Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΙ


Η Αρετή άνοιξε τα μάτια της. Αισθανόταν αδύναμη και κουρασμένη. Βρισκόταν στο δωμάτιο της εάν και δε θυμόταν πως ακριβώς βρέθηκε εκεί. Από την κουζίνα ακουγόντουσαν ομιλίες. Τι στην ευχή συνέβη... ήμουν στο πάρκο όταν συνάντησα τον Αλέξανδρο και ξαφνικά έπιασε βροχή... Προσπάθησε να θυμηθεί τι συνέβη. Η μνήμη της επανήρθε σταδιακά... Μου ζήτησε να χωρίσουμε, ο Αλέξανδρος μου ζήτησε να το διαλύσουμε γιατί βρήκε άλλη... με παράτησε για άλλη γυναίκα. Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε γίνει τότε έκλαψε με λυγμούς. Το κεφάλι της το ένιωσε βαρύ και ένα αίσθημα κόπωσης την κυρίευσε. Ξαφνικά η πόρτα του δωματίου της άνοιξε. Αντίκρισε έκπληκτη τη γιαγιά της. Κρατούσε ένα μπολ γυάλινο με νερό και μια πετσέτα. Πέταξε από τη χαρά της. Σηκώθηκε από το κρεβάτι της να την αγκαλιάσει. Τα λόγια της την σταμάτησαν...
«Μη διανοηθείς να σηκωθείς από εκεί... έρχομαι να καθίσω δίπλα σου. Είσαι αρκετά αδύναμη ακόμη και ο πυρετός δεν έχει υποχωρήσει πλήρως». Ακούμπησε το μπολ στο κομοδίνο και με χαρά αγκάλιασε την εγγονή της.
Είχε τη γιαγιά της και αισθανόταν ευτυχισμένη. Ανταπέδωσε την αγκαλιά της. Ξεκίνησε τις ερωτήσεις αμέσως. «Μαρθούλα μου γλυκιά γιατί ήρθες... τι συνέβη πες μου. Συνέβη κάτι στο χωριό;... Μου έλειψες τόσο πολύ».
Η Μάρθα πήρε το λόγο. Η κούραση της ήταν εμφανής. «Δοξάζω το Θεό που είσαι καλά... δε μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ ανησυχήσαμε αυτές τις 3 μέρες». Της χάιδεψε τα μαλλιά και συνέχισε. «Η κολλητή σου με πήρε τηλέφωνο πριν από 3 μέρες. Ήσουν πολύ άρρωστη μωρό μου. Η καημένη τρόμαξε πολύ. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Μαζί με τη μητέρα της με ενημέρωσαν για την κατάσταση σου και ήρθα αμέσως».
Η Αρετή τα είχε χαμένα. «Γιαγιά δε θυμάμαι τίποτα ειλικρινά... τελευταία μνήμη μου είναι στο πάρκο με τον Αλέξανδρο, μετά τίποτα απόλυτο κενό. Εξήγησε μου τι συνέβη σε παρακαλώ»
Η γιαγιά ξεκίνησε να της λέει τα γεγονότα. «Κάποιος σε βρήκε στο πάρκο, ξαπλωμένη σε ένα παγκάκι σε λιπόθυμη κατάσταση. Σε μετέφερε στο νοσοκομείο. Με τη βοήθεια του κινητού σου επικοινώνησαν με τον Αλέξανδρο αρχικά και αυτός με τη σειρά του πήρε την Έρικα. Διαγνώστηκες με ιογενής πνευμονία ελαφριάς μορφής, αλλά το πρόβλημα των γιατρών ήταν ο υψηλός πυρετός. Προσπάθησαν να τον κατεβάσουν με ενδοφλέβιες ενέσεις αντιπυρετικών. Μας επέτρεψαν να γυρίσεις σπίτι σου την επόμενη μέρα και μας διαβεβαίωσαν πως ο πυρετός θα υποχωρήσει σε 2-3 μέρες».
Άκουγε τα συμβάντα σε κατάσταση σοκ. Δεν πίστευε στα αυτιά της... «Δηλαδή τι μου λες τώρα πως λιποθύμησα από τον πυρετό και συνήλθα μόλις σήμερα; τόσο σοβαρά ήμουν;». Έβηξε δυνατά.
«Προσοχή καρδιά μου, πιες λίγο νερό. Όταν έφτασα στο νοσοκομείο αργά το βράδυ η κατάσταση σου ήταν δύσκολη, ο πυρετός δεν έπεφτε. Την επόμενη μέρα ήσουν καλύτερα όμως σαν ένα χέρι να σε προστάτευσε». Χαμογέλασε και κοίταξε ψηλά. «Ξυπνούσες αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της μέρας αλλά παραληρούσες και έλεγες ασυναρτησίες. Ακόμη και σπίτι οι γιατροί διέταξαν καλή φροντίδα, πολλά υγρά και αρκετά αντιπυρετικά».
«Στεναχωρήθηκα πολύ γιαγιά δεν ήθελα να σε ανησυχήσω συγγνώμη». Πραγματικά δε θυμόταν τίποτα και τα μάγουλα της κοκκίνισαν από ντροπή. Ξαφνικά ακούστηκε ένα βήξιμο μέσα στο δωμάτιο. Σήκωσε τα μάτια της και αντίκρισε την Έρικα.
Με χιουμοριστική διάθεση τη μάλωσε. «Έχουμε δεν έχουμε δουλεία δεσποινίς Βασιλείου πρέπει να ασχολούμαστε μαζί σου συνέχεια... πως την έχεις δει τη δουλειά;»
Δάγκωσε τα χείλη της νευρικά και της απάντησε. «Ξέρω πως βαριέσαι και είπα να προσθέσω λίγη περιπέτεια στη ζωή σου». Γέλασε εάν και το στήθος της πόναγε ακόμη. «Συγνώμη φιλενάδα... τι θα έκανα χωρίς εσένα;...σε ταλαιπώρησα και πάλι».
«Κάποια στιγμή θα μου το ξεχρεώσεις μην ανησυχείς τα θυμάμαι όλα». Πλησίασε και εκείνη στο κρεβάτι και την πήρε αγκαλιά. «Περαστικά σου και ελπίζω από εδώ και πέρα να προσέχεις τον εαυτό σου καλύτερα. Σ' αγαπάω πολύ μη το ξεχνάς».
Η Μάρθα πήρε το λόγο «Είσαι πολύ τυχερή που έχεις τέτοια φίλη κόρη μου. Να μη το ξεχάσεις ποτέ αυτό». Σηκώθηκε και με αυστηρό ύφος λέει στις δυο φίλες «Καθίστε να τα πείτε εσείς πάω να ετοιμάσω φαγητό. Έρικα σκούπισε λίγο το μέτωπο και τα χέρια της Αρετής με το κρύο νερό που έφερα».
Η Αρετή τη διέκοψε. «Γιαγιά μπορώ να σηκωθώ θα πάω για ένα γρήγορο μπάνιο. Θα έρθω επίσης στη κουζίνα για φαγητό». Η γιαγιά της δεν είπε τίποτα, φεύγοντας από το δωμάτιο. Είχε την ευκαιρία να τα πούνε ήσυχα με την Έρικα.
Έπιασε τα χέρια της φίλης της με θλίψη. «Φιλενάδα με παράτησε... ο Αλέξανδρος μου ζήτησε να χωρίσουμε...». Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της. «Βρήκε άλλη σου λέω, η οποία του παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια από εμένα... αυτήν ήταν η δικαιολογία του... τόσο φθηνή».
Η Έρικα την άκουγε προσεχτικά. Της απάντησε μονολεκτικά. «Το ξέρω, με ενημέρωσε».
«Τι εννοείς;» ρώτησε με απορία.
Εκείνη συνέχισε. «Το πρωί πριν συναντηθήκατε με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να σε προσέχω. Τότε κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το απόγευμα αργά με ξαναπήρε τηλέφωνο και με ενημέρωσε πως σε έχουν στο νοσοκομείο. Μου ζήτησε να σε φροντίσω, να ειδοποιήσω τη γιαγιά σου και πως και ο ίδιος θα ερχόταν να σε δει αργότερα. Όντως ήρθε, μου τα μασούσε στην αρχή και όταν τον αγρίεψα μου τα μαρτύρησε όλα για το χωρισμό, για τις κουβέντες που ανταλλάξατε και το ότι έφυγε παρατώντας εσένα μόνη σου στο πάρκο».
«Δε σου είπε κάτι άλλο δηλαδή;... Πως τον είδες;... Ήταν μετανιωμένος;» Ρώτησε με αγωνία ελπίζοντας για κάποια θετική απάντηση.
Η φίλη της εκνευρίστηκε. «Σταμάτα να ζεις στο δικό σου φανταστικό κόσμο, ξύπνα επιτέλους. Η ζωή σου δεν περιστρέφεται γύρω από τον Αλέξανδρο. Αυτός πήρε τις αποφάσεις του. Κακό του κεφαλιού του βέβαια. Δες τα χάλια σου και σύνελθε σε παρακαλώ» Τα λόγια της χείμαρρος, γεμάτα καυστικότητα.
Η Αρετή απογοητευμένη χαμήλωσε το βλέμμα της. «Δηλαδή πάει τελειώσαμε... έλπιζα μήπως και... και άλλαζε γνώμη, τον αγαπάω δεν καταλαβαίνεις; Δε μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν... τι θα κάνω μου λες;»
«Η κατάσταση μαζί σου είναι αδιόρθωτη τι θα κάνω εγώ με σένα... ένα χέρι ξύλο σου χρειάζεται». Προσπάθησε να τη συνεφέρει. «Πάει ο Αλέξανδρος μας σχόλασε. Δε σε θέλει άλλο βρήκε άλλη γκόμενα. Ούτε τη γιαγιά σου δε μπορούσε να κοιτάξει μες στα μάτια από τη ντροπή του. Δε ξέρω τι έγινε και πήρε αυτήν την απόφαση αλλά πιστεύω πως βρήκε κάποια με λεφτά γι' αυτό σου έλεγε όλες τις μαλακίες περί ασφάλειας».
Η Αρετή τη διόρθωσε. «Αποκλείεται κάνεις λάθος δεν μπορεί να είναι αυτός ο λόγος ο Αλέξανδρος δεν είναι τέτοιος άνθρωπος».
Η Έρικα ήθελε να σταματήσει τη κουβέντα. «Να θυμάσαι τις λέξεις μου και στο φινάλε εάν σε αγαπούσε, που είναι ένα μήνυμα, ένα τηλέφωνο να δει τι κάνεις... χαμένος για τα καλά... ενδιαφέρον μηδέν». Κούνησε το κεφάλι της. «Ξέχασε τον δεν αξίζει... θα βρεθεί άλλος καλύτερος για σένα. Τι σου λείπει... αυτός θα χάσει στο φινάλε». Προσπάθησε να τη σηκώσει όρθια. «Εάν είσαι καλύτερα σήκω να κάνεις ένα μπάνιο και να φας μετά»
Η Αρετή την υπάκουσε εάν και δεν είχε πολύ όρεξη να φάει. Το μυαλό προσπαθούσε να βρει τρόπους να συναντήσει τον Αλέξανδρο, Ήθελε να μάθει ποια ήταν αυτή η νέα γυναίκα στη ζωή του, είχε περιέργεια και δικαιούταν να ξέρει... Η γιαγιά της θα έφευγε σε δυο μέρες και εκείνη ελεύθερα θα ζητούσε περισσότερες εξηγήσεις... Ίσως και όχι θα περίμενε τον ίδιο να κάνει το πρώτο βήμα για να αποκαλυφθεί η αλήθεια... Προτεραιότητα είχε πλέον το διάβασμα...

                                                                                           ****************************

Ο Φίλιππος ξύπνησε αρκετά νωρίς. Ήταν τα μέσα της εβδομάδας και είχε πολύ δουλεία. Η Μαργαρίτα του σέρβιρε το πρωινό. Ήθελε λίγο καφέ και κάτι γλυκό, κέικ, κουλουράκια οτιδήποτε. Δε του χάλασε το χατήρι και με τα χεράκια της ετοίμασε τα κουλουράκια κανέλας που τόσο αγαπούσε. Ήθελε να του μιλήσει αλλά δεν ήξερε πως να ξεκινήσει.
Βρήκε το θάρρος και ξεκίνησε «Αφεντικό μπορώ να σου μιλήσω;».
«Μαργαρίτα ξέρεις ότι δε χρειάζεται να ρωτάς πες μου πως μπορώ να σε βοηθήσω;». Της απάντησε ο Ραζής.
«Βασικά πρόκειται για δυο πράματα. Το ένα αφορά μια μικρή άδεια που θα ήθελα να πάρω τον επόμενο μήνα για να ξεκουραστώ λίγο». Ξεροκατάπιε και συνέχισε. «Το δεύτερο αφορά την Έλενα».
Ο Φίλιππος μόλις άκουσε το όνομα της κόρης του ανασήκωσε το φρύδι. «Τι έκανε πάλι αυτό το κορίτσι Μαργαρίτα πες μου;» Αναστέναξε γιατί δεν άντεχε άλλο τη συμπεριφορά της. «Όσον αφορά την άδεια κανένα πρόβλημα πάρε όσες μέρες χρειαστείς».
«Όχι όχι αφεντικό με παρεξήγησες. Δεν έκανε τίποτα η μικρή. Απολύτως τίποτα και αυτό με προβληματίζει. Είναι περίεργο».
Γέλασε με το σχόλιο της. «Είναι δυνατόν να θεωρείς περίεργο την καλή συμπεριφορά της κόρης μου... ίσως να ωρίμασε ξαφνικά». Ήξερε πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να συμβεί μέσα σε δέκα μέρες. «Πρόσεξες κάτι διαφορετικό Μαργαρίτα μου στη συμπεριφορά της; Υποψιάζεσαι κάτι συγκεκριμένο;». Η συζήτηση είχε γίνει ενδιαφέρουσα ξαφνικά.
«Και ναι και όχι... δηλαδή δεν είμαι σίγουρη Φίλιππε. Είναι ευδιάθετη, χαρούμενη, ευγενική και πολύ ξεχασιάρα το τελευταίο καιρό» Σκέφτηκε για λίγο. «Μιλάει συνέχεια στο κινητό της βγαίνει τα απογεύματα έξω και γυρνάει αργά το βράδυ... Δε ξέρω τι άλλο να σου πω αφεντικό πραγματικά» Κόμπιασε σαν να μην ήθελε να συνεχίσει.
Αδιάφορα ο Ραζής την παρότρυνε. «Δε βρίσκω και τίποτα περίεργο. Ειδικά εάν όπως μου λες ότι είναι ευγενική και χαρούμενη. Δε μπορώ να τη μαλώσω γι' αυτό.»
Η Μαργαρίτα αποφάσισε να πει τη γνώμη της. «Πιστεύω πως είναι πολύ ερωτευμένη... μα πάρα πολύ... πετάει στα σύννεφα. Κατά πάσα πιθανότητα το όνομα του είναι Αλέξανδρος και είναι δικηγόρος» Κοίταξε το ταβάνι αμήχανα. «Την άκουσα να αναφέρει αυτό το όνομα στην κολλητή της και κάτι για μια δίκη που έχει οπότε υπέθεσα ότι είναι δικηγόρος... Συγνώμη τυχαία τα άκουσα όλα αυτά στο ορκίζομαι».
Ξαφνικά άφησε την εφημερίδα που διάβαζε και σηκώθηκε από το τραπέζι. «Δηλαδή πιστεύεις πως η μεταμόρφωση της οφείλεται σε έναν έρωτα;» Ο εγκέφαλος του επεξεργαζόταν τα νέα δεδομένα. Το όνομα Αλέξανδρος του κίνησε την περιέργεια. Το μυαλό του πήγε αμέσως σε ένα γνώριμο πρόσωπο αλλά το θεώρησε ανόητο και το ξέχασε γρήγορα. «Θα προσπαθήσω να μάθω και θα σε ενημερώσω. Ηρέμησε». Στο τέλος της χαμογέλασε.
Χαρούμενη η Μαργαρίτα σχολίασε πριν αποχωρήσει. «Όποιος και να είναι αυτό το παλικάρι καλό παιδί να είναι και τα άλλα δεν έχουν σημασία. Λαμπάδα πρέπει να του ανάψουμε». Σταμάτησε γιατί άκουσε την Έλενα να κατεβαίνει τα σκαλιά...
Η Έλενα ήταν ευτυχισμένη και δεν μπορούσε να το κρύψει. Τις τελευταίες μέρες έβλεπε κάθε μέρα τον Αλέξανδρο. Ήταν πολύ καλός μαζί της, ευγενικός, την πρόσεχε και δεν της χάλαγε χατίρι στα όρια του λογικού. Υπήρχε πολύ καλή χημεία ειδικά στο σεξουαλικό κομμάτι. Η ίδια άφησε κατά μέρος τις ιδιοτροπίες και προσπάθησε να μην αφήσει τον εγωισμό και την περηφάνια της να χαλάσουν την όμορφη τους σχέση. Δεν μπορούσε να χαλαρώσει αφού ο κίνδυνος με το όνομα Αρετή δεν είχε απομακρυνθεί τελείως. Ο Αλέξανδρος την είχε διαβεβαιώσει πως το θέμα είχε λήξει και πως η θέση του ήταν ξεκαθαρισμένη. Είχαν περάσει αρκετές μέρες και η Αρετή δεν έκανε καμιά κίνηση. Τα σημάδια στη σχέση τους δεν της έδιναν περιθώρια αμφισβήτησης. Δεν υπήρχαν τηλέφωνα, μηνύματα, οι φωτογραφίες τους είχαν εξαφανιστεί στο σπίτι καθώς και όλα τα προσωπικά της αντικείμενα. Παρόλα αυτά φοβόταν να μην επιστρέψει σε εκείνην ξανά. Ως γυναίκα η Αρετή είχε κάτι το σαγηνευτικό, καμία γυναίκα δε θα μπορούσε να ηρεμήσει έχοντας την ως αντίπαλο. Λίγο πριν κατέβει για πρωινό τον είχε πάρει τηλέφωνο και κανόνισαν να συναντηθούν το απόγευμα στο εμπορικό. Ο πατέρας την περίμενε ήδη στο τραπέζι. Κάθισε δίπλα του και το ύποπτο βλέμμα του την προβλημάτισε.
«Καλημέρα πατέρα....πως είσαι;» Ρώτησε ευγενικά.
«Μια χαρά κορίτσι μου και εσύ το ίδιο φαντάζομαι... λάμπεις τις τελευταίες μέρες. Όλοι το πρόσεξαν εδώ μέσα». Δε μάσησε τα λόγια του ήθελε να μάθει ελπίζοντας πως δεν είναι το πρόσωπο που φανταζόταν. «Έχεις να εξομολογήσεις κάτι στον πατέρα σου;».
Προβλέπω ανάκριση πρώτου βαθμού... δε θα μπορώ να κρύβομαι συνέχεια. Καλύτερα να του πω την αλήθεια δεν έκανα και κανένα έγκλημα. Σκέφτηκε για λίγο, κερδίζοντας χρόνο. «Σαν τι περιμένεις να σου πω μπαμπά μου, δε μπορείς να τα μαθαίνεις όλα». Χαχάνισε για να κρύψει την αμηχανία της.
Ο Φίλιππος δεν είχε χρόνο για χάσιμο, έπρεπε να μάθει. «Πατέρα σου είμαι και πρέπει να ξέρω κάποια πράματα δε νομίζεις; Για παράδειγμα ποιος είναι ο φίλος σου αυτό τον καιρό;... συνήθως στο παρελθόν δε μου τα έκρυβες».
Η Έλενα έκανε λες και δε συμβαίνει τίποτα. «Υπερβολικός με τον έλεγχο όπως πάντα... δε μπορώ να σου κρυφτώ. Εγκαταλείπω την προσπάθεια αλλά μην ανησυχείς όταν έρθει ο κατάλληλος καιρός θα σου πω περισσότερα. Να ξέρεις μόνο ότι είμαι πολύ ευτυχισμένη». Έλπιζε πως θα σταμάταγε η ανάκριση γρήγορα.
Ο πατέρας της όμως έπρεπε να μάθει. «Η ιστορία μάλλον έχει μια εβδομάδα και λίγο παραπάνω που έχει ξεκινήσει. Ας μη κρυβόμαστε κόρη μου... θέλω λεπτομέρειες.». Ήταν απόλυτος.
Η κόρη του συνειδητοποίησε πως δε μπορούσε να γλιτώσει. Κάποιο πουλάκι του τα σφύριξε. Αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά. «Ωραία θα σου πω. Εδώ και δυο εβδομάδες βλέπω τον Αλέξανδρο Οικονόμου. Φαντάζομαι πως το όνομα σου λέει κάτι. Στη δεξίωση του Σταύρου τις προάλλες... τότε ήταν με την Αρετή..» Σταμάτησε λες και δε χρειαζόταν να πει κάτι άλλο.
Ο Φίλιππος άνοιξε διάπλατα τα μάτια του από το σοκ. Δεν ήξερε τι να πει. Αυτό που φοβόταν συνέβη. «Ναι ναι πως θυμάμαι καλά». Η καρδιά του πόνεσε ξαφνικά... πάλι αναφέρθηκε το όνομα της... πως μπορούσε να το ξεχάσει άλλωστε. «Του μίλησα πολύ λίγο εάν θυμάμαι καλά μόνο όταν βρήκα την Αρετή στη παραλία χτυπημένη». Προσπαθούσε να παραμείνει ήρεμος. «Δηλαδή χώρισε με την Αρετή για να είναι μαζί σου;». Η σύμπτωση του φαινόταν ύποπτη.
«Όχι ακριβώς. Ήταν πολύ ψυχραμένοι από τη δημοσίευση των φωτογραφιών και μετά. Του είπε ψέματα ή μάλλον πιο σωστά είπατε και οι δυο ψέματα ότι συναντηθήκατε μετά το ατύχημα τυχαία. Βέβαια οι φωτογραφίες αποδείκνυαν το αντίθετο και οι κάπως τρυφερές στιγμές σας, τον πλήγωσαν πολύ. Μέτα βγήκαμε καμία - δυο φορές και δεν ήθελε και πολύ το θέμα... καταλαβαίνεις». Δεν είχε να προσθέσει κάτι άλλο αφού ήταν ακόμη στην αρχή αυτής της σχέσης. «Αυτά από εμένα αλλά ήθελα να σε ρωτήσω ευθέως πατέρα... γνώριζες την Αρετή από παλιά και εάν την έχεις ξαναδεί από τότε;»
Άργησε να απαντήσει, δεν ήξερε τι να πει. «Όχι δε τη γνώριζα από παλιά, πρώτη φορά συναντηθήκαμε εκείνο το βράδυ. Δεν είχαμε καμιά τρυφερή στιγμή μάλλον λογομαχήσαμε και λόγω της έντασης ήρθαμε σε παρεξηγήσιμη απόσταση και στάση. Αυτό είναι όλο».
«Τότε γιατί δεν είπε την αλήθεια;» Από τότε είχα αυτή την ερώτηση και το ίδιο ερώτημα βασάνισε και τον Αλέξανδρο.
«Δε ξέρω ίσως να είχε προσωπικούς λόγους». Θυμήθηκε τις κουβέντες της Αρετής στο νοσοκομείο. Τα έκανα όλα να προστατεύσω τον Αλέξανδρο από ένα σκάνδαλο του είχε πει αλλά δεν την πίστεψε. Άλλωστε είχε δεχτεί και τα χρήματα του. Είχε μπερδευτεί και ο ίδιος αρκετά. Ίσως δεν ήθελε να παραδεχτεί το λάθος του. Τη δεύτερη ερώτηση προσπάθησε να την αποφύγει.
Η Έλενα του αποκάλυψε κάτι ενδιαφέρον... «Και εγώ αρχικά προσπάθησα να πείσω τον Αλέξανδρο, ότι δε συνέβη τίποτα πονηρό εκείνη τη νύχτα και ότι και εάν ακόμη γνώριζες την Αρετή από πιο νωρίς δε σήμαινε ότι κάνατε κάτι μεμπτό ». Παρέλειψε να του πει φυσικά πως και η ίδια είχε προσθέσει αρκετό λάδι στη φωτιά με το να του δημιουργήσει μεγαλύτερη δυσπιστία προς το πρόσωπο της, χρησιμοποιώντας τον ίδιο της τον πατέρα...
Ο Φίλιππος σχολίασε απλώς... «Ενδιαφέρον πίστεψε ότι είχαμε κάποια σχέση από παλιά. Ίσως κόρη μου ζήλεψε, κάθε άνδρας θα ζήλευε μια εντυπωσιακή κοπέλα σαν την πρώην αγαπημένη του και μπορεί ο χωρισμός τους να ήταν μια αντίδραση της στιγμής». Προσπάθησε να την προστατεύσει, φοβόταν πως η Αρετή δεν ήταν μια γυναικά που θα το άφηνε έτσι, χωρίς μάχη.
Η Έλενα θύμωσε και ήταν επιθετική σαν το παλιό καλό καιρό. «Σε ευχαριστώ μπαμπά, που μου υπενθυμίζεις πόσο όμορφη είναι η Αρετή... λες και η ίδια δε το γνωρίζω». Το ύφος της σκοτείνιασε. «Πιστεύεις πως δεν ανησυχώ για την αντίπαλο μου, δε ξέρω τα προσόντα της;».
Ο Φίλιππος προσπάθησε να την ηρεμήσει. «Ξέρω ξέρω είσαι έξυπνη αρκετά.... θα τα καταφέρεις έχεις τα ίδια και καλύτερα προσόντα και το κυριότερο έχεις έμενα». Έπρεπε να φύγει, οπότε προτίμησε να ηρεμήσει τα πνεύματα. «Ελπίζω αυτός ο Αλέξανδρος να αξίζει αυτή τη μάχη και να είναι καλό παιδί. Επίσης εάν έχει όντως ξεκόψει από τα παλιά τότε δε χρειάζεται να είσαι και εσύ τόσο ανήσυχη. Όταν επιστρέψω την άλλη εβδομάδα από τη Γαλλία θέλω να μου τον γνωρίσεις... εντάξει αγάπη μου;»
Εκείνη πέταξε από τη χαρά της. «Έχει ξεκόψει τελείως, μόνο μια φορά χρειάστηκε να τη δει στο νοσοκομείο μετά το χωρισμό τους αρρώστησε βαριά. Δεν είχε κανέναν άλλο εδώ εκτός από τον Αλέξανδρο και την κολλητή της. Έπρεπε να την προσέξει μέχρι να έρθει η γιαγιά της από το χωριό... είναι ορφανή πατέρα». Τον φίλησε στο μάγουλο και καθώς έφευγε του πέταξε με νόημα... «Ακόμη και εάν έχεις συναντηθεί μαζί της ξανά τότε να ξέρεις ότι με βοηθάς πολύ με την νέα μου σχέση. Κράτα την απασχολημένη δε με νοιάζει για λίγο καιρό ακόμη και μετά δεν ανησυχώ θα έχει την ίδια κατάληξη με τις άλλες γυναίκες σου». Του έκλεισε πονηρά το μάτι. «Θα κανονίσω τη συνάντηση με τον Αλέξανδρο την άλλη εβδομάδα, θα δεις και εσύ πρόκειται για διαμάντι. Γεια σου μπαμπά. Σε αγαπάω».
Αγρίεψε στην κόρη του... «Σταμάτα να λες βλακείες». Δεν τον άκουσε όμως είχε ήδη φύγει...
Ο Φίλιππος ενώ βιαζόταν τηλεφώνησε τη γραμματέα του πως θα καθυστερούσε στο ραντεβού μια ώρα. Έπρεπε να ηρεμήσει λίγο. Μπήκε στο αυτοκίνητο του και άρχισε να περιφέρεται στους δρόμους χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Προσπαθούσε να επεξεργαστεί τα καινούργια δεδομένα στη ζωή του και στη ζωή της κόρης του κυρίως. Η Έλενα ξεκίνησε κατά τη γνώμη του μια επικίνδυνη σχέση με τον Αλέξανδρο Οικονόμου. Σίγουρα ήταν πολύ ερωτευμένη μαζί του και έτοιμη να υποστεί πολλές αλλαγές κυρίως στο χαρακτήρα της για να τον κατακτήσει πλήρως. Βέβαια μια ερωτευμένη γυναίκα μπορούσε να κάνει πολλές χαζομάρες Ένιωθε πως αγχωνόταν συνέχεια και η απειλή της Αρετής αιωρούνταν συνέχεια στο μυαλό της. Λογικό αφού και ο ίδιος ένιωθε έναν ασυγκράτητο πόθο για αυτήν την κοπέλα. Δεν είχε στοιχεία για το χαρακτήρα του Αλέξανδρου, από τις κουβέντες της κόρης τους φαινόταν ότι πραγματικά νοιαζόταν για εκείνην. Τα πραγματικά του κίνητρα θα τα μάθαινε στην συνάντηση τους σε μερικές μέρες. Ένα πράμα τον απασχολούσε... ήταν η ζήλια που τον έκανε να χωρίσει με την αγαπημένη του ή συνέβη κάτι άλλο πιο περίεργο. Είχε μάθει να είναι καχύποπτος....
Από την άλλη υπήρχε και το ερωτηματικό Αρετή. Μια γυναίκα δυναμική επικίνδυνη, όμορφη, ικανή για όλα, εκρηκτική και κυρίως αισθησιακή. Το τελευταίο το πιστοποίησε και ο ίδιος, εκείνη τη νύχτα στην παραλία μετά το μπαρ. Το άγγιγμα της θανατηφόρο, τα φιλία της το ίδιο, μπορούσαν να ξυπνήσουν ζωώδη ένστικτα σε κάθε άνδρα. Έμαθε πως ήταν άρρωστη, η γιαγιά της ήρθε να την προσέξει και πως δεν είχε κανέναν άλλον για οικογένεια εκτός από τη γιαγιά της, Το μυαλό του έπλαθε σενάρια. Άρχισε να αναρωτιέται εγκατέλειψε τον Αλέξανδρο τόσο γρήγορα γιατί η περηφάνια δεν της επέτρεπε να παρακαλέσει ή επειδή βρήκε κάποιον άλλον; Το θεώρησε περίεργο, ήταν απόλυτα σίγουρος ότι κάτι άλλο συνέβαινε. Πιστεύω πως αργά ή γρήγορα θα κάνει την κίνηση της. Το θέμα είναι εάν γνωρίζει με ποια έμπλεξε ο καλό της. Αυτό το απέκλειε γιατί θα είχε ήδη επικοινωνήσει μαζί του για να τον βρίσει. Είχε το νούμερο του αλλά ποτέ δεν τον ενόχλησε, σύμφωνα πάντα με την Έλενα...
Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε κοντά στο σπίτι της Αρετής. Σταμάτησε σε ένα χώρο πάρκινγκ, κοιτάζοντας την πολυκατοικία της. Δε γνώριζε τον όροφο, απλώς περίμενε χωρίς λόγο. Ήταν ανόητο αυτό που έκανε, συμπεριφερόταν σαν ερωτευμένο σχολειόπαιδο. Δεν ήταν σίγουρα κάτι τέτοιο και ποτέ δεν ήθελε να κάνει τόσο περίεργες κινήσεις. Μια άγνωστη φωνή μέσα του τον παρακίνησε να βρεθεί σε αυτό το σημείο. Είχε την ανάγκη να τη δει έστω από μακριά να βεβαιωθεί ότι είναι καλά κυρίως. Ανησύχησε για εκείνην και αυτό ήταν τρομακτικό. Έπρεπε να φύγει από εκεί, έπρεπε να δείξει αδιαφορία. Έδειχνε ευάλωτος σε μια μελλοντική απειλή. Έβαλε το κλειδί στη μίζα και τότε από τον καθρέφτη του την είδε να περπατάει σαν ελαφίνα, με περήφανο στυλ αγέρωχη, ατρόμητη. Μόλις είχε βγει από την πολυκατοικία της. Σίγουρα δεν τον πρόσεξε. Κρατούσε στα χέρια της βιβλία. Ίσως πήγαινε σε κάποια βιβλιοθήκη, ίσως έδινε εξετάσεις. Σταμάτησε απότομα να απαντήσει στο κινητό της. Έκλεισε το κινητό φανερά εκνευρισμένη. Ακόμη και έτσι ήταν πολύ σέξι. Δεν μπορούσε να το πει δυνατά αλλά σιγανά ψέλλισε... θέλω να σου κάνω έρωτα όλη τη νύχτα, θέλω να νιώσω τα βογγητά σου, θέλω να σε κάνω δική μου, θέλω....

                                                                                    *******************************
 
Η Έρικα βγήκε μια βόλτα να ηρεμήσει. Είχε μάθει κάτι από τη φίλη Δέσποινα πριν από δυο μέρες και δε γνώριζε πως να το χειριστεί και το κυριότερο πως να το μαρτυρήσει στη κολλητή της. Την ενδιέφερε άμεσα αυτό το κουτσομπολιό αφού αφορούσε τον Αλέξανδρο. Πάνε δυο εβδομάδες και από το χωρισμό τους και ο κύριος χωρίς ντροπή κυκλοφορούσε άνετα με την καινούργια του αγαπητικιά. Ήθελε να τον δούνε όλοι προφανώς και γιατί όχι άλλωστε χαζός δεν ήταν το έπιασε το νόημα. Με τη Ραζή δίπλα του θα μπορούσε να κατακτήσει πολύ περισσότερα από ότι με τη χαζή τη φίλη της. Αυτό εννοούσε προφανώς με τη λέξη ασφάλεια. Α ρε Αρετή δίκιο είχα τελικά όταν σου είπα πως βρήκε κάποια φραγκάτη. Σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό. Παναγίτσα μου γιατί παίζεις τόσο περίεργα παιχνίδια στη μοίρα αυτού του κοριτσιού ; γιατί από όλες τις γυναίκες στη γη έπρεπε να είναι η Έλενα Ραζή, η ηλίθια, κακομαθημένη και αδίστακτη Έλενα; γιατί να είναι η κόρη του ψυχανώμαλου Φίλιππου Ραζή; Απαντήσεις δεν πήρε και δυστυχώς δεν είχε ιδέα τι θα κάνει. Αποφάσισε να τηλεφωνήσει στη Αρετή πρώτα. Τις ευχήθηκε καλή επιτυχία μιας που έδινε το τελευταίο μάθημα και την έπεισε να συναντηθούνε αμέσως μετά στο στέκι τους. Θα τηλεφωνούσε και στη Δέσποινα να έρθει να βοηθήσει την κατάσταση. Ευτυχώς που δεν έχασε την όρεξη της για το διάβασμα, ήθελε να τελειώσει με τη σχολή. Βέβαια ακόμη περίμενε τον Αλέξανδρο ακόμη δε του επέστρεψε τα πράματα ούτε και τα κλειδιά του, παρόλο τις αντιδράσεις από την ίδια και τη γιαγιά της.
Σκέφτηκε τη Μαρθούλα, πραγματικά την αγαπούσε σαν γιαγιά της αυτή τη γυναίκα. Την κολάκευε το παρουσιαστικό της και ο δυνατός της χαρακτήρας. Πέρασε τόσα πολλά αλλά δεν έχασε ποτέ τη ζωντάνια της. Θυσιάστηκε για να μεγαλώσει την Αρετή, χήρεψε σε μικρή ηλικία, έχασε την κόρη και το γαμπρό της, αλλά συμπεριφέρεται λες και τίποτα δεν την πείραζε, δεν την άγγιζε, ήταν έτοιμη για όλα και για άλλες δυσκολίες. Τις μέρες που ήταν μαζί με την Αρετή τη μάλωνε και ο αυταρχικός της χαρακτήρας δεν άφηνε περιθώρια στην εγγονή της να σκεφτεί τίποτα άλλο εκτός από το διάβασμα. Το μόνο που έλεγε συνέχεια για τον Αλέξανδρο ήταν... δεν αξίζει να ασχολείσαι, έχει ο καιρός γυρίσματα κόρη μου, και σε μια δημοκρατική χώρα ένας ενήλικας έχει το δικαίωμα να κάνει τις επιλογές του, πρέπει να δέχεται και τις επιπτώσεις όμως των πράξεων του. Κάθε φόρα που έριχνε τα χαρτιά και στις δυο αστειευόταν. Ειδικά στην Αρετή δεν έλεγε τίποτα λες και κρύβονταν κάποιο μεγάλο μυστικό λες κράταγε την τύχη στα χέρια της. Είχε φύγει πριν από μερικές μέρες μιας οι υποχρεώσεις της με τα ζώα δεν της επέτρεπαν κάτι παραπάνω... Οι γείτονες την βοήθησαν ευτυχώς. Τώρα όμως έλειπε και πάλι ενώ η εγγονή της βρισκόταν μάλλον μπροστά σε μια επικείμενη κρίση. Η Μάρθα ενημερώθηκε και για τον Ραζή και για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε στην Αρετή... όχι όλα αλλά κάποια από αυτά, οπότε ήταν κατατοπισμένη για όλα τα θέματα. Αποφάσισε να τηλεφωνήσει στη γιαγιά στο χωριό, χρειαζόταν τη συμβουλή της...

                                                                                                   *******************************

Η Μάρθα ξύπνησε απότομα ιδρωμένη. Τρόμαξε με το περίεργο όνειρο. Αφορούσε και πάλι το όμορφο κορίτσι την Αρετή πολλά χρόνια πίσω, ίσως κοντά στο 1940. Θυμήθηκε το ντύσιμο από φωτογραφίες γυναικών στο χωρίο όταν ήταν μικρή... Αυτή τη φορά ήταν πιο ξεκάθαρο ως προς τη ροή των γεγονότων.
Φαινόταν να είναι καλοκαίρι, τα στάχια στόλιζαν τους αγρούς. Δεν είχε ξεκινήσει το θέρισμα οπότε ήταν αρχές Ιούνη. Η Αρετή καθισμένη κάτω από ένα δένδρο προσπαθούσε να προστατεύει από τη ζέστη. Κάτι περίμενε με αγωνία ή κάποιον. Φαινόταν μεγαλύτερη 2-3 χρόνια σε σχέση με την άλλη σκηνή στο πανηγύρι. Το σώματα της όπως και το στήθος ήταν πλέον καλοσχηματισμένα. Τα μαλλιά της μάκρυναν ακόμη περισσότερο αλλά το χρώμα τους παρέμεινε κατάξανθο. Σήκωσε το βλέμμα της και από τη χαρά της έτρεξε να αγκαλιάσει κάποιον. Ήταν ο Μανώλης το παλικάρι που γοητεύτηκε από την ομορφιά της στο γλέντι. Χαρούμενος και ο ίδιος τη φίλησε τρυφερά στο μάγουλο. Ο νεαρός φαινόταν κοντά στα 25 με 30 αρκετά μεγαλύτερος από εκείνην. Της απολογήθηκε για την καθυστέρηση και άρχισε να της μεταφέρει τα ευχάριστα νέα από σπιτικό του..
«Αγάπη μου οι γονείς μου δέχτηκαν να έρθουν να σε ζητήσουν από το πατέρα σου. Τους έπεισα τελικά ότι σε αγαπάω τόσο που εάν δε σε δεχτούν για νύφη τους θα κάνω κακό στο εαυτό μου». Κοίταξε προς τον ουρανό... «Δε τους νοιάζει ούτε η καταγωγή σου ούτε τίποτα άλλο παρά να είμαι ευτυχισμένος»
Η Αρετή τον άκουγε και δεν πίστευε στα αυτιά της. «Όλες οι θυσίες μας απέδωσαν καρδιά μου δηλαδή μπορούμε να παντρευτούμε;»
Ο Μανώλης την κοίταξε μες στα μάτια. «Σε αγαπάω πολύ δε μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα» Τη φίλησε στο στόμα, την ήθελε πολύ αλλά έπρεπε να περιμένει μετά το γάμο.«Τρέχα να μιλήσεις στους γονείς σου και τη γιαγιά σου, ξέρω πόσο την αγαπάς». Την άφησε από την αγκαλιά του γιατί φοβόταν τα κουτσομπολιά των συγχωριανών τους. «Θα συναντηθούμε σε δυο μέρες από τώρα στο ίδιο σημείο. Θα σου έχω περισσότερα νέα» της φώναξε φεύγοντας.
Αργότερα το σκηνικό άλλαξε, μεταφέρθηκε σε ένα τσιγγάνικο καταυλισμό. Μάλλον ζούσαν αρμονικά με τον κόσμου του χωριού και αυτό φαινόταν από τις συζητήσεις τους. Είχε αρκετή ζέστη και αρκετοί από τους μεγαλύτερους προσπαθούσαν να δροσιστούν κάτω από τεράστια πλατάνια δίπλα στη ρεματιά. Το κοριτσάκι κάνει την εμφάνιση της και πάλι. Είναι μέσα σε ένα από τα τσαντίρια με μια γρια γυναίκα, την κρατάει αγκαλιά και της τραγουδάει μελωδικά. Η μικρή το διασκεδάζει. Την πήρε αγκαλιά και περίμενε πως και πως να τις ανακοινώσει τα ευχάριστα νέα. Η γιαγιά της ήταν αρχοντογυναίκα με σκληρά χαρακτηριστικά και περήφανο παρουσιαστικό. Δεν την έκανες τσιγγάνα, ίσως και όλοι τους να μην ήταν τσιγγάνοι όπως τους ήξεραν οι νεότεροι. Φαινόταν πολιτισμένοι, εργατικοί, διατηρούσαν την καθαριότητα τους και φρόντιζαν τις οικογένειες τους.
«Γιαγιά πρέπει να σου μιλήσω, σταμάτα το τραγούδι σε παρακαλώ».
Η γρια γυναικά την κοίταξε με απορία «Τι συμβαίνει Αρετούλα μου σε βλέπω χαρούμενη».
Η Αρετή δεν συγκρατήθηκε «Ο Μανώλης γιαγιά μου έφερε ευχάριστα νέα σήμερα. Οι γονείς του με δέχτηκαν για νύφη τους επιτέλους. Όλος ο κόπος μας, η υπομονή μας και οι θυσίες πιάσανε τόπο». Της φίλησε τα χέρια. «Είχες δίκιο γιαγιά είμαι καλότυχη, ποτέ δε πέφτεις έξω. Όμως πρέπει να μιλήσουμε στον πατέρα μου».
Η γιαγιά της έδωσε τη λύση. «Μην ανησυχείς αυτό θα το κανονίσω εγώ, ξέρεις πως ο λόγος μου εδώ πέρα είναι διαταγή».
Η μικρή πετούσε στα σύννεφα, δε μπορούσε να πιστέψει την τύχη της, θα γινόταν πραγματική βασίλισσα, θα είχε καλή ζωή και ένα άνδρα να την αγαπάει πολύ .Απευθύνθηκε ξανά στη γιαγιά της. «Αύριο θα μάθω λεπτομέρειες για το πότε θα έρθουν να με ζητήσουν. Ο Μανώλης μου υποσχέθηκε πως δε θα αργήσει να γίνει ο γάμος κανένα μήνα μετά τον αρραβώνα».
Η γρια κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Στο τέλος τη συμβούλεψε να προσέχει. «Μόνο εγγόνα μου πρόσεχε τα μάτια σου δεκατέσσερα μη σε παρασύρει πονηρά τίποτα πριν το γάμο. Να θυμάσαι η τιμή μας είναι το όπλο μας ».
Η μικρή συμφώνησε μαζί της. «Μην ανησυχείς το έχω στο νου μου, δε το ξεχνάω δε θέλω να στιγματίσω το μπαμπά και τη τιμή του». Βγήκε από το τσαντίρι χοροπηδώντας... χαρούμενη...

Αυτή ήταν η τελευταία σκηνή του ονείρου της. Η Μάρθα δε μπορούσε να βγάλει άκρη. Έσπαγε το κεφάλι της μπας και καταλάβαινε κάτι. Το μόνο που συνέδεε το παρελθόν του ονείρου με το παρόν της ζωή της ήταν το όνομα Αρετή. Φαινόταν μια ευτυχισμένη νέα κοπέλα, ερωτευμένη, δεν υπήρχε τίποτα το περίεργο... ίσως το ότι ένας πλούσιος ξένος για την κουλτούρα και τα έθιμα εκείνης της αυστηρής εποχής, αγάπησε μια τσιγγανοπούλα. Αλλά σιγά το ίδιο ίσχυε και για τη μάνα της. Είχε έναν ευτυχισμένο γάμο και ο άνδρας της την αγαπούσε πολύ. Δεν θυμόταν και πολλά από τη μάνα της ίσως γιατί δεν την ένιωσε και πολύ ως μάνα... Όταν ξαφνικά κατάφεραν να έρθουν λίγο πιο κοντά... την έχασε πριν καν ενηλικιωθεί. Ο πατέρας της ήταν το στήριγμα. Πίστευε όμως ότι η μάνα της κάτι ήθελε να της πει με αυτό το όνειρο. Δε θεωρούσε τυχαίο γεγονός το ότι ξεκίνησε να βλέπει αποσπάσματα της ζωής αυτού του κοριτσιού στα όνειρα της, αμέσως μετά αφού εμφανίστηκε η μητέρα της στον ύπνο και την προειδοποίησε για τη δικής της Αρετούλα.
Η κουρτίνα στο δωμάτιο κουνήθηκε από τον αέρα. Άκουσε το θρόισμα των φύλλων στην αυλή να για μερικά δευτερόλεπτα. Επιτέλους λίγη δροσιά σκέφτηκε. Πλησίασε προς το παράθυρο, δεν κουνιόταν ούτε ένα φυλλαράκι, λες και το ξαφνικό αεράκι εξαφανίστηκε. Το κινητό της ακούστηκε μέσα από το σαλόνι. Η εγγονή μου θα είναι... είπε χαμογελώντας. Έκανε λάθος η κλίση ήταν από την Έρικα. Παναγία μου τι έγινε πάλι; Το μυαλό της πήγε αμέσως στο κακό και όχι αδικαιολόγητα. Απάντησε στην κλίση. Μίλησαν για πέντε λεπτά περίπου. Η φίλη της Αρετής τη διαβεβαίωσε πως δεν είχε γίνει κάτι. Πήρε απλώς να τη συμβουλευτεί. Της είπε την άποψη της και όταν τελειώσαν τη συνομιλία ήταν σίγουρη πως κάτι φοβερό θα συμβεί. Κάτι που θα άλλαζε τη ζωή της εγγονής της για πάντα. Όλα τελικά ήταν προαποφασισμένα και απλώς χρειαζόταν ένα κίνητρο, μια δικαιολογία για να ακολουθηθεί το κάρμα.

                                                                                                ****************************

Ο Αλέξανδρος περίμενε την Έλενα να έρθει από το σπίτι του, είχαν αποφασίσει να πάνε για ψώνια ξανά στο εμπορικό γιατί χρειάζονταν να αλλάξουν ένα πουκάμισο. Πριν από δυο μέρες ήταν πάλι στο ίδιο μέρος και για κακή του τύχη τους είδε η Δέσποινα. Δε της μίλησε αλλά ήταν σίγουρος πως τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι στην Έρικα και αυτή με σειρά της στην Αρετή. Όχι ότι τον ένοιαξε, κάποια στιγμή θα το μάθαινε απλώς δεν ήθελε τόσο γρήγορα. Δεν ντρεπόταν, δεν είχε κάνει και κανένα έγκλημα, χώρισε όπως πολύς κόσμος και τώρα ήταν με άλλη κοπέλα. Τη χαιρόταν αυτή τη σχέση περισσότερο. Η Έλενα δε τον ανησυχούσε και τόσο πολύ. Ήταν πιο προσεκτική και λιγότερο αφελής σε σχέση με την Αρετή. Είχε μια πονηριά μέσα της και αυτό τον γοήτευε, έκανε κάτι γιατί πολύ απλά το ήθελε και όχι γιατί έπρεπε. Δεν ανακυκλωνόταν σε ανούσιες συγγνώμες και καθωσπρεπισμούς. Ζούσε με ζωντάνια για το τώρα και έβγαζε ένα διαφορετικό πάθος από μέσα της. Ίσως έφταιγε και ο τρόπος που μεγάλωσε. Δεν τον ενοχλούσε σε καμιά περίπτωση η διαφορετική φιλοσοφία, ήθελε να ζήσει αυτά που έζησε, να ταξιδέψει εκεί πού ταξίδεψε. Τον μάγευαν οι εμπειρίες της και το ότι ποτέ δε χρειάστηκε να υποκριθεί. Ήταν απλώς ο εαυτός της. Βέβαια η εκρηκτικότητα, η ξεροκεφαλιά της και η υπερηφάνεια ήταν τα αδύναμα σημεία της. Παρόλα αυτά αισθανόταν μια έλξη προς αυτήν την κοπέλα ανεξήγητη. Κάνανε έρωτα συνέχεια και αυτή τη δίψα δε τη ξεχνούσε, ήθελε όλο και περισσότερο. Υπήρχε ίσως πιο ρομαντισμός και φαντασία. Η Αρετή ήταν διαφορετική. Σίγουρα όχι ρομαντική της άρεσαν συγκεκριμένα πράματα και αυτά ακολουθούσε. Στο κρεβάτι μεταμορφωνόταν σε τίγρη. Ήθελε πάντα να διατάζει και ο ίδιος έπρεπε να την ακολουθεί. Κατά τη διάρκεια του σεξ λες και μεταμορφωνόταν σε παλιοθήλυκο. Με την Έλενα δοκίμαζαν καινούργια πράματα. Του άρεσε να γίνεται τόσο ποθητός από μια γυναίκα, λες και ζούσε μόνο για εκείνον. Του έλειπε σίγουρα η παλιά του αγάπη, θα τρελαινόταν να την έβλεπε να φιλάει κάποιον άλλον μπροστά του. Δε μπορούσε να πει με σιγουριά εάν ένιωθε ερωτευμένος τώρα με τη καινούργια του σχέση αλλά ήταν σίγουρα ευτυχισμένος και πιο χαλαρός. Θα προσπαθούσε να τη προστατεύσει με κάθε τρόπο αφού θα μπορούσε να βγει διπλά κερδισμένος με την κόρη του Ραζή δίπλα του. Έπρεπε να πάρει τα πράματα του από τη Αρετή και το κλειδί του, έτσι θα έκλεινε το κεφάλαιο μαζί της. Δε τόλμησε όμως να την ενοχλήσει λόγω τις εξεταστικής, δεν έπαιρνε όμως μεγαλύτερη αναβολή, οι μέρες είχαν περάσει και πολύ σύντομα θα μάθαινε την αλήθεια...
Το κουδούνι του διαμερίσματος της χτύπησε επίμονα. Είχε ξεχαστεί με τις σκέψεις του. Έβαλε στοίχημα ότι ήταν η Έλενα και όταν άνοιξε την πόρτα δικαιώθηκε. Κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί. Έκπληκτος ο Αλέξανδρος την παρακολουθούσε, να στρογγυλοκάθεται στον καναπέ.
Με ένα πονηρό υφάκι του λέει. «Πιστεύω πως τα νέα που έχω σήμερα θα σε χαροποιήσουν ιδιαίτερα. Και ο καλύτερος τρόπος να το γιορτάσουμε είναι να απολαύσουμε το κρασάκι μας παρέα, αγκαλίτσα».
Ο ίδιος δεν κατάλαβε τι γινόταν. Κάθισε δίπλα της και από περιέργεια τη ρώτησε «Τι εννοείς... τι έκανες πάλι; πες μου»
Γέλασε. Της άρεσε που τα είχε χαμένα. «Εεεε τίποτα το ιδιαίτερο απλώς είπα τον πατέρα μου για μας. Ξέρει ότι χώρισες με την Αρετή και πως πλέον είμαστε μαζί».
Σαστισμένος πλέον σχολίασε απλώς. «Και πως το πήρε;... μάλλον το είδε καχύποπτα το θέμα υποθέτω». Δεν ήξερε τι άλλο να πει.
«Όχι καθόλου. Τον διαβεβαίωσα πως έχεις ξεκαθαρίσει τα πράματα του παρελθόντος, δε σε δεσμεύει τίποτα πλέον». Απάντησε η Έλενα με άνεση λες και ήταν κάτι φυσιολογικό. Έριξε και τη τελευταία βόμβα πριν σηκωθεί να πάρει τα ποτήρια από την κουζίνα. «Την άλλη εβδομάδα μου ζήτησε να συναντηθούμε για να γνωριστείτε. Όπως καταλαβαίνεις δεν μπορούσα να πω όχι στον πατέρα μου... ο λόγος του τις περισσότερες φορές είναι διαταγή».
Τη φοβόταν αυτήν τη στιγμή επειδή δε του άρεσε να ρωτούν για εκείνον πολλά, να περνάει από ανάκριση και το κυριότερο δεν ήταν ακόμη σίγουρος τι παιζόταν μεταξύ της Αρετής και του Ραζή. Ίσως να μη συνέβη τίποτα στο παρελθόν μαζί του αλλά η εμμονή του σύμφωνα με τα λεγόμενα της πρώην του προς το πρόσωπο της, τον ανησύχησε. Πως θα αντιδράσει τώρα που είναι ελεύθερη; θα την κυνηγήσει, θα την πολιορκήσει; Δεν είχε απάντηση γι' αυτά ερωτήματα και τρελαινόταν παρόλο που δεν είχε κανένα απολύτως δικαίωμα. Μπορούσε να πάει με όποιον άλλο ήθελε εάν και πάλι θα ζήλευε, αλλά ποτέ μα πότε με το Φίλιππο Ραζή. Αυτό θα του χαλούσε όλα τα προσωπικά σχέδια.
Η Έλενα επέστρεψε και η ζήλια του φούντωνε μέσα του. Δε μπόρεσε να την πολεμήσει. Αποφάσισε να βγάλει διαφορετικά το θυμό από μέσα του. Άρπαξε την Έλενα από το χέρια και χωρίς καν να προλάβει να αφήσει τα ποτήρια στο τραπέζι , τη σήκωσε στη αγκαλιά του. Την πήγε στο κρεβάτι. Έβγαλε τα ρούχα της πρώτα και μετά τα δικά του. Ξεκίνησε να τη φιλάει σε όλο το κορμί. Της χάιδευε τον αφαλό και τρελαινόταν όταν άκουγε τα γέλια της, μάλλον ήταν νευρικό γέλιο από το γαργαλητό. Ήθελε να την παιδεύσει και άλλο πριν της δώσει αυτό που επιθυμούσε. Ήθελε να τον παρακαλέσει, ήθελε να τις δείξει ποιος ήταν το αφεντικό. Μόνο όταν άκουσε να λέει το όνομα του τότε σταμάτησε το παιχνίδι. Αργά και βασανίστηκα κάνανε έρωτα για αρκετή ώρα. Είχε χαλαρώσει, είχε κερδίσει προς το παρόν....

                                                                                         ********************************

Η Αρετή έδωσε την τελευταίο μάθημα της ως φοιτήτρια. Ήταν αισιόδοξη πως όλα πήγαν καλά. Το Σεπτέμβριο θα έπαιρνε και επίσημα το πτυχίο της. Για εκείνην αποτελούσε ένα θαύμα δεδομένου της ψυχολογικής της κατάστασης. Κάποιος σίγουρα την προστάτευσε και ήταν πολύ ευγνώμων. Βέβαια είχε και τη γιαγιά και την κολλητή της. Είχε ηρεμήσει πολύ εάν και η ψυχή της πονούσε ακόμη αρκετά. Θα συναντούσε τις φίλες της σε λίγη ώρα. Τίποτα δε συγκρίνετε με το κουτσομπολιό μεταξύ φιλενάδων. Προφανώς κάτι σημαντικό συνέβη το κατάλαβε από τη φωνή της Έρικας. Ετοιμάστηκε και πήρε ένα ταξί. Είχε πολύ ζέστη για να χρησιμοποιήσει το λεωφορείο. Όταν έφτασε οι φίλες της είχαν ήδη φτάσει και απολάμβαναν το παγωμένο τους εσπρέσο. Όταν την είδαν σταμάτησαν απότομα την κουβέντα τους. Προσπάθησε να αστειευτεί μαζί τους. «Τι λέτε για μένα πίσω από την πλάτη μου;» έσκυψε να φιλήσει και τις δυο.
Η Δέσποινα χαμογέλασε «Τίποτα απολύτως σε διαβεβαιώνω. Κάθισε παραγγείλαμε ήδη τον αγαπημένο σου καφεδάκι».
Η Έρικα ήταν πιο μαζεμένη. Η Αρετή το πρόσεξε και το σχολίασε. «Κάποια εδώ πέρα μάλλον έχει αρκετά προβλήματα. Ξεκίνα να μιλάς. Θα σε διαφωτίσουμε όσο μπορούμε ε Δέσποινα;»
Η Δέσποινα έγνεψε καταφατικά και κλώτσησε την Έρικα από κάτω στο τραπέζι. «Είσαι σαν τη Μεγάλη Παρασκευή βρε Έρικα έλεος... θα το ξεπεράσουμε και αυτό όλες μαζί.»
Μια υποψία χαμόγελου φάνηκε στα χείλη της. Αποφάσισε να πει μια λέξη. «Μακάρι».
Η Αρετή ανησύχησε. Ήπιε μια γουλιά από το καφεδάκι της και στη συνέχεια χάιδεψε την πλάτη της κολλητή της. «Έρικα πες μας τι συμβαίνει. Θα τρελαθώ από την αγωνία».
Η Δέσποινα την παρότρυνε επίσης να ξεκινήσει, Η καθυστέρηση δεν εμπόδιζε το τελικό αποτέλεσμα. Είχαν συμφωνήσει να μιλήσει εκείνη στην Αρετή ως καλύτερη της φίλη εάν και η Δέσποινα ανακάλυψε την αλήθεια.
Η Έρικα έλαβε θέση μάχης. Πήρε θάρρος ξαφνικά. Απευθύνθηκε στην Αρετή. «Δυστυχώς είμαι στεναχωρημένη για κάποια νέα. Αυτά τα νέα όμως δεν αφορούν εμένα».
Η Αρετή νευρίασε με όλα τα μισόλογα. «Λέγε με έσκασες... έγινε τίποτα στην οικογένεια σου;»
«Σου είπα δεν έχει καθόλου σχέση με μένα. Για να γίνω πιο σαφής αφορά εσένα ή εν μέρη με εσένα.»
Στο άκουσμα της φράσης αφορά εσένα τρόμαξε. Το μυαλό της πήγε αμέσως στον Αλέξανδρο. Με τη γιαγιά της είχαν μιλήσει λεπτά πριν βρεθεί με τα κορίτσια. «Ο Αλέξανδρος... έπαθε κάτι ο Αλέξανδρος; πες μου...» Τα πόδια της έτρεμαν από την αγωνία.
Η Έρικα δάγκωσε το κάτω χείλος. «Όχι όχι είναι μια χαρά... δε ξέρω βέβαια μετά αλλά προς το παρόν χαίρει άκρας υγείας». Έπρεπε να το πει επιτέλους για να φύγει από μέσα της. «Ανακαλύψαμε με ποια έχει σχέση ο Αλέξανδρος...» Έριξε τη βόμβα, περιμένοντας την αντίδραση της.
Τα είχε χαμένα με την κολλητή της λες και μίλησε σε μια άγνωστη γλώσσα. «Τι εννοείς;»
«Εννοώ αυτό που κατάλαβες... η Δέσποινα τους είδε μαζί τις προάλλες στο εμπορικό πιασμένους χεράκι χεράκι» Στη συνέχεια έριξε τη βόμβα... «Ήταν με την Έλενα Ραζή, κόρη του Φίλιππου Ραζή, του ακατονόμαστου»
Η Δέσποινα πήρε το λόγο. «Δεν έκανα λάθος. Τη γνωρίζουμε καλά από σχολικά μας χρόνια. Ήταν ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο, ήθελε να πάντα να κερδίζει και πάντα ζήλευε την ευτυχία των άλλων. Δυστυχώς δεν άλλαξε καθόλου από τότε.»
Η Αρετή δεν ήξερε τι να πει. Ήθελε να σηκωθεί να φύγει αμέσως. Ήθελε να κάνει κάτι τρελό. Δεν ένιωθε τίποτα, ένα κενό υπήρχε μέσα της. «Δε το πιστεύω... ο Αλέξανδρος δεν ήταν ποτέ τέτοιος άνθρωπος, δε θα κυνηγούσε ποτέ τα λεφτά».
Η Έρικα σηκώθηκε απότομα πάνω. Την απείλησε «Θα σε βρέξω με το νερό σύνελθε. Μας σχόλασε ο Αλέξανδρος είναι με τη ψωνάρα, αυτήν επέλεξε και φαίνεται να είναι ευτυχισμένος. Κοίτα να βρεις και εσύ ένα καλό παιδί, κάποιον που θα σε αγαπάει πραγματικά».
Η Δέσποινα συμφώνησε «Δε άξιζε κορίτσι μου τελικά. Κράτα τις καλές στιγμές μαζί του και προχώρα παρακάτω. Τι σου λείπει άλλωστε;».
Δεν απάντησε σε καμία. Προσπάθησε να χωνέψει τα νέα δεδομένα. Ήθελε να βγει έξω, να πάρει καθαρό αέρα. Ζήτησε από την Έρικα να πάνε μια βόλτα με το αυτοκίνητο. Δεν της χάλασε το χατήρι. Όση ώρα η φίλη της οδηγούσε, εκείνη είχε ανοίξει το παράθυρο της. Ο δροσερός αέρας της έκανε καλό. Προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη. Αυτό βέβαια δεν άλλαζε τίποτα. Ο Αλέξανδρος την είχε παρατήσει χωρίς να της δώσει μια λογική εξήγηση. Επέλεξε να είναι με την Ραζή ίσως για την κοινωνική της επιφάνεια. Με ξέχασε τόσο γρήγορα; έπαψε να με αγαπάει έτσι απλά; δεν ήξερε τι άλλο να υποθέσει. Χρειαζόταν άμεση απάντηση από τον ίδιο. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Με πρόφαση τα κλειδιά θα πήγαινε από σπίτι του. Παρακάλεσε την φίλη της να την αφήσει εκεί για δέκα λεπτά. Τόσο χρειαζόταν δέκα λεπτά. Η Έρικα απάντησε θετικά με τον όρο να την περιμένει από κάτω. Ανησυχούσε και δε θα έφευγε με τίποτα.
Μετά από λίγη ώρα φτάσανε έξω από την πολυκατοικία του Αλέξανδρου. Η Αρετή ανέβηκε πάνω και η φίλη παρέμεινε από κάτω. Είχε τα κλειδιά του στη τσάντα της. Δεν είχε σαφώς καμία πρόθεση να τα χρησιμοποιήσει. Χτύπησε το κουδούνι. Δεν άκουγε τίποτα και υπέθεσε πως έλειπε. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και αντίκρισε τον πρώην της με το μπουρνούζι. Έκπληκτος εκείνος στεκόταν μπροστά της... δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
Έκανε εκείνη την αρχή για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση. «Συγγνώμη που ήρθα απρόσκλητη. Μπορώ να περάσω για πέντε λεπτά;»
Εκείνος μαγκωμένος απαντάει. «Δεν πιστεύω ότι είναι και πολύ καλή ιδέα, βασικά βιάζομαι να βγω έξω». Δεν ήθελε με τίποτα να την αφήσει να περάσει μέσα. Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Η Έλενα. τον περίμενε στο δωμάτιο.
Η Αρετή κατάλαβε την ανησυχία του. Τον ρώτησε ευθέως «Θα βγεις ή έχεις ήδη παρέα την Έλενα Ραζή;».
Ο Αλέξανδρος κατάλαβε πως δεν μπορεί να κρυφτεί άλλο. «Κάπως έτσι, δεν έχει σημασία διότι δεν έχεις καμία δουλειά εδώ πέρα. Τα ξεκαθαρίσαμε νομίζω». Ήθελε να φύγει το γρηγορότερο.
«Καλά κατάλαβα τότε, εάν το ήξερα πίστεψε με δε θα σε ενοχλούσα, έχω και περηφάνια». Προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της. «Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι τελευταίο; » Έπρεπε να μάθει «Την αγαπάς;».
Εκείνος σοβάρεψε. «Πιστεύω ότι δεν είναι ανάγκη να σου απαντήσω. Φύγε σε παρακαλώ».
«Όπως επιθυμείς... αλλά να θυμάσαι τις κουβέντες σου κύριε Οικονόμου... μη μου ζητήσεις να απολογηθώ όταν βρεθείς στη θέση μου στο μέλλον». Η οργή μέσα της έκανε τα δάκρυα της να καίνε. «Να ξέρεις πως δε σε απειλώ αλλά προσπάθησε να μη ξεχάσεις ποτέ την κουβέντα μου». Έβγαλε το κλειδί. «Σου παραδίδω και το κλειδί. Έτσι κλείνουμε τελείως τους λογαριασμούς μας... θα έρθει η ώρα που θα βρίσκεσαι γονατιστός να με παρακαλάς... θα είναι αργά όμως θα έχω ήδη βρει κάποιον άλλον με σέβεται... »
Έφυγε γρήγορα για να μην ντροπιαστεί άλλο. Η Έρικα ήταν από κάτω. Μπήκε γρήγορα στο αυτοκίνητο. Πριν προλάβει να τη ρωτήσει το οτιδήποτε την πρόλαβε η φίλη της.
«Τώρα τελείωσε φιλενάδα. Ότι ήταν να δω και να ακούσω, τα είδα και τα άκουσα... δεν μου έχει απομείνει τίποτα άλλο παρά μόνο η αξιοπρέπεια μου» Χτύπησε τη γροθιά της στο παράθυρο. «Πήγαινε με σπίτι θέλω να μείνω μόνη. Σε έχω ταλαιπωρήσει όλο το απόγευμα με τα καμώματα μου. Ένα μεγάλο ευχαριστώ είμαι σίγουρη ότι δε φτάνει... τελικά τι θα έκανα χωρίς εσένα..»
«Θα σερνόσουν στα πατώματα προφανώς χωρίς έμενα» είπε με σοβαρό ύφος...
Συγχρόνως οι δυο φίλες βάλανε τα γέλια. Η Αρετή όσο και να γέλαγε ψεύτικα άλλο τόσο πόναγε η καρδιά της... το μαχαίρι την είχε τρυπήσει αλύπητα... δεν έβρισκε γιατρικό...

                                                                                              ********************************

Η Έλενα συνειδητοποίησε πως το Αλέξανδρος μιλούσε με κάποιον στην πόρτα. Όταν επέστρεψε ο Αλέξανδρος τον ρώτησε από περιέργεια... «Συνέβη τίποτα; με ποιον μιλούσες στην εξώπορτα;» Παρατήρησε ότι επέστρεψε κακοδιάθετος.
«Δε θέλω να σου πω ψέματα, προτιμώ την αλήθεια έστω και εάν σε ενοχλήσει» Ζύγισε τα λόγια του. «Ήταν η Αρετή, ήρθε να μου παραδώσει το αντικλείδι του διαμερίσματος μου. Επίσης έμαθε για μας και ήρθε να το επιβεβαιώσει».
Η ίδια δεν είπε και πολλά, κατάλαβε πως το κλίμα ήταν βαρύ. Απλώς ρώτησε «Τι εννοείς έμαθε για μας;»
Ο Αλέξανδρος της εξήγησε.« Η Αρετή γνωρίζει πλέον και ονομαστικά πια είναι η καινούργια μου σχέση».
«Ενδιαφέρον δηλαδή τώρα δεν πρόκειται να μας ξαναενοχλήσει... το πήρε απόφαση πλέον» Τον αγκάλιασε. «Επιτέλους ήταν και αυτό ένα βάρος αλλά πάει λύθηκε τώρα... είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ότι θέλουμε» Τον φίλησε στο στόμα και του έκανε ένα απαλό μασάζ να χαλαρώσει.
Της χαμογέλασε ελαφρώς. «Όντως θα είμαστε καλύτερα από εδώ και πέρα... ελεύθεροι να κάνουμε ότι θέλουμε». Ήταν ανήσυχος με την εξέλιξη. Γνώριζε την Αρετή πολύ καλά. Μπορούσε να κάνει κάτι ανόητο ανά πάσα στιγμή. Η απειλή που εξαπέλυσε μπορεί να μην ήταν απλώς λόγια του αέρα...
H Έλενα έφυγε λίγη ώρα αργότερα. Είχε πονοκέφαλο και χρειαζόταν να πάει σπίτι της το γρηγορότερο. Ίσως η μέρα ήταν λίγο περίεργη. Από το πρωί είχε την ανάκριση του πατέρα της. Στη συνέχεια έμεινε με το αυτοκίνητο και ενώ το απόγευμα της με τον Αλέξανδρο φαινόταν ήσυχο, εμφανίστηκε η Αρετή και χάλασε τη διάθεση και των δυο. Ήταν σίγουρη πως ο καλός της επηρεάστηκε αρνητικά. Είχε δυο εβδομάδες να τη δει οπότε έβρισκε λογική όλη αυτή την αμηχανία. Το θετικό ήταν πως δεν της είπε ψέματα. Αναγνώρισε την ειλικρίνεια του. Δεν της έκρυψε τίποτα από τη ζωή του. Σε όλα ήταν ξεκάθαρος και ποτέ δεν της έδωσε ψεύτικες υποσχέσεις. Το εκτιμούσε πολύ. Και η ίδια του μίλησε ανοιχτά για τη ζωή της, το ατύχημα και θάνατο της μητέρας της, τη ψυχολογική κατάσταση του πατέρα της από τότε, τον τρόπο που μεγάλωσε, τις σπουδές και τέλος τα όνειρα της. Ένιωθε πως ο Αλέξανδρος την οδηγούσε σε μια συνεχή αυτοκριτική. Εν μέρη το διασκέδαζε επειδή θα μπορούσε να διορθωθεί, από την άλλη ανησυχούσε, φοβόταν μη βαρεθεί γρήγορα. Δεν ήταν συνηθισμένη στην πίεση... δεν είχε μεγαλώσει έτσι...
Μπαίνοντας σπίτι συνάντησε τον πατέρα της στην τραπεζαρία, έτοιμος για το βραδινό γεύμα. Δεν χαμογέλασε αρκέστηκε μόνο σε μια καλησπέρα. Ήθελε να αποσυρθεί στο δωμάτιο της, να ξαπλώσει. Δε μπορούσε εύκολα να ξεφύγει από τον πατέρα της. Διακρινόταν για την παρατηρητικότητα του.
«Μικρή για που το έβαλες τόσο γρήγορα. Συνέβη κάτι;»
Η Έλενα προσπάθησε να δικαιολογηθεί. «Μπα τίποτα δε συμβαίνει... να έχω λίγο πονοκέφαλο... κοντεύει να σπάσει το κεφάλι μου, πρέπει να ξαπλώσω λίγο».
Ο Φίλιππος καχύποπτα τη ρώτησε... «Έφαγες κάτι; εάν όχι φάε κάτι μαζί μου και μετά πάρε παυσίπονο... όχι με άδειο στομάχι».
«Όχι δε μπορώ, δε κατεβαίνει τίποτα κάτω... θα πάω να ξαπλώσω... με συγχωρείς πατερούλη μου».
Ο Ραζής συνέχισε την ανάκριση... «Περίεργο νόμισα πως θα έβγαινες έξω με τον Αλέξανδρο για φαγητό».
Κούνησε το στόμα της μη ξέροντας τι να πει. Χρειαζόταν να βγάλει από μέσα της αυτό που αισθανόταν. «Ναι αρχικά αυτό ήταν το σχέδιο, να πηγαίναμε στο εμπορικό και να τσιμπούσαμε κάτι εκεί. Τελικά αράξαμε σπίτι του. Είχαμε σκοπό να παραγγείλουμε κινέζικο... αλλά...» Σταμάτησε την αφήγηση.
«Αλλά τι; μαλώσατε;»
«Όχι το αντίθετο όλα ήταν πολύ όμορφα μέχρι τη στιγμή που ήρθε αυτή σπίτι του για να του δώσει τα κλειδιά»
Ο Φίλιππος μπερδεύτηκε. «Αυτή;»
Η κόρη του προσπάθησε να είναι πιο ξεκάθαρη. «Η πρώην του, η Αρετή. Τόσο καιρό δεν είχε δώσει σημεία ζωής επειδή έδινε εξετάσεις. Σήμερα τελείωσε και να έκανε την εμφάνιση της. Έμαθε βέβαια πως ο Αλέξανδρος τα έχει μαζί μου». Κατέβασε το κεφάλι λες και ντρεπόταν. «Της ήρθε κάπως φαντάζομαι και επισκέφτηκε το σπίτι του να ζητήσει εξηγήσεις. Φυσικά ο Αλέξανδρος την έδιωξε αλλά το κακό είχε γίνει και οι δυο μας χαλαστήκαμε».
Σχολίασε ξερά «Ενδιαφέρον. Ίσως να είναι και για καλό. Δε θα παίζεται κρυφτούλι».
Η Έλενα συμφώνησε «Όντως καλύτερα. Θα είμαστε πιο άνετοι. Θα ήμουν πιο ήσυχη βέβαια εάν έβρισκε κάποιον άλλον να την απασχολεί. Με τα προσόντα της δε θα δυσκολευόταν. Καλό βράδυ μπαμπά».
«Καληνύχτα κορίτσι μου»
Του Φίλιππου δε του άρεσε καθόλου η ευχή της κόρης του. Δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι ζήλευε. Ίσως εάν την έκανε δική του για μια βραδιά, μετά να μη τον ένοιαζε και τόσο. Του είχε γίνει πραγματική εμμονή. Δε μπορούσε να ησυχάσει. Θυμόταν με λεπτομέρεια κάθε συνάντηση και κάθε διάλογο. Βέβαια πάντα την εκνεύριζε και το χαστούκι ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Του άρεσε να παίζει μαζί της. Σκέτο αγρίμι μερικές φορές γεμάτη δύναμη και θέληση και από την άλλη η αφέλεια της τόσο εκνευριστική που σου ερχόταν να τη “χαστουκίσεις” για να συνέλθει. Σήμερα έμαθε για την κόρη του και τον Αλέξανδρο. Δεν ήταν σίγουρος για το πως πραγματικά αντέδρασε, το πιθανότερο ήταν να έβαλε τα κλάματα. Είχε κότσια, όφειλε να το παραδεχτεί. Αποφάσισε χωρίς σκέψη να περάσει από το σπίτι της. Κάτι του έλεγε πως θα δημιουργούσε μπελάδες απόψε. Η ώρα ήταν σχεδόν έντεκα το βράδυ. Δεν είχε ιδέα πιο διαμέρισμα ήταν. Απλώς χάζευε τα αναμμένα φώτα. Κοίταξε το κινητό του. Ο κολλητός του προσπάθησε να τον πείσει για μα βραδινή έξοδο. Του απάντησε αρνητικά, δεν είχε καθόλου όρεξη. Άκουγε μουσική και συνέχιζε να περιμένει... μάλλον το τίποτα. Μετά από αρκετή ώρα είδε την Αρετή να βγαίνει από την πολυκατοικία. Προχωρούσε μόνη της προς το κέντρο. Αποφάσισε να την ακολουθήσει. Ήταν όμορφα ντυμένη για μια ακόμη φορά. Μυρίζονταν κάποια έξοδο με τα κορίτσια. Περπάταγε μόνη της χωρίς να φοβάται στα σκοτάδια. Ακόμη και στον κεντρικό δρόμο δε σταμάτησε κάποιο ταξί, ούτε την περίμενε κανένας. Μετά από λίγα λεπτά μπήκε στο πρώτο μπαρ που συνάντησε. Ο Φίλιππος πάρκαρε και γρήγορα την ακολούθησε στο ίδιο μέρος.
Καθόταν ολομόναχη στο πάσο του κεντρικού μπαρ, απολαμβάνοντας το ποτό της. Κρυμμένος στο σκοτάδι, την παρακολουθούσε καθισμένος σε ένα μοναχικό τραπέζι. Η πλάτη της ήταν γυρισμένη προς τη μεριά του. Αυτό τον βόλευε αρκετά. Ήταν ήδη στο δεύτερο της ποτό όταν ένας νεαρός την πλησίασε. Κάθισε δίπλα της με χαλαρή διάθεση αρχικά. Κέρασε ένα καινούργιο γύρο ποτών. Η Αρετή έδειχνε ήρεμη. Χαζογελούσε πιθανόν με τα γλυκόλογα του νεαρού. Αυτός προσπάθησε να έρθει πιο κοντά της, ακούμπησε τα χέρια του στην πλάτη της. Ο Φίλιππος εκνευρίστηκε, η ζήλια φούντωνε και πάλι. Πρόσεξε πως ενώ εκείνος της χάιδευε την πλάτη εκείνη συνέχιζε να απολαμβάνει το αλκοόλ. Δε την ένοιαξε καθόλου. Και γιατί να την νοιάξει, ελεύθερη κοπέλα ήταν, μπορούσε να κάνει ότι θέλει. Ο Ραζής καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα... πληγώνονταν η περηφάνια του όλο και περισσότερο και το χειρότερο ήταν πως προσπαθούσε να συγκρατηθεί με τα χίλια ζόρια. Ίσως έπρεπε να ήταν εκείνος που θα της χάιδευε τη πλάτη και τα μαλλιά... Ο άνδρας άρχισε να της ψιθυρίζει στο αυτί και τα γέλια της τον τρέλαναν ακόμη περισσότερο. Δεν άντεχε άλλο κάτι έπρεπε να κάνει. Κάλεσε το σερβιτόρο. Συνεννοήθηκε μαζί του... έδωσε σαφής οδηγίες να ξεφορτωθεί τον νεαρό έναντι καλής αμοιβής... Τα κατάφερε μετά από λίγη ώρα. Η Αρετή δεν έδωσε σημασία λες και βρισκόταν σε άλλο κόσμο, εκτός πραγματικότητας. Είχε πιει ήδη πέντε ποτά μέσα σε δυο ώρες και κάτι. Πλήρωσε και σηκώθηκε με δυσκολία... έπιασε το κεφάλι της σαν να ζαλιζόταν. Φαινόταν τόσο άμαθη στο αλκοόλ. Ευτυχώς δεν οδηγούσε. Βγήκε από μπαρ και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της. Ο Φίλιππος χωρίς δεύτερη σκέψη την ακολούθησε αυτή τη φορά πεζός... δε μπορούσε να την εγκαταλείψει σε αυτήν την κατάσταση... μια μικρή φλόγα άρχισε να σιγοκαίει μέσα του... μια μικρή ελπίδα...

                                                                           ******************************

Είχε πιει πολύ τελικά παραπάνω από ότι άντεχε ο οργανισμός της αλλά αισθανόταν ήδη πολύ καλύτερα.. σαν το αλκοόλ να είχε κάψει λίγο από τον πόνο της καρδιάς. Δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της κυριολεκτικά... ούτε το κλειδί της εξώπορτας δε μπορούσε να βρει για να μπει στην πολυκατοικία. Σταμάτησε για λίγο μπας και συνέλθει, ζαλιζόταν και ούτε το αεράκι που φύσαγε βοήθησε. Προσπάθησε να βάλει το κλειδί ξανά στην εξώπορτα. Άκουσε ένα θόρυβο σαν ψίθυρο από πίσω της. Τρόμαξε δυο περίεργοι τύποι πλησίαζαν απειλητικά προς το μέρος της. Η ώρα ήταν περασμένη και η γειτονιά της δεν ήταν από τις καλύτερες του κέντρου. Προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα γρήγορα από το φόβο της. Ένα χέρι τη βόηθησε. Το γνώριζε αυτό το άγγιγμα... ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που ήθελε να δει τη συγκεκριμένη στιγμή... ακόμη και μεθυσμένη ήταν ανίκανη να διώξει τον εφιάλτη μακριά. Η οικογένεια του την είχε καταστρέψει τελείως... από τότε που τον γνώρισε όλο σε μπελάδες βρίσκεται λες και το έκανε επίτηδες. Ήταν η αιτία που μάλωσε με τον Αλέξανδρο αρχικά και η κόρη του ήταν η αφορμή για να χωρίσουνε. Τον μισούσε και σίγουρα δεν ήθελε να τον αντικρίσει και σήμερα. Προσπάθησε να τον σπρώξει αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Εκείνος δε της μίλησε καθόλου. Δεν άφηνε το χέρι της, τη βόηθησε επιτέλους να ανοίξει την αναθεματισμένη πόρτα και να μπει στη πολυκατοικία. Οι δυο άνδρες απομακρύνθηκαν. Ο Ραζής όμως δεν έκανε πίσω επέμενε να τη βοηθήσει... Δε μπορούσε να τον καταλάβει...δε φανέρωνε ποτέ κανένα συναίσθημα, σκληρός σαν πέτρα... αγέλαστος, άχρωμος και επικίνδυνος...
Κάλεσε το ασανσέρ και μπήκε και αυτός μαζί της μέσα. Νευρίασε πολύ. Δεν τον ήθελε δίπλα της. Με δυσκολία ψέλλισε. «Τι θες από έμενα και τη βαρετή ζωή μου; Ευχαριστώ για τη βοήθεια αλλά τα καταφέρνω μια χαρά και μόνη μου... δε χρειάζεται να με βάλεις και για ύπνο».
Ο Φίλιππος απάντησε κοφτά. «Εγώ πιστεύω πως χρειάζεται να σε βάλω για ύπνο έχεις τα μαύρα σου τα χάλια».
«Ξέρω ήρθες να με χλευάσεις περισσότερο. Δώσε συγχαρητήρια στην κόρη σου εκ μέρους μου, πες της ότι κέρδισε όπως και εσύ επίσης. Τώρα μπορείς να φύγεις χαρούμενος για την νίκη σου...» Προσπάθησε να μιλήσει χαμηλόφωνα λίγο πριν ξεκλειδώσει το διαμέρισμα της. «Φύγε σε παρακαλώ δεν υπάρχει και τίποτα άλλο να μου κάνετε εσύ και η κόρη σου»
Ο Ραζής δε μίλησε την ακολούθησε στο σπίτι της. Δεν ήθελε να την αφήσει μόνη της. Θα την έβαζε για ύπνο και θα έφευγε δεν είχε άλλη πρόθεση εάν και η ιδέα ότι μπορούσε να την εκμεταλλευτεί έτσι όπως ήταν μεθυσμένη κάτω από άλλες συνθήκες θα ήταν ελκυστική αλλά όχι σήμερα. Την οδήγησε στο κρεβάτι και τη βοήθησε να βγάλει τα παπούτσια της. Η Αρετή πήγε στο μπάνιο λίγο να πλυθεί με κρύο νερό, μπας και συνέλθει. Φόρεσε τις καλοκαιρινές της κόκκινες πυτζάμες με τα αρκουδάκια μπροστά και κατευθείαν πήγε να προσγειωθεί στο κρεβάτι της. Δεν άντεχε άλλο έκλεισε τα μάτια της αμέσως και την πήρε ο ύπνος. Άρχισε να ονειρεύεται...
Ο Φίλιππος γέλασε σιγανά με το που είδε τις πυτζάμες της. Το πως κατάφερνε αυτή η κοπέλα να του δημιουργεί τόσο διαφορετικά συναισθήματα σε λίγα λεπτά ήταν απίστευτο. Πήγε στην κουζίνα να της φέρει εάν ποτήρι νερό στο κομοδίνο της. Πρόσεξε το χώρο γύρω του. Όλα ήταν απλά, το χρώμα το ντεκόρ τα πάντα ακόμη και τα έπιπλα σου θύμιζαν κλασσικό σπίτι φοιτητή. Το δωμάτιο της είχε το περισσότερο χρώμα από όλο το σπίτι. Το κρεβάτι μεταλλικό με ασορτί κατασκευές για κομοδίνα και η βιβλιοθήκη με τα πολλά βιβλία, έδινε το ύφος του σοφιστικέ. Η μοβ-λιλά κουρτίνες έδεναν αρμονικά με το χώρο και τα λιλά σεντόνια στο κρεβάτι. Η Αρετή βαριανάσαινε. Ξαφνικά άκουσε τη φωνή της. Παραμιλούσε, ίσως ονειρεύονταν. Άρχισε να φωνάζει το όνομα Αλέξανδρος 3-4 φορές. Αλέξανδρε, Αλέξανδρε που είσαι; Γύρνα κοντά μου σε παρακαλώ μη με αφήνεις... θα κάνω τα πάντα για σένα. Άπλωσε τα χέρια της σαν να έψαχνε κάτι να ακουμπήσει. Ο Φίλιππος την πλησίασε. Χαιρόταν που έβλεπε την αδυναμία της, χαιρόταν που πονούσε ίσως επειδή ένιωθε τον ίδιο πόνο στην καρδιά του, τον πόνο της απώλειας και της μιζέριας. Μια γυναίκα δε μπορεί πάντα να είναι τόσο άτρωτη και δυνατή, σίγουρα θα συναισθήματα τη μαλακώνουν και την κάνουν ευάλωτη... το μυαλό του έβγαζε πάλι συμπεράσματα. Κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα είχε ήδη αναχωρήσει από το διαμέρισμα, στο άκουσμα ενός άλλου ανδρικού ονόματος. Πίστευε πως μπορούσε να κερδίσει σε μια μάχη σώμα με σώμα οποιονδήποτε άλλον άνδρα. Είχε όλα τα προσόντα αλλά για κάποιο λόγο η Αρετή έμοιαζε με απόρθητο κάστρο. Κάθε επίθεση του έπεφτε στο κενό. Δεν της είχε συμπεριφερθεί και πολύ ευγενικά αλλά πάντα ήταν έτσι με τις γυναίκες. Ακόμη και εκείνη τη νύχτα που ήρθαν πιο κοντά από ποτέ, σταμάτησε με μια διαταγή της. Αγρίεψε... δεν είμαι παιχνιδάκι της, εγώ κάνω πάντα κουμάντο, δεν είναι σε θέση να με διατάζει. Πλησίασε ακόμη πιο κοντά και της ψιθύρισε στο αυτί... θα με παρακαλάς μια μέρα να σε κάνω δική μου...
Η φαντασία του σίγουρα κάλπαζε, δεν είχε ιδέα τι περίμενε από όλη αυτή την ιστορία. Μπορούσε να έχει οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Γιατί τέτοια εμμονή με τη συγκεκριμένη; αναρωτήθηκε. Ίσως επειδή θέλουμε αυτά που δε μπορούμε να έχουμε. Απάντησε γρήγορα ο ίδιος χαμηλόφωνα. Εκείνη την ώρα τα χέρια της τον κράτησαν. Μείνε μαζί μου σε παρακαλώ, φοβάμαι Αλέξανδρε... του είπε. Η περηφάνια τον οδήγησε αμέσως δυο βήματα προς τα πίσω. Η καρδιά του πρόσταζε να μείνει και να την προσέξει. Θύμωσε μπροστά σε αυτό το δίλημμα. Πως μπορώ να μείνω, ενώ πιστεύει πως είμαι ο Αλέξανδρος; κάνεις άνδρας δε θα το δεχόταν. Αποφάσισε να μείνει όμως, θα ξάπλωνε στο σαλόνι. Δεν ήθελε να τη βλέπει. Ίσως έτσι θα ήταν πιο εύκολο να τη ξεχάσει και να φύγει λίγο αργότερα. Σχεδόν στα τυφλά κάθισε στον καναπέ, η ώρα είχε πάει 4 το πρωί.

Άνοιξε τα μάτια του, μυρίζοντας αχνιστό καφέ στην καφετέρια. Οι ζεστές ηλιαχτίδες του ήλιου ζέσταναν το χώρο. Προσπάθησε να σηκωθεί από τον καναπέ αλλά το κορμί του πονούσε και ειδικά η μέση του, είχε πιαστεί. Το σεντόνι γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα. Ποιος με σκέπασε άραγε; Το λογικότερο η Αρετή και γιατί βρίσκομαι ακόμη εδώ; Διερωτήθηκε... Άκουσε το νερό της ντουζιέρας να τρέχει. Δε τόλμησε να πλησιάσει προς τα εκεί. Με τις άκρες του ματιών την είδε να βγαίνει από το μπάνιο τυλιγμένα μαλλιά και σώμα με ασορτί θαλασσί πετσέτες. Η πόρτα του δωματίου της έκλεισε και μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε μπροστά του με ένα σταχτί λινό κοντό φόρεμα. Τα καλλίγραμμα της πόδια αναδεικνύονταν πλήρως...
Έκπληκτη που τον είδε ξύπνιο του λέει ειρωνικά. «Η ώρα πήγε 10... πάλι καλά που ξύπνησες από μόνος σου. Μου φαίνεται εσείς οι πλούσιοι δεν έχετε συνείδηση και πολύ της ώρας».
«Καλήμερα και σε σένα αγαπητή μου.» Της απάντησε το ίδιο ειρωνικό στυλ. Σηκώθηκε πάνω να βολέψει λίγο τα ρούχα του. «Και ένα ευχαριστώ αρκούσε.. εάν θυμηθεί κάνεις πως είχες τα μαύρα σου τα χάλια από το μεθύσι».
Η Αρετή τον κοίταξε με βλοσυρό βλέμμα. «Στην περίπτωση μας δεν πιστεύω ότι χρειάζονται τόσες ευγένειες... στο φινάλε δε σας φώναξε κάνεις να με βοηθήσετε... μια χαρά τα κατάφερνα και μόνη μου. Από μόνος σας προσκαλεστήκατε στο φτωχικό μου». Τον μισούσε και ήθελε να ξεκουμπιστεί μια ώρα αρχύτερα από το σπίτι της. «Και ας μην επαναλαμβάνομαι δεν ξέρω για πιο πράμα να σας ευχαριστήσω εσένα και τη κόρη σου». Πήγε προς τη κουζίνα και ετοίμασε 2 κούπες καφέ.
Ο Φίλιππος καταλάβαινε πως η Αρετή δε θα σταματούσε με τίποτα. Ήταν πολύ θυμωμένη με όλους. Δεν πτοήθηκε. Ο ψηλός πέτρινος τοίχος ανορθώθηκε μπροστά του. «Μάλιστα, πάλι τα ίδια. Σε πληροφορώ πως δεν έχω καμία απολύτως σχέση με αυτή την εξέλιξη. Ίσως να φταίει ο πρώην σου αποκλειστικά, ίσως να ερωτεύτηκε τη κόρη μου, ίσως να σε βαρέθηκε και δεν τον αδικώ...»
Του έφερε τον καφέ χωρίς καν να το ρωτήσει για ζάχαρη ή γάλα. «Έχω πιο σημαντικά πράματα να κάνω, μην ανησυχείς θα ασχοληθώ με την πολυαγαπημένη σου κόρη και τον δικό μου τον ακατονόμαστο σύντομα. Θα τους κανονίσω όμως. Πιες τον καφέ, φύγε και μην ξαναβρεθείς στο δρόμο μου σε παρακαλώ».
Τότε άνοιξε το στόμα και ξεστόμισε πολύ πικρές λέξεις. Κουβέντες που δεν είχαν γυρισμό. «Δεν περίμενα και καμία καλύτερη συμπεριφορά από εσένα, ποιος άλλωστε θα μπορούσε να συμβουλέψει σωστά στη ζωή σου;» Δεν το πίστευε και ο ίδιος. Πως μπορεί να γίνομαι τόσο σκληρός στους ανθρώπους και περισσότερη σε εκείνη; Και όμως δεν αντέδρασε δε του είπε κάτι ανάλογο.
Πήρε τη κούπα από μπροστά του και πήγε να ανοίξει τη πόρτα. Και πάλι δε του είπε τίποτα. Είχε σφίξει τις γροθιές της και τον περίμενε ποτέ θα βγει από το σπίτι. Έτρεμε ολόκληρη από τα νεύρα της αλλά συνέχιζε να τον απαξιώνει. Απλώς περίμενε όρθια, αμίλητη. Ο Φίλιππος δεν ήξερε τι να κάνει. Σηκώθηκε και με αργά βήματα περπάτησε προς το μέρος της. Δεν είχε σχεδιάσει κάτι. Μέσα του πάλευε η λογική με τη καρδία. Τελικά κέρδισε ο παραλογισμός. Την πλησίασε και την κοίταξε στοχαστικά με τα γαλάζια του μάτια... προσπαθούσαν να συναντήσουν τα δικά της αλλά αυτά ήταν καλά κλεισμένα. Τον απαξίωνε πλήρως λες και τον σιχαινόταν. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα και εκείνη τρόμαξε από το θόρυβο. Και πάλι δε είπε κάτι. Προσπάθησε να τη ξανανοίξει. Την εμπόδισε κρατώντας τα χέρια της μάλλον τρυφερά. Συγγνώμη δε θα της ζητούσε σίγουρα. Δεν γνώριζε τον τρόπο. Προσπάθησε να την πάρει αγκαλιά. Αντιστάθηκε όπως ήταν αναμενόμενο και τον έσπρωξε. Έτρεμε, ένιωσε το τρέμουλο της στο κορμί του. Προσπάθησε και πάλι να την πάρει αγκαλιά. Αυτή τη φορά έγινε πιο κτητικός. Τραβήχτηκε προς τα πίσω αλλά ο τοίχος την εμπόδιζε να κάνει άλλο βήμα. Ακούμπησε τα δάχτυλα του στο πρόσωπο της και το σήκωσε ελαφρώς προς τα πάνω. Τα μάτια τους συναντήθηκαν επιτέλους. Ήταν υγρά αλλά συγκρατούσε τα δάκρυα της. Πήρε ένα μεγάλο ρίσκο τότε. Δεν ήθελε να φύγει ταπεινωμένος. Έσκυψε ελάχιστα να τη φιλήσει, περίμενε την ανταπόκριση της ή την άρνηση. Δεν τον πείραξε, αυτό σήμαινε άλλωστε η λέξη ρίσκο...
Η Αρετή αρκετά θυμωμένη με το τελευταίο σχόλιο έμεινε να σκέφτεται πως μπορεί να το λέει αυτό, δε ξέρει τίποτα για μένα και συνεχίζει να με μειώνει. Ήθελε να τον πετάξει έξω από το σπίτι της, ήθελε να τον χαστουκίσει και πάλι, ήθελε να τον βρίσει. Προτίμησε αθόρυβα να του ανοίξει την πόρτα και να του δείξει το δρόμο. Τον απαξίωνε αλλά του άξιζε. Δεν ήθελε να φύγει όμως, προσπάθησε να την αγκαλιάσει δυο φορές. Τον απώθησε, η ιδέα μιας αγκαλιάς της προκάλεσε περίεργα συναισθήματα. Το φιλί του αργότερα την μπέρδεψε. Αυτός είναι ο τρόπος του να ζητάει συγγνώμη... τι άνθρωπος Θεέ μου!!! Η ψύχη της ανεχόταν ένα συνεχή βιασμό. Παραδέχομαι ότι δε μπορώ να αντισταθώ... είναι παράλογο και μαζοχιστικό αλλά πλέον είναι πολύ παραπάνω από τις δυνάμεις μου. Μίλησε στον εαυτό της για να δικαιολογηθεί.. πως μπορεί να με εξιτάρει ένας κυκλοθυμικός, μισογύνης και ψυχρός τύπος; Το φιλί του αρχικά ήταν γλυκό, στην πορεία πιο παθιασμένο. Το κουτί της Πανδώρας άνοιξε και όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα ελευθερώθηκαν με τι μια. Δεν την ένοιαξε το αύριο, ήθελε να ζήσει το σήμερα και αυτή τη στιγμή. Καλοδέχτηκε το φιλί του και οι γλώσσες τους συναντήθηκαν. Τα ζωώδη ένστικτα κυριάρχησαν, δεν υπήρχε επιστροφή.
Μέτα την ανέλπιστη ανταπόκριση στο φιλί του, ο Φίλιππος ένιωσε ασυγκράτητος. Δεν κουνήθηκαν από τι θέση τους... γύρισαν απότομα... εκείνη ακούμπησε στην πόρτα και εκείνος της έγλειφε το λαιμό. Το άγγιγμα της γλώσσας την ανατρίχιαζε τον ήθελε πολύ. Η ανάσα του είχε παραλύσει όλο το νευρικό της σύστημα.. τα είχε χαμένα.. ο εγκέφαλος της αδυνατούσε να δώσει εντολές πλέον... κάθε κύτταρο στο σώμα της αρνούνταν να υπακούσει στα μηνύματα. Η καρδιά έκανε κουμάντο... η καρδιά της ήταν πρόθυμη να ρισκάρει, ήταν έτοιμη να παραδοθεί άνευ όρων, ήταν έτοιμη να υποκύψει στον πειρασμό και να γευτεί τα φιλιά της αμαρτίας. Συνέχιζε να τη γλύφει, παραληρούσε... δεν άντεχε άλλο. Έστρεψε το σώμα της ώστε να τον αντιμετωπίσει ένα δαίμονα, ο οποίος είχε αγγελικό πρόσωπο... Τον φίλησε παθιασμένα, ήταν έτοιμη να παραδοθεί... τα χέρια της χάιδευαν κάθε απόκρυφο σημείο του σώματος. Ήταν η σειρά της να τον τρελάνει... τα φιλιά τους γινόταν όλο και πιο βαθιά... Τη σήκωσε με άνεση πάνω του... τα πόδια της τον είχαν κυκλώσει... ήταν πιο δυνατός άλλωστε από εκείνην. Το μέλλον δεν είχε σημασία, το παρόν την τρόμαζε αλλά η κόλαση των φιλιών τους είχε διαγράψει για λίγο τις πικρές κουβέντες... είχε διαγράψει το σωστό... τα “πρέπει” παραμερίστηκαν ενώ τα “θέλω” εμφανίστηκαν θρασύτατα να τους θυμίσουν όλες τις αδυναμίες τους. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί... αναζητούσαν τελικά την ίδια λύτρωση.
Ο Φίλιππος ένιωσε τη δίψα της... έπαιρνε περισσότερο θάρρος έτσι. Καλοδέχτηκε τα φιλιά της... ήθελε να αποδείξει πως ήταν το απόλυτο αρσενικό... ήθελε να την κάνει δική του... ήθελε να ανακαλύψει κάθε απόκρυφο σημείο της... και επιτέλους να κατανοήσει την υπερβολική εμμονή για εκείνην... χρειαζόταν απαντήσεις... η τρέλα τον είχε κυριεύσει. Δεν θα επέτρεπε κανέναν άλλον να την ακουμπήσει ήταν μόνο δική του... Κοιτάχτηκαν για μερικά δευτερόλεπτα... δε μίλησαν... δεν είχαν να προσθέσουν κάτι... Της χάιδεψε το πρόσωπο... είχε πρόσωπο αγγελικό... Μύριζε πολύ όμορφα βανίλια και γιασεμί. Αυτό τον έκανε να σκεφτεί ότι ο ίδιος είχε τα κακά του τα χάλια. Σταμάτησε και τη σήκωσε ψηλά στην αγκαλιά του... οι μυς  μέσα από το πουκάμισο συσπάστηκαν. Την οδήγησε στο κρεβάτι. Ο αυταρχικός του χαρακτήρας βγήκε ξανά στην επιφάνεια... έπρεπε να αμυνθεί... δε γνώριζε άλλο τρόπο...
Την πέταξε στο κρεβάτι με άνεση. Στον αέρα αιωρούνταν κάποια ίχνη ρομαντισμού αλλά ο Ραζής φρόντισε να να τα εξαφανίσει... απέμεινε η στεγνή επιθυμία του σεξ... «Ετοιμάσου πάω να κάνω μπάνιο σε 5 λεπτά θα είμαι πίσω». Απέφευγε τα γλυκόλογα. «Θεωρώ πως κάπου σε αυτό το σπίτι υπάρχουν προφυλακτικά».
Η Αρετή έμεινε κόκκαλο. Αυτό πάλι δε το περίμενε. Ίσως της τελικά μαζοχιστικά να την εξίταρε αυτό στον χαρακτήρα του. «Μην ανησυχείς παίρνω αντισυλληπτικά αλλά εάν θες και κάτι άλλο υπάρχει» Κάπως έτσι χάθηκε ο ρομαντισμός. Και η ίδια δεν ήταν ρομαντική αλλά της συμπεριφερόταν λες και ήταν ένα κομμάτι κρέας. Είχε παραγίνει αυτή η κατάσταση. Αποφάσισε να τον περιμένει χωρίς σχόλια... ξαπλωμένη σε μια μεριά του κρεβατιού αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι. Βγήκε από το μπάνιο φορώντας την πετσέτα της. Ξάπλωσε δίπλα της και οι σταγόνες που έπεφταν από τα μαλλιά του την δρόσιζαν. Αδιάφορη πλέον δε του έδωσε σημασία. Στάθηκε από πάνω της και απλώς τη χάζευε αμίλητος. Εκείνη αναστέναξε και έκανε να σηκωθεί... βαρέθηκε, ξενέρωσε. Δεν της το επέτρεψε όμως. Τη φυλάκισε με τα μπράτσα του. Ξεκίνησε να της φιλάει την πλάτη. Γαργαλιόταν, ένιωσε την ανάσα του πάνω της. Τη γύρισε μπρούμυτα και τα φιλιά του συνεχίστηκαν. Ακόμη φορούσε το φόρεμα της... με τα δόντια του κατέβασε το φερμουάρ. Τα μαλλιά της τα μάζεψε πάνω αλλά τα ελευθέρωσε εκείνος... ήθελε να τα μυρίζει. Αφαίρεσε τελείως το φόρεμα, είχε μείνει με τα εσώρουχα της. Η ίδια προσπάθησε να γυρίσει ανάσκελα, ήθελε να γευτεί τα χείλη του αλλά την απέτρεψε. Την κράταγε μπρούμυτα, ενώ με τη γλώσσα εξερευνούσε το κορμί της. Της αφαίρεσε και το σουτιέν και το στητό της στήθος επιτέλους απελευθερώθηκε. Παρακαλούσε για το χάδι του... ένιωθε αβοήθητη, παραδινόμενη σε μια επικίνδυνη λαχτάρα.
Η όλη ατμόσφαιρα θύμιζε ταινία βωβού κινηματογράφου. Όλα γινόταν τόσο αθόρυβα λες και δυο τους ντρεπόταν. Ξαφνικά όλα ζωντάνεψαν. Τη σήκωσε ψηλά με την πλάτη της να ακουμπάει το στήθος του. Ο ίδρωτας είχε φυλακιστεί ανάμεσα τους. Τα δάχτυλα του ενός χεριού του χάιδεψαν το στήθος της και ενώ της τραβούσε τα μαλλιά με το άλλο, το κεφάλι της ακούμπησε στον ώμο του. Οι γοφοί της είχαν πλησιάσει επικίνδυνα το κάτω μέρος του σώματος του. Το όργανο του στητό στο μέγιστο βαθμό, περίμενε υπομονετικά την κατάλληλη ευκαιρία. Η Αρετή ήθελε να φωνάξει δυνατά πήδα με επιτέλους... Δε θα του έδινε αυτή την ικανοποίηση όμως. Της έγλειφε το αυτί αλλά δεν της επέτρεπε να πάρει η ίδια πρωτοβουλίες. Με τα χέρια της ακούμπησε τα οπίσθια του, τα γόνατα της πονούσαν, ήθελε να τελειώσει το μαρτύριο. Δεν την άφηνε να γυρίσει. Ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο λες και χρειαζόταν να αποδείξει κάτι. Είχε παραδοθεί, το σώμα της είχε χαλαρώσει. Τότε μόνο ένιωσε το όργανο του μέσα της με δύναμη, χωρίς καν να βγει το εσώρουχο της. Δεν υπήρχε ρομαντισμός, αγάπη. τίποτα, μόνο μίσος. Έτσι απλά μόνο ωμή ερωτική βία. Ένιωθε ένα χείμαρρο μέσα της. Και οι δυο βόγγιξαν μόνο στο τέλος, μόνο στη κορύφωση.
Λίγα λεπτά μετά την ερωτική τους πράξη εάν κάποιος μπορούσε να τη χαρακτηρίσει έτσι, όλα επανήλθαν στα φυσιολογικά. Η Αρετή απέφυγε κάθε οπτική επαφή με τον Φίλιππο. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και σκεπάστηκε με το σεντόνι. Ο Φίλιππος έκανε το ίδιο λες και ήταν δυο ξένοι. Εκείνη αποφάσισε να μιλήσει πρώτη. Γύρισε λίγο κρατώντας ασφαλή απόσταση από εκείνον...
Σχολίασε πρώτη... «Ενδιαφέρον... να κάτι που δε συναντάς συχνά. Άβυσσος η ψυχή ενός άνδρα τελικά».
«Τι εννοείς δε καταλαβαίνω;» Τη ρώτησε έκπληκτος. Ο ίδρωτας κυλούσε από το σώμα του.
«Πως γίνετε Ραζή να με θες τόσο πολύ, να αποζητάς τα φιλιά και το άγγιγμα μου και μέσα σε πέντε λεπτά να μεταμορφώνεσαι σε τέρας που ρίχνει ένα πήδημα από υποχρέωση;»
Ο Φίλιππος την κοίταξε αυστηρά. «Εάν σου φάνηκε έτσι λυπάμαι, δε μπορώ να κάνω κάτι άλλο γι' αυτό».
Η Αρετή φούντωσε πάλι. «Φυσικά και δε σε νοιάζει. Πήρες αυτό που ήθελες. Συγχαρητήρια». Τον πλησίασε πιο πολύ. Σηκώθηκε για να βλέπει καλύτερα τα μάτια του. «Θέλω να ξέρω τι φοβάσαι; εμένα; τα φιλιά μου; ή τον δικό σου εαυτό;» Ξεκίνησε να τον φιλάει στις ρώγες του στη συνεχεία οδήγησε τα χέρια του στο στήθος της.
Αυτός ερεθίστηκε αμέσως. Το σοκολατί χρώμα του σώματος της ήταν έτοιμο να τον παρασύρουν σε κάτι απαγορευμένο. Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι, Δεν της απάντησε, προσπάθησε να αμυνθεί. Η εναλλαγή στη διάθεσή του, τρόμαζε και τον ίδιο πολύ. Ξεκίνησε να ντύνετε εκείνη τον ακολούθησε, ολόγυμνη στάθηκε μπροστά του.
«Πες μου κάτι που να έχει λογική... σε παρακαλώ...» τον παρότρυνε να μιλήσει
Εκείνος προσπάθησε να την αγνοήσει. Είχε σχεδόν ντυθεί. «Έτσι είμαι εγώ, δε περιμένω να σου αρέσω, να θυμάσαι πως πάντα έχεις επιλογή» τελικά της απάντησε... με τον πιο σκληρό και αδιάφορο τρόπο.
Η Αρετή ήξερε πως και να τον χαστούκιζε αξία του έδινε. Τον άφησε να φύγει χωρίς να πει τίποτα. Γύρισε στο δωμάτιο και η ηρεμία της ατμόσφαιρας διαταράχτηκε από τους λυγμούς της. Σκέφτηκε... πως τελικά ένας άνθρωπος μπορεί να νιώσει την απόλυτη ξεφτίλα ανά πάσα στιγμή στη ζωή του. Ένιωσε αυτή τη ξεφτίλα, αυτή τη γύμνια και το ψυχικό βιασμό. Δεν άξιζε τίποτα από όλα αυτά. Η ίδια έφταιγε αφού γνώριζε εξαρχής που πάει να μπλέξει. Δε μπορούσε να αντισταθεί όμως. Εάν έτσι ήταν τα μάγια σίγουρα ήταν μαγεμένη, αδύναμη και έρμαιο των ορέξεων ενός “σαδιστή”.
Ήρθε ο καιρός να δείξει τα δόντια στους εχθρούς της. Ήθελε να φύγει μακρυά από πρόσωπα και καταστάσεις, ειδικά από εκείνα από τα οποία πικράθηκε. Είχε πάρει την απόφαση της. Θα πήγαινε να μείνει για μερικές εβδομάδες στη γιαγιά της στο χωριό. Χρειαζόταν μια γενική ανασυγκρότηση προσωπικότητας ώστε να επανέλθει δριμύτερη και πιο δυνατή σε λίγο καιρό. Αρχικά έπρεπε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Το μόνο σίγουρο για την περίπτωση του Αλέξανδρου είχε χαθεί μια μάχη και όχι ο πόλεμος. Δε γνώριζε εάν μιλούσε μέσα της ο εγωισμός ή η αγάπη της για εκείνον. Θα χτυπούσε την κατάλληλη στιγμή όταν κάνεις δε θα το περίμενε και θα διεκδικούσε αυτό που δικαιωματικά της άξιζε, ένα καλύτερο μέλλον. Η μοίρα στο παρελθόν έπαιξε περίεργα παιχνίδια μαζί της, ήρθε η ώρα όμως να της προσφέρει λίγο καλό. Η οικογένεια Ραζή σίγουρα παρέμενε στο στόχαστρο της. Ραζή να θυμάσαι τις κουβέντες σου. Κάποια στιγμή θα με παρακαλάς γονατιστός. Τα μάτια της γυάλισαν σαν γάτα έτοιμη να βγάλει τα νυχιά στον εχθρό. Το μόνο σίγουρο ήταν πως είχε αρκετούς εχθρούς . Ντύθηκε και ξεκίνησε να φτιάχνει βαλίτσες. Σε δυο ώρες είχε λεωφορείο για το χωριό.
Αρχικά έστειλε ένα μήνυμα στην κολλητή της. Φιλενάδα μου καλή φεύγω. Μην ανησυχείς θα μείνω λίγο καιρό στη γιαγιά μου. Αρκετά προβλήματα σου έχω δημιουργήσει. Σε ευχαριστώ πολύ για όλα. Επέστρεψε τα προσωπικά αντικείμενα του Αλέξανδρου και πάρε τα δικά μου. Έχεις τα κλειδιά μου. Σ' αγαπάω πολύ. Θα επικοινωνήσω σύντομα μαζί σου. Στη συνέχεια έστειλε ένα μήνυμα στον Αλέξανδρο. Ήταν ιδιαίτερα ειρωνική. Όταν καταλάβεις τι έχασες θα είναι αργά. Ξέρω όλα τα αδύναμα σημεία σου. Δε θα σε εκβιάσω ούτε θα παρακαλέσω. Θα έρθεις κοντά μου, μόνος σου χωρίς πίεση. Προσπάθησε να αποστείλει και το τρίτο μήνυμα. Σκέφτηκε αρκετά τι να γράψει. Το έστειλε αλλά δεν έλπιζε σε θαύματα... Κανείς δε γνωρίζει τι μέλλει γενέσθαι Ραζή... θα έρθει η ώρα σου... και τότε θα είμαι αυτή που θα σου πει με τη σειρά μου... είχες το δικαίωμα της επιλογής Φίλιππε... έπαιξες και έχασες... σκέφτηκε ενώ ετοίμασε τη βαλίτσα... ήταν σίγουρη πως θα ξανασυναντηθούν... ήταν αποφασισμένη να αλλάξει όμως...

                                                                                             *******************************

Ο Φίλιππος απομακρύνθηκε γρήγορα. Κοντοστάθηκε λίγα τετράγωνα πιο κάτω. Μεσημέρι πλέον, οι ηλιαχτίδες προκαλούσαν ζαλάδα. Βρήκε λίγη δροσιά κάτω από ένα δένδρο σε ένα γειτονικό πάρκο. Δεν τον ενόχλησε η εξωτερική ζέστη αλλά ο λίβας που έκαιγε την καρδιά του. Ήταν καταστροφικός, έτοιμος να προκαλέσει ζημιά. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ακριβώς τι έργο διαδραματίστηκε στο σπίτι της Αρετής, ούτε καν τη πλοκή του... μάλλον του θύμισε παρωδία. Η λέξη συναισθηματική κομεντί απείχε πολύ από την πραγματικότητα, ενώ ο χαρακτηρισμός ψυχολογικό θρίλερ ταίριαζε περισσότερο. Προσπάθησε να κατανοήσει τι ακριβώς είχε συμβεί στη ζωή του τις τελευταίες τρεις εβδομάδες, μετά τη γνωριμία του με την Αρετή. Τα πάνω κάτω σίγουρα και τη σημερινή εξέλιξη μόνο φυσιολογική δεν θα την ονόμαζε κάποιος. Για τη συγκεκριμένη γυναίκα δεν ένιωθε αγάπη ούτε λαχτάρα. Απλώς του ξυπνούσε άγνωστα και για εκείνον ένστικτα. Έλξη υπήρχε σίγουρα αλλά δε αρκούσε για να απελευθερωθεί τελείως. Ίσως έλπιζε πως κάποια στιγμή θα μπορούσε να γίνει και πάλι άνθρωπος, απολαμβάνοντας απλά καθημερινά πράγματα. Το βλέμμα του σκοτείνιασε και η καρδιά του ψυχράθηκε και πάλι. Την εξήγηση την έδωσε το ίδιο το υποσυνείδητο του... Ίσως η προσμονή της ανεκπλήρωτης λύτρωσης είναι η δικιά σου τιμωρία... σκέφτηκε... καμία γυναίκα δεν είναι καλή αρκετά να σταθεί διπλά μου, όσο υπέροχο και να είναι το σεξ μαζί της, σίγουρα δεν είναι αρκετό... Χάρηκε με αυτό το συμπέρασμα... είχε ξεγελάσει τον εαυτό του προσωρινά...
Βυθισμένος στη σκέψεις του, δεν κατάλαβε πως πέρασε μια ώρα. Με δυσκολία θυμήθηκε που είχε παρκάρει. Στον κεντρικό δρόμο κοντά στο μπαράκι απάντησε γρήγορα στο μέγα ερώτημα. Έκανε αναστροφή με προορισμό το σπίτι του. Είχε το κινητό στο αθόρυβο. Όταν το έλεγξε έκπληκτος είδε το μήνυμα της Αρετής. Φίλιππε μια γυναίκα όταν μισεί τον άνδρα που αγαπάει περισσότερο από τον εχθρό της είναι ικανή για όλα. Σε ευχαριστώ πολύ, με ξύπνησες από το λήθαργο. Να θυμάσαι πως όλοι είμαστε υπόλογοι των πράξεων και των επιλογών μας. Φεύγω γιατί φοβάμαι. Αρετή.
Προσπάθησε να την καλέσει πίσω. Καμία απάντηση αρχικά. Ξαναδοκίμασε το κινητό απενεργοποιημένο αυτή τη φορά. Τρόμαξε. Το κινητό του χτύπησε. Απογοητευμένος είχε μια ολιγόλεπτη συζήτηση με τον Πέτρο. Προσπάθησε να καλέσει την Αρετή ξανά. Επέστρεψε κάτω από την πολυκατοικία της. Αναρωτήθηκε τι στον κόρακα κάνω εδώ πάλι; Μόλις την πήδηξες φίλε μου ακόμη και να τη δεις τι μπορείς να πεις... ααα μου έλειψες κιόλας πάμε για ένα δεύτερο γύρο; Αφού περίμενε δέκα λεπτά εγκατέλειψε το ρόλο του κυνηγού, το θεώρησε ανόητο και ανώφελο. Πήρε αυτό που ήθελε, δεν είχε να του προσφέρει κάτι αυτή η κοπέλα παραπάνω. Φεύγοντας έλαβε μια ενημέρωση κίνησης του προσωπικού του τραπεζικού λογαριασμού. Το πρόσωπο του σκυθρώπιασε. Εξαργύρωση επιταγής 50000 ευρώ από Αρετή Βασιλείου. Χτύπησε το χέρι δυνατά στο τιμόνι από τα νευρά του. Απογοητευμένος έβρισε δυνατά. Δε ξέρω τι στην ευχή φαντάστηκα ο μαλάκας. Αυτό το πήδημα μου βγήκε μάλλον πολύ ακριβό... Ο οξύθυμος χαρακτήρας δε του επέτρεπε να δώσει τόπο στη οργή. Της απάντησε στο μήνυμα με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Εάν δε σε ικανοποίησαν τα χρήματα που έλαβες για τις υπηρεσίες σου μπορώ να πληρώσω ακόμη περισσότερα. Επικοινώνησε μαζί μου δε μου αρέσει να χρωστάω σε κανέναν. Ανέβασε στροφές απότομα στο αυτοκίνητο. Είχε τυφλωθεί από το μισός. Θα τα ξαναπούμε δεσποινίς Αρετή, είναι το μόνο σίγουρο. Έλπιζε σύντομα για διαφορετικούς λόγους. Έχουμε αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς και θα πρέπει να κλείσουν το γρηγορότερο. Κάποιους μήνες αργότερα έμελλε να μάθει εάν κορόιδευε τον εαυτό του ή έλεγε αλήθεια... σε μερικούς μήνες από σήμερα θα λάμβανε ένα ισχυρό σοκ... θα ξυπνούσε από το λήθαργο... θα βρίσκονταν αντιμέτωπος με τα φαντάσματα του παρελθόντος αλλά θα έπρεπε να συγκρουστεί πρώτα με το φάντασμα του ίδιου του εαυτού του... αδυναμίες, πάθη, τύψεις και δικαιολογίες όλα δειλά δειλά θα έκαναν την εμφάνιση τους... είχαν ρόλο σημαντικό στη λαμπερή παράσταση... δυο οι βασικοί πρωταγωνιστές, περισσότεροι οι θεατές...




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου