Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ


ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ- ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ                                                  ©



Θεσσαλονίκη, Μάιος 2013



Ίσως για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που η Αρετή δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι της... τα υπέροχα λευκά σεντόνια, η μυρωδιά των οποίων της θύμιζαν την πολυαγαπημένη γιαγιά, στόλιζαν το δωμάτιο, προσδίδοντας κάτι από το χαρακτήρα της στο χώρο. Το λευκό το χρώμα της αγνότητας και της καθάριας της ψυχής, πάντα ήταν το αγαπημένο της. Η Μάρθα αρχικά είχε φροντίσει τη διακόσμηση όλου του σπιτιού εάν και τα οικονομικά τους ποτέ δεν επέτρεψαν τα μεγάλα έξοδα. Η γιαγιά της ήταν ο φύλακας άγγελος της... μητέρα και πατέρας μαζί.... το στήριγμα της... η ζωή της όλη και η μοναδική της οικογένεια. Τι θα έκανα χωρίς αυτήν; σκέφτηκε... και όχι άδικα μετά από όλα τα τρομερά που της συνέβησαν στο παρελθόν... μετά που έχασε την πίστη στο θεό... μετά από τις τόσες ατυχίες που την ανάγκασαν να μετακομίσει στο χωρίο μακριά από την πόλη... ναι την πόλη της, τη Θεσσαλονίκη, με τα χίλια χρώματα και φυσικά τους γονείς της... Η ανάμνηση των γονιών, της θύμισε το πόσο καιρό είχε να τους επισκεφτεί... είχε μπλέξει με το διάβασμα εάν και δεν θα έπρεπε να το χρησιμοποιεί ως δικαιολογία...

«Αχ πόσο μου λείπουν οι γονείς μου, σίγουρα πρέπει να τους επισκεφτώ... να τους κάνω λίγο παρέα... να τους πω τα νέα μου από τη σχολή και για το πόσο περήφανοι πρέπει να αισθάνονται για μένα, αφού σε ένα μήνα θα είμαι πλέον πτυχιούχος της νομικής με άριστη βαθμολογία και άριστες συστατικές επιστολές....» ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε αυθόρμητα... μια θλίψη την κυρίευσε ξαφνικά λες και το λευκό ήταν το χρώμα του πόνου... λες το λευκό είχε βαφτεί από το κόκκινο της φωτιάς...

Αρετή πρέπει να σηκωθείς επιτέλους, δεν είναι του χαρακτήρα σου να αμελείς τις υποχρεώσεις σου της μιλούσε το υποσυνείδητο και η λογική ενώ συνέχισε λέγοντας... έχεις τόσα πολλά πράματα να οργανώσεις και πρώτο και καλύτερο τις βαλίτσες σου για το ταξίδι που θα κάνετε εσύ και ο Αλέξανδρος για να γνωρίσει τη γιαγιά σου... άντε επιτέλους σήκω... τι σε έχει πιάσει σήμερα; Το υποσυνείδητο της πάντα την καθοδηγούσε σωστά, πάντα κράταγε τις ισορροπίες στη ζωή της ενώ η φράση ζήσε για το παρόν, άσε το μέλλον ουσιαστικέ είχε καταργηθεί από το μυαλό της... Πίστευε πως κάθε κίνηση στο τώρα σε σημάδευε στο μετά....

Τελικά η λογική κέρδισε το χουζούρεμα στο κρεβάτι αλλά για κάποιο λόγο αδυνατούσε να υπακούσει, ένιωσε τα πόδια της βαριά λες και δεν ήθελαν να ακούσουν στις προσταγές του μυαλού. Με αργά βήματα κοντοστάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, χαμήλωσε το βλέμμα της λες και δεν της άρεσε αυτό που έβλεπε, λες και δε αναγνώρισε τον ίδιο της τον εαυτό... Τον τελευταίο καιρό είχε αμελήσει τον εαυτό της λόγω διαβάσματος, είχε αδυνατίσει υπερβολικά και τίποτα δε θύμιζε το ψηλό και όμορφο κορίτσι με τις φυσικά ξανθά μαλλιά, τα γατίσια πράσινα μάτια και το αρχοντικό μα συνάμα γοητευτικό πρόσωπο. Χαμήλωσε πάλι το βλέμμα αυτήν τη φορά γιατί ένιωσε έναν ανεξήγητο φόβο να την κυριεύει, τον ίδιο φόβο που είχε νιώσει και τότε εκείνο το πρωινό πριν από 15 χρόνια περίπου ανήμερα των γενεθλίων της....

Θυμήθηκε τα λόγια της γιαγιάς της... όποτε φοβάσαι να κλείνεις τα μάτια,να παίρνεις βαθιές ανάσες και μετά από λίγα λεπτά να τα ανοίγεις σχηματίζοντας ένα χαμόγελο στο πρόσωπο σου... μόνο έτσι θα κερδίζεις στη ζωή και θα παλεύεις με τις φοβίες σου. Ακολούθησε αυτές τις κουβέντες και για μια φορά ακόμη επιβεβαιώθηκαν, κοιτάχτηκε στο καθρέφτη και όντως ένιωσε πια τα πόδια της πιο ανάλαφρα έτοιμα να την υπακούσουν... Μακάρι να μπορούσε επίσης η γιαγιά μου να με συμβουλέψει για το πως θα βρω ξανά το χρώμα στο πρόσωπο μου, αλλά γιαυτό το λόγο έχουν δημιουργηθεί τα καλλυντικά οπότε δεν υπάρχει καμία ανησυχία.... αναλογίστηκε με χιουμοριστική διάθεση. Το γέλιο πάντα υπήρξε αλληλένδετο κομμάτι του χαρακτήρας της, το θεωρούσε υγεία αφού σίγουρα αποτύπωνε με το καλύτερο τρόπο την καλοσύνη ενός ανθρώπου...

Τώρα έμεναν μερικά άλλα πράματα να τακτοποιήσει πριν να ετοιμάσει τις βαλίτσες και να παραδώσει την τελευταία της εργασία της στο πανεπιστήμιο. Το σημαντικότερο ήταν να στείλει ένα πρωινό μήνυμα στον Αλέξανδρο για καλημέρα και να του υπενθυμίσει το ραντεβού τους σε δυο ώρες από τώρα. Η απάντηση ήρθε γρήγορα και όπως πάντα σύντομη ^ Καλημέρα. ΟΚ.^. Δεν την πείραξε επειδή γνώριζε πως από πολύ νωρίς ήταν στην εταιρία και προσπαθούσε να τελειώσει με την δικογραφία μιας υπόθεσης εργατικού ατυχήματος.... Αρίστος φοιτητής και ο ίδιος βρήκε εύκολα εργασία σε μια δικηγορική εταιρία, η οποία εκείνο το καιρό αναζητούσε λαμπρούς τελειοφοίτους της νομικής να στελεχώσει τα νέα της γραφεία στην πόλη. Με τη βοήθεια τότε λαμπρών ήδη φτασμένων δικηγόρων αναδείχτηκε σε ένα από τα πρώτα ονόματα στην εταιρία με κύρια εξειδίκευση στα εργατικά ατυχήματα, παρόλο που ανά καιρούς τον πίεζαν να αναλαμβάνει και πιο δύσκολες υποθέσεις κυρίως οικονομικών αυθαιρεσιών.

Η Αρετή χαμογέλασε και πάλι στη σκέψη του άλλου της μισού, του Αλέξανδρου της, του μεγάλου της έρωτα. Άρχισε να χορεύει μόνη της, εκστασιασμένη, ακολουθώντας το ρυθμό του κομματιού στο ραδιόφωνο... Πάντα έκρυβε ένα παιδί μέσα της... Πόσο καιρό περίμενε αυτό το ταξίδι στη γιαγιά της μαζί του.. ήταν μια ευκαιρία να ξεσκάσουν και να γνωριστούν επιτελούς με τη Μαρθούλα (έτσι φώναζε τη γιαγιά της τα τελευταία χρόνια). Αφού όλα πήγαιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα έπρεπε να βιαστεί για να προλάβει στο πανεπιστήμιο τον υπεύθυνο καθηγητή πριν ξεκινήσουν... ήταν τυχερή που τον πέτυχε Σαββατιάτικα αφού εξαιτίας μιας συνέλευσης θα βρισκόταν για μερικές ώρες στο γραφείο του... Πραγματικά ήταν από τις σπάνιες φορές που η θεά τύχη ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί της....

Η μυρωδιά του καφέ την έκανε πιο ευδιάθετη και πιο ενεργητική, οπότε η ετοιμασία των ρούχων δεν της πήρε πολύ ώρα, το μόνο που απέμενε ήταν να κάνει ένα μπάνιο και επιτέλους να ανακαλύψει τη χρησιμότητα των καλλυντικών... Τα είχε αγοράσει στο παρελθόν μετά από παρότρυνση της Έρικας, αλλά ουδέποτε ουσιαστικά τα είχε δοκιμάσει μιας που πάντα ήθελε να διατηρεί μια φυσικότητα στο πρόσωπο της... Στην ηλικία των 25 σίγουρα όταν διαθέτεις φυσική ομορφιά σίγουρα δεν ήταν απαραίτητη η υπερβολική χρήση κρεμών και μακιγιάζ αλλά στην παρούσα φάση μάλλον δε μπόρεσε να τα αποφύγει, έμοιαζε σαν σκιάχτρο, ταλαιπωρημένη, άυπνη...

Κάπως έτσι πέρασε η ώρα και όταν κοίταξε το ρόλοι του τοίχου της ήξερε πως η μεγάλη στιγμή πλησίαζε. Το μόνο που έμενε ήταν το τηλεφώνημα του καλού της για να κατέβει κάτω στην είσοδο της πολυκατοικίας, αφού το παρκάρισμα στη συγκεκριμένη γειτονιά ήταν σκέτο μαρτύριο. Στα λίγα λεπτά που επέμεναν έκανε έναν έλεγχο ξανά το σπίτι, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο καθρέφτη για να βεβαιωθεί πως το μακιγιάζ δε φάνταζε υπερβολικό. Σε καμιά περίπτωση δεν ήθελε να τη σχολιάσει ο αγαπημένος της αφού η σχολαστικότητα και η παρατηρητικότητα του ήταν μαζί προτέρημα και ελάττωμα, αφού η οποιαδήποτε υπερβολή τον έβρισκε πάντα αντίθετο και τις περισσότερες φορές αιχμηρό. Πάντα τα σχόλια του για νέα κορίτσια της εποχής μας είναι καυστικά αφού δε μπορούσε να κατανοήσει το γιατί οι γυναίκες κατέφευγαν σε μια διαδικασία συνεχούς επιβεβαίωσης μέσω του υπερβολικού καλλωπισμού. Έπρεπε να με έβλεπες σήμερα το πρωί, ίσως έτσι κατάφερνε να σου λυθεί η απορία... λείπει και η Έρικα για να με θαυμάσει... είπε δυνατά και γέλασε. Συνέχισε τα καυστικά της σχόλια με παιχνιδιάρικη διάθεση... Τουλάχιστον για το ντύσιμο μου νιώθω μεγαλύτερη σιγουριά... είχα φυσικά την καλύτερη δασκάλα... πρόσθεσε εύθυμα στο τέλος...

Τα ρούχα της πάντα ήταν μοδάτα, μα σεμνά αφού και έτσι οι καμπύλες της μπορούσαν να αναδειχτούν. Ποτέ δεν την γοήτευαν οι τσάντες, τα παπούτσια και τα αξεσουάρ αφού ήθελε να νιώθει μόνο άνεση και η λέξη πρακτικότητα, χαρακτήριζε στις αγορές της. Σίγουρα της άρεσαν τα ακριβά ρούχα αλλά αφού δε μεγάλωσε στα πλούτη δε μπορούσε να τα αγγίξει, μόνο ανά καιρούς πήγαινε να τα δοκιμάσει για να τις φεύγει ο καημός. Μετά από τα λίγα λεπτά εκεί που ένιωθε σαν πριγκίπισσα επανέρχονταν στην πραγματικότητα όταν έβλεπε το καρτελάκι τον τιμών. Το μόνο σίγουρο ήταν πως με τα πρώτα της λεφτά ως δικηγόρος θα αγόραζε ένα κομψό ίσως λίγο ακριβό κουστούμι για την εργασία της, αλλά σίγουρα όχι κοσμήματα διότι δεν την συγκινούσαν καθόλου. Θεωρούσε πως η λάμψη τους είναι παροδική το ίδιο και η χαρά που δημιουργείται στον παραλήπτη εάν πρόκειται για δώρο ή στον αγοραστή εάν πρόκειται για τον ίδιο σαν δώρο στον εαυτό του. Τα αποκαλούσε το “αγχωτικό” δώρο μιας που πάντα έκρυβαν ενοχές, μυστικά ή ακόμη και κινδύνους άλλης φύσεως.

Ήταν σχεδόν έτοιμη... πλέον μπορούσε να κοιταχτεί στο καθρέφτη χωρίς ντροπή... Οι σκέψεις της διαταράχθηκαν με το τηλεφώνημα του φίλου της, ο οποίος την ενημέρωσε πως θα έφτανε σε πέντε λεπτά οπότε θα έπρεπε να ήταν πανέτοιμη. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο μικρό της διαμέρισμα με τη λιτή διακόσμηση και το λευκό χρώμα να κυριαρχεί παντού και αφού βεβαιώθηκε πως όλα ήταν εντάξει κλείδωσε, για να κατεβεί στη είσοδο της πολυκατοικίας. Μέσα στο ασανσέρ ένιωσε ένα ακόμη σφίξιμο στην καρδιά χειρότερο από εκείνο όταν ξύπνησε άλλα δε έδωσε σημασία αφού το μυαλό της ταξίδευε άλλου σε έναν άλλον κόσμο πιο ήρεμο μακριά από τη φασαρία της πόλης, την περίμενε ο αγαπημένος της και η αγκαλιά της Μαρθούλας. Τι άλλο μπορούσε να ζητήσει από αυτόν το κόσμο τα είχε επιτέλους όλα... παρόλο που ο Θεός στο παρελθόν της άρπαξε κάτι ανεκτίμητο, φρόντισε να της δώσει άλλα απλόχερα και επιτέλους να γίνει η Αρετή που πάντα χαμογελάει, που δε το βάζει εύκολα κάτω, που προστατεύει τους φίλους της και την οικογένεια της, που συχαίνεται το ψέμα και την αδικία και που πάντα θα συνέχιζε τη ζωή με αρετή και σύνεση χωρίς υπερβολές ή αλαζονεία και κυρίως χωρίς να προκαλεί πόνο γύρω της. Όλα τα παραπάνω αποτελέσαν για εκείνη πάντα αυστηρά κριτήρια για το εάν θα αποδεχόταν κάποιον δίπλα της, έστω και ως απλός γνωστός πόσο δε για φίλος.... ποτέ μα ποτέ δεν είχε σκοπό να συμπαθήσει κάποιον με αυτά τα αρνητικά χαρακτηριστικά... ήταν ένας άρρηκτος κανόνας...



                                                                     *******************************



Σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης μακρυά από τη φασαρία του κέντρου και της ρύπανσης, μέσα στη φύση και στο πράσινο ακούγονται φωνές νεαρής κοπέλας. ήταν φανερά εκνευρισμένη με το υπηρετικό προσωπικό αφού πάλι δεν υπάκουσαν στις προσταγές της. Ο πατέρας της έχει ξυπνήσει από πολύ νωρίς και περίμενε, διαβάζοντας όπως κάθε πρωί την οικονομική του εφημερίδα, να του σερβίρουν το πρωινό στον ίδιο και στην κόρη του. Η πιστή οικονόμος του σπιτιού άφησε μια πιατέλα με κουλουράκι και λίγο χυμό πορτοκάλι.... ήθελε να κρυφτεί στην κουζίνα αφού οι φωνές της μικρή πριγκίπισσας της προκάλεσαν πονοκέφαλο. Σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσε να γλιτώσει όμως την ιερά εξέταση του Ραζή...

«Μαργαρίτα για πες μου τι συμβαίνει με τη μικρή πάλι... » ρώτησε φανερά ενοχλημένος με τον θόρυβο την πιστή του οικονόμο.

«Τι να σας πω κύριε Ραζή... τα γνωστά... η μικρή φωνάζει επειδή το προσωπικό αμέλησε να παραλάβει τη βραδινή τουαλέτα την οποία είχε παραγγείλει ειδικά για το αυριανό πάρτυ.... »

«Κατάλαβα...» είπε ο ίδιος και χαμογέλασε εκνευρισμένος με το πόσο κακομαθημένη ήταν η μοναχοκόρη του. Συμπλήρωσε σχεδόν αμέσως... «Θα ανέβω πάνω στο δωμάτιο της να της μιλήσω... σε παρακαλώ ζήτησε να μας σερβίρουν το πρωινό στον κήπο δίπλα στη πισίνα, ίσως λίγο καθαρός αέρας μας κάνει καλό... »

«Μάλιστα κύριε... » είπε πρόθυμα η Μαργαρίτα.

«Σε ευχαριστώ πολύ και πάλι για την υπομονή σου όλα αυτά τα χρόνια γλυκιά μου Μαργαρίτα, πάντα ήσουν πιστή σε μένα και ειδικά αφού έχασα την γυναίκα μου και μετά με στήριξες όσο κανείς άλλος με την ανατροφή της Έλενας... ». Της κράτησε σφιχτά το χέρι, μάλλον ικετευτικά... «Κανε λίγη υπομονή μαζί της... ευθύνομαι για πολλά και το ξέρω σου υπόσχομαι ότι όλα θα αλλάξουν σύντομα... »

«Μακάρι για το καλό όλων μας... Ξέρω ότι δε με απογοητεύσετε... ξέρω ότι θα κρατήσετε την υπόσχεση σας. Πάντα να θυμάστε πως αγαπάω πολύ την μικρή σαν είναι δικό μου παιδί αφού την έχω μεγαλώσει από τότε που ήταν μωρό. Έφυγα από το χωριό νέα κοπέλα και αφιέρωσα όλα τα επόμενα χρόνια στην φροντίδα της...» Έκοψε τη φράση της στη μέση... ξαφνικά άρχισε να βουρκώνει... «Να με συγχωρέσετε πάω στην κουζίνα να ελέγξω το πρωινό...». Έφυγε γρήγορα πριν καταλάβει κάτι ο Φίλιππος

Ο Φίλιππος Ραζής στην ηλικία κιόλας των 30 ήταν ένας πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας και θεωρούνταν και όχι άδικα από του πιο πλούσιους ανθρώπους της πόλης. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα στην ηλικία των 45 πλέον δεν είχε να αποδείξει κάτι παραπάνω, κράταγε στα χέρια του τον κόσμο ολόκληρο, Όπως έκανε πάντα και αυτήν τη φορά κράτησε την υπόσχεση που είχε δώσει στην πολυαγαπημένη του γυναίκα όταν την γνώρισε και την ερωτεύτηκε παράφορα στο πανεπιστήμιο 23 χρόνια πριν φθινόπωρο του 1990. Θυμήθηκε και πάλι τη μέρα που της έκανε πρόταση γάμου μερικούς μήνες μετά την γνωριμία τους και εκείνη δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Σίγουρα πρέπει να ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο όταν άκουσε το πολυπόθητο ναι και οι επόμενες κουβέντες που βγήκαν από το στόμα του εκείνη τη μέρα δε είχε σκοπό να τις ξεχάσει ποτέ αφού τον στοίχειωναν μέχρι και σήμερα...

«Μαρία αγάπη μου για να δεις πόσο σε λατρεύω δε θα σου προσφέρω μόνο πλούτη, ανέσεις, ρούχα, κοσμήματα και μεγάλο σπίτι μόλις παντρεύουμε αλλά θα σου χαρίσω το κόσμο όλον στα πόδια σου αρκεί να είσαι πάντα δίπλα μου» Την κράτησε στην αγκαλιά όσο σφιχτά γινόταν... το άρωμα της τον συνέπαιρνε... σίγουρος πως θα ήταν η κατάλληλη γυναίκα στο πλάι του συνέχισε να της μιλάει γλυκά... «Μη με εγκαταλείψεις ποτέ.... εάν σε χάσω θα χαθώ και εγώ μαζί σου... »

«Ναι Φίλιππε μου στο υπόσχομαι πάντα θα είμαι δίπλα σου ακόμη αρκεί να με αγαπάς πολύ... » απάντησε εκείνη με δάκρυα χαράς.

Μείνανε αγκαλιασμένοι μέχρι το άλλο πρωί, αναπολώντας το παρελθόν με άφθονα γέλια. Μια φωτιά είχε μόλις ξεκινήσει να καίει στις καρδιές τους, έτοιμη να σιγοκάψει τα πάντα στο διάβα της...

Ήρεμα και χωρίς εντάσεις κύλησε η ζωή τους τα επόμενα 8 χρόνια ενώ την αγάπη τους, την σφράγισε ο ερχομός της κόρης τους Έλενας στον πρώτο χρόνο κιόλας του γάμου τους. Η γέννηση της κόρης του 22 χρόνια πριν χειμώνας του 1991, του έδωσαν δύναμη και πείσμα να παλέψει ακόμη πιο πολύ να γίνει επιτυχημένος και τα πρώτα σημάδια δικαίωσης της σκληρής δουλειάς δε άργησαν να εμφανιστούν. Στην εταιρία που αρχικά εργαζόταν ως απλός οικονομικός σύμβουλος σχετικά με τις επενδύσεις, του έγινε πρόταση να αναλάβει χρέη γενικού διευθυντή. Σιγά σιγά άρχισε να δικτυώνεται, αργότερα με την περιουσία του παππού του, τις προσωπικές οικονομίες και τις γνωριμίες του ίδρυσε τη δική του επενδυτική-χρηματιστηριακή εταιρία, της οποίας χρόνο με το χρόνο το πελατολόγιο όπως και τα έσοδα της αυξάνονταν με ταχύτατους ρυθμούς. Μετά την τεράστια επιτυχία μπορούσε επιτέλους να προσφέρει όλες τις ανέσεις στην οικογένεια του, ξεκινώντας από την αγορά ενός υπερπολυτελούς σπιτιού. Ως κατάλληλη περιοχή θεωρήθηκε το Πανόραμα, όλη η καλή κοινωνία είχε ξεκινήσει να αγοράζει οικόπεδα, σχεδιάζοντας την ανέγερση πολυτελών οικημάτων στην περιοχή.... Ιδανικό μέρος για την γυναίκα του της οποίας άρεσε πολύ η μυρωδιά της φύσης και φυσικά για την Έλενα η οποία θα μπορούσε να παίξει ανέμελα στον κήπο....

Όλα κύλαγαν υπέροχα ώσπου εκείνο το μοιραίο βράδυ δέχτηκε το τηλεφώνημα που θα του άλλαζε τη ζωή... Δε θα ξεχνούσε πότε την ημερομηνία 04-04-1998 ούτε και τα γεγονότα που τον σημάδεψαν μετά το τηλεφώνημα. Στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία, όλο το προσωπικό είχε αποσυρθεί, η Έλενα κοιμόταν ενώ εκείνος έριχνε μια ματιά σε κάτι συμβόλαια... Απάντησε απορημένος.... μια άγνωστη φωνή τον διέκοψε απότομα...

«Καλησπέρα σας ο κ. Ραζής;»

«Μάλιστα ο ίδιος πείτε μου πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» περίεργο σκέφτηκε πελάτης τέτοια ώρα...

«Είμαι ο διοικητής του τμήματος στο κέντρο της πόλης, κ. Πάνου ονομάζομαι.... με συγχωρείται πολύ που σας καλώ τέτοια ώρα αλλά θα ήθελα να σας ζητήσω να περάσετε από το τμήμα... πρώτα όμως να βεβαιωθώ πως γνωρίζετε την κυρία Μαρία Ραζή...»

«Φυσικά είναι η γυναίκα μου , η οποία βρίσκετε εκτός πόλης και θα επιστρέψει αύριο το πρωί... πριν από μερικές ώρες μιλήσαμε... μα πείτε μου όμως επιτελούς τι συμβαίνει... γιατί να έρθω στο τμήμα νυχτιάτικα

«Μάλιστα τότε θα ήταν πιο συνετό κ. Ραζή να έρθετε στο τμήμα να σας ενημερώσω από κοντά.... σας παρακαλώ είναι καλύτερα έτσι...» Του έκλεισε το τηλέφωνο απότομα για να μη δεχτεί παραπάνω ερωτήσεις...

Ο Φίλιππος δεν άργησε να ετοιμαστεί, ξύπνησε παράλληλα και τη Μαργαρίτα ώστε να έχει το νου της στη μικρή.... Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής προσπάθησε άκαρπα όμως να επικοινωνήσει με την Μαρία και αναγκάστηκε να της αφήσει μήνυμα στον τηλεφωνητή. Όταν έφτασε στο τμήμα φανερά ανήσυχος, ελπίζοντας να μην έχει συμβεί κάτι, ήταν πολύ αργά για προσευχές στο Θεό.... το κακό είχε γίνει... . Χωρίς περιστροφές και οίκτο, ξερά τον ενημέρωσαν πως η γυναίκα του ενεπλάκη σε ένα ατύχημα λίγο πριν την είσοδο της πόλης που δυστυχώς είχε θλιβερή κατάληξη και για τις δυο εμπλεκόμενες οδηγούς. Και τα δυο θύματα ήταν γυναίκες οι οποίες πέθαναν ακαριαία στον τόπο του δυστυχήματος. Θυμόταν χαρακτηριστικά την περιγραφή απλή χωρίς οίκτο... λες και διάβαζαν κάποιο παραμύθι σε μικρο παιδί... μια άμορφη μάζα, έκρηξη και μετά η φωτιά... δε θα μπορούσαν να γλιτώσουν σε καμία περίπτωση... Του έδωσαν και άλλες πληροφορίες αλλά δεν άκουγε... δεν βρισκόταν καν στο αστυνομικό τμήμα... όλα ήταν ένα άσχημο όνειρο, ένας εφιάλτης.... η καλή νεράιδα του παραμυθιού θα τον γλύτωνε σίγουρα...

Γύρισε στο σπίτι χωρίς καν να ήταν σε θέση να κάνει ταυτοποίηση.... Φώναζε το όνομα της, ενώ τα δάκρυα έπνιγαν τη μιλιά του... Κανείς δεν απάντησε όμως.... Η Μαρία δεν ήταν σπίτι, δεν τον περίμενε στα σκαλιά όπως παλιά... μόνο η μυρωδιά της υπήρχε το χώρο, σαν κάτι από κανέλα... έτοιμη να τον παρασύρει στον παραλογισμό.... Όλοι στάθηκαν δίπλα αλλά ένιωθε τόσο μόνος... όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί αλλά ήταν μισός χωρίς τη Μαρία του.... Τα απορημένα μάτια της Έλενας και τα αμέτρητα “γιατί” ήταν το τελειωτικό χτύπημα για εκείνον.... Κανείς δε τόλμησε να τον εμποδίσει... έσπαγε τα πάντα όταν είχε νεύρα, φώναζε και έβριζε με την παραμικρή αφορμή.... έτσι ήθελε να θρηνήσει ειδάλλως θα ξερίζωνε την ίδια του την καρδιά... Ο μοναδικός τρόπος για να μην πονάει ήταν να πάψει να έχει αισθήματα.... γύρισε και κοίταξε ένα πρωί προς το ουρανό αλλά δε μιλούσε στο Θεό ή στην Παναγία αλλά στη Μαρία του.... της έδωσε μια βουβή υπόσχεση... Από εκείνη τη μέρα όλα άλλαξαν προς το καλύτερο.... Οι τοίχοι της μεζονέτας είχαν ακόμη τη μυρωδιά του θανάτου αλλά τα γέλια της μικρής Έλενας επανέφεραν τη ζωή.... τα “γιατί” της ποτέ δεν απαντήθηκαν αμέσως αλλά σταδιακά με τη βοήθεια ειδικών... Όλα έμοιαζαν φυσιολογικά αλλά τόσο ψεύτικα.... Ο Φίλιππος ήταν ένα καλοκουρδισμένο στρατιωτάκι γεμάτο μίσος και οργή....

Τις επόμενες εβδομάδες όταν ηρέμησε με τη βοήθεια του φίλου του Πέτρου και της Μυρτώς ασχολήθηκε με την υπόθεση... Το ατύχημα είχε δυο ´μάρτυρες´... δυο γυναίκες... Η μια ήταν η γυναίκα του που σύμφωνα με το λεγόμενα του αστυνομικού και τις μαρτυρίες ήταν το θύμα μιας που η άλλη γυναίκα φέρεται να ήταν η θύτης αφού το αυτοκίνητο της για ανεξήγητους λόγους προσέκρουσε με μεγάλη ταχύτητα στο αυτοκίνητο της Μαρίας του. Είχε τελειώσει η προανάκριση και ο ιατροδικαστικός έλεγχος οπότε είχαν μια πιο ξεκάθαρη εικόνα για το συμβάν αλλά λίγο τον ενδιέφερε. Δεν άλλαζε το γεγονός ότι η αγαπημένη του γυναίκα δεν ήταν πια στη ζωή και ότι από εδώ και πέρα τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο. Αργότερα ενημερώθηκε από το νομικό του επιτελείο πως η άλλη γυναίκα ήταν μεθυσμένη, η ποσότητα αλκοόλ στο αίμα της ήταν υπερβολική και πως τις τελευταίες ήμερες έπασχε από κατάθλιψη διότι την είχε εγκαταλείψει ο σύντροφος της για μία άλλη γυναίκα. Οι δικηγόροι του είχαν αναλάβει όλα τα διαδικαστικά αλλά δεν έδινε καθόλου σημασία, δεν άλλαξε κάτι, κανείς δε μπορούσε να τιμωρηθεί και κυρίως δε μπορούσε να επιστρέψει στη ζωή η Μαρία του... βρέθηκε στο μονοπάτι που κάποτε είχαν χαράξει μαζί, ολομόναχος... παντού συναντούσε σταυροδρόμια αλλά εκείνος συνέχισε ευθεία προς το γκρεμό...

Μετά την κηδεία σε μερικές μέρες κιόλας φάνηκε η αλλαγή στον εσωτερικό του κόσμο... άρχισε να νιώθει περίεργα συναισθήματα , πρωτόγνωρα και συνάμα λυτρωτικά. Όντως τίποτα από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν ήταν το ίδιο, όλα άλλαξαν μέσα του... η θλίψη αντικαταστήθηκε από μια συναισθηματική εσωστρέφεια, η θέληση για ζωή εξαφανίστηκε μέσα σε ένα μείγμα μίσους και εκδίκησης και το χαμόγελο χάθηκε για να πάρει τη θέση του η παγωμάρα και η επιθετικότητα. Το μόνο που δεν άλλαξε ήταν η αγάπη για την κόρη του από την αρχή αυτού του Γολγοθά, ίσως να ήταν και το μοναδικό άτομο στη ζωή του που τον κράτησε ζωντανό παρόλο που μέσα του ένιωθε ένα απέραντο κενό. Τα επόμενα χρόνια αφιερώθηκε τόσο στη δουλειά. όσο και στην ανατροφή της Έλενας με τη βοήθεια της αγαπημένης του οικιακής βοηθού της Μαργαρίτας, της μόνης γυναίκας πλην της κόρης του που επέτρεπε να δει τον παλιό καλό τρυφερό του εαυτό και σίγουρα πιο χαμογελαστό...

Πάλι θυμήθηκα το παρελθόν... δε θέλω να ξεχάσω... δε πρέπει να ξεχάσω το χρωστάω στη Μαρία μου... μονολόγησε κοιτάζοντας τον κήπο με τα ανθισμένα λουλούδια... Το καλοκαίρι ήρθε επιτέλους αλλά ο χειμώνας που επικρατούσε στη ψυχή του ήταν απροσπέλαστος.... Οι εποχές άλλαζαν σίγουρα αλλά μόνο πράμα δεν άλλαζε με τίποτα.... η ξεροκεφαλιά της Έλενας... δεν είχε και πολλές επιλογές. Μίλησε δυνατά ελπίζοντας πως θα τον άκουγε η Μαργαρίτα... «Αυτό που πρέπει να κάνω σίγουρα όμως είναι να μαλώσω την Έλενα διότι η συμπεριφορά της είναι απαράδεκτη».

Από μικρή ήταν ατίθαση και ισχυρογνώμων αλλά από τότε που ενηλικιώθηκε τα πράματα χειροτέρεψαν. Ούτε οι σπουδές στο εξωτερικό βοήθησαν αντιθέτως εντάθηκε η επιθετικότητα της και πολλές φορές η εσωστρέφεια που σε συνδυασμό με τον απρόβλεπτο χαρακτήρα της δημιούργησαν μια κινούμενη βόμβα... Παρόλα αυτά με μια λέξη “σ' αγαπάω” το αγγελούδι του τον έκανε ότι ήθελε και χωρίς δεύτερη σκέψη συνέχιζε να την κακομαθαίνει. Αυτήν τη φορά όμως αποφάσισε πως πρέπει να γίνει πιο σκληρός για να βάλει σε μια τάξη την ζωή της, αρχικά θα της έδινε την ευκαιρία να εργαστεί ως επενδυτικός σύμβουλος σε μια από τις εταιρείες του ώστε να αποκτήσει κάποιο άλλο ενδιαφέρον εκτός από τα πάρτυ και δεύτερον θα προσπαθούσε να της γνωρίσει κάποιον... τόσους γνωστούς είχε, οι περισσότεροι με γιους κοντά στην ηλικία της... Σίγουρα θα την έκανε καλό μια ενδιαφέρουσα γνωριμία, ένας ερωτάς ένα πάθος, ίσως αναθεωρούσε την έννοια της ζωής... η καλοπέραση, τα ακριβά ρούχα προκαλούν μόνο εφήμερη χαρά... στο τέλος πάλι θα τα βαριόταν εύκολα και στην πορεία ένας νέος κύκλος γκρίνιας θα ξεκινούσε... σκέφτηκε από μέσα του... Πρέπει οπωσδήποτε να γίνει κάτι... δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση...

Ανέβηκε τα σκαλιά του πάνω ορόφου της μεζονέτας και κατευθυνόμενος στο δωμάτιο της Έλενας έριξε μια γρήγορη μάτια στο πορτρέτο της Μαρίας του, το οποίο διακοσμούσε το χολ και αφού βεβαιώθηκε πως το βάζο κάτω από το πορτρέτο είχε φρέσκα κόκκινα τριαντάφυλλα διέσχισε το διάδρομο για να βρει την πηγή της φασαρίας αυτού του σπιτιού.

Αφού χτύπησε την πόρτα μπήκε στο δωμάτιο και βρήκε την Έλενα καθισμένη στο κρεβάτι φανερά εκνευρισμένη. Όταν τον είδε ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της και γρήγορα σηκώθηκε να τον πάρει αγκαλιά για να του πει καλημέρα. Γνώριζε πολύ καλά που έσφαλε... είχε προκαλέσει χάος στο σπίτι και ο πατέρας της ήταν εξοργισμένος... είχε σχέδιο δράσης όμως όπως πάντα άλλωστε...

«Καλημέρα πατερούλη... αχ μου έλειψες χθες όλη τη εβδομάδα που έλειπες ταξίδι... το ξέρεις ότι σ' αγαπάω πολύ και στεναχωριέμαι όταν δε σε βλέπω στο σπίτι να σου λέω καλήμερα όπως σήμερα...»

Ο Ραζής μαλάκωσε... ήταν γεγονός πως έλειπε συχνά για τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις αλλά εάν δεν δούλευε πραγματικά αρρώσταινε... «Καλημέρα γλυκιά μου και εμένα μου έλειψες πολύ και το ξέρεις πως και εγώ σ' αγαπάω όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.... όμως σε περίμενα για πρωινό σήμερα αλλά αντί να έρθεις να μου κάνεις παρέα προτίμησες να βάλεις τις φωνές στο υπηρετικό προσωπικό... τι συμπεριφορά είναι αυτή πριγκίπισσα μου;» Είχε πάρει το αυστηρό ύφος...

«Εάν σου εξηγήσω θα με καταλάβεις.... κάποιες λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά στον κύκλο μας... το λέει και η Μυρτώ....» Η Έλενα είχε σοβαρέψει...

Ο Φίλιππος εάν και αδιαφορούσε για το λόγο αυτής της αναστάτωσης, θεώρησε σκόπιμο να υπομείνει την επεξήγηση... με πειραχτική διάθεση τόλμησε να τη ρωτήσει... «Πες μου τι συμβαίνει... θέλω να δω τι συμβαίνει, ποιο είναι το μεγάλο κακό που σε βρήκε και αναστάτωσες όλο το σπίτι με τις φωνές σου...»

Η Έλενα δάγκωσε τα χείλη της, δείγμα της νευρικότητας της διότι ήξερε πως ο πατέρας της είχε θυμώσει και κάπως έπρεπε να τον ηρεμήσει. Δε μπορούσε ποτέ να κρύψει την ειρωνική διάθεση... ήταν ένα από τα μειονεκτήματα του... Πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να του εξηγεί, σίγουρα έπρεπε να γίνει πειστική....

«Πατερούλη μου να όπως ξέρεις θα πάω σε ένα πάρτυ αύριο το βράδυ στο οποίο θα είναι καλεσμένοι όλη η νεαρή ελίτ της πόλης... φυσικά όπως καταλαβαίνεις δε μπορώ να λείψω και φυσικά δε μπορώ να φορέσω ένα απλό βραδινό φόρεμα... έτσι έδωσα παραγγελία να μου ράψουν ένα πανέμορφο, μοναδικό φόρεμα για το οποίο όλοι θα μιλάνε και σίγουρα θα ζηλέψουν πολλές δεσποινίδες και ίσως μαγέψω κανένα πριγκιπόπουλο... δυστυχώς όμως το άχρηστο προσωπικό ξέχασε να το παραλάβει χθες και σήμερα Σάββατο το ατελιέ είναι κλειστό... καταλαβαίνεις μπαμπά είναι πολύ σημαντικό να εντυπωσιάσω σε αυτό το πάρτυ αλλά δεν έχω τι να βάλω.... είμαι σε απόγνωση μπαμπά βοήθα με σε παρακαλώ....». Είχε ξεχάσει να πάρει ανάσα... αλλά έβγαλε τα εσώψυχα της... προσδοκώντας την κατανόηση από τη μεριά του...

Ο Φίλιππος αναστέναξε σκεπτόμενος πως η κατάστασή ήταν απλώς αδιόρθωτη αλλά τι άλλο μπορούσε να κάνει από το να το παίξει σοβαρός και εκνευρισμένος... «Καλά καλά θα στείλω το δικό μου οδηγό στην πόλη να στο φέρει για να το δοκιμάσεις, τηλεφώνησε πρώτα στον σχεδιαστή και καλόπιασε τον να μας ανοίξει το ατελιέ για λίγη ώρα και εάν χρειαστεί κάτι άλλο θα σκεφτούμε τη λύση εκείνη τη στιγμή... αλλά σε παρακαλώ να μην επαναληφθεί παρόμοια συμπεριφορά... είναι πρώτον άδικο για τα άτομα που εργάζονται τόσα χρόνια κοντά μας και δεύτερον σίγουρα μια τέτοια συμπεριφορά δεν αρμόζει σε δεσποινίς του δικού σου επιπέδου...» Προτίμησε να χαζέψει λίγο έξω από το παράθυρό της για μη χαμογελάσει... ακόμη και η επιστήμη ήταν ανήμπορη να αντιμετωπίσει την κατάσταση... εκείνος έφταιγε... κανείς άλλος...

Η Έλενα αναθάρρυνε... Προσπάθησε να δώσει μια υπόσχεση στο κενό... «Εντάξει μπαμπά δε θα ξανασυμβεί στο υπόσχομαι... ευχαριστώ πολύ για τη βοήθεια σου και για να δεις πόσο σ' αγαπάω υπόσχομαι πως μόλις περάσει το Σαββατοκύριακο θα έρθω στην εταιρία σου να ξεκινήσω την πρακτική μου ώστε να μάθω σιγά σιγά τη δουλειά...»

Στο άκουσμα της τελευταίας πρότασης ο Φίλιππος έβαλε τα γέλια γιατί πραγματικά δεν πίστευε στα αυτιά του... ίσως τελικά να μην χρειαζόταν να κάνει κάτι δραστικό άμεσα ... ίσως το αγγελούδι του βαρέθηκε από μόνο του τα πάρτυ με τα πλουσιόπαιδα, την καλοπέραση, τα σέξι φορέματα και την υπερβολική καλοποίηση....Σκέφτηκε σιωπηλά.. υπομονή δυο μέρες θα περάσουν θα μάθω σύντομα εάν ήταν λόγια αλήθειας... «Για να δούμε.... θα περιμένω....» σχολίασε ξερά...

Η Έλενα χαιρόταν κάθε φορά που ο πατέρας της χαμογελούσε... τον παρακίνησε για μια ακόμη φορά... «Γέλα πιο συχνά μπαμπά σε κάνει να δείχνεις νεότερος... μάλιστα πιστεύω πως αρκετό καιρό έχεις μείνει μόνος σου πρέπει να ξεκινήσεις να βγαίνεις ραντεβού πιο συχνά... πραγματικά θα έχεις τη στήριξη μου δε θα σου σταθώ εμπόδιο αρκεί να με αγαπάς περισσότερο και σίγουρα να μη ξεχάσεις τη μαμά....» Είχε πάρει φόρα... καμιά φορά ξεχνούσε να σταματήσει όταν ήταν χαρούμενη... Μετάνιωσε που ανέφερε τη μάνα της... ένιωσε την ατμόσφαιρα να βαραίνει απότομα... προτίμησε να απελευθερώσει τον πατέρα της... «Έρχομαι για πρωινό σε δέκα λεπτά... άφησε με να ετοιμαστώ...»

Ο Φίλιππος άρχισε να βουρκώνει, γύρισε την πλάτη στην κόρη του για να μην τον καταλάβει και με γοργά βήματα την εγκατέλειψε για να επιστρέψει για λίγο στο δωμάτιο του. Εκεί ένιωθε ασφαλής, ήταν το καταφύγιο του όταν ξεχνούσε πως κάποτε είχε ψυχή και αισθήματα.. Η κρεβατοκάμαρα εάν και λιτά διακοσμημένο έδινε το αίσθημα αρχοντιάς και υψηλής αισθητικής. Το λευκό ήταν το αγαπημένο χρώμα της γυναίκας του και μέχρι σήμερα δεν άλλαξε ποτέ το χρώμα στους τοίχους.. ακόμη και τα σεντόνια του ήταν πάντα λευκά... ίσως του θύμιζαν την αγαπημένη του αλλά και την αγνότητα, που κάποτε είχε στην ψυχή του...

Κάθισε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη και σκέφτηκε τις κουβέντες τις κόρης του. Κοιτάχτηκε και για πρώτη φορά μετά από καιρό, παρατήρησε καλά τον εαυτό του. Εάν και ήταν πλέον σχεδόν 45 έδειχνε αρκετά νεότερος λόγω του καλογυμνασμένου σώματος... είχε μαύρα μαλλιά κοντοκομμένα χωρίς ίχνος λευκών σε συνδυασμό με τα γαλάζια μάτια, του έδιναν σίγουρα γοητεία που δεν περνούσε απαρατήρητη από τις κυρίες που συναντούσε καθημερινά κυρίως λόγου εργασίας ή σε κάποιες από τις βραδυνές εξόδους με τον Πέτρο. Διέθετε ελάχιστο ελεύθερο χρόνο και καθόλου όρεξη για κάθε άλλου είδους κοινωνικές εκδηλώσεις, εάν και αναγκαστικά αλλά σπανίως δε για να συνεχίσει την πετυχημένη του καριέρα έπρεπε να δίνει το παρών σε βαρετά γκαλά, πάρτυ γενεθλίων ή επετείους γάμων. Σε κάτι τέτοιες συναντήσεις είχε γνωρίσει πολλές νεαρές και μη γυναίκες αλλά οι περισσότερες τον άφηναν παγερά αδιάφορο... ίσως έφταιγε η ψυχρότητα και η σκληρότητα του χαρακτήρα του, ποτέ σχεδόν καμία γνωριμία δεν ευδοκίμησε σε κάτι περισσότερο πέρα από το κλασικό κρεβάτι - ξενοδοχείο το οποίο το θεωρούσε μια παροδική απόλαυση. Του άρεσε να κάνει ερωτά, του άρεσαν τα παιχνίδια, του θύμιζαν πως εξακολουθούσε να είναι άνδρας με ορμές και ανάγκες αλλά δε θα μπορούσε να ερωτευτεί ξανά, δε θα έλεγε ποτέ τη λέξη “σ' αγαπάω” σε άλλη γυναίκα... είχε ορκιστεί...

Πολλές γυναίκες γευτήκαν τον τίτλο της ερωτικής συντρόφου σε ρόλο κυρίως κομπάρσου μέσα σε παροδικές σχέσεις. Τα ζωώδη ένστικτα ικανοποιούνταν άμεσα και σιγά σιγά έδιναν τη θέση στις τύψεις και στα αμέτρητα “ποτέ”... Σε σπάνιες περιπτώσεις έχανε τον έλεγχο αλλά όταν οι εφήμερες σχέσεις εξελισσόταν σε κάτι πιο σοβαρό, πιο απαιτητικό τότε με την αγορά κάποιου ακριβού δώρου, με ιδιαίτερη προτίμηση στα κοσμήματα, τότε το θέμα ξεχνιόταν πολύ γρήγορα και τα ενοχλητικά τηλεφωνήματα σταματούσαν... Το υποσυνείδητό του τον διαβεβαίωνε πως τελικά τα χρήματα αγοράζουν τα πάντα και κάθε προσωπική του ιστορία απλώς επιβεβαίωνε αυτό το συμπέρασμα. Μόνο μια αρχή είχε... ότι ποτέ δεν θα έμπλεκε με παντρεμένες ή γυναίκες σε σχέση... προτιμούσε τις ελεύθερες γιατί τα πράματα ήταν πιο απλά... Τις πέταγε ένα “κόκκαλο” και εκείνες ήταν πάντα έτοιμες να τον υπακούσουν σαν πιστά σκυλάκια. Μάλιστα προτιμούσε τις απλές γυναίκες εκτός κύκλου και όχι από πλούσιες οικογένειες διότι ήταν πιο εύκολο να τις χαλιναγωγήσει και σίγουρα ευκολότερο να τις ξεφορτωθεί... απλώς οι απαιτήσεις ήταν λιγότερες και οι ρόλοι ξεκαθαρισμένοι...

Δυο πράματα αποζητούσε από τη ζωή... την ησυχία και σίγουρα την ευτυχία της κόρης του, γι' αυτήν μάλιστα θα έπραττε τα πάντα... την υπέρτατη θυσία... Κοιτάχτηκε για μια ακόμη φορά στο καθρέφτη και απευθυνόμενος στον εαυτό του μονολόγησε είμαι ευτυχισμένος έτσι δε χρειάζομαι κάτι άλλο που θα χαλάσει τις ισορροπίες μου... είμαι νέος και εάν θέλω να περνάω καλά υπάρχουν αρκετά θύματα εκεί έξω... Εκείνη τη στιγμή ξαφνικά ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά και έναν ανεξήγητο πόνο... Του φάνηκε αρκετά περίεργο αλλά παρόλο που δεν ήταν άνθρωπος που τρομοκρατούνταν εύκολα δεν ήταν και αφελής... Συνέχισε το μονόλογο... θα πρέπει να με δει ίσως κάποιος γιατρός έχω φοβερό στρες το τελευταίο καιρό... Κάπως έτσι βγήκε από το δωμάτιο και κατεβαίνοντας τα σκαλιά για να πάρει πρωινό ένιωσε τον ίδιο πόνο εντονότερα, έτοιμο να τον πνίξει... ξεκινούσε από την καρδιά και έφτανε στα βάθη της ψυχής του.... του θύμιζε το λεγόμενο άδειασμα της ψυχής από ενοχλητικά συναισθήματα στο παρελθόν... αλλά δε μπόρεσε να το επιβεβαιώσει με ασφάλεια καθώς ο πόνος χάθηκε το ίδιο ξαφνικά... μάλλον δεν είναι τίποτα σκέφτηκε αλλά ας πάω σε ένα γιατρό από εβδομάδα για καλό και για κακό... ποτέ δε ξέρεις...



                                                                     ******************************



Η Αρετή σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού προς το χωριό κοντά στις δυο ώρες δρόμος δε μπόρεσε να πάρει τα μάτια της πάνω από τον καλό της... Ο Αλέξανδρος ήταν όλη της η ζωή και σίγουρα ένα τεράστιο στήριγμα στις δύσκολες εποχές, όταν μετά από χρόνια ξαναγύρισε στη μεγάλη πόλη εξαιτίας των σπουδών... Βέβαια ο λόγος που σήμερα ένιωθε μαγεμένη ήταν η εξωτερική του εμφάνιση και πιο συγκεκριμένα το ντύσιμο του... είχε πολύ καιρό να τον χαρεί με τόσο απλό και σπορ ντύσιμο, ένα τζιν παντελόνι και ένα μπλουζάκι, αφού το μεγαλύτερο μέρος της ντουλάπας του καταλάμβαναν τα κοστούμια και τα πουκάμισα. Το λεπτό κολλητό λευκό μπλουζάκι αναδείκνυε το υπέροχο σώμα, το οποίο είχε πολύ καιρό να νιώσει και αυτό την έκανε να φουντώνει... Ήξερε πως ήταν πολύ τυχερή αφού η παρουσία του Αλεξάνδρου δίπλα της πάντα προκαλούσε τη ζήλια αρκετών γυναικών γύρω τους. Σε καμία περίπτωση δε θα τον άφηνε τόσο εύκολα από δίπλα της και πόσο δε να επιτρέψει άλλη γυναίκα να τον πλησιάσει. Η ζήλια σίγουρα υπήρχε αλλά σε λογικά πλαίσια, καμία φορά δεν αποτέλεσε σοβαρό λόγο για καυγά τουλάχιστον από τη μεριά της.

«Με αγαπάς όσο και εγώτον ρώτησε ξαφνικά.

Χαμογελώντας της απάντησε μονολεκτικά... «Ναι...»

«Όπως πάντα κοφτές οι απαντήσεις σου αγάπη μου... σαν να βαριέσαι που είσαι μαζί μου.. μήπως δε θέλετε να σας ενοχλούμε κύριε Οικονόμου;» σχολίασε αδιάφορα

«Δε με ενοχλείτε δεσποινίς Βασιλείου... αντιθέτως διασκεδάζω αρκετά με την αφέλεια σας...»

Του έριξε μια μπουνιά στον ώμο... «Μμμμ μάλλον ξεχνάς ότι υπήρξα κάποτε αφελής... τα πρώτο καιρό που ήμουν απλώς ένα κορίτσι του χωριού, το οποίο ήρθε στην πόλη για να σπουδάσει... άβγαλτο χωρίς σημαντικές εμπειρίες στη ζωή... τώρα όμως είμαι πλέον ένα νέο άτομο.... πιστεύω πως είχες μια μικρή συνεισφορά σε αυτήν τη μεταμόρφωση δε νομίζεις

Ο Αλέξανδρος γέλασε, κλείνοντας το μάτι πονηρά... δεν έδωσε καμιά απάντηση για να την παιδέψει. Πρόσεξε πως σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού νύσταζε και αφού την παρότρυνε να κλείσει λίγο τα μάτια να ξεκουραστεί, της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο. Τον υπάκουσε χωρίς να αντιδράσει, άλλωστε τα πρησμένα πράσινα μάτια της μαρτυρούσαν την κούραση των προηγούμενων ημερών. Όση ώρα η Αρετή κοιμόταν άνοιξε λίγο το παράθυρο του αυτοκίνητου για να μυρίσει τη φύση γύρω του. Ήταν ένα υπέροχο ζεστό Σαββατιάτικο πρωινό μέσα Μαΐου πλέον και ήταν από τις λίγες φορές που μπορούσε να σκεφτεί με την ησυχία του. Το είχε πολύ ανάγκη αυτό το αίσθημα ηρεμίας αφού λόγω υπερβολικού φόρτου εργασίας δεν είχε την πολυτέλεια να μείνει λίγο μόνος με τον εαυτό του... Βέβαια έφταιγε και το μικρο `τέρας´ που είχε δίπλα του αφού ότι ελεύθερο χρόνο είχε τον διέθετε πάντα στην Αρετούλα του. Δεν τον ανάγκασε φυσικά και ουδέποτε τον περιόρισε, ήθελε και το έκανε, απλώς ευχόταν να είχε παραπάνω ώρες η μέρα του ώστε να τα προλάβαινε όλα με συνέπεια...

Στην μια ώρα οδήγησης που είχε απομείνει προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη τους προβληματισμούς του. Ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι από το άγχος αφού θα γνώριζε για πρώτη φορά την πολυαγαπημένη γιαγιά της, την Μαρθούλα όπως τη φώναζε τα τελευταία χρονιά. Εάν και η Αρετή του είχε πει ότι η γιαγιά της δεν είναι κανένας μπαμπούλας και σίγουρα όχι οπισθοδρομική το γεγονός μόνο και μόνο ότι ήταν υπερπροστατευτική απέναντι την εγγονή της, τον έβαλε σε σκέψεις για το εάν ένα ξεχωριστό σχέδιο προσέγγισης και εντυπωσιασμού ήταν απαραίτητο... Μάλλον είσαι υπερβολικός Αλέξανδρε... σταμάτα να σκέφτεσαι ως δικηγόρος και να τα βλέπεις όλα καχύποπτα.. μεταξύ του μαύρου και του άσπρου υπάρχει πάντα το γκρι.., τον μάλωσε το υποσυνείδητο του και συνέχισε την επίθεση... Ξέρεις πολύ καλά πως ο λόγος που αγχώνεσαι δεν είναι αυτή καθαυτή η συνάντηση αλλά μια συγκεκριμένη ερώτηση που κατά πάσα πιθανότητα θα τεθεί κατά τη διάρκεια της κουβέντας...

Η ερώτηση δε μπορούσε να ήταν άλλη από το τι σκοπό είχε για την εγγονή της και εάν σύντομα θα άκουγε ευχάριστα νέα... Βεβαίως αναμενόμενη η αντίδραση αφού ήταν τόσα χρόνια μαζί, σχεδόν τέσσερα. Έσκυψε το κεφάλι λες και του φάνηκαν αιώνες αλλά δεν παραπονιόταν η Αρετή ήταν το άλλο του μισό... Ως ζευγάρι άλλωστε από τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους είχαν συμφωνήσει πως μέχρι να τελειώσει και την σχολή της και η ίδια θα παρέμεναν στα σπίτια τους για να μπορούν με την ησυχία τους να υλοποιήσουν τους στόχοι τους και μετά την αποφοίτηση της θα συζητούσαν το ενδεχόμενο μιας συγκατοίκησης. Στην παρούσα φάση κανείς τους δεν ήταν έτοιμος για το μεγάλο βήμα όσο και εγωιστικό και να ακουγόταν... είχε κάποιες άλλες προτεραιότητες...

Ξαφνικά στο μυαλό του ήρθαν σκηνές από το παρελθόν. Η Αρετή τότε 21 χρονών εάν και ήταν ήδη στο δεύτερο χρόνο των σπουδών της χρωστούσε αρκετά μαθήματα από το πρώτο έτος. Η σύνταξη της γιαγιάς δεν έφτανε για τις σπουδές και οι όποιες οικονομίες της ίδιας ξοδευτήκαν τους πρώτους μήνες για την ενοικίαση και την αγορά του μικρού νοικοκυριού της. Το μικρο διαμέρισμα της στο κέντρο της πόλης ήταν παλιό αλλά το γεγονός ότι βρισκόταν κοντά στη σχολή αποτέλεσε καλό λόγο να μείνει εκεί και τα επόμενα χρόνια. Ειδικά όταν αναγκάστηκε στην αρχή να εργάζεται αρκετές ώρες στις λεγόμενες φοιτητικές θέσεις εργασίας θεωρούσε τον εαυτό της αρκετά τυχερό που σε 5-10 λεπτά μπορούσε να βρεθεί στο κρεβάτι της. Πάντα της εξέφραζε την ανησυχία του για τη συγκεκριμένη γειτονιά αλλά με τίποτα δεν άλλαζε γνώμη...

Την πρώτη τους συνάντηση τη θυμόταν σαν να έγινε χθες... το σκηνικό δεν έβγαζε τίποτα το ρομαντικό... ίσως είχε εξελιχθεί στον πλέον πιο βαρετό μέρος... τη βιβλιοθήκη της σχολής... τελειόφοιτος ο ίδιος 24 χρονών τότε ένιωθε πως η βιβλιοθήκη ήταν το δεύτερο σπίτι του μιας που ετοίμαζε τη διατριβή, ώστε να καταφέρει να πάρει το πτυχίο του. Εκεί ανάμεσα στις στοίβες των βιβλίων την πρόσεξε για πρώτη φορά... ακριβώς δίπλα του είχε καθίσει μια υπέροχη ψηλή κοπέλα με μακριά ξανθά σχεδόν χρυσαφένια μαλλιά... το παρουσιαστικό της δε μαρτυρούσε σε καμία περίπτωση τον πόνο της ψυχής της... αυτόν έμελλε να τον ανακαλύψει αργότερα... Αντίθετα έδινε την εντύπωση μια περήφανης κοπέλας με αγέρωχο πρόσωπο και ένα χαμόγελο σχεδόν αφοπλιστικό λες και ήταν μια μάγισσα που με το ραβδάκι της μπορούσε να σε μεταμορφώσει σε οτιδήποτε επιθυμούσε χωρίς ο αντίπαλος να μπορέσει να αντιδράσει...

Όταν τα βλέμματα τους συναντηθήκαν πριν από τέσσερα χρόνια, ένιωσε να χάνετε μέσα στα μεγάλα πράσινα της μάτια... ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο.. ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει... ένιωσε πως τίποτα δεν είχε σημασία πάρα μόνο τα μάτια και το χαμόγελο της. Δεν είχε το κουράγιο να της μιλήσει για να μάθει το όνομα και το μόνο που έκανε ήταν να χαμογελάει και ο ίδιος. Άρχισε από αμηχανία να κοκκινίζει σαν να ήταν παιδάκι δημοτικού οπότε προτίμησε να φύγει από δίπλα της το γρηγορότερο... Τότε ήταν που του ζήτησε έναν στυλό για να συνεχίσει τις σημειώσεις της... άκουσε για πρώτη φορά τη γλυκιά φωνή της...

«Με παιδεύει πολύ το μάθημα αυτό δεν έχω ιδέα από που να ξεκινήσω...» του είπε όλο νάζι...

«Ορίστε ο στυλός σου μπορείς να τον κρατήσεις δε τον χρειάζομαι.... όντως είναι ένα από τα δυσκολότερα μαθήματα του δεύτερου έτους, με λίγη προσπάθεια είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις... » της απάντησε εκείνος προσπαθώντας να κρύψει τα κατακόκκινα μάγουλα και να διατηρήσει τη ψυχραιμία του παράλληλα...

«Ναι πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο, έχω μείνει αρκετά πίσω αλλά τι να γίνει η ζωή δε μπορεί να είναι βολική πάντα υπάρχουν και ατυχίες..... με την ευκαιρία το όνομα μου είναι Αρετή.. Αρετή Βασιλείου δευτεροετής όπως σωστά μάντεψες... » .

«Αλέξανδρος Οικονόμου τελειόφοιτος... χάρηκα πολύ για την γνωριμία Αρετή ελπίζω να τα ξαναπούμε σύντομα...» προσπάθησε βιαστικά να κλείσει τη συνομιλία τους αφού δεν άντεχε άλλο... η ανδρική περηφάνια και ο εγωισμός είχαν οδηγηθεί σε μια άτακτη φυγή...

Κάπως έτσι γνωρίστηκαν αλλά ποτέ δεν πίστεψε πως αυτό το υπέροχο πλάσμα θα μπορούσε να τον αναζητήσει γεμάτη θάρρος και θράσος την επόμενη μέρα με πρόσχημα την επιστροφή του στυλού. Πάντα επιστρέφω αυτά που μου δανείζουν Αλέξανδρε... είναι αρχή μου... του εξήγησε αμέσως... Εκείνος όμως δεν την άκουγε, λες και είχε χάσει την αυτοπεποίθηση του, λες και είχε ξεχάσει το ότι ήταν ένα από τα πιο γνωστά ονόματα φοιτητών... είχε και αυτός τη γοητεία του και τις επιτυχίες στο πανεπιστήμιο αλλά όλα ισοπεδώθηκαν με μια ματιά. Πάντα είχε πολλές κατακτήσεις και φλερτ αλλά ποτέ καμία δεν τον σαγήνεψε τόσο προκλητικά σε σημείο να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του... Τέσσερα υπέροχα χρόνια... τόσες εικόνες τόσες αναμνήσεις... δύσκολα θα μπορέσουν να διαγραφούν...είναι μόνο δίκες μας Αρετή...συλλογίστηκε ευτυχισμένος...

Ο ίδιος υπήρξε και συνέχιζε να είναι ένας πολύ γοητευτικός άνδρας... Τα περισσότερα χαρακτηριστικά τα πήρε από τη μητέρα του, η οποία με πολύ κόπο τον μεγάλωσε μιας που ο πατέρας του σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα στο εργοστάσιο. Έτσι εξηγούνταν και η εμμονή να ασχολείται με παρόμοιες υποθέσεις στην εταιρία. Με την αποζημίωση που πήρε η νοικοκυρά τότε μητέρα του άνοιξε ένα καφενεδάκι σε ένα χωριό της Κρήτης. Εάν και στη τρυφερή ηλικία των πέντε έμεινε ορφανός από πατέρα δε του έλειψε ποτέ η αγάπη, η μητέρα του ήταν και τα δυο μαζί... πατέρας και μητέρα, τον προίκισε με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και του έμαθε την αξία των λέξεων σύνεση, ηθική και αγάπη. Δε θα ξεχάσει ποτέ πόσο περήφανα μίλαγε η μητέρα του σε όλους στο χωριό και ειδικά στους συγγενείς, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι που τους εγκατέλειψαν, όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο στη νομική σχολή. Όταν έφυγε για την πόλη να σπουδάζει της έδωσε την υπόσχεση πως κάποια στιγμή θα γινόταν πολύ επιτυχημένος και διάσημος... Πίστευε με σιγουριά πως παρόλο που δε βρίσκετε πλέον στη ζωή πάντα τον προστάτευε από ψηλά και πως έφυγε ευτυχισμένη από τη ζωή αφού ο γιος της είχε πάρει το δρόμο της επιτυχίας βασιζόμενος στις δικές του δυνάμεις...

Τις σκέψεις του και την αναδρομή στο παρελθόν διέκοψε το άγγιγμα στα καστανιά μαλλιά του των χεριών της Αρετής.

«Φτάσαμε; » τον ρώτησε επίμονα, τεντώνοντας τα χέρια προς τα πάω. Είχε περάσει μισή ώρα μόνο που έμοιαζε ημέρα ολόκληρη....

«Σε 10 λεπτά μην ανησυχείς ξέρω που είναι το χωριό σου... σε έχω αφήσει αρκετές φορές αλλά ποτέ δεν έχω καθίσει για να μη φέρουμε τη γιαγιά σου σε δύσκολη θέση με τα τόσα κουτσομπολιά... ήταν κοινή η απόφαση εάν θυμάμαι καλά... »

«Ναι ναι δίκιο έχεις... απλώς αγχώθηκα λιγάκι...» έπιασε μια τούφα από τη μαλλιά της και συνέχισε... «Συγγνώμη που δεν σου έκανα παρέα στην διαδρομή αλλά ήμουν πολύ κουρασμένη... ο λίγος ύπνος μου έκανε καλό πάντως... απέκτησα δυνάμεις για να αντιμετωπίσω την ιερά εξέταση... σκέφτομαι τι με περιμένει... και τρομάζω αλλά έχω προετοιμαστεί για όλα τα σενάρια...»

Ο Αλέξανδρος την κοίταξε απορημένος, μάλλον τρομαγμένος... τα λόγια της Αρετής δεν τον βοήθησαν και πολύ να χαλαρώσει... δέκα λεπτά περνάνε σαν νερό... τα χρονικά περιθώρια είχαν στενέψει και δεν είχε δίοδο διαφυγής πλέον...

Μόλις παρκάρανε το αυτοκίνητο έξω από την αυλή της Μάρθας και πριν προλάβει να εμφανιστεί η ίδια στην εξώπορτα η Αρετή του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο για να του δώσει θάρρος... Δε πρόλαβε να πει του κάτι άλλο αφού μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έκανε την εμφάνιση η τρομερή γιαγιά.... Η χαρά της απερίγραπτη, όρμησε γρήγορα έξω από το αυτοκίνητο και έτρεξε στην αγκαλιά της... Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε, σκεπτόμενος το πόσο εύκολα τον είχε ξεχάσει η αγαπημένη του... είχε μείνει ολομόναχος, αλλά έπρεπε να βρει τη δύναμη να αντιμετωπίσει το `θεριό´. Πήρε βαθιά ανάσα και κατευθύνθηκε προς τη μεριά τους... Ένα βράδυ είναι θα περάσει, ηρέμησε δικηγόρε θα τα καταφέρεις... μουρμούρησε καθώς διέσχισε την αυλή... Δε φοβόταν μόνο τη Μάρθα αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό που δε μπορούσε να πει ψέματα τόσο εύκολα.....



                                                                     ****************************



Πίσω στην πόλη ο Φίλιππος είχε κλειστεί στο γραφείο του από νωρίς το απόγευμα για να μελετήσει κάτι συμβόλαια σχετικά με την αγοραπωλησία κάποιων εκτάσεων γης, τα οποία θα τα χρησιμοποιούσε για την κατασκευή ενός πολυτελούς τουριστικού θέρετρου. Ανήσυχο πνεύμα από τη φύση του πάντα ήθελε να βρίσκει κάτι καινούργιο να ασχολείται και η δημιουργία μιας τέτοιας μονάδας ήταν μια πρώτης τάξης ευκαιρία να δοκιμαστεί σε κάτι καινούργιο. Δε χρειαζόταν να πάρει τέτοιο ρίσκο αλλά με κάποιο τρόπο ήθελε να ξεφύγει από τη μονοτονία της ζωής του. Ένα τηλεφώνημα στο προσωπικό του αριθμό διέκοψε τις σκέψεις του... ήταν ο καλός του φίλος ο Πέτρος Αναστασίου και μελλοντικός του συνεργάτης στο νέο εγχείρημα.

«Πέτρο καλησπέρα τι κάνεις;... θα σε έπαιρνα και εγώ σχετικά με τα σχέδια....»

«Καλησπέρα Φίλιππε συγνώμη που σε ενοχλώ Σαββατιάτικα άλλα ήθελα να σου υπενθυμίσω πως είσαι καλεσμένος στη δεξίωση το επόμενο Σαββατοκύριακου στη βίλα του μεγαλοδικηγόρου Σταύρου... εγώ με τη γυναίκα μου θα πάμε σίγουρα οπότε καλό είναι να παραστείς και εσύ...»

«Σταύρου... ποιος είναι αυτός και γιατί πρέπει να έρθω στη δεξίωση του; Το ξέρεις ότι τα βαριέμαι όλα αυτά.... άσε με στην ησυχία μου σε παρακαλώ...»

«Ο Απόστολος Σταύρου είναι δικηγόρος και ιδιοκτήτης μιας από τις μεγαλύτερες δικηγορικές εταιρίες στην πόλη μας... επίσης είναι το άτομο που θα μεσολαβήσει για μας ώστε να σταματήσουν οι αντιδράσεις σχετικά με την κατασκευή του θέρετρου από τους τοπικούς παράγοντες και τους κατοίκους της περιοχής μιας και έχει καταγωγή από το συγκεκριμένο μέρος... »

Του Φίλιππου δε του άρεσε καθόλου αυτή η εξέλιξη μιας που δεν είχε δίοδο διαφυγής... «Μάλιστα κατάλαβα δε μπορώ να το αποφύγω, σου υπόσχομαι πως δε θα το ξεχάσω αφού σχετίζεται με τη δουλειά μου... Το ερχόμενο Σάββατο είναι εάν δεν κάνω λάθος... »

Ο Πέτρος χάρηκε με την εξέλιξη, διότι θα είχε ακόμη ένα στήριγμα... «Ναι ναι το Σάββατο στις οχτώ νομίζω... θα ρωτήσω τη Μυρτώ ξανά για να είμαστε σίγουροι.... Κάλο είναι να φέρεις και τη Έλενα μαζί σου μιας που άκουσα πως ο γιος του γύρισε από το εξωτερικό αφού τελείωσε τις σπουδές του. Πιστεύω πως η δεξίωση γίνεται προς τιμή του... ποτέ δε ξέρεις τι μπορεί να προκύψει από μια τέτοια γνωριμία...»

«Εντάξει κατάλαβα ίσως κάνει καλό και σε μένα να ξεσκάσω λίγο και ίσως βρεθεί καμία καλή περίπτωση υποψηφίου μνηστήρα για την μοναχοκόρη μου μπας και βάλει μυαλό... Καλό βράδυ...»

«Καλό βράδυ και σε σένα και σε ευχαριστώ που δεν αρνήθηκες... ξέρω πολύ καλά πως νιώθεις... δες το θετικό της υπόθεσης, ίσως μας δοθεί η ευκαιρία και στους δυο μας για καινούργιες και ίσως πικάντικες γνωριμίες... » Ο Πέτρος δε μπορούσε να συγκρατήσει τα πονηρά γέλια του...

«Μερικά πράματα δεν αλλάζουν τελικά, είσαι ο αιώνιος γυναίκας φίλε μου, πρόσεξε μη σε μυριστεί η γυναίκα σου και μετά να δω τι θα κάνεις... καλό σου βράδυ... »

«Δε με νοιάζει η πρώτη φορά θα είναι, άλλωστε τα έχουμε συμφωνήσει και όπως είναι γνωστό με τα χρήματα που διαθέτω όλα μπορούν να τακτοποιηθούν... Τα λέμε... Γεια σου.»

Μετά το τηλεφώνημα ένιωθε κακοδιάθετος χρειαζόταν μια εκτόνωση και το γυμναστήριο φάνταζε μια πολύ καλή λύση. Η VIP συνδρομή στο συγκεκριμένο γυμναστήριο του εξασφάλιζε πρόσβαση σε πολλά αθλήματα πέρα από τα συνηθισμένα όργανα και διαδρόμους. Το κick boxing είναι από τα αγαπημένα του και με αυτό ήθελε να ασχοληθεί απόψε, το είχε τόσο ανάγκη... Του άρεσε η γυμναστική ενώ πάντα πρόσεχε το σώμα του, μάλιστα στον ίδιο χώρο είχε κλείσει σημαντικές συμφωνίες στο παρελθόν οπότε δε του φάνηκε καθόλου περίεργη αυτή η εμμονή να πάει Σαββατιάτικα να αθληθεί... Το μόνο που τον ανησύχησε ήταν ο πόνος στο στήθος που επανήλθε ξαφνικά... Ίσως είναι κάποιο κρύωμα μέσα στην άνοιξη τίποτα φοβερό μάλλον σκέφτηκε και σηκώθηκε να ετοιμαστεί.

Σε καμία περίπτωση δε προετοιμαζόταν για τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν και θα άλλαζαν για πάντα τη ζωή του.... Όλα τα ποτέ ήταν έτοιμα να γκρεμιστούν από μια αόρατη δύναμη, σαν μια σκιά να τον ακολουθούσε σε κάθε βήμα... ίσως είχε ένα φύλακα άγγελο δίπλα του τόσο καιρό... Ο μεγαλοδύναμος και ατρόμητος Φίλιππος Ραζής είχε καθορίσει τη μοίρα του προ πολλού αλλά η ίδια η μοίρα είχε άλλα σχέδια για εκείνον... οι προτεραιότητες θα άλλαζαν θεαματικά και όλα όσα προσπάθησε με κόπο να ξεχάσει θα έβγαιναν στην επιφάνεια για μια ακόμη φορά με απρόβλεπτες συνέπειες και ισχυρά ψυχολογικά σοκ.... Πάντα έλεγε στον εαυτό του ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτα... και όμως είχε... ένα άγνωστο συναίσθημα που είχε κρυφτεί τόσα χρόνια σε ένα λαβύρινθο... Όταν μια φωτιά σιγόκαιγε αργά, βασανιστικά μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι ολέθριο... χρειαζόταν λίγο λάδι απλώς...



                                                                  *****************************



Είχε πάει ήδη απόγευμα και κανείς από τους δύο επισκέπτες της γιαγιάς δε κατάλαβε πως πέρασε η ώρα, ίσως να έφταιγε το υπέροχο φαγητό της, ίσως η φύση και ο καθαρός αέρας του βουνού, ίσως η επιβλητικότητα της ίδιας και το χάρισμα της να αντιλαμβάνεται κάποια πράματα πολύ νωρίς... Προσπάθησε πολύ να τους δείξει ζεστασιά ώστε να χαλαρώσουν... Γιαγιά και εγγονή ήταν τρισευτυχισμένες, τίποτα δεν ήταν ικανό να τους στερήσει αυτή τη χαρά...

Ο Αλέξανδρος παρατηρούσε τη Μαρθούλα όση ώρα τους σέρβιρε σπιτικό μιλφέιγ... Πρόσεξε τόσα κοινά μεταξύ εγγονής και γιαγιάς και πρώτο και καλύτερο το αρχοντικό τους στυλ με κύριο χαρακτηριστικό την περηφάνια... Όχι την άσχημη περηφάνια, η οποία προκαλεί ίσως πόνο γιατί συνοδεύετε από αγένεια και αλαζονεία αλλά την περηφάνια που προκαλεί θαυμασμό και συνάμα σε ωθεί στο να παλεύεις μόνος σου. Η ομορφιά σίγουρα είναι οικογενειακή υπόθεση μιας που και η 65χρόνη πλέον γυναίκα διατηρούνταν πολύ καλά με τα καλοχτενισμένα ξανθά μαλλιά, παρόλο που αρκετές άσπρες τρίχες να είχαν κάνει την εμφάνιση τους όπως και οι ρυτίδες από την συνεχή έκθεση στον ήλιο... τίποτα όμως δε εμπόδιζε την ανάδειξη της επιβλητικότητας και την τεράστια δύναμη ψυχής. Είχε συνειδητοποιήσει πλέον από που πήρε η Αρετή αυτά τα τεράστια προτερήματα. Αποφάσισε να πάει να περπατήσει λίγο έξω στο χωριό με πρόφαση τον καλό καιρό και τη φύση.... έτσι θα της άφηνε λιγάκι μόνες τους ώστε να ξεκινούσε η ιερά εξέταση χωρίς παρεμβολές...

«Βγαίνω για καμία ώρα έξω να περπατήσω να γνωρίσω λίγο τις ομορφιές του χωριού....» τις δήλωσε λιτά και καμία φυσικά δεν τον εμπόδισε. Βγήκε μετά από μερικά λεπτά έξω για αναπνεύσει τον καθαρό αέρα.... ένιωθε ότι πνιγόταν....

Αφού η γιαγιά βεβαιώθηκε πως απομακρύνθηκε ο Αλέξανδρος, σηκώθηκε να πάρει την τράπουλα μέσα από το κομοδίνο της. Η Αρετή σοκαρίστηκε γιατί άλλα περίμενε τώρα που έμειναν μόνες τους και γιαυτό το λόγο είχε προετοιμαστεί αρκετά. Ήξερε πως ότι και να έλεγε θα έκανε το δικό της αλλά είπε να δοκιμάσει ούτε ή άλλως....

«Γλυκιά μου γιαγιά άσε σε παρακαλώ την τράπουλα και έλα εδώ δίπλα μου να κουβεντιάσουμε λίγο... θέλω πραγματικά να μου πεις τη γνώμη σου για τον Αλέξανδρο... έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε και θέλω πραγματικά να μοιραστώ τη χαρά μου μαζί σου...»

«Πρώτα θα ρίξουμε τα χαρτιά και μετά θα μιλήσουμε για τα πάντα... ξέρεις πολύ καλά ότι δεν πέφτω έξω... τόσα χρόνια που μεγαλώνεις μαζί μου τα ζωντανά και η τέχνη μου στο να λέω καλά τα χαρτιά σε τάιζαν... οπότε άσε με να κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα και μόνο έτσι θα μου λυθούν μερικές απορίες... τίποτα δε θα μείνει κρυφό να το θυμάσαι αυτό παιδί μου...» Η Μάρθα δε θα μπορούσε να αφήσει ανεκμετάλλευτη αυτή τη στιγμή... είχε ήδη καταλάβει αρκετά αλλά απλώς χρειαζόταν και μια επιβεβαίωση... Είχε βγάλει τα συμπεράσματα της για το σόι άνθρωπος ήταν ο Αλέξανδρος, σίγουρα καλό παιδί αλλά υπήρχε ένα αλλά που τη βασάνισε...

Η Αρετή εγκατέλειψε τα όπλα... δεν υπήρχε καμία σωτηρία... Η γιαγιά της πάντα είχε ένα λόγο για όλα... «Εντάξει πες μου τι θέλεις να κάνω ώστε να ηρεμήσεις...»

«Κόψε σε παρακαλώ λέγοντας το όνομα του αγαπημένου σου τρεις φόρες από μέσα σου και εγώ μετά θα κάνω τα υπόλοιπα...»

Μετά από λίγα λεπτά 16 διαφορετικά χαρτιά απλώθηκαν μπροστά τους και ενώ για την ίδια δεν έλεγαν και τίποτα σημαντικό η γιαγιά εμφανίστηκε προβληματισμένη σαν να ήθελε να επιλέξει προσεχτικά τις επόμενες κουβέντες της... Όταν η Μάρθα αποφάσισε να μιλήσει, η Αρετή δέχτηκε ένα καταιγισμό ερωτημάτων, το πρόβλημα ήταν ότι ενώ παρόλο ήταν άρτια προετοιμασμένη σε όλα τα θέματα περί Αλέξανδρου, δε περίμενε σε καμία περίπτωση τις συγκεκριμένες...

Η Μάρθα σοβάρεψε... «Βλέπω ότι εμφανίζεται ο αγαπημένος σου από την αρχή στο χαρτί σου και μάλιστα επιβεβαιώνει και το ταξίδι που κάνατε μαζί σήμερα μέχρι εδώ... όλα καλά θα μου πεις αλλά θέλω να σε ρωτήσω εάν ζηλεύει αρκετά;»

Η Αρετή την κοίταξε με δυσπιστία... προσπάθησε να αποκρυπτογραφήσει την αινιγματική ερώτηση... Προτίμησε να δώσει μια διπλωματική απάντηση... «Δεν έχω θέμα να σου πω γιαγιά άλλα δε καταλαβαίνω γιατί με ρωτάς κάτι τέτοιο... άλλωστε ποιος άνδρας δε ζηλεύει;».

«Λέγε μη με κουράζεις θα σου εξηγήσω αργότερα...» Της ανταπάντησε η Μάρθα χάνοντας την υπομονή της...

Η Αρετή πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε τις επεξηγήσεις... «Εντάξει τότε δε μπορώ να σου κρυφτώ....ναι ισχύει όταν πρωτογνωριστήκαμε ζήλευε αρκετά διότι ήμουν και πιο μικρή και μπορώ να πω ότι γενικά έκαιγα καρδιές στο πανεπιστήμιο ....μετά όταν ο ίδιος ξεκίνησε τη δουλεία η κατάσταση έγινε αφόρητη διότι δεν είχαμε καθόλου το ίδιο πρόγραμμα και έβγαινα τότε με τους φίλους μου πιο συχνά... όταν είδε όμως αργότερα ότι ποτέ δε του έδωσα δικαίωμα να με αμφισβητήσει κάπως ηρέμησε, η κατάσταση είχε βελτιωθεί... Μέχρι και ο προσωπικός μου καλλωπισμός άλλαξε.. ήταν απλός από το μακιγιάζ μέχρι το ντύσιμο και όλα αυτά για να τον πείσω ότι δε έπρεπε να ανησυχεί γιατί είχα μάτια μόνο για εκείνον... Στην πορεία περιόρισα τις εξόδους μου... άρχισα να διαβάζω και να αποδίδω καλύτερα στη σχολή και κυρίως πρόσεχα την συμπεριφορά μου με το αντίθετο φύλο...»

«Μάλιστα...» απάντησε εμφανώς προβληματισμένη... «το μόνο που θέλω να σου τονίσω είναι... να είσαι ιδιαίτερη προσεχτική επειδή η ζήλια του πολύ σύντομα θα προκαλέσει πολλά προβλήματα στη σχέση σας...» συνέχισε με πιο έντονο ύφος...

Η Αρετή έπρεπε να υπερασπιστεί τον άνθρωπο της... Εν μέρη η γιαγιά της είχε δίκιο να ανησυχεί αλλά πλέον η κατάσταση είχε καλυτερεύσει... «Λάθος κάνεις μάλλον εγώ είμαι αυτή που ζηλεύει ανά καιρούς πλέον... ειδικά όταν φοράει τα υπέροχα κοστούμια του... αχ πρέπει να τον δεις γιαγιά μου είναι θεός... γι' αυτό πάλεψα τόσο σκληρά να τελειώσω τη σχολή και να μπορώ να σταθώ αντάξια δίπλα του... είναι πολύ καλό και εργατικό παιδί και μ' αγαπάει, δε έχω κανένα παράπονο... Άλλωστε πως να ξεχάσω το γεγονός ότι με στήριξε όλον αυτόν τον καιρό και πιστεύω πως η συνάντηση μας ήταν καρμική... είμαστε δύο νέοι που κουβαλάμε το δικό μας σταυρό για διαφορετικούς λόγους αλλά είμαστε μαζί, παλεύουμε μαζί και μέχρι τώρα τα έχουμε καταφέρει... Μαρθούλα μου δε ξέρω τι θα φέρει το μέλλον αλλά τον λατρεύω και σίγουρα θα παλέψω να κρατηθεί αυτήν η σχέση... » Την πήρε το παράπονο ξαφνικά λες και ήταν μικρό κοριτσάκι....

Η Μάρθα την αγκάλιασε... κανείς άλλος δε αποζητούσε την ευτυχία της περισσότερο από εκείνην... «Σε καταλαβαίνω γλυκιά μου... δεν υπάρχει ωραιότερο πράμα στη ζωή ενός ζευγαριού πέρα από το σεβασμό και την εμπιστοσύνη, η θέληση της ψυχής και η δύναμη να προστατεύει ο ένας τον άλλον ειδικά στις δύσκολες στιγμές...» Εικόνες από το παρελθόν ήρθαν στο μυαλό της. Μπορούσε να της αναφέρεις το καλύτερο παράδειγμα αλλά σιώπησε... Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε... «να θυμάσαι πάντα ότι το βάρος των επιλογών μας ακολουθεί για μια ζωή και κάνεις δε ξέρει πότε έρχεται η εξιλέωση ή η λύτρωση, ή εάν ακόμη έρθουν ποτέ...» Ήθελε να χρησιμοποιήσει τη λέξη τιμωρία αλλά δε τόλμησε... Το παρελθόν άνηκε πάντα στο παρελθόν...

Η Αρετούλα μέσα στην αγκαλιά της ηρέμησε... σαν να τα έβλεπε όλα πιο ξεκάθαρα... «Μου τα έχεις διδάξει όλα αυτά από μικρή, όπως επίσης να προσέχω πολύ στη ζωή μου ειδικά όταν γνωρίζω νέους ανθρώπους... ακολουθώντας τη συμβουλή σου, τους αντιμετωπίζω λίγο καχύποπτα γιατί πιστεύω πως είναι μια μια μορφή άμυνας ώστε να αποφεύγω την κακία του κόσμου.... η μόνη εξαίρεση ίσως αποτελεί ο Αλέξανδρος...». Χαμογέλασε λες και είχε κάνει κάποια αταξία...συνέχισε με μια νέα ερώτηση... «Δε μου λες τι άλλο βλέπεις στα χαρτιά;»

«Εντάξει εντάξει θα σου πω εάν και είναι λίγο περίεργο το χαρτί σου σαν να μην είναι πολύ ξεκάθαρα ακόμη κάποια πράματα.... ». Ένας αναστεναγμός βγήκε από μέσα της αλλά συνέχισε.... «Σύντομα θα κανείς έναν δρόμο εσύ και ο αγαπημένος σου, στον οποίο και οι δυο σας θα βρεθείτε μπροστά σε μια μεγάλη στεναχώρια, αφού δυο καινούργια άτομα μπαίνουν στη ζωή σας.....να δες εδώ πέρα μια ντάμα τριφύλλι και ένας ρίγας μπαστούνι εμφανίζονται πάνω στο δρόμος σας...δε ξέρω τι σχέση έχουν αλλά εμφανίζονται ταυτόχρονα... το βλέπεις;»

«Ναι ναι τα βλέπω γιαγιά αλλά το θέμα είναι πως κανείς από τους δύο μας δεν έχει να κάνει κανένα ταξίδι οπότε μάλλον δεν υπάρχει πιθανότητα να γνωρίσουμε ένα ζευγάρι σύντομα... και εάν συμβεί λογικά θα είναι κάποιοι που θα αναζητήσουν ίσως κάποια νομική συμβουλή από τον Αλέξανδρο... δηλαδή τίποτα ανησυχητικό...»

«Όχι όχι επιμένω το βλέπω σίγουρα θα κάνετε δρόμο και εκεί θα γνωρίσετε αυτό το ζευγάρι... μετά έρχονται τα χειρότερα... πολύ στεναχώρια ζήλια και καυγάδες... πρόσεχε παιδί μου σε παρακαλώ τις επόμενες μέρες, πρόσεχε πολύ με το τι κάνεις και τι λες για να μην δημιουργήσεις προβλήματα....δυστυχώς δε μπορώ να δω κάτι άλλο παραπάνω για να σε προειδοποιήσω... κανε μου το χατίρι κόρη μου απέφευγε τα ταξίδια... σε παρακαλώ...»

Η γιαγιά της σπάνια παρακαλούσε για κάτι... πάντα οι κουβέντες ήταν σοφές και ποτέ δεν ήθελε να την απογοητεύει, οπότε αναγκάστηκε να δώσει την υπόσχεση... «Εντάξει στο υπόσχομαι... » και αμέσως την πήρε αγκαλιά για την ηρεμήσει. ...

Η Μάρθα αποφάσισε να πει μισές αλήθειες... τα χαρτιά της μαρτυρούσαν και αλλά εμπόδια αλλά αυτά με τον καιρό... ήταν άλλωστε γραφτό να ζήσει το μωρό της κάποιες καταστάσεις που ίσως την πονούσαν αλλά θα έβγαινε σοφότερη και δυνατότερη... Άλλαξε τελείως το θέμα συζήτησης... «Τώρα σηκώνομαι να φτιάξω καφεδάκι για να αφήσουμε τα χαρτιά και να πούμε κανένα κουτσομπολιό από το χωρίο, πριν επιστρέψει ο Αλέξανδρος από τη βόλτα του... »

Όταν απομακρύνθηκε η μικρή, άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει αλλά φρόντισε να το σκουπίσει γρήγορα. Δεν ήθελε να τη δει κλαμένη η εγγονή της αφού το είχε υποσχεθεί στον εαυτό της από τότε που έχασε την κόρη της και τον γαμπρό της σε αυτό το φοβερό ατύχημα... Ποτέ δεν της είπε τι συνέβη στο παρελθόν γιατί ήθελε να την προστατεύσει... ίσως της μιλούσε αύριο το πρωί, ίσως και όχι, να μην ήταν απαραίτητο... το μόνο που χρειαζόταν να γνωρίζει ήταν πως οι γονείς της είχαν πάει σε ένα καλύτερο κόσμο δίπλα στο Θεό και πως πάντα θα την πρόσεχαν από ψηλά... Παρόλο τις δυσκολίες έβλεπε πως μεγάλωσε με πολύ κόπο ένα αρκετά προικισμένο κορίτσι τόσο με την εξωτερική της εμφάνιση αλλά πολύ περισσότερο με τον εσωτερικό της ψυχισμό... Η Μάρθα ήταν σίγουρη πως η Αρετή μπορούσε να κατακτήσει τα πάντα ακόμη και να φέρει το καλοκαίρι μες στο χειμώνα... να μαλακώσει ακόμη και τις πιο κρύες καρδιές... ήταν σίγουρα μια περήφανη γιαγιά...

Το βλέμμα της στράφηκε προς τα ουράνια και σχεδόν ψιθυριστά μονολόγησε... Θεέ μου σε ευχαριστώ που την προστάτευες όλα αυτά τα χρόνια και που έφερες αυτό το νέο παλικάρι στο δρόμο της για στήριγμα... συνέχισε να κάνεις το ίδιο για να μπορέσει να ακολουθήσει τις σωστές επιλογές στη ζωή της αφού από εδώ και πέρα τίποτα δεν θα είναι το ίδιο...δυστυχώς τίποτα μα τίποτα δε μπορεί να εμποδίσει μια καταιγίδα... το θέμα είναι εάν η εγγονή μου βγει έξω από το σπίτι με την “ομπρέλα” της ή τελικά θα αποφασίσει να βγει τελείως `γυμνή´ χωρίς τον φόβο να βραχεί αφού ξέρει πως πάντα στο τέλος βγαίνει το ουράνιο τόξο... σε ικετεύω Μεγαλοδύναμε μου... Σηκώθηκε να φιλήσει την εικόνα της Παναγίας και εκείνη τη στιγμή επέστρεφε ο Αλέξανδρος από τη βόλτα του. Τα καφεδάκια τους ήταν έτοιμα και το υπόλοιπο απόγευμα κύλησε με πολύ γέλιο και καλή διάθεση, αφού θυμήθηκαν τα ευχάριστες στιγμές του παρελθόντος, ιστορίες από τα χωριά τους αλλά το κύριο θέμα ήταν οι σκανδαλιές της Αρετής της οποίας δικαιολογημένα της είχαν κολλήσει το παρατσούκλι `τέρας´...

Η ώρα για ύπνο πλησίασε και ενώ η γιαγιά ετοίμαζε το δωμάτιο τους η πόρτα του σαλονιού άνοιξε απότομα από τον ξαφνικό αέρα και τότε άκουσε μια συζήτηση που της προκάλεσε τρομερή ανησυχία....

Ο Αλέξανδρος με παιχνιδιάρικη διάθεση μίλησε πρώτος... «Αρετούλα μου ξέχασα να σου πω ότι έλαβα ένα τηλεφώνημα από το αφεντικό μου τον κύριο Σταύρου... οργανώνει ένα πάρτυ προς τιμήν του γιου του το άλλο Σάββατο... βλέπεις επέστρεψε από το εξωτερικό πριν από λίγες μέρες και αφού είναι ο μελλοντικός κληρονόμος της εταιρίας, ο πατέρας του θεώρησε σωστά με πρόσχημα την δεξίωση να τον γνωρίσουν οι συνεργάτες του και λοιποί επιχειρηματίες...»

Η Αρετή είχε μπερδευτεί... «Ναι και τι σχέση έχει με μας;»

Εκείνος ενοχλήθηκε με την άγνοια της αλλά προσπάθησε να χειριστεί την κατάσταση ψύχραιμα... «Έχει διότι είμαστε επίσημα καλεσμένοι του...μάλιστα μου ζήτησε να φέρω το ταίρι μου για να σε γνωρίσει επιτέλους από κοντά.... είναι ευκαιρία για μένα αυτήν όπως καταλαβαίνεις....έλα μη μου χαλάσεις χατίρι αγάπη μου...θα ξεσκάσουμε λίγο μιας που το εξοχικό του λέγεται πως είναι σε περιοχή φιλέτο στη Χαλκιδική με υπέροχη θεά στη θάλασσα... ξέρω πόσο αγαπάς τη θάλασσα είμαι σίγουρος πως θα σου κάνει καλό...»

Η Αρετή από την αμηχανία της έκανε ένα μορφασμό... αλλά έδωσε μια αινιγματική απάντηση... «Εντάξει θα δω εάν θα έρθω ξέρεις πως δε μπορώ αυτές τις συναντήσεις της επίδειξης πλούτου και χλιδής... εσύ φυσικά μπορείς να παραυρεθείς και χωρίς εμένα... θα το σκεφτώ όμως και θα σου πω σε μερικές μέρες...»

Ανικανοποίητος από τη φύση της ο Οικονόμου έπρεπε να πολεμήσει λίγο παραπάνω... «Εντάξει δεν επιμένω παραπάνω αλλά να θυμάσαι πριν αποφασίσεις ότι θα είναι μια θαυμάσια ευκαιρία και για σένα να δικτυωθείς αφού σε ένα μήνα ορκίζεσαι και θα είσαι πλέον μια τελειόφοιτη νομικής, άρα μια άνεργη...» Της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο για να της δείξει την κατανόηση του, αλλά δεν έπρεπε να επιμείνει παραπάνω, είχε έρθει η ώρα να ξεκουραστούν... «Ώρα για ύπνο νομίζω είμαστε και οι δύο πολύ κουρασμένοι...»

Η Αρετή έμεινε μόνη της στο σαλόνι βυθισμένη στις σκέψεις της... τα τελευταία του λόγια την αναστάτωσαν αφού έκρυβαν μια δόση αλήθειας... «Θα είναι μια θαυμάσια ευκαιρία να δικτυωθείς αφού σε λίγο καιρό θα ψάχνεις για δουλειά». Ίσως να έχει δίκιο θα ήταν ανόητο από τη μεριά μου να χάσω αυτήν την ευκαιρία σκέφτηκε αλλά προτίμησε να σιωπήσει προς στιγμήν μέχρι να επεξεργαστεί όλες τις δυνατότητες και προοπτικές... Τις σκέψεις της διέκοψε ένας ξαφνικός θόρυβος... δεν ήταν τίποτα άλλο από έναν κεραυνό που έπεσε κάπου κοντά... Η καρδιά της χοροπήδησε ρυθμικά... Από μικρή τους φοβόταν ως κατάλοιπο του παρελθόντος... των συμφορών... Είχε δίπλα της τόσο αγαπημένα άτομα αλλά ένιωθε απροστάτευτη, λες και έλειπε κάτι από τη ζωή της, κάτι δυνατό, ικανό να της απαλύνει με ένα άγγιγμα όλο τον πόνο... Ολιγαρκής από τη φύση της, ποτέ δεν επιδίωξε τα πολλά αλλά αναρωτιόταν εάν είχε έρθει η ώρα για το μεγάλο βήμα... Η φωνή του Αλέξανδρου την επανέφερε στην πραγματικότητα...

«Έρχεται καταιγίδα...» είπε δυνατά... «Είχα ξεχάσει το άρωμα της γης μετά τη βροχή, μου θυμίζει τόσα πολλά... αλλά τελοσπάντων είναι ώρα για ύπνο όμως, νιώθω πολύ κουρασμένος... θα σε περιμένω...»

Η γιαγιά καθόταν στο χολ πριν το δωμάτιο, είχε ακούσει όλη την κουβέντα αλλά απλώς κούνησε το κεφάλι της.... όλα είχαν πάρει το δρόμο τους, ίσως ήταν ο δρόμος του πόνου ή της αλήθειας, μικρή σημασία είχε, κανείς δε μπορούσε να εμποδίσει τη μοίρα... αλλά κανείς δεν έπρεπε να παίζει και με τη φωτιά... η πεζή καθημερινότητα είχε καμιά φορά την γλύκα της...

Η Αρετή την πρόσεξε που καθόταν αμίλητη απ' έξω... Δε τόλμησε καν να σηκώσει το βλέμμα της όταν πέρασε από μπροστά της. Η λέξη τύψεις είχε γραφτεί καθαρά στο μέτωπο της. Ειπώθηκε κάτι αόριστο από τη μεριά της.. «Καληνύχτα γιαγιά έρχεται καταιγίδα, κλείσε καλά τα παράθυρα... » Δάγκωσε το κάτω χείλος νευρικά όπως έκανε από μικρή... ένιωσε σαν είχε μόλις προδώσει τη Μαρθούλα της...

«Καληνύχτα παιδί μου... δυστυχώς έχει ξεκινήσει η βροχή αγάπη μου, το θέμα είναι πως δε ξέρουμε ούτε πότε θα σταματήσει ούτε τι καταστροφή θα φέρει...» Χαμογέλασε, γνωρίζοντας πως μια ασυμβίβαστη ψυχή σαν της εγγονή της ποτέ δε θα περιορίζονταν στα όρια του φυσιολογικού...



                        *****************************



Ο Φίλιππος κατευθυνόταν προς το γυμναστήριο και ήδη η διάθεση του είχε αλλάξει... Απέμεναν δυο ώρες μέχρι το κλείσιμο, χρόνος υπεραρκετός για να απελευθερώσει λίγο από την ενέργεια του. Μια στιγμή απροσεξίας τον ανάγκασε να πατήσει απότομα το φρένο του σπορ αυτοκινήτου που οδηγούσε... ένα σκυλί πέρασε γρήγορα ξαφνικά το δρόμο. Από πίσω είδε μια ηλικιωμένη κυρία γύρω στα 65 να κοντοστέκεται και να φωνάζει το όνομα του σκύλου- ένα κανελί Λαμπραντόρ - το οποίο υπάκουσε αμέσως στις προσταγές της...

«Ήρα Ήρα κορίτσι μου σε παρακαλώ μείνε ακούνητη δε μπορώ άλλο να σε κυνηγάω... αχ τι τραβάω πλέον μαζί σου... αχ δεν αντέχω άλλο... τόσα χρόνια και κάνεις το δικό σου... Ήρα δε μπορώ άλλο δε έχω άλλες δυνάμεις νομίζω πως θα λιποθυμήσω από την κούραση... στάσου εκεί να έρθω να σε πιάσω...»

Εκείνη την ώρα ο Φίλιππος είδε την ηλικιωμένη κυρία να προσπαθεί να διασχίσει το δρόμο αλλά σταμάτησε στη μέση του μονόδρομου, χωρίς να μπορεί να κάνει άλλο βήμα σαν να είχε μείνει από ανάσες... Βγήκε από το αυτοκίνητο γρήγορα με ένα μπουκάλι νερό και έτρεξε προς το μέρος της...

«Είστε καλά;» ρώτησε με ανησυχία.. «πιείτε λίγο νερό, θα σας κάνει καλό...» Είχε αρκετή ζέστη οπότε μάλλον κουραστήκατε από το κυνήγι του σκύλου...σκέφτηκε ανήσυχος.

«Σας ευχαριστώ πολύ να είστε πάντα καλά... πάω να καθίσω λίγο στο παγκάκι αλλά κάντε μου μια χάρη φέρτε τον σκύλο κοντά μου γιατί δεν αντέχω άλλο...σας διαβεβαιώνω ότι είναι πολύ φιλικός με όλους... μόνο εμένα παιδεύει...»

«Φυσικά παρκάρω το αυτοκίνητο και σας τη φέρνω...»

Την βρήκε καθισμένη στο παγκάκι να ακουμπάει έντονα το στήθος της, έδεσε το σκυλί παραδίπλα και την πλησίασε... «Σίγουρα είστε καλά πραγματικά ανησυχώ για σας...»

Η γυναίκα προσπάθησε να δικαιολογηθεί... «Σίγουρα η ζέστη φταίει και το ότι σε αυτήν την ηλικία βγήκα στους δρόμους να κυνηγήσω ένα σκυλί λες και είμαι κανένα κοριτσάκι... μεγάλη ευθύνη πάντως να το ξέρετε... άλλη τι να κάνω είναι δώρο...»

Ο Φίλιππος διασκέδασε με τη φλυαρία της άγνωστης γυναίκας... σαν να τη γνώριζε χρόνια... αποφάσισε να καθίσει δίπλα της για λίγο... «Εντάξει τότε θα σας κάνω λίγη παρέα και εάν θέλετε μπορώ να ειδοποιήσω κάποιον από την οικογένεια σας...»

Η γυναίκα συνέχισε τις επεξηγήσεις σαν να υπέφερε από τύψεις... «Σε ευχαριστώ πολύ παλικάρι μου αλλά είμαι μόνη μου σε αυτόν τον κόσμο... οι λάθος επιλογές και η σκληρότητα του χαρακτήρα μου με οδήγησε να χάσω το μοναδικό άνδρα που με αγάπησε σε αυτήν τη ζωή και παράλληλα να με απαρνηθεί το ίδιο μου το παιδί, η μοναχοκόρη μου, την οποία εγκατέλειψα και δεν ήμουν ποτέ δίπλα της να την προστατεύσω... τώρα δυστυχώς είναι αργά.... δε μπορώ να κάνω τίποτα άλλο παρά να ζητήσω συγχώρεση από το Θεό...»

Διέκρινε τον πόνο αυτής της κύριας και ένιωσε τον δικό του πόνο και μίσος να φουντώνει. Δε γνώριζε τι ακριβώς μισούσε ίσως την ίδια του τη μοίρα, ίσως τον ίδιο τον Θεό, ίσως πάλι τον ίδιο εαυτό του αφού τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί σε ένα παγόβουνο, χωρίς αισθήματα.... Θεώρησε πως ήταν προτιμότερο να φύγει αφού φοβόταν το άδειασμα της δική του ψυχής... σπανίως δάκρυζε αλλά δίπλα σε αυτή την άγνωστη δε μπορούσε να συγκρατηθεί...

«Σας χαιρετώ... πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβω δυστυχώς... να προσέχεται την υγεία σας περισσότερο.... ελπίζω να σας έρθουν όλα βολικά... καλό σας βράδυ...»

«Στο καλό παλικάρι μου και να θυμάσαι ποτέ να μην πληγώνεις τους γύρω σου... ο πόνος είναι πάντα δανεικός... πάντα επιστρέφεται και προκαλεί μεγαλύτερη μιζέρια. Εσύ θα βγεις χαμένος και σίγουρα θα καταντήσεις μόνος σαν και μένα, κανείς δε πρέπει να προκαλεί την τύχη του. Εάν έχεις κάπου μια γυναίκα που σε αγαπάει ποτέ να μην την αφήσεις και κυρίως να τη σέβεσαι και να την προσέχεις σαν πραγματικός φύλακας άγγελος... με αυτόν τον τρόπο πότε δε θα την χάσεις... όταν δίνεις αγάπη, αγάπη θα λαμβάνεις όχι ισάξια αλλά είναι καλύτερο από το μίσος...».

«Ευχαριστώ για τη συμβουλή αλλά ευτυχώς έχω ήδη μια γυναίκα στη ζωή μου που με λατρεύει και την λατρεύω... την κόρη μου... ξέρω πως δε θα με προδώσει ποτέ οπότε δεν είναι ανάγκη να βρω κάποια άλλη... είμαι ήδη ευτυχισμένος».

«Ποτέ μη λες ποτέ αγόρι μου, η μοναξιά είναι δύσκολο πράμα, ακόμη και ο πιο ισχυρός λυγίζει ... ποτέ δε ξέρεις τι σου ξημερώνει και πως τα φέρνει η ζωή να το θυμάσαι αυτό... εμείς κρατάμε το κλειδί της ευτυχίας... αλλά και της δυστυχίας...».

Ο Φίλιππος έσφιξε δυνατά την παλάμη του, κατευθυνόμενος προς το αυτοκίνητο... έπρεπε να φτάσει στο γυμναστήριο το γρηγορότερο. Μισούσε τις γυναίκες αλλά απολάμβανε τον έρωτα μαζί τους και όσο πιο έντονη και βίαιη ήταν η συνεύρεση τόσο πιο ολοκληρωμένος ένιωθε... ίσως ήταν μια παροδική ευτυχία αλλά ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει τα ζωώδη ένστικτα του... Είχε χαράξει την πορεία του, πονηριές, ψέματα, πίεση και καυγάδες με το αντίθετο φύλο απλώς είχαν διαγραφτεί από το λεξιλόγιο του...



                                                                      ***************************



Η Έλενα ευδιάθετη, βρισκόταν στο δωμάτιο της, μόλις είχε τελειώσει τη δοκιμή του βραδινού φορέματος. Ήταν πολύ κομψό και της ταίριαζε απόλυτα ακόμη και το χρώμα του - βαθύ κόκκινο της φωτιάς – τόνιζε το απαλό ανοιχτόχρωμο δέρμα της και τα μελιά μάτια. Αυτό το μήνα είχε επιλέξει ένα απαλό καστανό χρώμα για τα μαλλιά της, τα οποία παρόλο που δεν ήταν πολύ μακριά, αναδείκνυαν τις πλούσιες μπούκλες. Το μόνο που έμενε να τακτοποιήσει για την αυριανή βραδιά ήταν το μακιγιάζ της, προτίμησε κάτι απαλό για να μην φαντάζει υπερβολικό.

Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της και θυμήθηκε τη μητέρα της. Έμοιαζε πολύ με τη συγχωρημένη... το χρώμα του δέρματος και των ματιών μέχρι κάποια χαρακτηριστικά του προσώπου όπως τα χείλια και τα ζυγωματικά. Η μητέρα της ήταν μια προικισμένη γυναίκα με μια εκθαμβωτική ομορφιά και ένα παραστατικό αρχοντικό που δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο, μέχρι και σήμερα όλοι μιλάγανε για την ομορφιά της. Μέχρι και το ύψος πήρε από την ίδια – ίσα ίσα πλησίαζε το 1.65 - αλλά αυτό δεν την ενοχλούσε καθόλου, αφού οι κατακτήσεις από όμορφους νεαρούς ήταν συνεχείς... Ποτέ δε χρειάστηκε να κυνηγήσει, πάντα την κυνηγούσαν. Όταν έβγαινε έξω με την Άρτεμις πάντα ακούγαν τα καλύτερα σχόλια. Το κακό βέβαια ήταν πως βαριόταν εύκολα και όλα έμοιαζαν με ένα παιχνίδι παιδικό.... αμέσως περνούσε στο επόμενο με ευκολία...

Βέβαια η ομορφιά της μητέρας της δε θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο και τον πατέρα της... από την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους στο πανεπιστήμιο εάν και σε διαφορετικές σχολές, φυσικά την είχε ερωτευτεί παράφορα. Ο ίδιος υπήρξε ένας γοητευτικός άνδρας στην νεότερη ηλικία με ανοιχτόχρωμο δέρμα, καλογυμνασμένο κορμί, ψηλός κοντά στο 1.90 με φοβέρες πλάτες και σαγηνευτικά γαλάζια μάτια, τα οποία έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τα ελαφρώς σπαστά κατάμαυρα μαλλιά του. Ακόμη και σήμερα στα 45 του δεν είχε χάσει την ομορφιά του, ούτε είχε παραμελήσει το σώμα του... λάτρης της σωστής διατροφής και γυμναστικής άλλωστε δε θα μπορούσε να συμβεί το αντίθετο. Παράμενε ένας εντυπωσιακός κύριος , ο οποίος είχε μαγέψει κατά καιρούς όχι μόνο κυρίες κοντά στην ηλικία του αλλά και πιο νεαρές κοπέλες με πρώτες και καλύτερες τις ίδιες τις φιλενάδες , οι οποίες σκορπούσαν επιφωνήματα θαυμασμού κάθε φορά που τον συναντούσαν. Το μόνο που την προβλημάτιζε ήταν το ότι ο μπαμπάς της είχε χάσει το χαμόγελο του εδώ και πολύ καιρό. Σίγουρα είχε στεναχωρηθεί αρκετά στη ζωή του και σε συνδυασμό με το στρες της δουλείας, δε του δινόταν η ευκαιρία να απολαύσει αρκετά πράματα που για κάποιους θεωρούνταν αδιαπραγμάτευτα όπως ο έρωτας...

Πήρε τη φωτογραφία αγκαλιά και αφού τη φίλησε δυο φορές άρχισε να μιλάει στη μητέρα της. Δε το συνήθιζε αλλά απόψε είχε ανάγκη να το πράξει λες και ένιωθε πως κάτι κακό θα τους χτυπούσε την πόρτα πολύ σύντομα...

«Θα κάνω ότι περνά από το χέρι μου να τον ξανακάνω να χαμογελάσει, να τον δω ευτυχισμένο και γιατί όχι να γνωρίσει μια σύντροφο που θα τον φροντίζει και θα τον αγαπάει πραγματικά...» Το τελευταίο το εννοούσε και πίστευε πως και η μητέρα της επιθυμούσε το ίδιο... εκεί ψηλά...

«Μαμά σου ορκίζομαι πως θα προσπαθήσω πολύ για να μην τον βλέπω άλλο πια θλιμμένο... το κυριότερο να πιάσει το νόημα της ζωής ξανά... να αποκτήσει συναισθήματα... βαρέθηκα να έχει τη φήμη του αδιάφορου και δύστροπου κατακτητή...». Ο πατέρας είχε αποκτήσει περίεργη φήμη, πράμα που στεναχωρούσε διπλά την Έλενα... η λέξεις παγόβουνο, μισογύνης ήταν λίγες από εκείνες με τις οποίες τον χαρακτήριζαν ανά καιρούς....

«Μαμά μη μου θυμώσεις είμαι σίγουρη πως δε θα σε ξεχάσει ακόμη και εάν ερωτευτεί ξανά.... προστάτευσε εμένα και τον μπαμπά όπως κάνεις πάντα....ααα... και να μη το ξεχάσω στείλε και στο δρόμο το δικό μου κάποιον νεαρό με ενδιαφέρουσα προσωπικότητα γιατί έχω βαρεθεί με τα ίδια και τα ίδια τον τελευταίο καιρό...»

Η Ραζή έβαλε τα γέλια διότι ήξερε πως αυτό δεν θα συνέβαινε στο κοντινό μέλλον ειδικά με τη συμπεριφορά της που πάντα έκρυβε μια υπερβολική αλαζονεία. Να αλλάξει σίγουρα δεν ήθελε, ούτε πότε προσπάθησε φυσικά... περίμενε φυσικά ένα θαύμα... μόνο εάν βρισκόταν κάποιος αρκετά τολμηρός να κάνει υπομονή αρκετή... Το τελευταίο σενάριο φάνταζε ακατόρθωτο αφού μεγάλωσε σαν μια αληθινή πριγκίπισσα, όλοι ήταν έτοιμη πάντα να την υπηρετούν με μια κίνηση... Κανένα φυσιολογικό παλικάρι δεν θα αποδεχόταν μια τέτοια συμπεριφορά εύκολα... Δεν απογοητευόταν όμως, αφού στην παρούσα φάση δεν είχε ανάγκη από τόσο νωρίς να γνωρίσει την αγάπη με τα βάσανα της... είχε καιρό άλλωστε για κάτι πιο σοβαρό αργότερα. Επιδίωκε να γνωρίσει τον έρωτα, την επικίνδυνη πλευρά του έρωτα, σε αυτήν που κάποιος παραδίνεται ολοκληρωτικά χωρίς όρους ή γιατί... τον έρωτα που αναγκάζει κάποιον να παραλογίζεται χωρίς τύψεις....

Είχε ξεχαστεί... αλλά είχε ηρεμήσει κάπως... Κοίταξε το ρολόι της η ώρα είχε πάει 10.30, ο πατέρας της είχε επιστρέψει από το γυμναστήριο αφού άκουγε την τηλεόραση στο σαλόνι. Δεν είχε πολύ όρεξη να του κάνει παρέα οπότε προτίμησε να ξαπλώσει αφού πρώτα διάβαζε ένα βιβλίο. Έπρεπε να κοιμηθεί νωρίς για να δείχνει φρέσκια την επόμενη μέρα... Δε γνώριζε φυσικά πως η ευχή της έμελλε να πραγματοποιηθεί πολύ σύντομα... ο έρωτας θα της χτυπούσε την πόρτα... θα παραδινόταν δίχως όρους, ανήμπορη να διακρίνει το λογικό από παράλογο... τυφλωμένη όμως από κακία ήταν πρόθυμη επίσης να καταστρέψει την ίδια την αγάπη μόνο και μόνο να μη βγει χαμένη...



                                                                      ******************************



Το επόμενο πρωί ήρθε και η ατμοσφαίρα στο σπίτι του  Φίλιππου Ραζή ήταν πολύ χαρούμενη μιας που 15 Μαΐου ήταν τα γενέθλια της αγαπημένης οικονόμου Μαργαρίτας. Στο τραπέζι τους περίμεναν πέρα των συνηθισμένων, σπιτικές λιχουδιές όπως κρουασάν, κέικ σοκολάτας, τάρτα μήλου, λουκουμάδες με μέλι και κουλουράκια όλα από τα χεράκια της. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα φορούσε η ίδια την ποδιά της και τους ετοίμαζε με μεράκι αυτά που της είχε μάθει η δική της μητέρα όσο ζούσαν στο χωριό. Όταν τακτοποίησε και την τελευταία πιατέλα με τα αλλαντικά χαμογέλασε υπερήφανη για το τελικό αποτέλεσμα. Ήταν σίγουρη πως το αφεντικό της θα χαμογελούσε , το ίδιο και η μικρή του σπιτιού αφού ετοίμασε τα αγαπημένα τους με περίσσια αγάπη. Τότε θυμήθηκε τις κουβέντες της μητέρας της και χαμογέλασε.

«Μια γυναίκα να θυμάσαι κόρη μου ότι μπορεί να κερδίσει έναν άνδρα με τη μαγειρική της γιατί όπως είναι γνωστό ο έρωτας πάντα περνάει από το στομάχι...»

Αναπόλησε τα χρόνια της αθωότητας της στο χωριό της στους πρόποδες του βουνού, της είχε λείψει το πράσινο, η φύση και η μυρωδιά της γης, του τόπου της. Αναγκάστηκε να μετακομίσει στην πόλη με τη μητέρα σε μικρή ηλικία πριν ακόμη κλείσει τα 14, αφήνοντας πίσω το πατρικό της και την αγαπημένης της φίλη – το διαβολάκι - όπως τη φώναζε... Δούλεψε σκληρά και παρόλο που ποτέ δεν έκανε δική της οικογένεια θεωρούσε την οικογένεια του αφεντικού τη δική της οικογένεια και την κόρη του κόρης της... τόσο πολύ τους αγαπούσε. Ξεκίνησε να εργάζεται στο σπιτικό τους από τα πρώτα χρόνια – η Κυρά ήταν ακόμη ζωντανή – οπότε βίωσε μαζί τους και τις χαρούμενες στιγμές αλλά και τον πόνο μετά το θλιβερό γεγονός. Ένιωσε πολύ ευτυχισμένη και στα εξήντα της πλέον δεν είχε να ζητήσει τίποτα άλλο από το Θεό παρά μόνο να τους προσέχει όλους και να τους έχει καλά στην υγεία τους... Ίσως είχε να ζητήσει και κάτι ακόμα για να νιώσει πιο ευτυχισμένη... αλλά δε μπορούσε να το πει δυνατά γιατί θα την κατσάδιαζε ο Φίλιππος.

Αρχικά βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχε κανείς γύρω της, στη συνέχεια σταύρωσε τα χέρια, κοιτάζοντας όλο σεβασμό τον ουρανό.... Η προσευχή της δεν αφορούσε καν την ίδια... Σε παρακαλώ Παναγία μου φέρε σε αυτό το σπίτι μια νέα αφεντικίνα, η οποία θα αγαπάει τον κύριο και την Έλενα σαν να είναι δικό της παιδί, ώστε να χαμογελάσει ξανά ο ίδιος και εγώ σου υπόσχομαι πως θα την στηρίζω και θα την προσέχω καλύτερα από τα μάτια μου...σίγουρα θα της μάθω όλα τα μυστικά μου στο μαγείρεμα για μπορεί να μαγέψει πιο πολύ το αφεντικό ώστε να μην την αφήσει ποτέ όπως κάνει με τις άλλες σουρλουλούδες....

Την παράκληση στην Παναγία τη διέκοψαν οι φωνές τους καθώς είχαν ήδη εμφανιστεί στον κήπο να πάρουν το πρωινό τους. Τη φώναξαν σχεδόν αμέσως για να βγει έξω... Πρώτη ήρθε στην αγκαλιά της η Έλενα, η οποία με ένα τεράστιο χαμόγελο αφού πρώτα έλεγξε το τραπέζι με τα εδέσματα, της ευχήθηκε.... «Πολυαγαπημένη μου νταντά ξέρεις πόσο σε αγαπάω και εάν καμία φορά σε στεναχωρώ σου ζητάω συγγνώμη... σου εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να τα χιλιάσεις και να είσαι πάντα μαζί μας ευτυχισμένη και γεμάτη με υγεία.....και για δεις ποσό καλή είμαι σου υπόσχομαι πως θα αλλάξω και θα σοβαρευτώ...»

Η Μαργαρίτα γέλασε δυνατά... ήταν το καλύτερο αστείο που είχε ακούσει εδώ και καιρό... Στη συνέχεια σχολίασε χαριτολογώντας... «Μου φαίνεται πως κάπου τα έχω ξανακούσει αυτά τα λόγια... αλλά δε μπορώ να θυμηθώ που ακριβώς έχω γεράσει πλέον... ». Συνέχισε να γελάει αλλά την ευχαρίστησε για τις ευχές της με μια ζεστή αγκαλιά...

«Και εμένα μου φαίνεται πως κάπου τα έχω ξανακούσει όλα αυτά... αλλά και δεν θυμάμαι... ίσως τα ακούσαμε και οι δυο από το ίδιο άτομο Μαργαρίτα μου...» συμπλήρωσε ο Φίλιππος

«Λες αφεντικό; σίγουρα είμασταν μαζί τότε...» χάιδεψε στοργικά τα μαλλιά της κατσουφιασμένης Έλενας.

«Είμαι σίγουρος αλλά ονόματα δε θα πω... να τα εκατοστήσεις Μαργαρίτα μου να είσαι πάντα γερή και δυνατή για να κάνεις υπομονή μαζί μας όπως όλα αυτά τα χρόνια.... δε θα ρωτήσω τι θα ήθελες για δώρο διότι είμαι σίγουρος πως δε πάρω απάντηση όπως και παλιότερα.... δε χρειάζεται να σου θυμίσω πως ανά πάσα στιγμή μπορείς να ζητήσεις το παραμικρό...»

«Το ξέρω αυτό αφεντικό καλώς ή κακώς δε χρειάζομαι τίποτα από σένα....μόνο την αγάπη σας... άλλωστε έχω κάνει ήδη την ευχή μου για σήμερα εάν και δεν έχω σβήσει τα κεράκια της τούρτας ακόμη...»

«Πολύ καλά τότε εάν είμαστε έτοιμοι ζήτα να μας σερβίρουν τον καφέ και κάθισε να φας μαζί μας σε παρακαλώ....» Την πρόλαβε πριν αντιδράσει... «Δε δέχομαι όχι για απάντηση... γνωρίζεις πολύ καλά πόσο ισχυρογνώμων και πεισματάρης είμαι...»

Το διασκέδασαν όλοι τους αυτό το πρωινό αλλά μόλις η Έλενα έκανε να σηκωθεί για αρχίσει τις ετοιμασίες της, ο πατέρας της τη σταμάτησε με σοβαρό ύφος με πρόσχημα πως ήθελε να της μιλήσει. Η Μαργαρίτα αποσύρθηκε διακριτικά για να τους αφήσει μόνους...

«Ουφ μπαμπά ελπίζω να μην μου πεις για μια ακόμη φορά να προσέχω, να μην οδηγήσω μεθυσμένη και όλα τα υπόλοιπα που μου λες κάθε φορά... σε πληροφορώ ότι τα έχω εμπεδώσει όλα πλέον δεν είμαι χαζή...» Η Έλενα επίτηδες κοίταξε προς τις ανθισμένες τριανταφυλλιές αφού πραγματικά δεν την ενδιέφερε το κήρυγμα του πατέρας της....

«Ναι φυσικά και θα στα ξαναπώ δεσποινίς μου όχι μια αλλά εκατό φορές... γιατί αυτήν είναι η υποχρέωση μου ως πατέρας... να σε συμβουλεύω και να σε μαλώνω για τα τυχόν λάθη σου. Δεν είσαι σε θέση να μου κάνεις παράπονα οπότε θα σε παρακαλέσω να αφήσεις αυτό το υφάκι γιατί δε θα τα πάμε καθόλου καλά.... με κατάλαβες μικρή μου;» της απάντησε με νεύρα ενώ σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι...

«Εντάξει σε κατάλαβα, συγγνώμη δε έπρεπε να μιλήσω έτσι... μην ανησυχείς θα προσέχω στο υπόσχομαι... πάντα προσέχω να το ξέρεις... δεν είμαι τόσο άμυαλη όσο νομίζεις... μπορώ να αποχωρίσω τώρα;» Προσπάθησε να γίνει πιο γλυκιά αλλά μάταια... ο Ραζής της συμπεριφερόταν σαν να ήταν μικρό κοριτσάκι και εκείνη έμοιαζε αβοήθητη ανάμεσα στις ανασφάλειες και τα άγχη του.

Ο Φίλιππος συνέχισε με το ίδιο αυστηρό τόνο... «Όχι θέλω να σε ενημερώσω και για κάτι ακόμη... σε προειδοποιώ πως δεν δέχομαι όχι για απάντηση... το άλλο Σάββατο είμαστε καλεσμένοι σε μια δεξίωση στη βίλα ενός μεγαλοδικηγόρου στη Χαλκιδική... και θα πρέπει οπωσδήποτε να με συνοδεύσεις... δεν είναι πρέπον να πάω μόνος μου αφού χρειάζομαι το συγκεκριμένο άνθρωπο και τις γνωριμίες του για να ολοκληρώσω μια επαγγελματική συμφωνία. Τώρα μπορείς να αποσυρθείς... »

«Ε όχι πάει το Σάββατο μου έλεος γιατί μου το κάνεις αυτό μπαμπά, γιατί με εκδικείσαι τόσο...τι να κάνω εγώ μαζί σας, θα είναι βαρετά... λυπήσου με σε παρακαλώ...» Προσπάθησε να πάρει ένα ικετευτικό στυλ...

«Σου είπα πως δε δέχομαι το όχι για απάντηση... θα έρθεις θες δε θες μαζί μου... και δεν πιστεύω πως θα είναι τόσο βαρετά. Είμαι σίγουρος πως θα υπάρχουν τόσοι νέοι αφού η δεξίωση γίνεται προς τιμήν του γιου του... που ξέρεις ίσως γνωρίσεις κάποιον ενδιαφέρον νεαρό... κανε το προγραμματισμό σου ανάλογα και πρόσεχε το ντύσιμο σου να είναι κομψό όπως και το μακιγιάζ σου απλό... δε θέλω υπερβολές....» Ακούστηκε πιο αυστηρός αλλά δεν είχε άλλο τρόπο να πείσει την κόρη του...

Η Έλενα σκέφτηκε τις πιθανότητες και τις προοπτικές.... όλα φάνηκαν να ήταν υπέρ της... Μετά από λίγο συμφώνησε... «Εντάξει νομίζω πως είπες τη μαγική λέξη... δε θα σου χαλάσω το χατήρι, με χαρά θα σε συνοδεύσω και ειλικρινά όλοι θα μιλάνε για την υπέροχη και πανέμορφη κόρη σου...». Γέλασε πονηρά, ενώ έσκυψε να τον φιλήσει πριν αποχωρήσει, μπας και τον καλόπιανε...

«Σταμάτα αυτή την τακτική πλέον Έλενα μεγάλωσες πια και πρέπει να αντιλαμβάνεσαι τη σοβαρότητα μιας κατάστασης... σου έχω θυμώσει αρκετά... αλλά για να δεις ότι δεν είμαι αχάριστος σου δίνω μια εβδομάδα πριν ξεκινήσεις την πρακτική σου στην εταιρία...»

«Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ... σαν όνειρο μου φαίνεται μια εβδομάδα επιπλέον ελευθερίας... σίγουρα δε θα σε απογοητεύσω το Σάββατο... αλλά προσπάθησε να βρεις μια γυναίκα επιτέλους για να σε συνοδεύει σε κάτι τέτοιες εκδηλώσεις, ώστε να μη με τραβολογάς από εδώ και εκεί... σε φιλώ πάω να ετοιμαστώ...» του έκλεισε το μάτι και έφυγε γρήγορα για να μην τα ξανακούσει....

Ο Φίλιππος δεν άντεξε άλλο. Ξανακάθισε την καρέκλα του απογοητευμένος με την όλη συμπεριφορά της Έλενας... την είχε κακομάθει και τώρα η κατάσταση είχε ξεφύγει... Είχε μέσα του μια μικρή ελπίδα αλλά κρατούσε μικρό καλάθι... Μίλησε μόνος του δυνατά... «Αχ τι θα κάνω με αυτό το κορίτσι ας με βοηθήσει κάποιος επιτέλους, ας μπορέσει κάποιος να το συνεφέρει...» Ακουγόταν τόσο αβοήθητος και τόσο μόνος αλλά ήταν η επιλογή του πλέον... εάν ίσως είχε περισσότερη πίστη ίσως όλα να ήταν πιο εύκολα στη ζωή του... την είχε χάσει προ πολλού όμως, δεν πίστευε καν στη σωτηρία της δικής του ψυχής...



                                                               *******************************



Το επόμενο πρωί η Αρετή και ο Αλέξανδρος ξυπνήσανε πολύ νωρίς χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Ίσως να έφταιγε η φύση και το βουνό και ο ύπνος ήταν πιο `ελαφρύς´ σε σχέση με της πόλης. Βρήκαν καφέ έτοιμο στην καφετέρια, σπιτικά κουλουράκια με άρωμα κανέλας καθώς και λουκουμάδες με μέλι και καρύδια. Το σημείωμα της γιαγιάς στο τραπεζάκι του καθιστικού έλεγε... επιστρέφω σε καμία ώρα, μη με περιμένετε ... μπορείτε να φάτε ότι τραβάει η όρεξη σας...

«Η γιαγιά θα βγήκε έξω να ταΐσει τα ζώα μας τα προβατάκια και τις κατσικούλες μας...» τον ενημέρωσε η Αρετή... ενώ ο Αλέξανδρος κοίταξε γύρω του απορημένος... Στη συνέχεια τον παρότρυνε... «Ας πάμε πίσω στο δωμάτιο να ντυθούμε και να ετοιμάσουμε τις βαλίτσες μας, μόλις η βροχή σταματήσει θα μπορέσουμε να πάμε μια βόλτα με τη γιαγιά στα γειτονικά χωριά... δε το πιστεύω πως δε κόπασε λιγάκι η βροχή, όλο το βράδυ χτυπούσε αλύπητα το παράθυρο...»

«Το φαντάστηκα... τα ίδια έκανε και η συγχωρημένη η μάνα μου στο χωρίο μου... μόνο που εμείς είχαμε αγελάδες και πολλές κότες....» έκανε μια παύση λες και έβλεπε τη μάνα του πρωί πρωί μέσα στο κοτέτσι να μιλάει στις κότες. Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του... συνέχισε «Θα ήθελα πολύ να σε είχα γνωρίσει στη μητέρα μου αλλά δεν προλάβαμε..έχασε την άνιση μάχη με το θάνατο πολύ νέα. Θα ήταν πολύ περήφανη για μένα και με την επιλογή της κοπέλας μου... μια θεά δίπλα στο γιο της που τον προσέχει και σίγουρα θα τον βοηθήσει να ανέβει ψηλά...» Τελείωσε την πρόταση του με ένα υπονοούμενο. Στη συνέχεια έκλεισε την πόρτα του δωματίου με δύναμη, ενώ έσκυψε να τη φιλήσει παθιασμένα...

Δε του αντιστάθηκε... πως θα μπορούσε άλλωστε, της είχε λείψει αρκετά τις τελευταίες εβδομάδες... Ένιωσε το καλοσχηματισμένο στήθος της να ανορθώνεται και τις ρώγες της να σκληραίνουν καθώς το φιλί του να γινόταν όλο και πιο έντονο, σαν έναν άνθρωπο που ξαφνικά ανακάλυπτε την όαση στη μέση της ερήμου....

Την έσφιξε πιο πολύ στην αγκαλιά του ώστε τα σώματα τους να έρθουν πιο κοντά και νιώσει και εκείνη πόσο πολύ την ποθούσε. Για κάποιο λόγο δε μπορούσε να σταματήσει... ένιωθε τη φωτιά μέσα του... ήθελε να την γευτεί εδώ και τώρα. Ξεκίνησε να την φιλάει στο λαιμό και βασανιστικά αργά κατέβαινε όλο πιο χαμηλά.. μετά έκανε κάτι που δε το συνήθιζε.. της έσκισε το μπλουζάκι με μανία και ξεκίνησε να χαϊδεύει πρώτα και μετά να γλύφει τα ερεθισμένα της στήθη. Ο Αλέξανδρος δε μπόρεσε να το εξηγήσει... ήθελε απλώς να κάνει κάτι τρελό...δε τον ένοιαξε που δεν ήταν στο σπίτι του, δε τον ένοιαξε που σε λίγη ώρα θα επέστρεφε η γιαγιά... ήθελε να την κάνει δική του, μόνο δική του...

Η Αρετή ένιωσε την καυτή ανάσα του να την σιγοκαίει, τα φιλιά του ήταν μεθυστικά και για πρώτη φορά παραληρούσε χωρίς καν να ξεκινήσουν την κύρια πράξη. Αυτός ο βίαιος και πολύ παθιασμένος Αλέξανδρος τη γέμισε με πρωτόγνωρα συναισθήματα... είδε το προβατάκι να μεταμορφώνεται σε ένα λύκο και αυτό την πλημμύριζε με ενθουσιασμό... Όση ώρα την κράταγε αγκαλιά σφιχτά ο ιδρώτας του καλογυμνασμένου κορμιού του έπεφτε πάνω της αλλά δεν την πείραξε... Το δωμάτιο είχε πλημμυρίσει με μυρωδιές πάθους και ευφορίας... Σαν υπνωτισμένη δε μπορούσε να αντισταθεί, άρχισε να του τραβάει τα πυκνά του μαλλιά και όταν τα μεγάλα καστανά μάτια του την κοίταξαν, ήξερε ακριβώς τι ήθελε και η ίδια να πράξει... Ο Αλέξανδρος ήταν μόνο δικός της...

Κατευθύνθηκαν προς το κρεβάτι αλλά πριν προλάβουν να συνεχίσουν, δυο κεραυνοί ο ένας πίσω από τον άλλον ακούστηκαν πολύ κοντά. Η Αρετή ενστικτωδώς έκλεισε τα αυτιά της και χάθηκε στην αγκαλιά του, αφήνοντας μια μικρή κραυγή φόβου. Ο Αλέξανδρος την αγκάλιασε πιο τρυφερά και τη φίλησε στο μέτωπο ... στη συνέχεια ξεκίνησε να την πειράζει μήπως και την ηρεμούσε...

«Δε περίμενα ποτέ πως η κοπέλα μου θα ήταν τόσο φοβιτσιάρα... να και κάτι ακόμη να προσθέσω στην μακρά λίστα με τις φοβίες... δε ξέρω όμως, δυσκολεύομαι πάνω ή κάτω από τα φίδια να την τοποθετήσω δεσποινίς Βασιλείου;»

«Είσαι μεγάλο γαϊδούρι Οικονόμου τελικά αντί με ηρεμήσεις με κοροϊδεύεις.... από μικρή τους φοβάμαι... στην πόλη δε φοβάμαι τόσο πολύ γιατί ακούγονται πολύ μακρινά.. εδώ στο χωριό όλα ακούγονται πιο έντονα και διαφορετικά λες και η φύση απελευθερώνει μια μανία και μεταμορφώνει τα πάντα σε υπερθετικό βαθμό ...»

«Όπως μεταμόρφωσε και εμάς λίγα λεπτά πριν υποθέτω...» Της έκλεισε πονηρά το μάτι και συμπλήρωσε λέγοντας... «σήμερα το βράδυ δε θα μου γλιτώσεις να το ξέρεις...»

«Θα αποδεχτώ την πρόκληση σας και θα είμαι έτοιμη να σας αντιμετωπίσω... να ξέρετε πως ο αγώνας δε θα είναι άνισος έχω κάποια κρυφά όπλα να χρησιμοποιήσω κύριε Οικονόμου..» τον φίλησε γλυκά και τον παρότρυνε να σηκωθούν γρήγορα να ντυθούν πριν τους πιάσει στα πράσα η γιαγιά της.

Οι λουκουμάδες και τα κουλουράκια τους γέμισαν με ενέργεια και ενώ απολάμβαναν μια δεύτερη κούπα καφέ, η Μαρθούλα επέστρεψε από τον αχυρώνα με τα ζώα. Πρώτα τους καλημέρισε χαρούμενη ενώ έτρεξε γρήγορα να αλλάξει τα ρούχα της και να πλυθεί, ώστε να μπορέσει να κάνει μια περιήγηση με το ερωτευμένο ζευγαράκι στις ομορφιές της περιοχής. Με κλεφτές ματιές, παρατηρούσε ότι ήταν πραγματικά ένα ταιριαστό ζευγάρι, αγαπημένο και γεμάτο αθωότητα. Αυτό σίγουρα την γέμιζε με χαρά και ήταν σίγουρη πως η Αρετή ένιωθε στο τώρα πραγματικά ευτυχισμένη λόγω του Αλέξανδρου, αυτού του τρυφερού και καλού νεαρού... Το αύριο μπορούσε να περιμένει λίγο ακόμη....

Για την εγγονή της ήταν απολύτως σίγουρη πως η λέξη αθωότητα την χαρακτήριζε ακόμη και σήμερα παρόλο που είχε μετακομίσει στη πόλη για τις σπουδές από τα 19 της αναγκασμένη να εργαστεί σκληρά για την επιβίωση της τα πρώτα χρόνια... παρόλο που στο παρελθόν είχε δοκιμαστεί αρκετά, εξαιτίας της εξωστρέφειας της κατάφερε να γνωρίσει αρκετά άτομα που πραγματικά τη στήριζαν σε έναν άνισο αγώνα... Στο μυαλό της Αρετής υπήρχε μόνο το καλό και πάντα υποστήριζε ότι όλα γίνονταν πάντα για ένα σκοπό. Δυστυχώς ο κόσμος γύρω τους δεν ήταν τόσο αγγελικά πλασμένος, ούτε τόσο δίκαιος... κάποια στιγμή θα γνώριζε και ανθρώπους πονηρούς,.. οι οποίοι θα λάτρευαν το δόλο και την κακιά... αυτοί οι άνθρωποι δε γνώρισαν την αληθινή έννοια της λέξης αγάπης, πάντα στέκονταν θεατές στις εξελίξεις ανίκανοι να αγαπήσουν ή να αγαπηθούν...

Μακάρι τα παιδιά μου, παρόλο πού είναι ακόμη στην αρχή τη σχέση τους να μη γνωρίσουν την σκληρότητα των ανθρώπων... ακόμη και εάν δεν είναι στο μέλλον μαζί πραγματικά εύχομαι αυτός ο νεαρός να είναι πάντα ευτυχισμένος για το καλό που έχει κάνει στο κορίτσι μου αυτά τα 4 χρόνια... Σκέφτηκε κάπως δυνατά και παράλληλα έβαλε τις φωνές στο ζευγαράκι που χαχάνιζε στο σαλόνι...

«Άντε εσείς οι νέοι δεν έχετε καθόλου αίσθηση της ώρας... εδώ είναι χωριό και η ώρα κυλάει πιο γρήγορα... κοντεύει να μεσημεριάσει και δεν έχουμε κάνει τίποτα ακόμη... άντε σηκωθείτε να πάμε μια βόλτα να σας χαρώ λίγο πριν φύγετε... θέλω να φύγετε μέρα από το χωρίο για να φτάσετε νωρίς...»

«Εντάξει γιαγιά... όπως διατάξετε...» είπαν και οι δύο με ένα στόμα και έβαλαν τα γέλια ταυτόχρονα...

Αποχώρισαν από το χωριό μερικές ώρες αργότερα φανερά γοητευμένοι με το τοπίο... Η άνοιξη δικαιολογημένα αποκαλείται η ομορφότερη εποχή του χρόνου και φρόντισε να χρωματίσει αυτό το μικρο τόπο με πιο ζωντανά χρώματα... Όλα κύλησαν ομαλά για την Αρετή... η αποστολή γνωριμίας του Αλέξανδρου με τη γιαγιά στέφτηκε με απόλυτη επιτυχία. Όπως παρακάλαγε με το που έφτασαν στο χωρίο έτσι και έγινε... φάνηκε αμέσως η συμπάθεια της Μάρθας απέναντι στον άνθρωπο, τον οποίο έλπιζε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της μαζί του, εάν και ουδέποτε είχε συζητηθεί κάτι τέτοιο σοβαρά ως ζευγάρι... Ίσως πλέον ο χρόνος ήταν κατάλληλος... δεν ήθελε να τον χάσει από κοντά της... εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να έχασε την αναπνοή της... ή ακόμη και τη ψυχή της... θα έμενε μισή...

Η Αρετή επέστρεφε στην πόλη ευτυχισμένη και μαζί τους ακολούθησε μια νέα καταιγίδα, πιο ισχυρή, έτοιμη να απειλήσει τις λεπτές ισορροπίες του ζευγαριού.... Βάδιζαν και οι δυο σε τεντωμένο σκοινί, ήταν θέμα χρόνου να σπάσει.... Ο γκρεμός φαινόταν επικίνδυνος αλλά έμοιαζε μονόδρομος... λυτρωτικός... Όλα είχαν προσχεδιαστεί όμως ακόμη και η πορεία προς το γκρεμό... οι πόρτες μπροστά της αρκετές, άλλες κλειδωμένες και άλλες όχι... σε κάποια θα μάθαινε την αξία του σεβασμού... σε μια άλλη το νόημα της εμπιστοσύνης ακόμη την έννοια της κακίας... Έπρεπε να ανοίξει όλες τις πόρτες πριν φτάσει στο τέλος... έπρεπε να δοκιμάσει τις αντοχές της και το κυριότερο θα έπρεπε να συμβιβαστεί με το παρελθόν...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου