτή ώστε να φαίνεται το μεγάλος στήθος της. Από την άλλη η Κλειώ ήδη απολάμβανε στην αγκαλιά του Φίλιππου και απλώς μελέταγε τις επόμενες κινήσεις της. Της άρεσε πολύ ο συγκεκριμένος από την αρχή με το που μπήκανε στο μαγαζί. Ήταν πολύ απόμακρος το αισθανόταν αλλά με τα προσόντα που διέθετε ήταν σίγουρη πως θα τον κατάφερνε στην πορεία. Τα ποτά έφθαναν συνέχεια στο τραπέζι τους και η θερμοκρασία είχε ανέβει επικίνδυνα.
Ο Παύλος δεν πτοούνταν που είχε μείνει μόνος. Γνώριζε τις ικανότητες του και το μαγαζί ήταν γεμάτο πιπίνια. Δε χρειάστηκε να ψάξει και πολύ. Αυτό που χρειαζόταν να εκτονωθεί βρισκόταν τρία τραπέζια πιο πέρα. Την είχε προσέξει εδώ και ώρα. Ψηλή ξανθιά με υπέροχα μακριά μαλλιά, τελείες αναλογίες. Είχε κάτι το επικίνδυνο πάνω της και αυτό τον τρέλανε περισσότερο. Ο Φίλιππος κατάλαβε πως ο Παύλος χάζευε αλλού και είχε περιέργεια να μάθει το λόγο. Φαινόταν τελείως στα χαμένα...
«Που χαζεύεις εσύ και δε μας το μαρτυράς;» Ρώτησε τον γνωστό του. «Φαίνεσαι μαγεμένος σημασία δε μας δίνεις».
Ο Πέτρος πήρε το λόγο. «Ναι ρε φίλε μοιράσου μαζί μας το μυστικό σου». Ήταν και ο ίδιος εξίσου περίεργος.
Οι δυο φίλες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους μάλλον νευριασμένες γιατί δεν τους άρεσε αυτή η εξέλιξη. Η Κλειώ έκανε την κίνηση και έβαλε το χέρι της κοντά στα γεννητικά όργανα του Φίλιππου και με το δάχτυλο της έστρεψε το πρόσωπο του προς το μέρος της ρίχνοντας του ένα παθιασμένο φιλί. Σαν να του έλεγε για απόψε είσαι μόνο δικός μου... Εκείνος ανταποκρίθηκε σε αυτό το κάλεσμα, δεν τον πείραξε άλλωστε και ο ίδιος επιθυμούσε την ίδια κατάληξη. Έβλεπε στα μάτια της φλόγες και αυτός ο πόθος τον ερέθιζε αρκετά. Η Ιωάννα ήταν πιο αποτελεσματική μιας που ο Αναστασίου είχε παραδοθεί εντελώς στα φιλιά της και ήταν θέμα χρόνου να φύγουν από το μπαρ.
Τον Παύλο δε τον ένοιαζε καθόλου... Είχε βρει μια θεά σε αυτόν τον χαμό και βάζοντας ένα προσωπικό στοίχημα με τον εαυτό του, σίγουρα θα την έκανε δική του. Περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία και αυτήν δεν άργησε να έρθει...

                                                                                                ****************************

Τα κορίτσια είχαν πιει αρκετά, αλλά συνέχιζαν ακλόνητες. Η μουσική τους άρεσε πολύ και η Έρικα προσπαθούσε να πείσει την Αρετή να δείξουν τις χορευτικές τους ικανότητες. Η φίλη της δεν ήθελε πολύ αλλά για να τους χάνει το χατίρι σηκώθηκε δυο τρεις φόρες να χορέψει μαζί τους. Τότε πρόσεξε έναν άνδρα γύρω στα 40 να την κοιτάζει επίμονα. Από όσα κατάφερε να διακρίνει μες στο σκοτάδι... ήταν μελαχρινός αρκετά ψηλός και φαινόταν γυμνασμένος. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν μάλλον κοινότυπα αλλά θα του πρόσδιδαν μια γλυκύτητα. Η παρέα του είχε άλλους δυο άνδρες με συνοδούς. Δεν μπορούσε να διακρίνει καλά τα πρόσωπα τους αλλά φάνηκαν όλοι κοντά στην ίδια ηλικία. Οι φίλοι του παραδιασκέδαζαν και αυτός καθόταν μόνος του. Την κολάκευε όλο αυτό το κρυφτούλι αλλά δεν ήταν σε φάση να παίξει ακόμη...
Η Έρικα την κατάλαβε όπως και η Δέσποινα. Και οι δυο μαζί σαν χορωδία τη ρώτησαν. «Εάν δεις κανένα καλό κομμάτι ενημέρωσε μας να κόψουμε και εμείς κίνηση».
Η Αρετή γέλασε μαζί τους και τις μάλωσε. «Να μην σας ξεφύγει τίποτα εσάς αλίμονο. Κανείς δε μπορεί να σας κρυφτεί». Της είπε να καθίσουν για να μη φανούν και διακριτικά τους έδειξε τον άνδρα που είχε καρφωθεί πάνω της.
Η Έρικα αναφώνησε με ενθουσιασμό. «Κούκλος ότι πρέπει για τη περίπτωση σου». Σκούντησε τη Δέσποινα, η οποία συμφώνησε μαζί της. «Πιστεύω πως είναι η ώρα να πας τουαλέτα... βασικά θα περάσεις από διπλά του για να κόψεις αντίδραση».
Η Αρετή κοίταξε τη φίλη της έκπληκτη. «Πας καλά ρε συ... δεν πάω πουθενά δεν είμαστε στο δημοτικό. Τι θα νομίζει για μένα άνθρωπος... αποκλείεται».
Η Δέσποινα πήρε το λόγο με σοβαρό ύφος. «Δε βγήκες να περάσεις καλά σήμερα ή μου φαίνεται; και κυρίως να ξεχάσεις λίγο τον Αλέξανδρο, ο οποίος σε έχει γραμμένη εδώ και μια εβδομάδα;» Της έπιασε το χέρι και τη σήκωσε επάνω. «Δες πως είσαι... μια κούκλα καθεμία εδώ μέσα θα σε ζήλευε... δε καταλαβαίνω που είναι το πρόβλημα;» Έκανε νόημα στη Έρικα να τη τραβήξει επίσης. Συνέχισε τη κατσάδα. «Καταλαβαίνουμε πως είσαι στεναχωρημένη αλλά και αυτή η ηττοπάθεια δεν είναι καλή... έτσι θα κερδίσεις τον Αλέξανδρο;» της άφησε το χέρι και της μίλησε πιο γλυκά. «Λίγο φλερτ να ξέρεις πως αναζωογονεί μια γυναίκα και την κάνει ετοιμοπόλεμη».
Η Αρετή δεν άντεξε άλλο και υπάκουσε.... Πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε προς το μέρος του με πρόφαση πως θα πήγαινε τουαλέτα. Τίποτα δεν την είχε προειδοποιήσει γι' αυτόν που θα αντίκριζε... ένα διάβολο με πολλά πρόσωπο αλλά με άδεια ψυχή σίγουρα...

                                                                                             *********************************

Ο Παύλος είδε τη θεά του να πλησιάζει και σκούντησε τον Πέτρο. Αυτός αναγκάστηκε να διακόψει τα φιλιά του με τη ξανθιά. Ο Φίλιππος καθόταν πιο χαλαρός και κουβέντιαζε με την Κλειώ.
Με έκπληξη άκουσε τον Παύλο να λέει. «Τώρα ήρθε η ώρα να σας τη δείξω». Με μια ματιά προς τα μπροστά έδωσε το στίγμα για το αντικείμενο του πόθου του...». Αισθάνθηκε περήφανος σαν τον κυνηγό που ανακάλυψε τον επόμενο στόχο του και ήταν έτοιμος να εκτοξεύσει τα βέλη του...
Οι δυο φίλοι κοίταξαν την κοπέλα που ερχόταν προς το μέρος τους. Δε μπορούσαν να το πιστέψουν. Περπατούσε με αργά και σταθερά βήματα, όλο σιγουριά και χάρη. Το παρουσιαστικό της περήφανο, δεν άφηνε περιθώρια για λάθος κινήσεις.
Ο Φίλιππος σοκαρίστηκε και κοίταξε με νόημα τον κολλητό του. Ο Πέτρος κατάλαβε αμέσως αλλά κάνεις τους δε τόλμησε να πει το όνομα της. Ο τρίτος της παρέας είχε σηκωθεί όρθιος έτοιμος να αρπάξει τη λεία του. Η Ιωάννα και η Κλειώ προσπαθούσαν με τη σειρά τους να καταλάβουν ποια ήταν αυτή που προκάλεσε τόση αναστάτωση στην παρέα. Την χάζεψαν και οι ίδιες αλλά περιορίστηκαν σε κάποια υποτιμητικά σχόλια.
«Ε εντάξει πως κάνεις έτσι βρε Παύλο... κάτι τέτοιες είχες άπειρες στο κρεβάτι σου». Είπε πρώτη η Κλειώ. «Εύκολη την κόβω δε νομίζω να έχεις κάποιο θέμα...»
Εκείνη την ώρα ο Φίλιππος τράβηξε το χέρι του από πάνω της και οι μυς του προσώπου του συσπάστηκαν απότομα. Είπε μια κουβέντα απλώς. «Για να δούμε πόσο καλός είσαι φίλε μου...». Κάτι μέσα του άρχισε να φουντώνει. Δεν κατάλαβε τι ακριβώς τον αναστάτωσε τόσο αλλά μια φωτιά σιγόκαιγε ήδη... το έργο της είχε ξεκινήσει μερικές μέρες πριν... τώρα επανήλθε για να αποτελειώσει την καταστροφή... Άθελα του το όνομα Αρετή σχηματίστηκε με λαχτάρα στο μυαλό του...
Ο Πέτρος που γνώριζε ήδη την ιστορία του κολλητού προσπάθησε να μη δείξει επίσης την έκπληξη του. Προσπάθησε να αποτρέψει το φίλο του να κάνει κάποια κίνηση. Μάταιος όμως ο κόπος ήταν ήδη αποφασισμένος...

Η Αρετή τους πλησίασε και κατάλαβε πως ο τύπος ήταν έτοιμος να της μιλήσει. Ακολούθησε τις συμβουλές των φιλενάδων και έκρυψε την αμηχανία της. Ανά καιρούς δεχόταν κομπλιμέντα στο άσχετο, αλλά δεν ήταν το ίδιο με το να τα επιδίωκε η ίδια. Αδιάφορα πέρασε δίπλα από το τραπέζι και εκείνη την ώρα ένιωσε ένα χέρι να τη σταματάει. Μύρισε το άρωμα του, ήταν έντονο, ανατολίτικο. Η αναπνοή του μύριζε ουίσκι αλλά δεν ήταν σίγουρα μεθυσμένος. Τρόμαξε προς στιγμήν αλλά η φωνή του ήταν απαλή. Τα μαύρα μάτια του την κοίταξαν επίμονα λες και προσδοκούσαν κάτι.
«Δεσποινίς είστε πάρα πολύ όμορφη... ξέρω ότι δε πρωτοτυπώ στις κουβέντες μου αλλά με μαγέψατε». Ο Παύλος της φίλησε τρυφερά το χέρι. Συνέχισε την επίθεση του. «Χαρίστε μου το ονοματάκι σας εάν θέλετε... το δικό μου είναι Παύλος»
Η φωνή του ηχούσε μελωδικά στο αυτί της παρόλα αυτά έδειξε δυσπιστία. «Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια αλλά είμαι σίγουρη πως θα βρείτε πιο όμορφες κοπέλες εδώ μέσα.» Κράτησε απόσταση ασφαλείας. «Χάρηκα πολύ Παύλο το όνομα μου είναι Αρετή... σου εύχομαι καλή διασκέδαση» Πήγε να φύγει όταν άκουσε μια γνώριμη φωνή... είχε έρθει στην κόλαση και η φωνή του διαβόλου της χάιδεψε μελωδικά το αυτί...
Ο Φίλιππος δε μπόρεσε και πάλι να συγκρατηθεί. Δεν καταλάβαινε γιατί κάθε φόρα που την έβλεπε αισθανόταν περίεργα. Η γλυκύτητα της φωνής της τον εκνεύρισε ακόμη πιο πολύ. Δίχως δεύτερη σκέψη διέκοψε την γνωριμία τους. «Μην την πιέζεις Παύλο μπορεί να έχει σχέση κοπέλα και να μη θέλει». Σχολίασε καυστικά.
Ο φίλος του απάντησε γρήγορα. «Δε με ενδιαφέρει ένα κομπλιμέντο έκανα στη Αρετή» Στη συνέχεια γύρισε προς το μέρος την έντρομης πλέον Αρετής. «Λοιπόν δεσποινίς μου δηλώνω θαυμαστής σας και όχι μόνο αυτό... νιώθω ερωτευμένος μαζί σας, με μαγέψατε, δε ξέρω εάν έχετε σχέση αλλά κάντε μου τη χάρη και χαρίστε μου ένα χορό αργότερα...»
Η Αρετή ήθελε να ανοίξει η γη και να την καταπιεί. Μα τόση γκαντεμιά πλέον... έπρεπε να συναντήσω τον ηλίθιο ξανά μπροστά μου. Σκέφτηκε από μέσα της αλλά προσπάθησε να κρύψει τη δυσαρέσκεια της. «Ο κύριος έχει δίκιο, είμαι σε σχέση αλλά δε σημαίνει πως θα πρέπει να φερθώ με αγένεια στα κομπλιμέντα σου... αυτό είναι συνήθειο κάποιων άλλων... εγώ μεγάλωσα με τρόπους» Η φονική ματιά που έριξε στο Φίλιππο δεν άφηνα κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Προσπάθησε να πει κάτι τελευταίο και να φύγει αλλά τη διέκοψε ο Ραζής και πάλι.
«Μας κατηγορείτε για κάτι δεσποινίς;» Ανταπέδωσε το ίδιο βλέμμα αλλά τα πράσινα της μάτια τον έκαναν να ανατριχιάσει. Συνέχισε την επίθεση, παίρνοντας αγκαλιά την Κλειώ ξανά. «Προσπαθώ να προστατεύσω το φίλο μου από εδώ από πονηρές γυναίκες... δε θέλω να στεναχωρηθεί αργότερα».
Η Κλειώ που έβλεπε ότι απειλείτε σχολίασε «Δεν αρέσουν σε όλους οι κακές γυναίκες μικρή μου».
Η Ιωάννα υποστήριξε τη φίλη της. «Μπορεί να είσαι όμορφη αλλά προφανώς έχεις πολλά να μάθεις ακόμη».
Ο Πέτρος γέλασε με το τελευταίο σχόλιο του κολλητού του. Δεν ήθελε να κάνει το διαιτητή αλλά μάλλον ήταν αναπόφευκτο. «Πιστεύω πως ο Παύλος δεν κινδυνεύει από τις όμορφες γυναίκες Φίλιππε... το κατέχει το άθλημα καλά».
Ο Παύλος είχε κοκκινίσει. Ένιωθε πως χανόταν στα μάτια της και η επιθετικότητα της τον τρέλαινε. Ίσως να έπαιζε με τη φωτιά αλλά δεν τον ένοιαξε. Της ψιθύρισε στο αυτί. «Μην τους δίνεις σημασία με πειράζουν και μάλλον με ζηλεύουν».
Η Αρετή πρόσεξε την κτητικότητα με την οποία αγκάλιασε την κοκκινομάλλα και ξαφνικά ένιωσε ενόχληση. Επίτηδες το κάνει για να σου δείξει πόσο αρσενικό είναι. Σχολίασε το υποσυνείδητο της και συνέχισε τι σε νοιάζει... λυπάμαι την κοπέλα αλλά χάρισμα της. Πήρε το παιχνιδιάρικο της ύφος. «Παύλο σίγουρα σε ζηλεύουν.... σε ευχαριστώ και πάλι και υπόσχομαι να σου χαρίσω ένα χορό αργότερα».
Λίγο πριν φύγει ο Φίλιππος την πρόσβαλε ξανά. «Μεγάλη ιδέα έχετε για τον εαυτό σας....κακώς πολύ κακώς δε ξέρετε ποτέ... ίσως βρεθεί κάποιος να σας δελεάσει με άλλους τρόπους» Τέλειωσε τη φράση του και γύρισε να φιλήσει με ένταση την Κλειώ.
Η Αρετή έσφιξε τη γροθιά της δυνατά, για να μην τον χαστουκίσει. Όταν είδε να φιλάει με πάθος την κοκκινομάλλα, ένιωσε λίγο περίεργα, δάγκωσε το κάτω χείλος και αποχώρισε από το τραπέζι τους. Αυτός ο άνθρωπος της δημιουργούσε τόσα αντικρουόμενα συναισθήματα μέσα σε λίγα λεπτά., ίσως και κάποια που δεν ήθελε να παραδεχτεί τη δεδομένη στιγμή Κάποια στιγμή το κρυφτούλι θα σταμάταγε... και θα ερχόταν αντιμέτωπη με όλα όσα πάλευε να ξεχάσει... Συνέχισε να σφίγγει τα χέρια της για να κοντρολάρει το θυμό.... Είχε πεισμώσει, ήθελε εκδίκηση και γνώριζε τον τρόπο. Η μικρή γατούλα ήταν έτοιμη να δείξει τα νύχια της στους εχθρούς...

                                                                                                ***************************

Ο Αλέξανδρος ακολούθησε την Έλενα έξω από το μαγαζί. Περίμενε εξηγήσεις για τη συμπεριφορά της. Στην αρχή την άφησε να προχωρήσει λίγο πιο πέρα από τη είσοδο αλλά μετά τη σταμάτησε... «Έλενα τι συμβαίνει γιατί έφυγες;», Της κράτησε τον αγκώνα με ζεστασιά. «Ένα αστείο έκανα για το κέρασμα ελπίζω να μη σε πείραξε... ζητάω συγγνώμη».
Η Έλενα έκπληκτη σταμάτησε και γύρισε να τον κοιτάξει. Τον μάλωσε «Πως μπορείς να κατηγορείς τον εαυτό σου;» Χαμήλωσε το βλέμμα της από ντροπή. «Θα νομίζεις και εσύ πως είμαι ένα κακομαθημένο που δεν υπολογίζει τίποτα... σας χάλασα τη βραδιά... καλύτερα να πηγαίνω».
Τη λυπήθηκε πραγματικά, θεώρησε ότι ήταν ειλικρινής μαζί του και έπρεπε να την ηρεμήσει. Η σειρά του να τη μαλώσει. «Σταμάτα να λες ανοησίες σε παρακαλώ και έλα μέσα ξανά». Την κοίταξε τρυφερά και της χάιδεψε τα μάγουλα. Αναστέναξε. Συνέχισε να τις μιλάει γλυκά. «Αφού δε θες να έρθεις μέσα επέτρεψε να σε πάω σε ένα μέρος που αγαπάω πολύ από μικρό παιδί».
«Και που είναι αυτό;» ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Μισό λίγο». Μίλησε με το Διονύση και όταν τέλειωσε το τηλεφώνημα της είπε με νόημα «Είσαι έτοιμη να ξανανιώσεις παιδί;» Την τράβηξε από το χέρι, μπήκαν στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς το μεγάλο λούνα παρκ στα δυτικά της πόλης.
Όταν φτάσανε η Έλενα πέταξε από χαρά. Δε περίμενε ποτέ κάποιος να τη φέρει σε λούνα παρκ. Η νύχτα θύμιζε καλοκαίρι οπότε εάν η ώρα ήταν περασμένη πολλοί οι γονείς έφερναν τα παιδιά τους να παίξουνε. Η φασαρία των παιχνιδιών, οι φωνές των παιδιών και η κοσμοσυρροή την έκαναν να να νιώσει πολύ περίεργα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ποτέ ήταν η τελευταία φορά που βρέθηκε σε παρόμοιο χώρο. Φάνηκε μάλλον αιώνας. Ήθελε να δοκιμάσει τα πάντα. Το χώμα και η σκόνη γύρω της δεν θύμιζαν σε τίποτα τα χλιδάτα πάρτι με την πολυτελής διακόσμηση και το εντυπωσιακό φαγητό. Εκεί τα πράματα ήταν πιο απλά, ο κόσμος ήταν απλός και διαφορετικός ίσως και λιγότερο βαρετός. Απολάμβαναν το παγωτό τους, το αναψυκτικό ή το σουβλάκι με μεγάλη ευχαρίστηση. Δεν τους απασχολούσε το ντύσιμο ούτε το βάψιμο. Ίσως να είχε βαρεθεί την πολυτέλεια της ζωής της με τα όλα τα καθώς πρέπει, ίσως να χρειάζονταν για μια μέρα να παραστήσει την άγνωστη Έλενα Ραζή. Ο Αλέξανδρος την έφερε σε αυτό το μέρος, το αγαπημένο του μέρος και αυτό μπορεί να σήμαινε πολλά... Σιγοψιθύρισε τη λέξη ελπίδα...
Ο ίδιος ήθελε να φέρει την Έλενα σε κάποιο μέρος που θα τη βοηθούσε να ξεχαστεί. Δε γνώριζε εάν τη συγκίνησε καθόλου αυτή η προσπάθεια αλλά δε τον πείραξε. Της πρότεινε να ανεβούνε σε κάποια από τα παιχνίδια και εκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη συμφώνησε.. Προτίμησαν τα κλασσικά τη μπαλαρίνα, το καραβάκι και τα συγκρουόμενα. Δεν ήταν κανένας τους τόσο θαρραλέος να δοκιμάσει κάτι πιο τρομακτικό. Στο καραβάκι ανέβηκαν δυο φορές, το βρήκαν πολύ διασκεδαστικό. Όταν τέλειωσαν προτίμησαν να καθίσουν κάπου να φάνε ένα παγωτό χωνάκι. Έτσι τους δόθηκε η ευκαιρία να γνωριστούν λίγο καλύτερα. Ξεκίνησε πρώτα ο Αλέξανδρος τη μικρή εξιστόρηση της ζωής του.
«Η ζωή μου δεν είναι και πολύ ενδιαφέρουσα... ελπίζω να μη βαρεθείς.» Της χαμογέλασε και άρχισε να ξετυλίγει τα σημεία σταθμούς της ζωής του. Γεννήθηκα σε ένα χωριό μικρο ορεινό της Κρήτης κοντά στο Ρέθυμνο πριν από 28 χρόνια. Έχασα τον πατέρα μου σε νεαρή ηλικία, Η μητέρα μου στάθηκε και σαν πατέρας και μάνα μαζί. Με πείσμα και πολύ δουλειά ενάντια στα κακόβουλα σχόλια των συγχωριανών μου για τη φτώχεια μας να με σπουδάσει. Μπήκα στη νομική στα 19 μου και τέλειωσα στα 24 μου. Προτίμησα να τελειώσω με το στρατό αμέσως μετά το λύκειο, ώστε να έχω την ευκαιρία να ψάξω για δουλεία αμέσως. Στην αρχή ήμουν απογοητευμένος δε μπορούσα να βρω τίποτα. Ακόμη και στη μητέρα μου δεν έλεγα τίποτα για να μη τη στεναχωρήσω. Δε το έβαλα κάτω ο Σταύρου άνοιξε τη νομική εταιρία, έκανα αίτηση και με δέχτηκε. Η μητέρα μου πέθανε στο πρώτο χρόνο που βρήκα τη δουλειά. Λες και περίμενε να αποκατασταθώ πρώτα για να με “εγκαταλείψει” και εκείνη. Τα υπόλοιπα ίσως τα γνωρίζεις». Σταμάτησε απότομα και προτίμησε να μην αναφέρει την Αρετή καθόλου.
Η Έλενα τον άκουσε με προσοχή. Συγκινήθηκε πραγματικά γιατί κατάλαβε πως δε μεγάλωσε με χρυσά κουτάλια. Ανήκαν σε διαφορετικούς κόσμους αυτό όμως δεν αποτελούσε πρόβλημα στη σημερινή εποχή. Την παραξένευσε το ότι δεν ανέφερε καθόλου την Αρετή... δε μπορούσε να μη τον ρωτήσει... την έτρωγε η περιέργεια.. «Και όλο αυτό το καιρό είχες σαν στήριγμά σου την Αρετή... μου είχες πει ότι είσαστε μαζί σχεδόν τέσσερα χρόνια».
Τη διέκοψε απότομα. «Ήμασταν δε είμαστε πλέον χωρίσαμε όχι τελεσίδικα ίσως αλλά προς εκεί οδεύει το πράμα». Το πρόσωπο του σκυθρώπιασε. «Μέσα σε ένα βράδυ μου είπε τόσα ψέματα όσο ποτέ άλλοτε». Την κοίταξε έντονα. «Πιστεύω πως γνώριζε τον πατέρα σου από πριν δε ξέρω τι σχέση είχαν αλλά σίγουρα γνωρίζονταν... μέχρι και στο νοσοκομείο ήρθε να τη δει... δεν είμαι ηλίθιος».
Ο πατέρας μου γνώριζε την Αρετή από παλιά... περίεργο σκέφτηκε. Αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τη στιγμή ρίχνοντας λάδι στη φωτιά. «Κοίτα Αλέξανδρε δε θα σου κρυφτώ... ο πατέρας μου αγαπάει πολύ το ωραίο φύλο αλλά ποτέ δε δένεται με καμία γυναίκα... είναι θέμα αρχής για εκείνον». Ήξερε πως και πάλι χρησιμοποίησε τον μπαμπά της αλλά δεν έλεγε ψέματα. Συνέχισε, βάζοντας το χέρι της στον ώμο του. «Η μοναξιά είναι δύσκολο πράμα και πάντα με εφήμερες σχέσεις προσπαθούσε να γεμίσει αυτό το κενό. Είναι γοητευτικός άνδρας, δυναμικός, τα έχει όλα πλούτη, γνωριμίες, φήμη όλα... ίσως πρέπει να σκεφτείς και την εκδοχή να τον πλησίασε η Αρετή πρώτη».
Επεξεργάστηκε λίγο τις κουβέντες της Έλενας. Αυτό το ενδεχόμενο δε το είχε σκεφτεί εάν και γνώριζε την παλιά αγαπημένη του καλά. Ήξερε πως μισούσε τα πλούτη και τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τα χρήματα ως μέσο δύναμης και υποταγής. Ακόμη και τα ακριβά δώρα απεχθάνονταν. Θυμήθηκε πως ακόμη δε της είχε δώσει το δώρο. Το είχε αγοράσει από το κατάστημα της Δέσποινας, ήταν ειδική παραγγελία για κάτι λιτό και διακριτικό. Ξεχάστηκε τελείως. Χάιδεψε τα μαλλιά της και απάντησε «Δεν έχει σημασία αυτό πλέον το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και παραμένω ο μαλάκας της υπόθεσης ». Ήρθε πιο κοντά του και ένιωσε έναν περίεργο μαγνητισμό. Δεν αντέδρασε. Της επέτρεψε αυτόν το χώρο, μάλιστα διασκέδαζε με το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι.
Τον κοίταξε, μαρτυρώντας τον πόθο της. Δεν ήθελε να κρυφτεί άλλο, δε μπορούσε να συγκρατηθεί, είχε μάθει να μη χάνει. «Δηλαδή δε σε νοιάζει πλέον... πικράθηκες τόσο που η καρδιά σου έχει κρυώσει;» Είχε πλησιάσει σε επικίνδυνο σημείο. Περίμενε με αγωνία την απάντηση του.
Της μίλησε χαμηλόφωνα, ο κόσμος γύρω τους αραίωνε σιγά σιγά. Καθόταν σε ένα πιο απόμερο σημείο του πάρκου και αυτό βοηθούσε τη ρομαντική διάθεση. «Δε μπορώ να πω τίποτα με σιγουριά, η Αρετή αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, ίσως χρειάζομαι ένα κίνητρο κάποιον που θα μπορεί να με στηρίξει διαφορετικά στο μέλλον». Επέλεξε να μη κρυφτεί, ένιωθε προδομένος και είχε ορκιστεί να μην τη ξαναπατήσει. «Δε μου φτάνει πλέον η αγάπη χρειάζομαι σιγουριά και δύναμη. Είμαι αρκετά φιλόδοξος και χρειάζομαι ένα άτομο να με στηρίζει συνέχεια... δε ξέρω εάν μπορώ να προσφέρω αγάπη χωρίς όρους».
Της ήταν αρκετό. Είχε πάρει την απόφαση της. Τον φίλησε παθιασμένα, ένιωσε τη λύτρωση. Τον ήθελε απεγνωσμένα, δεν την ενδιέφεραν οι αγάπες και τα λουλούδια. Χρειαζόταν να τον κάνει δικό της έστω και για μια βραδιά, να γίνουν ένα και να καούν μαζί σε μια κόλαση φωτιάς...

                                                                                               ******************************

Η Αρετή προσπάθησε με κόπο να μην κοιτάει προς το μέρος του. Εξήγησε ήδη στα κορίτσια τι έγινε και μείνανε με το στόμα ανοιχτό. Η Έρικα έβριζε την κακή τους τύχη και το Ραζή για την αγένεια του. Ενώ το μυαλό της δεν της επέτρεπε να ρίχνει κρυφές ματιές, η καρδιά της υπέβαλλε να τον χαζεύει όσο αυτός χάιδευε με ερωτική διάθεση την κοκκινομάλλα. Κανονικά δεν θα έπρεπε και δε καταλάβαινε το γιατί. Η ζήλια της είχε φουντώσει μέσα της για κάποιον που μισούσε. Ίσως δεν είναι ζήλια ίσως είναι θύμος γιατί προσπαθεί να με προκαλέσει επίτηδες... ποιος νομίζει ότι είναι ο μαλάκας; Έβρισε δυνατά. Το κέρατο μου μέσα βαρέθηκα τα κόλπα σου καραγκιόζη... το μόνο που έχεις φράγκα τίποτα άλλο. Παρατήρησε πως και ο ίδιος την κοιτούσε κάθε φόρα που άγγιζε τρυφερά τη ντίβα δίπλα του. Ο δε Παύλος είχε βρει άλλη ασχολία με μια άλλη κοπέλα. Είχε έρθει η ώρα να τον χρησιμοποιήσει. Δεν ήξερε τι ήθελε να αποδείξει αλλά θα το έκανε για τη δική της ευχαρίστηση. Οι φίλες της διασκέδαζαν πολύ περισσότερο από εκείνην. Δε σταμάτησαν να χορεύουν... λατρεύανε τη λάτιν μουσική. Σηκώθηκε απότομα και τις τράβηξε να χορέψουν. Και η ίδια χόρευε πολύ καλά εάν και ποτέ δεν ασχολήθηκε σοβαρά. Λες και ο χορός κυλούσε στο αίμα της. Ξεκίνησε να χορεύει με πάθος και έδειχνε πως ήταν αρκετά απελευθερωμένη. Η Έρικα την ακολουθούσε στα βήματα της θαυμάζοντας την άνεση και τη σιγουριά της φίλης της. Μετά από λίγα λεπτά το ρεπερτόριο του μπαρ γύρισε σε πιο ανατολίτικα ακούσματα. Η ώρα ήταν τέτοια που επιβάλλονταν τα θηλυκά να ακολουθήσουν τους αισθησιακούς χορούς. Η Αρετή ήταν κατενθουσιασμένη, δεν τις άρεσε το ελληνικό ρεπερτόριο αλλά μαγεύονταν από αυτούς τους χορούς, λες και τις θύμιζαν ένα άγνωστο παρελθόν...
Φώναξε τα κορίτσια να πάνε στο κέντρο του μπαρ. Ξεκίνησε να λικνίζεται με χάρη και αισθησιασμό σαν να ήταν επαγγελματίας. Το σπάσιμο της μέσης και οι αργές κινήσεις της κοιλιάς και των γοφών της δε τη δυσκόλευαν καθόλου. Ένας νεαρός την πλησίασε για να τη συνοδεύσει. Το επέτρεψε, της άρεσε η ανδρική συντροφιά σε τέτοιες περιπτώσεις. Κουνιόταν ρυθμικά μπροστά του μόνο για να προκαλέσει το αντίπαλο στρατόπεδο. Οι φίλες της την εγκατέλειψαν αλλά δε την πείραξε. Συνέχιζε το επικίνδυνο παιχνίδι της. Κοίταζε ευθέως το Φίλιππο μες στα μάτια. Κούναγε τη φούστα της ρυθμικά και σε συγκεκριμένα γυρίσματα χαμήλωνε σχεδόν πρόστυχα μπροστά στο νεαρό. Δεν την ακούμπησε απλώς χόρευε μαγεμένος. Πρόσεξε πως ο Ραζής προσπαθούσε να την αγνοήσει. Χόνδρινε το παιχνίδι. Έκανε νόημα στον Παύλο να έρθει κοντά της. Ανταποκρίθηκε αμέσως, παρατώντας την άλλη γκόμενα. Ακούμπησε τα χέρια του και τον “ανάγκασε” να την αγκαλιάσει. Γύρισε την πλάτη της, ακουμπώντας στο στήθος του. Προσπάθησε να τον καθοδηγήσει στα σκοτεινά αλλά ερωτικά μονοπάτια του χορού. Τριβόταν αισθησιακά πάνω του και τον παρακαλούσε να κουνηθεί μαζί της με τα σώματα τους κολλημένα. Κατάλαβε πως ο Παύλος είχε ερεθιστεί σε επικίνδυνο σημείο, παρόλα αυτά συνέχιζε. Ακόμη και οι φίλες της την παρατηρούσαν έκπληκτες. Τα μάτια της συνέχιζαν να είναι καρφωμένα πάνω του. Ήθελε να δει την αντίδραση του, ήθελε να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Χάιδευε το πρόσωπο του Παύλου επίτηδες.
Ο Φίλιππος με πολύ κόπο στην αρχή την αγνόησε. Όταν την πλησίασε ένας άσχετος ένιωσε τις παλάμες του να ιδρώνουν. Δεν ήθελε να την ακουμπήσει άλλος. Προσπάθησε να ξεχαστεί στα φιλιά της Κλειώς και τα είχε καταφέρει για λίγα λεπτά. Πρόσεξε τα γατίσια μάτια της να τον διατάζουν να κοιτάει προς το μέρος της, να τη θαυμάσει. Καθώς κούναγε όλο το κορμί της τόσο συγχρονισμένα με τη μουσική, ένιωσε τους μυς του σώματος του να είναι έτοιμοι για την επίθεση. Συγκρατήθηκε και πάλι και η αδυναμία χάθηκε από το πρόσωπο του. Το κάλεσμα του Παύλου προς το μέρος της, τον εκνεύρισε. Ήθελε να φύγει γιατί δεν άντεχε να παρακολουθεί άλλο. Ακουμπούσε τους γοφούς της και όλο το κορμί της στο σώμα του Παύλου. Την αγκάλιαζε σφιχτά λες και ήταν κτήμα του. Ήξερε πως δε θα την άφηνε εύκολα να φύγει αργότερα. Οι ανδρικές του ορμόνες είχαν χτυπήσει κόκκινο. Ο εγωισμός του δεν επέτρεπε να την κλέψει άλλος. Υπέφερε πολύ ειδικά όταν ένιωσε τον ίδιο ερεθισμό. Η ζήλια του τον ανάγκασε να στρέψει το κεφάλι του προς τον Πέτρο. Είχε παρατήσει ο ίδιος τα χάδια της Ιωάννας και θαύμαζε τη νεαρή κοπέλα. Το άγγιγμα της στο πρόσωπο του αντιπάλου ήταν το τελειωτικό χτύπημα για εκείνον. Όλα τα αμυντικά του συστήματα εξαφανίστηκαν. Σηκώθηκε πάνω για να φύγει. Εκείνη του έκανε νόημα να έρθει κοντά της... Ελευθέρωσε το κορμί της από τα χέρια του “συνεργού” της. Τον έπιασε από τον αγκώνα για να τον φέρει κοντά της. Ο Φίλιππος ήταν σχεδόν υπνωτισμένος. Απλώς ήθελε να φύγει αλλά τα πόδια του ρίζωσαν στο ίδιο σημείο. Φώναξε την Κλειώ να τον ακολουθήσει.
Η Αρετή χωρίς να του μιλήσει δεν τον άφησε. Ήθελε απλώς να κοιτάζει μόνο τα μάτια του για λίγα δευτερόλεπτα. Ήθελε να δει τον καλό του εαυτό ίσως, το πιο παθιάρικο και ευαίσθητο. Η μουσική έγινε πιο απαλή. Ξαφνικά η βράδια γέμισε δυνατότητες και πιθανότητες. Έβαλε τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του και τον πλησίασε πολύ κοντά. Για εκείνη δεν υπήρχε κάποιος άλλος γύρω τους. Λίγα εκατοστά χώριζαν τις ανάσες τους. Το άλλο χέρι ανάγκασε το δικό του να την πάρει αγκαλιά για να ξεκινήσουν το χορό. Ακούμπησε στο στήθος του αργά. Ήθελε να βεβαιωθεί πως αυτός ο άνθρωπος είχε καρδία. Ήθελε να ακούσει τον χτύπο της. Σήκωσε το πρόσωπο της και τον κοίταξε με απορία. Η κοκκινομάλλα ήταν έτοιμη να τον πάρει μακριά της, δε θα το επέτρεπε τόσο εύκολα. Έσφιξε τα δάχτυλα της μέσα στα δικά του. Περίμενε με αγωνία την ανταπόκριση του.
Στο άγγιγμα της ο Φίλιππος ανατρίχιασε. Τα χέρια του κολλούσαν από τον ιδρώτα. Το πρόσωπο του δε μαρτυρούσε τίποτα. Ένα τοίχος ήταν ορθωμένος ανάμεσα τους. Η ζεστασιά της αφής της στο στήθος του τον πλημμύρισαν με ανάμεικτα συναισθήματα φόβου, πόθου και προσμονής. Ήθελε να χαϊδέψει τα μαλλιά της, να μυρίσει το άρωμα της και να εξερευνήσει σπιθαμή προς σπιθαμή τα απόκρυφα σημεία του κορμιού της. Όλα αυτά δήλωναν την αδυναμία του. Καμία γυναικά δε θα έβλεπε αυτές τις αδυναμίες του. Ποτέ καμία γυναίκα και ειδικά εσύ... σκέφτηκε και άφησε τα χέρια της απότομα. Τράβηξε την Κλειώ για να έρθει μαζί του. Βγήκαν από το μαγαζί πολύ γρήγορα... ο καθαρός αέρας θα του έκανε καλό...
Η Αρετή χαμογέλασε σαν να είχε κερδίσει αλλά η καρδιά της παραδεχόταν την ήττα... Έκανε νόημα στις φίλες της για να φύγουν. Εκείνες αμίλητες πλήρωσαν το λογαριασμό και την ακολούθησαν. Δε τόλμησαν να τη ρωτήσουν τι ακριβώς προσπάθησε να πετύχει... Καταλάβαιναν πως ήταν λαβωμένη και άκρως επικίνδυνη. Το παιχνίδι με το Ραζή τελείωσε άδοξα. Κατά την έξοδο τους ο Παύλος της έδωσε μια κάρτα του. Την εμπόδισε προς στιγμήν αλλά όταν είδε την αδιαφορία της έφυγε από μπροστά της. Το φονικό βλέμμα της Έρικας ήταν αρκετό να τον πείσει. Τα κορίτσια βγήκαν αγκαζέ και το σχόλιο της Αρετής τις έκανε να γελάσουν...
«Έπηξα από μαλάκες τις τελευταίες ημέρες, ίσως έχω το μαλακομαγνήτη». Γέλασε μαζί τους και συμπλήρωσε « Ένας βασικά παίρνει τα πρωτεία». Δε τελείωσε τη φράση της όταν ο παρκαδόρος τους έφερε τον αυτοκίνητο. Είχαν πιει αρκετά βέβαια αλλά η Έρικα δε πτοήθηκε. Δεν ήταν η πρώτη φορά άλλωστε για εκείνην. Λίγο πιο πέρα θα παίρναν έναν καφέ να τους ξυπνήσει. Η Αρετή ήταν έτοιμη να μπει στο αυτοκίνητο όταν ένα χέρι τη σταμάτησε. Τρόμαξε προς στιγμήν. Όταν γύρισε το κεφάλι της αντίκρισε το διάβολο... η πύλη της κολάσεως είχε κλείσει για τα καλά, φυλακίζοντας τη ψυχή της... κάθε ψυχή όφειλε να υπακούει μόνο εκείνον στο βασίλειο του αλλά εκείνη με ασυμβίβαστο χαρακτήρα αρνούνταν πεισματικά... κάπως έτσι επέρχεται και η τιμωρία...

                                                                                          ***************************

Ο Αλέξανδρος καθόταν στο κρεβάτι του. Δίπλα του κοιμόταν η Έλενα. Ο ίδιος δε μπορούσε να κοιμηθεί. Χάζευε το ταβάνι, προσπαθώντας να ξεχάσει τις τύψεις του. Μα τι στην ευχή σκεφτόμουν... τι πήγα και έκανα. Έπιασε το κεφάλι του, κόντευε να τρελαθεί. Είμαι πολύ μαλάκας τελικά, κατηγόρησε τον εαυτό του. Η Έλενα του τράβηξε το σταχτί σεντόνι και έμεινε γυμνός τελείως. Δεν τον ενόχλησε η σωματική γύμνια αλλά η ψυχική. Ένιωσε λες και είχε προδώσει τα ιδανικά του, πληγώνοντας αγαπημένα πρόσωπα. Δεν άντεχε να κάθεται έτσι, σηκώθηκε και πήγε να βρει το κινητό του. Από την ώρα που γύρισε σπίτι δεν μπόρεσε να το ελέγξει. Είχε μήνυμα από την Αρετή. Τον ενημέρωνε για την έξοδο της και τον παρακαλούσε να τη συνοδεύσει. Φυσικά δεν ήθελε και δε μπορούσε να απαντήσει μιας που το είχε αφήσει σπίτι. Τώρα το είχε ήδη μετανιώσει. Εάν πήγαινε μαζί της όλα θα ήταν διαφορετικά. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Όλα φαινόταν τόσο ήσυχα αλλά ο ίδιος πονούσε... ο ίδιος είχε μπήξει το μαχαίρι στην καρδιά του... Είχε έρθει η ώρα να αναλάβει τις ευθύνες του όμως....
Θυμήθηκε το πάθος και το θυμό που έβγαλε κατά της διάρκεια του σεξ με την Έλενα. Έγινε αρκετά πιο βίαιος από ότι το συνήθιζε. Όταν μπήκαν σπίτι η αδρεναλίνη είχε χτυπήσει κόκκινο. Πρόλαβαν να κλειδώσουν την πόρτα πίσω τους. Η Ραζή δε σταματούσε να τον φιλάει. Του έσκισε το πουκάμισο, του κατέβασε το παντελόνι και τα φιλία συνεχιστήκαν στο στήθος του. Ήταν κατά πολύ πιο κοντή από εκείνον. Τη σήκωσε με τα χέρια του χωρίς κόπο και ενώ ακουμπούσαν στον τοίχο την πήρε με άνεση την πρώτη φορά. Ευτυχώς είχαν πάρει προφυλάξεις. Τη φιλούσε στο στήθος της και εκείνη βογκούσε από ευχαρίστηση καθώς μπαινόβγαινε μέσα της με δύναμη. Η δεύτερη του πράξη ήταν με το κλασσικό τρόπο στο κρεβάτι. Είχε ανέβει από πάνω του και με τη δική του παρότρυνση καθώς τα χέρια του ακουμπούσαν στους γοφούς της, την καθοδηγούσε σε απαλές αρχικά κινήσεις και πιο γρήγορες στην πορεία. Έτσι έκανε έρωτα με την Αρετή. Αυτή η απλή στάση ήταν από τις αγαπημένες τους. Θύμωσε με τον εαυτό που σκέφτηκε την Αρετή και πάλι. Μα τι μαλάκας είσαι μόλις πηδήχτηκες με άλλη γυναίκα και εσύ ακόμη σκέφτεσαι τα παλιά;...νομίζεις πως θα σε συγχωρέσει εάν μάθει την αλήθεια; Ήξερε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Δεν υπήρχε περίπτωση. Το υποσυνείδητο συνέχιζε να τον φορτώνει. Ακριβώς σιγά μη σε δεχτεί πίσω. Άρα έχεις δυο επιλογές ή το βουλώνεις ή προχωράς παρακάτω. Μη ξεχνάς ποια είναι η Ραζή... μη γίνεσαι βλάκας μπορεί να καταφέρεις πολλά. Αυτό δε το είχε σκεφτεί. Απλώς για λίγο ήθελε να πάρει εκδίκηση από τον πατέρα της. Μετά δεν ήξερε τι έγινε... αυτός ο πόθος στα μάτια της τον έκανε να υποκύψει. Την ήθελε και ο ίδιος αρκετά, εντυπωσιακή γυναικά και η ίδια, δε θα μπορούσε να μη του απελευθερώσει τις ανδρικές του ορμές...
Επέστρεψε στο κρεβάτι. Η Έλενα άκουσε το θόρυβο και ξύπνησε. Τον κοίταξε με απορία, τα καστανά της μάτια μαρτυρούσαν την αγωνία της. Λες και έκανε πρώτη φορά σεξ στη ζωή της και χρειαζόταν μια επιβράβευση. Του χαμογέλασε και με θαυμασμό το πάθος τους ήταν συγκλονιστικό... Είχε καιρό να νιώσει τόσο ποθητή...
«Όλα ήταν υπέροχα χθες... ασυγκράτητος ήσουν». Τον πλησίασε για να τον φιλήσει τρυφερά στα χείλη του.
Ανταποκρίθηκε στο φιλί της μάλλον κρύα. Της χάιδεψε τα μαλλιά και την πήρε αγκαλιά. «Ελπίζω να σε ικανοποίησα πλήρως» Σχολίασε απλώς, όχι ότι τον ένοιαζε πραγματικά.
«Κοίτα με στα μάτια και πες μου τι βλέπεις... χαρά σίγουρα». Ξεκίνησε να τον φιλάει στο στήθος και πάλι κατεβαίνοντας όλο και πιο χαμηλά. «Θες να σου δείξω εάν μου άρεσε αρκετά;».
Δεν απάντησε, οι αμυντικές του λειτουργίες είχαν γκρεμιστεί και τα φιλιά της τον αναγκάσαν να βαριανασαίνει δυνατά. Του άρεσε αυτό το θράσος και το πόσο αχόρταγη ήταν η Έλενα. Οι μυς του σώματος έσφιξαν και τα παιχνίδια στα γεννητικά του όργανα τον είχαν φέρει στο αμήν. Δεν άντεξε την πήρε και για τρίτη φορά και αυτή τη φόρα τα βογγητά τους ήταν πιο δυνατά. Δεν ήξερε γιατί δε μπορούσε να σταματήσει λες αυτό το απελευθερωμένο σεξ χωρίς όρους και αγάπες τον μεταμόρφωσε. Δε μπορούσε να σταματήσει. Δεν υπήρχε ρομαντισμός ή μεγάλα λόγια και τρυφερά φιλία. Υπήρχε μόνο επιθυμία, ένταση και ηδονή. Τίποτα άλλο δε χρειαζόταν... ταξίδεψε σε άλλους κόσμους και ένιωσε ήδη αρχηγός.
Όταν τελείωσαν τη πράξη τους η Έλενα σηκώθηκε για ένα γρήγορο ντους. Έπρεπε να φύγει. Πρόσεξε τη κορνίζα με τη φωτογραφία του με την Αρετή. Γέλασε πονηρά. Σε κέρδισα και πάλι... είναι δικός μου πλέον. Δεν την ένοιαξε το ότι ο Αλέξανδρος πιθανόν την είχε ακούσει...
Κράτησε τη κορνίζα στα χέρια της και με ζωηράδα του λέει «Ξέρεις πως μπορώ να σου προσφέρω πολύ περισσότερα από εκείνην... το θέμα είναι τι θέλεις και εσύ ο ίδιος από τη ζωή σου;» Τα μάτια της καρφωθήκαν πάνω του. Συνέχισε «Τα θέλεις μισά ή ολόκληρα;... Θέλεις να ζεις στο παρελθόν ή προχωρήσεις στο μέλλον;... Η απόφαση είναι όλη δική σου... κάτσε και σκέψου εάν ήσουν χαρούμενος παλιά... και εάν ναι τότε δε θα σου ζητήσω τίποτα παραπάνω... εάν όχι τότε μπορώ να σου προσφέρω πολύ περισσότερα χωρίς όρους και συμβιβασμούς».
Δεν ήταν σίγουρος πως να απαντήσει. Η αλήθεια ήταν πως υπήρξε πολύ ευτυχισμένος στο παρελθόν με την Αρετή. Η δύναμη της τον έκανε να συνεχίσει τον αγώνα. Στο τώρα ένιωθε προδομένος εάν και δεν ήταν και πολύ σίγουρος. Ακόμη και εάν όλα ήταν στη σφαίρα της φαντασίας του... τι θα μπορούσε να του προσφέρει περισσότερο η Αρετή;... τίποτα απολύτως. Το σίγουρο είναι πως την αγαπούσε πολύ, δεν ήθελε να δει στην αγκαλιά κάποιου άλλου άνδρα. Το θεωρούσε αδιανόητο. Μήπως όμως τι είχε ήδη χάσει; αναρωτήθηκε μέσα του. Είχε κάνει ήδη αρκετά για την ίδια από τη πρώτη κιόλας στιγμή. Την προστάτευσε, τη συμβούλεψε και τη βοήθησε με κάθε τρόπο. Κανείς τους δε χρωστούσε στον άλλον κάτι. Ήρθε η ώρα να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση. Την απόφαση του την πήρε. Θα της μιλούσε το ίδιο κιόλας απόγευμα. Έλπιζε πως θα τον καταλάβαινε και δε θα τον μισούσε.....
Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήρε αγκαλιά την Έλενα. «Θες να κάνουμε ντους μαζί;» Τη ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση. «Δε θέλω να αργήσεις να γυρίσεις σπίτι και εγώ σήμερα έχω πολύ ξεκαθάρισμα να κάνω». Τη φίλησε στο μάγουλο.
Η Έλενα ήταν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο. Το αντικείμενο του πόθου ήταν στα χέρια της. Νόμισε πως ονειρευόταν... σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε και ένιωθε ήδη πως ο ήλιος είχε ανατείλει στη ψυχή της...

                                                                                                 ******************************

Ο Φίλιππος βγήκε από το μπαρ με την Κλειώ αλλά δεν είχε καμία διάθεση να την ακολουθήσει. Την έδιωξε με την υπόσχεση ότι θα τη βγάλει έξω για γεύμα σε ένα ακριβό εστιατόριο. Είχε αλλά σχέδια στο μυαλό του. Ο καθαρός αέρας του είχε κάνει λίγο καλό. Προσπάθησε να βάλει το μυαλό του να δουλέψει. Αδύνατο, το ποτό και ο καταιγισμός συναισθημάτων δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Δεν είχε κάποιο σχέδιο δράσης απλώς περίμενε. Δεν απογοητεύτηκε, μετά από λίγη ώρα την είδε να βγαίνει με τις φίλες της από το μαγαζί ατάραχη λες και δε συνέβη τίποτα απολύτως. Ήταν έτοιμες να μπούνε στο αυτοκίνητο όταν έτρεξε να τις προλάβει. Έπιασε το μπράτσο της Αρετής με δύναμη. Εκείνη τρόμαξε όταν τον είδε. Δεν της άφησε περιθώρια να αντιδράσει, με το ζόρι την τράβηξε προς το μέρος του. Αρκέστηκε μόνο στο να κάνει νόημα στα αλλά δυο κορίτσια να φύγουν. Η Έρικα βγήκε από το αυτοκίνητο αλλά ήδη την είχε απομακρύνει από κοντά τους. Άκουσε τη φωνή της κολλητής της να λέει «Φύγετε όλα θα είναι εντάξει μην ανησυχείς δε θα πάθω τίποτα».
Το λευκό σπορ αγωνιστικό του αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο λίγο πιο πέρα. Την έβαλε με το ζόρι μέσα και έβαλε μπρος. Ξεκίνησε να οδηγεί όχι προς το κέντρο της πόλης αλλά προς την παραλία σε ένα χωριό πιο κάτω. Η Αρετή δε φοβόταν, προτίμησε όμως σε όλη τη διαδρομή να παραμείνει αμίλητη. Όταν την τράβηξε δεν αντέδρασε καθόλου λες και το περίμενε λες και το επιδίωκε και η ίδια. Ήθελε και η ίδια να του μιλήσει για να δώσει τέλος σε όλη τη γελοιότητα. Κάθε φορά που συναντιόνταν το μόνο που έκανε ήταν να την προσβάλλει. Δεν άντεχε άλλο. Ήθελε να του επιστρέψει και την επιταγή. Έλεγξε το κινητό της, η ώρα είχε πάει δύο το πρωί. Το ξανάβαλε πίσω απογοητευμένη... καμιά απάντηση από τον Αλέξανδρο...
Ο Φίλιππος δε της μίλησε καθόλου, ούτε καν την κοίταξε όση ώρα οδηγούσε. Έτρεχε πολύ αλλά είδε πως δε φοβόταν. Ένιωσε μέσα από την ταχύτητα να κυλάει το αίμα του πιο γρήγορα και την αδρεναλίνη να ανεβαίνει. Πρόσεξε πως έλεγξε το κινητό της αλλά τον ξανάβαλε πάλι στη τσάντα της. Κάτι ίσως περιμένει... σκέφτηκε. Το πρόσωπο της δε φανέρωνε κανένα συναίσθημα αλλά αυτή η προσμονή της για κάτι άλλο τον τρέλαινε. Συμπεριφερόταν λες και δεν καθόταν δίπλα στο αυτοκίνητο. Τον απαξίωνε πλήρως. Ο εγωισμός του πληγώθηκε ανεπανόρθωτα. Δε μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο. Ενώ η ίδια χάζευε έξω της έριξε ένα βλέμμα μίσους. Στο μυαλό του περνούσαν άσχημοι χαρακτηρισμοί ήθελε να τη δείρει πραγματικά εάν και ποτέ δε θα το έκανε πράξη.
Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην αρχή μιας παραλίας. Γύρω τους ερημιά. Και πάλι δε φοβόταν. Ο Φίλιππος βγήκε από το αυτοκίνητο και περίμενε και την ίδια να βγει. Δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα. Άπλωσε το χέρι του να την κρατήσει για να περπατήσουν στα βότσαλα. Πιο πέρα υπήρχε ένας μεγάλος βράχος, εκεί ήθελε να καθίσουν. Αρνήθηκε πεισματικά να δώσει το χέρι της. Προχώρησε στη άκρη της παραλίας προς το βράχο και τον περίμενε να έρθει. Το σκοτάδι γύρω άρχισε να τους περικυκλώνει απότομα. Ήθελε να τους καθηλώσει στο ίδιο σημείο μέχρι να λύσουν τις διαφορές τους.

Η Αρετή ένιωθε μπερδεμένη και αμήχανα. Έτρεμε στο φόβο, καθόταν σε αυτό το μέρος ολομόναχη με αυτόν τον μανιακό. Απόψε ήθελε να τα ξεκαθαρίσει όλα και έπρεπε να φανεί δυνατή για μια ακόμη μάχη. Μίλησε πρώτη με το που κάθισε δίπλα της. Δεν είχε μάθει να κρύβεται και δεν είχε κανένα λόγο να ντρέπεται.
«Λοιπόν κύριε Ραζή σε τι οφείλω την τιμή αυτής της απαγωγής;» Μάλλον ξεκίνησε κάπως ειρωνικά την κουβέντα. «Νόμισα ότι τα είπαμε όλα στο νοσοκομείο και εάν θυμάμαι καλά συμφωνήσαμε πως δεν υπάρχει κάνεις λόγος να ξανασυναντηθούμε. »
Δεν της απάντησε, η σειρά του να την απαξιώσει. Κοίταξε τη θάλασσα καθώς το κύμα έσκαγε στα μικρότερα βράχια. Έγινε αλληγορικός. «Ξέρεις Αρετή ότι στο ζωικό βασίλειο, όλα τα ζώα μικρά ή μεγάλα προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε μέσο... δυστυχώς όμως λένε πως το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και όχι το αντίστροφο».
«Έκτος από μαθηματικός είσαι και φιλόσοφος βλέπω, δε μπορώ να σε φτάσω με τίποτα, δεν έχω τόσες πολλές γνώσεις... απορώ πως επέτρεψες να μπω στο αυτοκίνητο σου;» Το ύφος της υποδήλωνε τη διάθεση της να αστειευτεί. «Να υποθέσω πως εγώ είμαι το μεγάλο ψάρι και εσύ το μικρο Φίλιππε;» Ακούμπησε χωρίς καν να το σκεφτεί τα δάχτυλα της στο πρόσωπο του. Το έστρεψε προς το μέρος της. «Δεν είναι ευγενικό όταν συζητάς με κάποιον να κοιτάς αλλού». Σχολίασε ενώ τα γαλάζια του μάτια την κοίταξαν με ένα βλέμμα επικίνδυνο. Τα δικά της πράσινα μάτια προσπάθησαν να κερδίσουν σε λάμψη τα δικά του. «Με φοβάσαι ;» Τον ρώτησε στο τέλος.
Ο Φίλιππος δεν αντιστάθηκε καθόλου, ήθελε και ο ίδιος να την κοιτάξει. Το όνομα του ακούστηκε μελωδικό από τα χείλη της. Το άγγιγμα της στο πρόσωπο του, τον συνεπήρε, πλημμυρίζοντας την ψυχή του με μια ανεξήγητη προσμονή. Παρατηρούσε τα σαρκώδη χείλη της να μιλάνε και ήθελε να νιώσει τη γεύση τους. Δε μπορούσε όμως, κάτι τον εμπόδισε... Φοβόταν το άγνωστο, φοβόταν την ομορφιά της, φοβόταν το τέρας που έκρυβε μέσα του και τελικά την ίδια την τρέλα. Ναι πλέον ήταν σε θέση να το παραδεχτεί, είχε χάσει τα λογικά του, στο μυαλό του υπήρχε μόνο η εικόνα της, τα απαλά μαλλιά της ανέμιζαν ελευθέρα αλλά εκείνος μαστιγωνόταν με τον πιο βίαιο τρόπο, οι πληγές του ολοφάνερες σε όλο το κορμί, ανήμπορο να αντιδράσει στα χτυπήματα της μοίρας. Ήταν απλώς ένα παιχνίδι και εκείνος είχε δυστυχώς αναλάβει ρόλο κομπάρσου, καθοδηγούμενος από την λαμπρή πρωταγωνίστρια... Μόνο τα μάτια της μπορούσε να υπακούσει, μόνο αυτά τον παρέσερναν σε άκρως επικίνδυνα μονοπάτια. Είχε παρεκκλίνει από το δρόμο, το δρόμο της μοναξιάς, η παρουσία της τον έφερνε πάλι στο ίδιο σημείο, στην εκκίνηση... Ένα άγγιγμα θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε διαφορετική πορεία ακόμη και στον ίδιο τον γκρεμό αλλά δεν τρόμαζε τόσο εύκολα... το επικίνδυνο πάντα ήταν πιο γλυκό αρκεί να ακολουθούσε την σκιά της, αρκεί να ένιωθε την ανάσα της... Η Αρετή ήταν μια μάγισσα πλανεύτρα, που με μια ματιά μπορούσε να σε εξυψώσει στον ουρανό παρέα με τα αστέρια και ταυτόχρονα να σε γκρεμίσει στον Άδη παρέα με τις χαμένες ψυχές... Μόνο που ο ίδιος βρισκόταν ήδη στον κάτω κόσμο, είχε παραδώσει τη ψυχή στο διάβολο... δεν είχε να χάσει τίποτα απολύτως αλλά φοβόταν την πιθανότητα και τον πειρασμό το αν και μετά το γιατί... Δεν θα έβρισκε ποτέ απάντηση στο γιατί οπότε προτίμησε να καταργήσει τα πιθανά αν... η μίζερη πραγματικότητα ήταν υποφερτή, η δίψα για το όνειρο σκέτη τυράννια... Επέλεξε για μια ακόμη φορά την εύκολη λύση... την ασφάλεια μακριά από τον πειρασμό... Μέσα λίγα λεπτά οι μάσκες πέσανε, το προσωπείο του μεταλλάχτηκε σε κάτι επικίνδυνο....
Ενώ την κοιτούσε έκανε να μιλήσει, προσπαθώντας να κρύψει την αδυναμία του και πάλι. «Αχ φτωχή μου Αρετή τι σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι το μεγάλο ψάρι; μήπως επειδή είσαι όμορφη και με γοήτευσες με το χορό σου; μήπως θεωρείς τον εαυτό σου ατρόμητο χωρίς φόβο μέσα σου; ή μήπως πιστεύεις ότι σε έφερα σε αυτό το απόμακρο μέρος να σε ξελογιάσω;»
Η Αρετή δε σταμάτησε να ακουμπάει το πρόσωπο του, του χάιδεψε τα μαλλιά και πλησίασε κοντά του. Οι κουβέντες της καλοζυγισμένες και σοφές. «Δεν έχω δικαίωμα να πιστεύω σε τίποτα, ούτε και να περιμένω κάτι σε αυτή τη ζωή, έμαθα δυστυχώς να παλεύω ακόμη και για τα αυτονόητα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ελπίζω». Σταμάτησε για λίγο και σηκώθηκε από το βράχο όρθια για να καθίσει μπροστά του. «Σήμερα το βράδυ ελπίζω να ξεχάσουμε την κακή μας αρχή και να επικεντρωθούμε σε ένα πιο φιλικό μέλλον, χωρίς εντάσεις μεταξύ μας και κακίες».
Δε συγκινήθηκε και πολύ με τις κουβέντες της. Τα είχε ξανακούσει αυτά... για νέα αρχή... να ξεχάσουμε το παρελθόν και άλλα τέτοια. «Τι θες από εμένα Αρετή;» Η φωνή του βράχνιασε απότομα.
«Τίποτα απολύτως... ακόμη και στο μπαρ εάν και η πρόθεση μου αρχικά ήταν να σε κάνω να νιώσεις άβολα στη συνέχεια ήθελα να χορέψω μαζί σου... δε ξέρω γιατί αλλά αυτό ήθελα». Του γύρισε την πλάτη σαν να ντρεπόταν.
Ο Φίλιππος πέρασε στην αντεπίθεση. «Είναι λίγο αργά για ντροπές δε νομίζεις... όταν χόρευες με τον έναν και τον άλλο και σε ακουμπούσανε σε είδα να το διασκεδάζεις. Ίσως σε ερέθιζε και εσένα το όλο σκηνικό... ίσως να μην υπολογίζεις τίποτα» Δε μπορούσε να δει τα μάτια της και τρελαινόταν ακόμη περισσότερο. Έκανε σαν να τον αγνοούσε. «Στο ξαναλέω για να στο θυμίσω πληρώνω το χρέος μου πάντα και δεν αφήνω ανοιχτούς λογαριασμούς. Οποιοδήποτε υπηρεσία είναι αυτή». Στη συνέχεια ξεστόμισε κάτι που δε περίμενε. Έχασε τον έλεγχο τελείως όταν την άκουσε να γελάει με γυρισμένη την πλάτη. «Και για τις δίκες σου υπηρεσίες μπορώ να πληρώσω ακόμη περισσότερα γιατί σε συμπάθησα. Εάν πιστεύεις πως σου χρωστάω κάτι άλλο πες μου να το τακτοποιήσω.»
Εκείνη την ώρα ο θόρυβος από τη σφαλιάρα που έφαγε στο μαγουλά του, διατάραξε την απόλυτη ησυχία. Η Αρετή γύρισε απότομα προς το μέρος του και το χέρι της κινήθηκε αστραπιαία. Την είχε φτάσει στα όρια της και πάλι. «Είσαι πολύ μαλάκας τελικά». Σήκωσε και το άλλο χέρι να τον χαστουκίσει. Την απέτρεψε. Δε σταμάτησε τη λεκτική επίθεση όμως. «Είσαι ένα ανθρωπάκι τελικά που πιστεύεις ότι μπορείς να εξαγοράσεις τα πάντα σαν και τη κοκκινομάλλα στο μπαρ. Σε πληροφορώ βρε ότι δεν είμαι τέτοια... ποτέ δε θα με εξαγοράσεις... γελοίε... έχει ο καιρός γύρισμα κάποια στιγμή θα παρακαλάς για συγχώρεση από το Θεό. Μόνο να είμαι από μια μεριά να σε δω». Είχε λαχανιάσει, τα μάγουλα της κοκκίνισαν.
Το χαστούκι τον έκανε άγριο σαν το λύκο. Ήθελε να τη χαστουκίσει αλλά συγκρατήθηκε. Της κράτησε τα χέρια και τη τράνταξε δυνατά πίσω μπρος. «Ποια νομίζεις ότι είσαι βρομοθήλυκο; ... είναι η τρίτη φορά που με χαστουκίζεις. Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου αλλά εγώ φταίω που σου έδωσα αξία» Συνέχισε να τη σφίγγει. Την έφερε πιο κοντά του για να της μιλήσει κοντά στο αυτί. «Δε σε ικανοποίησε η επιταγή που σου έδωσα και θες και άλλη;... μπορείς να το πεις μη ντρέπεσαι άλλωστε είδα σήμερα τι μπορεί να προκαλέσεις και πως μπορείς να μαγέψεις κάποιον».
Ένιωσε την ανάσα της να τον καίει. Η προσπάθεια που έκανε για να απελευθερωθεί από εκείνον τον ικανοποιούσε σε σημείο επικίνδυνο. Το σώμα της ακουμπούσε το δικό του και το στήθος της χάιδευε αισθησιακά το δικό του. Όλο το κορμί του διεγέρθηκε, ένιωσε το μόριο του ναι παλεύει να απελευθερωθεί, αναζητώντας τη λύτρωση. Δε μπορούσε να αντισταθεί, ήταν πολύ αβοήθητος μπροστά σε αυτό το θειικό πλάσμα. Πάλευε να του ξεφύγει, τρελαινόταν στην ιδέα πως θα την έχανε από δίπλα του. Ήθελε να τη φέρει και άλλο στα όρια της. Ίσως ήθελε να τον χαστουκίσει πάλι. Ο πόνος και το τσούξιμο είχαν αντικατασταθεί από μια ευχαρίστηση, ένιωσε το χτύπημα σαν χάδι. Οι φωνές της τον επανέφεραν στην πραγματικότητα.
«Άφησε με σου λέω σε μισώ... σε μισώ καταλαβαίνεις; Πήγαινε με πίσω τώρα αμέσως, δεν αντέχω ούτε να σε βλέπω... πίστευα πως εάν σου μιλούσα ευγενικά θα καταλάβαινες. Τα ζώα όμως δε καταλαβαίνουν. Σε μισώ, μισώ τα πάντα πάνω σου......ΑΦΗΣΕ ΣΟΥ ΛΕΩ»
Δεν ήθελε να τη αφήσει ακόμη πριν την παιδέψει και άλλο. «ΟΧΙ δε σε αφήνω....για να με χαστουκίσεις πάλι;»Τα μαλλιά της είχαν μπερδευτεί στα δάχτυλα του. Ήθελε να τα μυρίσει, να τα χαϊδέψει. Η περηφάνια του δεν επέτρεπε να αποκαλύψει τη φωτιά μέσα του. Ζητούσε κάτι να τον δροσίσει. Ωστόσο συνέχισε. «Για τον πολύτιμο χρόνο σου θα σε πληρώσω μην ανησυχείς αλλά αυτή τη φόρα πρέπει να κάνεις κάτι για μένα».
Η Αρετή είχε μετατραπεί σε ύαινα έτοιμη να τον κατασπαράξει. Τον έσπρωξε προς τα πίσω με δύναμη. Το σώμα της είχε απελευθερωθεί. «Σε μισώ είσαι γελοίος και μαλάκας... μισώ τα πάντα πάνω σου το πρόσωπο σου, το κολοχαρακτήρα σου, το πρόστυχο μυαλό σου όλα... όλα ακόμη τον αέρα που αναπνέεις...»
«Και εγώ σε μισώ, το χαμόγελο σου, το πρόσωπο σου, τα μάτια σου, τα μαλλιά σου το κορμί σου, την αφέλεια σου... την ομορφιά σου όλα πάνω σου». Ο Φίλιππος έλεγε ψέματα, δε το παραδεχόταν όμως... «Θέλω να εξαφανιστείς από μπροστά μου, γίνεται να μη σε ξαναδώ ποτέ;»
Και η ίδια δεν έκανε πίσω. «Το ίδιο... σε μισώ... σε σιχαίνομαι... θα σου κάνω το χατήρι υπόσχομαι πως δε θα με ξαναδείς μπροστά σου» Στράφηκε προς τη μεριά του δρόμου έτοιμη να φύγει.
Ο Φίλιππος δε μπορούσε να το επιτρέψει. Την τράβηξε με δύναμη προς το μέρος του και τα χείλη τους ενώθηκαν. Η δίψα του έγινε εντονότερη, η αναπνοή του πιο βαριά. Τη φίλησε παθιασμένα, πιέζοντας το κεφάλι της. Το άλλο χέρι συγκρατούσε τη μέση της. Συνέχισε να τη φιλάει και εκείνη προσπάθησε να αντισταθεί. Του δάγκωσε τα χείλια. Την τιμώρησε με ένα ακόμη πιο βίαιο φιλί. Προσπαθούσε να βάλει τη γλώσσα του στο στόμα της να συναντήσει τη δικής της. Αντιστεκόταν, ο ίδιος άναβε περισσότερο. Δεν υπήρχε κάνεις γύρω τους. Ήθελε να κάνουνε έρωτα εδώ και τώρα. Η πηγή του ανδρισμού του δε μπορούσε να περιμένει άλλο, σκοπό είχε να αναζητήσει τα σκοτεινά μονοπάτια στο κορμί της και να τα φωτίσει με οδηγό το πάθος και την ηδονή. Την ακούμπησε στο βράχο. Σπαρτάρισε στα χέρια του, πίστεψε πως δε θα μπορούσε να του αντισταθεί για αρκετή ώρα ακόμη.
Τα φιλία του την έκαιγαν. Η μανία και η βιαιότητα του την αναγκάσαν να τρέμει. Δεν μπορούσε να απελευθερωθεί. Τον σιχαινόταν. Η δίψα την οδήγησε σε μέρη ανεξερεύνητα. Στο βράχο το σώμα του ακουμπούσε το δικό της. Ένιωσε τον ερεθισμό του και οι ρώγες της σκλήρυναν απότομα. Έμοιαζε αβοήθητη σαν να τη βίαζε κάποιος αλλά δεν ήταν αλήθεια. Προσπάθησε να γλιτώσει από τον εχθρό αλλά το άγγιγμα του την είχε φυλακίσει. Τα φιλία του συνεχιστήκαν στο λαιμό και συνειδητοποίησε πως ο κύβος ερρίφθη. Ήθελε να παραδοθεί ολόκληρη. Το στόμα της υποδέχτηκε τη γλώσσα του και οι συγχρονισμένες κινήσεις προειδοποιούσανε για την επικίνδυνη συνέχεια. Άνοιξε τα πόδια της και με τα χέρια της έσπρωξε το σώμα του να μπει ανάμεσα τους. Ήθελε να τον φυλακίσει, ήθελε να τον κάνει επίσης να τρέμει, ήθελε να τον κάνει να φωνάξει το όνομα της δυνατά. Τα είχε χαμένα, ίσως έπρεπε να σταματήσουν, ίσως και όχι. Τα αντισυλληπτικά χάπια λύνανε το θέμα της προφύλαξης αλλά φοβόταν να προχωρήσει. Πως μπορώ να κάνω έρωτα με κάποιον που με θεωρεί τόσο πονηρή, πρόστυχη και φθηνή; αναρωτήθηκε. Αποφάσισε να το κόψει εδώ παρόλο που το κορμί της αναζητούσε ζεστασιά. Ήταν έτοιμος να της ανεβάσει το φόρεμα όταν τον διέκοψε.
«Φίλιππε με ακούς;.. Φίλιππε σταμάτα σε παρακαλώ... είναι καλύτερα να σταματήσουμε εδώ σε ικετεύω σταμάτα... δεν πρέπει.»
Στο άκουσμα το ονόματος του σταμάτησε απότομα. Συνειδητοποίησε τι πήγε να κάνει και τραβήχτηκε προς τα πίσω. Η κατάσταση βγήκε εκτός ορίων. Τα μάτια της τον παρακαλούσαν να σταματήσει αλλά έπαιρνε διαφορετικά μηνύματα από το σώμα της. Έπρεπε να απομακρυνθεί από τον πειρασμό.
«Σήκω πάνω φεύγουμε». Έγινε απότομος και απόμακρος πάλι. Κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο χωρίς να την περιμένει.
Την άφησε στο βράχο ακουμπισμένη λες και είχε ξενερώσει και βαρέθηκε. Ντράπηκε όσο ποτέ στη ζωή της. Δεν το είχε ξαναδεί αυτό ποτέ. Έφυγε λες και δε συνέβη τίποτα λες και έσπαγε πλάκα, λες και δοκίμαζε τα όρια της. Ταίριαξε το φόρεμα της και τον ακολούθησε αμίλητη στο αυτοκίνητο.
«Μπορείς να με αφήσεις κάπου να πάρω ταξί να μη σε κουράζω παραπάνω». Αρκέστηκε να πει.
Η αντίδραση ήταν άμεση. «Δε παρατάω κοπέλες στη μέση του πουθενά ακόμη και εάν.....» κόμπιασε. «Πες μου τη διεύθυνση σου»
Τον παρότρυνε «Τι εάν... ακόμη και εάν τις μισείς, τις συχαίνεσαι, τις κοροϊδεύεις, κάνεις το κέφι σου τι απ' όλα... θέλω να ξέρω...»
Ο Φίλιππος δεν είχε διάθεση για άλλες εντάσεις. «Τίποτα άστο καλύτερα...» είπε μονάχα.
Η Αρετή τον ειρωνεύτηκε «Όπως προστάξετε αφεντικό..». Του είπε και τη διεύθυνση της. Σε όλη τη διαδρομή επέλεξε να χαζεύει έξω και να μη ξαναμιλήσει. Κοίταξε πάλι το κινητό της. Είχε ένα μήνυμα από την Έρικα... απάντησε στα γρήγορα.
Μόλις την πρόσεξε με το κινητό στο χέρι, η ζήλια του ξεκίνησε να παίζει επικίνδυνα παιχνίδια στο μυαλό. Προσπάθησε να αστειευτεί. «Θα ζοριστείς να δικαιολογηθείς και πάλι στον γκόμενο σου... δε σε φοβάμαι όμως ». Άνοιξε το ραδιόφωνο.
Τον αγνόησε τελείως αλλά γέλασε με τη προσπάθεια του να αστειευτεί. Πλησίασαν σπίτι της. «Σε λίγο θα γλιτώσεις από εμένα» Δήλωσε με νόημα.. «και για να σου λυθεί η απορία δε χρειάζεται να βρω καμία δικαιολογία για κανέναν». Φτάσανε σπίτι και γρήγορα άνοιξε την πόρτα να βγει από το αυτοκίνητο.
Δεν ειπώθηκε τίποτα άλλο. Εκείνη βιάστηκε να μπει σπίτι της και εκείνος έφυγε γρήγορα χωρίς καν να τη χαιρετήσει... Δεν είχε σημασία όμως.... αρχικά τα μονοπάτια της ζωής τους ήταν παράλληλα, ανεπηρέαστα από πράξεις και λέξεις, τώρα πλέον τέμνονταν... κάθε κίνηση τους καθορίζονταν από τα πάθη και τις αδυναμίες, τις αμέτρητες πιθανότητες με βασική παράμετρο το δικαίωμα της επιλογής... η φυγή δεν ήταν λύση σε καμιά περίπτωση... έπρεπε να συμβαδίσουν μαζί στο άγνωστο χωρίς φως...

                                                                                                      ****************************

Η Έρικα δε μπορούσε να ηρεμήσει όλο το βράδυ. Η φίλη της την είχε διαβεβαιώσει πως όλα έφτασε με ασφάλεια σπίτι χωρίς κανένα πρόβλημα. Ο ψυχανώμαλος ευτυχώς δεν της έκανε κάτι. Αναστέναξε από ανακούφιση. Η ώρα ήταν 9 το πρωί και δεν ήθελε να την ενοχλήσει τόσο νωρίς. Το κινητό της χτύπησε και πετάχτηκε από το κρεβάτι να απάντησή. Έκπληκτη βλέπει το όνομα Αλέξανδρος. Τρόμαξε λίγο αλλά απάντησε με σταθερή φωνή.
«Καλημέρα Αλέξανδρε σαν τα χιόνια... που χάθηκες;». Μάλλον ήταν απότομη αλλά δε την ένοιαξε.
«Καλήμερα Έρικα....συγγνώμη για την ενόχληση... ήθελα να βεβαιωθώ ότι γυρίσατε ασφαλείς χθες το βράδυ». Δεν ήξερε πως να ξεκινήσει τη συζήτηση.
Εκνευρίστηκε μαζί του. Ρωτούσε για την Αρετή οπότε ήταν σίγουρη ότι δεν είχε μιλήσει στην ίδια. Τι εγωισμός Θεέ μου!. Του επιτέθηκε. «Εάν ενδιαφέρεσαι πραγματικά για την ασφάλεια μας έπρεπε να πάρεις την κοπέλα σου πρώτα να ρωτήσεις. Πότε θα αφήσεις τους εγωισμούς σου επιτέλους και θα την αφήσεις να σου εξηγήσει;». Σιωπή στην απέναντι γραμμή. «Κάποιος πρέπει να στα πει επιτέλους σαν μικρο παιδάκι κάνεις... η Αρετή ήταν σαν φάντασμα αυτές τις μέρες... δε τη λυπάσαι καθόλου... πλησιάζουν και οι εξετάσεις έλεος συμπεριφέρσου ώριμα».
Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να μιλήσει. «Σήμερα το απόγευμα έχω σκοπό να τη συναντήσω να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση μια και καλή... δεν είμαι γαϊδούρι καταλαβαίνω». Προσπάθησε να κοντρολάρει τη φωνή του. «Μη νομίζεις πως και εγώ πετάω στα σύννεφα, προδόθηκα και στεναχωρήθηκα».
Τον διέκοψε. «Για σένα τα έκανε όλα και στη προσπάθεια της να γλιτώσει από τον τρελό την παρεξήγησες. Άκουσε την και θα καταλάβεις... ήμουν μπροστά και ξέρω πολύ καλά τι έγινε».
«Δεν είσαι 24 ώρες το 24ωρο μαζί της ρε Έρικα δε ξέρεις ούτε τι κάνει ούτε ποιον συναντάει». Ο τόνος της φωνής έγινε πιο αυστηρός και προειδοποιητικός. «Τελοσπάντων σε πήρα επειδή ήθελα να σε παρακαλέσω να την προσέχεις και να τη στηρίζεις από εδώ και πέρα πιο πολύ... Σε αφήνω... Καλημέρα και πάλι»
Η Έρικα φώναζε το όνομα του. «Αλέξανδρε τι εννοείς... Αλέξανδρε πες μου τι εννοείς;» Μιλούσε μόνη της, είχε ήδη κλείσει το τηλέφωνο. Αναστέναξε γιατί είχε κακό προαίσθημα. Παρακάλεσε από μέσα της. Κάνε Παναγία μου να κάνω λάθος... είναι άδικο για τη φίλη μου...

                                                                                               ****************************

Η Αρετή ξύπνησε αργά... σχεδόν μεσημέρι. Το ποτό και η υπερένταση της χθεσινής βραδιάς δε βόηθησαν ιδιαίτερα τον ύπνο της. Ενστικτωδώς κοίταξε το κινητό της. Είχε δυο μηνύματα. Το πρώτο την έκανε να φωνάξει από τη χαρά της. Ήταν ο Αλέξανδρος, Ήθελε να συναντηθούνε το απόγευμα νωρίς κατά τις 5. Του απάντησε αμέσως ναι και το ραντεβού κανονίστηκε κοντά στο πάρκο στη γειτονιά της. Πετούσε από τη χαρά της. Ο Αλέξανδρος της έδωσε την ευκαιρία να του εξηγήσει όλα θα είναι όπως πριν... Από το μυαλό της σβήστηκαν οι κακές στιγμές του παρελθόντος.
Στη συνέχεια διάβασε το δεύτερο μήνυμα. Προερχόταν από άγνωστο νούμερο. Δεν πίστευε στα μάτια της. Αυτός ο άνθρωπος δε θα σταματούσε ποτέ μάλλον να την εκπλήσσει δυσάρεστα. Ήταν ο Φίλιππος Ραζής. Το μήνυμα έγραφε Σε ευχαριστώ για την παρέα χθες μπορώ να πω ότι η παρουσία σου έκανε τη βραδιά πιο ενδιαφέρουσα. Βαριέμαι εύκολα βλέπεις. Αυτός είναι ο αριθμός μου. Φίλιππος Ραζής... Δεν είχε λόγια να περιγράψει τι αισθανόταν. Αγνόησε το μήνυμα του αλλά στο μυαλό της ξεδιπλώθηκαν όλες οι σκηνές έντασης μεταξύ τους από το μπαρ μέχρι την παραλία. Κοκκίνισε μόνο και μόνο στη σκέψη. Αισθανόταν αβοήθητη και βρώμικη ταυτόχρονα. Κάθε σημείο του σώματος της, που άγγιξε ήθελε να το ξεριζώσει. Με τα χέρια της σκούπισε τα χείλια της, λες και είχαν ακόμη τη γεύση των φιλιών του. Έτρεξε γρήγορα στο ντους. Έπρεπε να καθαριστεί. Ευτυχώς δε προχώρησε το θέμα παραπάνω....ααα ρε Αρετή τι στο διάολο ήθελες τα παιχνίδια και τους χορούς. Αναφώνησε και άνοιξε το νερό να τρέξει άφθονο. Έπρεπε να δείχνει όμορφη για τον Αλέξανδρο. Δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με το Ραζή.
Ο Αλέξανδρος την περίμενε στο πάρκο. Άγγλος πάντα στα ραντεβού του... τον βρήκε καθισμένο κάτω από ένα δένδρο. Ήταν ένα συννεφιασμένο απόγευμα οπότε ο ήλιος είχε χαθεί, μάλλον ετοιμαζόταν για βροχή. Τον πλησίασε με αρκετά προσεγμένο ντύσιμο, λαμπερή όπως πάντα. Όταν το είδε τον αγκάλιασε και τον φίλησε γλυκά στα χείλια. Δεν έκανε καμία κίνηση να σηκωθεί, απόμακρος. Δε σταμάτησε να του χαμογελάει παρόλα αυτά.
Ήθελε να του εξηγήσει οπότε ξεκίνησε πρώτη να μιλάει. «Με έκανες πολύ ευτυχισμένη με το μήνυμα σου... νόμισα πως η σχέση μας είχε τελειώσει τόσο άδοξα... μια εβδομάδα περίμενα αυτήν την ευκαιρία να σου εξηγήσω». Κάθισε δίπλα του αλλά εκείνος σηκώθηκε. Δε πτοήθηκε «Τα έκανα όλα για σένα... σου ορκίζομαι ότι ουδέποτε είχα κάποια σχέση με το Ραζή και φυσικά δε τον γνώριζα προηγουμένως. Τη επιταγή μου την έδωσε ο τρελός για να με πληρώσει για τις φωτογραφίες... που υποτίθεται ότι πούλησα... στο....» Τη σταμάτησε.
«Σε πιστεύω δε χρειάζεται να μου πεις κάτι άλλο ειλικρινά σε πιστεύω». Μίλησε χαμηλόφωνα.
Η Αρετή τον αγκάλιασε ξανά. «Άρα όλα είναι όπως παλιά με το “Τερατάκι σου”;». Σηκώθηκε να τον φιλήσει. «Με αγαπάς δηλαδή όπως παλιά και με συγχωρείς;» Τα μάτια της αναζήτησαν ένα ίχνος ζεστασιάς αλλά μάταια....
«Λυπάμαι Αρετή ειλικρινά λυπάμαι». Προσπάθησε να πάρει τα χέρια της από πάνω του... Συνέχισε με κόπο. «Ίσως είναι καλύτερα για μας να το σταματήσουμε εδώ...»
Δεν καταλάβαινε ή έκανε ότι δε καταλάβαινε, οπότε συνέχισε να τον ρωτάει. «Αυτό θέλω και εγώ να τα βάλουμε όλα πίσω μας,....να είμαστε όπως παλιά και στο μέλλον... αυτό δε εννοείς;» Η σιωπή του την τρόμαξε οπότε τον πίεσε περισσότερο... «Αυτό δε θες και εσύ να είμαστε μαζί στο μέλλον;... απάντησε μου ρε Αλέξανδρε».
Για πρώτη φορά την κοίταξε ευθέως στα μάτια. «Δεν υπάρχει μέλλον για μας Αρετή... αυτό είναι το τέλος της σχέσης μας... Σε συγχωρώ για την παρεξήγηση που προηγήθηκε και σε πιστεύω»
Η Αρετή δε μπορούσε να αρθρώσει εύκολα λέξη. «Τι μου λες δηλαδή... ότι ...ότι ...ότι χωρίζουμε;» Η φωνή της έτρεμε.
«Ακριβώς... έχουμε μόνο καλές στιγμές Αρετή οπότε μπορούμε να χωρίσουμε πολιτισμένα και να μείνουμε φίλοι εάν θες...» Ίσως θα μετάνιωνε γι' αυτήν την απόφαση αλλά ήταν έτοιμος να ρισκάρει...
Κρύος ιδρώτας την έλουσε και προσπαθούσε να εξηγήσει τα ανεξήγητα... «Γιατί; να πάρει γαμώτο δώσε μου μια λογική εξήγηση. Που φταίω; Έπαψες να με αγαπάς στα ξαφνικά;» Άρχισε να κλαίει. Τον κράτησε με τα χέρια της για να δει εάν ονειρεύεται η όχι. «Ψέματα μου λες έτσι δεν είναι; ... με πειράζεις απλώς...»
Ήταν ψυχρός και σοβαρός. «Δε σου λέω ψέματα... πιστεύω πως πρέπει να τραβήξουμε διαφορετικούς δρόμους από εδώ και πέρα. Ίσως να κάναμε τον κύκλο μας και κάνεις από δυο μας δεν έχει να προσφέρει τίποτα περισσότερο στον άλλον».
Κόντευε να πνιγεί από το κλάμα. «Αυτές τις δικαιολογίες σκέφτηκες να μου πεις για να με κάνεις να νιώσω καλύτερα;». Άρχισε να θυμώνει. «Με δουλεύεις έτσι δεν είναι;» Είχε τρελαθεί. «Πες μου εδώ και τώρα τι συμβαίνει... σταμάτα το δούλεμα».
Προτίμησε να της πει μίση αλήθεια παρά ολόκληρη. «Κανείς μας δε φταίει, απλώς κάναμε τον κύκλο μας ρε Αρετή. Άλλες προτεραιότητες έχω εγώ πλέον και άλλες εσύ».
Τα δάκρυα της σταμάτησαν απότομα και ένιωθε το αίμα της να βράζει. «Δηλαδή οι προτεραιότητες σου άλλαξαν σε μια εβδομάδα;» Ήθελε να τον χτυπήσει. Συγκρατήθηκε. «Μήπως αντί για αλλαγή προτεραιοτήτων να το ονομάσουμε καλύτερα βρήκα άλλην στη θέση σου Αρετή;» Είχε φτάσει στα όρια της. «Περιμένω την αλήθεια μου το οφείλεις». Ξεκίνησε να βρέχει αλλά δε κουνήθηκαν από τη θέση τους.
Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να πάρουν τέτοια τροπή τα πράματα. Τον πίεσε αρκετά και ήξερε πως δε μπορούσε να κρυφτεί άλλο. Αποφάσισε να της πει την αλήθεια. «Ναι την προηγούμενη εβδομάδα κάτι άλλαξε, γνώρισα κάτι καινούργιο μια κοπέλα, η οποία μου παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια από πολλές απόψεις ».
Τον χαστούκισε εάν και το μετάνιωσε σχεδόν αμέσως. Η βροχή δυνάμωσε. «Δηλαδή;» Τον ρώτησε θυμωμένα.
Δε το περίμενε το χαστούκι αλλά και πάλι γνώριζε καλά την Αρετή... όλα ήταν πιθανά. «Τι δηλαδή... ασφάλεια κοπέλα μου πως το λένε σιγουριά». Ήθελε να τελειώνει η συζήτηση σύντομα.
«Πρέπει να φύγω σε παρακαλώ επέστρεψε το κλειδί του σπιτιού μου και ότι άλλο δικό μου έχω σπίτι σου. Να τα κλειδιά μου από το δικό σου σπίτι. Θα σου ετοιμάσω μια κούτα με τα πράματα σου... εάν θες τη δίνω στην Έρικα»
Η Αρετή προσπάθησε να τον κρατήσει κοντά της. Κεραυνοί ακούστηκαν από μακριά. Χρειαζόταν την αγκαλιά του. Την απώθησε και με αργά βήματα απομακρύνθηκε λες και δεν τη γνώρισε ποτέ πριν στη ζωή του. Ήθελε να τρέξει πίσω του αλλά τα πόδια της ρίζωσαν. Οι στάλες τις βροχής δρόσισαν το πρόσωπο της και οι κεραυνοί πλησίαζαν απειλητικά. Έκλεισε τα αυτιά της. Αναρωτήθηκε.... ποιος θα με σώσει εμένα πλέον; Κάθισε στο παγκάκι και περίμενε ποτέ θα γυρίσει πίσω να την προστατεύσει ο Αλέξανδρος της. Μάταια όμως... ήταν πλέον αργά.... οι μεγάλες αγάπες λένε πως δε τελειώνουν τόσο εύκολα, και όμως η δικιά τους σχόλασε τόσο άδοξα... χωρίς καν να φταίει κανείς, χωρίς καν να ονειρευτούν το αύριο, χωρίς καν να δοκιμαστούν σε σοβαρότερα προβλήματα, χωρίς καν ντροπή... Όλα είχαν κύκλο τους και ο δικός τους μόλις είχε κλείσει... τα “γιατί” έμειναν απ' έξω... τα “ίσως” χάθηκαν και τα “πρέπει” υποχώρησαν για να γλιτώσουν από τον πόνο. Η φωτιά συνέχισε το καταστροφικό της έργο αλλά της είχε χαράξει ένα διαφορετικό μονοπάτι... κάποιος καλούσε το όνομα της... κάποιος της άπλωνε το χέρι για να μη φοβάται... στο τέλος του δρόμου διέκρινε μια σκιά να την περιμένει... έτρεξε πιο γρήγορα προς το μέρος της αλλά δεν πρόλαβε εξουθενωμένη γονάτισε κάτω... ήταν πολύ αργά, η σκιά είχε χαθεί αμέσως σκοτάδι την περικύκλωσε. Έκλεισε τα μάτια, φωνάζοντας μόνο το όνομα του...















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου