Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΦΤΑ

Τρεις μήνες μετά....

Το καλοκαίρι είχε περάσει αλλά η ζέστη δεν έλεγε να υποχωρήσει. Μέσα Σεπτεμβρίου πλέον και κόσμος συνέχιζε να κατακλύζει τις παραλίες. Τα σχολεία είχαν ήδη ξεκινήσει αλλά αυτό δεν εμπόδιζε τις τελευταίες αποδράσεις από το κλεινόν άστυ των οικογενειών τα Σαββατοκύριακα. Πολλοί από τους αδειούχους επέστρεψαν, προσπαθώντας να συνηθίσουν την κίνηση, την ατμοσφαιρική ρύπανση και τα νευρά των οδηγών. Η ζωή όλων των πρωταγωνιστών ήταν αρκετά ήρεμη, χωρίς εντάσεις...
Το ζεύγος Αλέξανδρος – Έλενα απολάμβανε τα τελευταία μπάνια τους. Κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών τους προτίμησαν να γυρίσουν αρκετά τα υπέροχα ελληνικά νησιά. Προτίμησαν το Αιγαίο, αφού τα νερά του Ιονίου είναι γενικά κρύα. Με το σκάφος της οικογένειας Ραζή αρχικά επισκέφτηκαν νησιά των Κυκλάδων. Αγάπησαν περισσότερο τη Σαντορίνη με το γνωστό και όχι αδίκως ηλιοβασίλεμα, τη Φολέγανδρο για τη διαφορετικότητα και τη γαλήνη και τη Μήλο για τις υπέροχες παραλίες. Ζούσαν τον έρωτα τους αφού πλέον και οι δυο δήλωναν ερωτευμένοι και ευτυχισμένοι. Δεν κοίταξαν πίσω στο παρελθόν αλλά και το παρελθόν δεν τους ενόχλησε. Ο Αλέξανδρος είχε χαλαρώσει αρκετά. Το άξιζε, είχε εργαστεί πολύ σκληρά το τελευταίο χρόνο. Δεν φανταζόταν πως θα ήταν τόσο ευτυχισμένος με την Έλενα, δε πίστευε πως θα μπορούσε να σταθεί επάξια δίπλα της και το κυριότερο είχε ξεχάσει την Αρετή. Το τελευταίο μήνυμα της τον ανησύχησε αλλά δε τόλμησε να της τηλεφωνήσει. Δεν ήθελε να αναλωθεί σε διαμάχες. Είχε κάνει την επιλογή του και προς το παρόν δικαιώθηκε. Οι γνωριμίες του αυξήθηκαν όπως και οι νομικές του υποθέσεις. Η γνωριμία του με το Φίλιππο Ραζή δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη αρχικά, αφού η καχύποπτη αντιμετώπιση του πατέρα της δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια λανθασμένων χειρισμών και υπερβολών. Ήθελε να ευχαριστεί την κόρη του για να είναι και ο ίδιος ευχαριστημένος χωρίς όμως να την κακομαθαίνει. Με δυο ματ κινήσεις κέρδισε εν μέρη τη συμπάθεια του Ραζή, Πρώτον ανάγκασε την Έλενα να ξεκινήσει πρακτική στην εταιρία του πατέρα της και δεύτερον κανόνισε εκ νέου συνάντηση μεταξύ Ραζή και Σταύρου με αποτέλεσμα την θετική συμφωνία μεταξύ τους. Η ανέγερση του ξενοδοχείου είχε ξεκινήσει και η αντίδραση των κατοίκων περιορίστηκε μετά τη παρότρυνση του αφεντικού του. Μάλιστα σε κάποιες από τις μικρές τους αποδράσεις είχαν για παρέα το αφεντικό του με τη γυναίκα του. Έγινε κάποια αναφορά στο όνομα της Αρετής κυρίως από τη γυναίκα του. Η προσωπική ιστορία της πρώην του την είχε συγκινήσει αλλά η συζήτηση δεν έγινε άβολη για καμία από τις δυο πλευρές. Η αδυναμία προς το όνομα του από τον Απόστολο μαρτυρούσε τις μελλοντικές προοπτικές. Ήταν έτοιμος να εκμεταλλευτεί οποιαδήποτε ευκαιρία του δοθεί , έχοντας δίπλα του την Έλενα.

Ο Φίλιππος απόλαυσε μερικές μέρες χαλάρωσης στην εξοχική του κατοικία παρέα τις περισσότερες μέρες με την οικογένεια Οικονόμου. Δυστυχώς η συνεχής παρουσία της Μυρτώς δεν επέτρεπε έξαλλες εξόδους με τον κολλητό του. Δεν τον ένοιαξε, είχε πραγματικά χαλαρώσει. Οι υποχρεώσεις τον τελευταίο καιρό αυξημένες αλλά προτιμούσε την εργασιομανία παρά το καθισιό. Απασχολούσε το μυαλό του με αυτό το τρόπο. Διένυε περίοδο αποτοξίνωσης από το γυναικείο πληθυσμό αλλά κυρίως είχε καταφέρει να αποβάλλει την εμμονή του με την Αρετή. Σίγουρα είχε λάβει το μήνυμα του πριν από τρεις μήνες αλλά ουδέποτε πήρε κάποια απάντηση. Δεν ήξερε τι να υποθέσει αλλά σίγουρα δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί παραπάνω. Η μάσκα έπεσε και το αληθινό πρόσωπο της φάνηκε γρήγορα. Διψούσε για λεφτά και ήταν ικανή για όλα. Στο παρελθόν είχε γνωρίσει ανάλογες περιπτώσεις και με το τρόπο του διόρθωνε τυχόν παραφωνίες. Αμυδρά στο μυαλό του υπήρχε μια ανησυχία αλλά ο άλλος του εαυτός ο κακός δεν επέτρεπε αδυναμίες και συναισθηματισμούς. Ο Πέτρος τον είχε ρωτήσει κάποια στιγμή. Του είχε αποκαλύψει την αλήθεια του σχετικά με την ερωτική τους συνεύρεση, την επιταγή και όλα τα σχετικά, πάνω σε μια έκρηξη θυμού καιρό πριν. Το μετάνιωσε αμέσως διότι οι ερωτήσεις του φίλου του, του έφερναν αναμνήσεις διαλόγους και πράξεις, οι οποίες δικαίως κατά τη γνώμη του πάλευε να ξεχάσει. Βέβαια ο κολλητός είχε εστιάσει κυρίως στο ερωτικό κομμάτι αλλά με κόπο προσπάθησε να αποφύγει οποιαδήποτε αναφορά. Αγαπούσε πολύ τη θάλασσα και τα θαλάσσια σπορ ειδικά το σκι. Το χειμώνα προτιμούσε το kick boxing. Όλα κύλησαν όμορφα και το κυριότερο ήταν ευτυχισμένη η κόρη του. Προς μεγάλη του έκπληξη είχε πάρει τον ίσιο δρόμο με την παρότρυνση του Αλέξανδρου. Ίσως τον είχε παρεξηγήσει αρχικά αλλά η επιμονή και το πάθος του για δουλειά τον είχαν κερδίσει. Δεν τον εμπιστευόταν πλήρως αλλά προς το παρόν ήταν αρκετά ευχαριστημένος με τη συμπεριφορά του.
Η Έλενα εάν τη ρωτούσε κάποιος για το πως ένιωθε τους τελευταίους μήνες, η λέξη εκστασιασμένη τα έλεγε όλα. Η ζωή της απέκτησε νόημα και και η δημιουργικότητα αποτελούσε μια από της προτεραιότητες πλέον. Η εποικοδομητική εργασία στην εταιρία του πατέρα της άλλαξε τη νοοτροπία και από ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο μεταμορφώθηκε σε μια κοπέλα με προσδοκίες, απογοητεύσεις και θέληση. Ακόμη και ο μπαμπάς της δεν πίστευε σε αυτή την αλλαγή, αλλά σίγουρα ο καλός της πιστώθηκε αυτή τη μεταμόρφωση. Η σχέση της με τον Αλέξανδρο είχε αναβαθμιστεί ένα επίπεδο. Σίγουρα ήταν ευτυχισμένη, σίγουρα υπήρχε μέλλον και προοπτική. Πολύ νωρίς για τέτοιες συζητήσεις αλλά μπορούσε να ονειρεύεται. Βέβαια οι σκέψεις αυτές υπήρχαν προς το παρόν μόνο στο δικό της μυαλό. Τόλμησε μόνο να τις εκμυστηρευτεί στη φίλη της Άρτεμις μερικές μέρες πριν, ενώ απολάμβαναν το απογευματινό τους μπάνιο. Η φίλη της μοιραζόταν τα δικά της προβλήματα της σχέσης της με το Διονύση. Τρεις μήνες πριν εκείνη η μέρα στο μπαρ αποτέλεσε και την αρχή της σχέσης αυτής. Βέβαια και ο δικός τους δρόμος δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα αλλά βγήκανε και οι ίδιοι πιο δυνατοί. Η Άρτεμις θα την καταλάβαινε σίγουρα. Η συζήτηση μαζί της τη βοήθησε καθώς συνειδητοποίησε πως μάλλον βιάζετε. Αγωνιούσε ακόμη να ανακαλύψει τις δυνάμεις της, τις προτεραιότητες και τα ιδανικά της. Έπρεπε να τεστάρει ακόμη τον εαυτό της, να βεβαιωθεί κυρίως για τα δικά της συναισθήματα και τα όρια. Όταν είχες περάσει τόσα χρόνια από τη ζωή σου σε σπατάλες, ανούσιες φιλίες και φλερτ, καλοπέραση χωρίς προβληματισμούς, ο κίνδυνος ήταν ορατός. Προς στιγμήν δε της έλειπε ο παλιός τρόπος ζωής αλλά την κούραζε η ρουτίνα. Αραιά και που είχε την ανάγκη να ξεδώσει αλλά όχι σε υπερβολικό σημείο. Η ζωή της ήταν αρκετά ήρεμη και το πιο ευχάριστο, τα φαντάσματα του παρελθόντος είχαν χαθεί μάλλον οριστικά...

***********************************

Η Αρετή επέστρεφε πίσω στην πόλη. Είχε περάσει όλο το καλοκαίρι με τη γιαγιά της, ξέγνοιαστα και χαλαρά. Η αποφοίτηση της πλησίαζε και είχε κανονίσει και κάποιες συνεντεύξεις. Ο δύσκολος αγώνας της αναζήτησης εργασίας μόλις ξεκινούσε. Ήταν πανέτοιμη με πολύ καλές συστατικές επιστολές. Χρειαζόταν ίσως και γνωριμίες, δεν τις διέθετε αλλά είχε μάθει να αγωνίζεται. Οι συζητήσεις που είχε κάνει με τη γιαγιά της, είχαν βοηθήσει στο καταλάγιασμα του θυμού της. Είχε κάποια σχέδια στο μυαλό της κάτι σαν μικρή εκδίκηση αλλά δεν ήταν σίγουρη εάν μπορούσε να ασχοληθεί μαζί τους πλέον. Είχε δώσει όρκο στη Μαρθούλα πως δε θα κοιτούσε ποτέ πίσω παρά μόνο μπροστά. Ίσως όταν επέστρεφε πίσω και έβρισκε μια δουλειά θα τα ξεχνούσε όλα και θα έκανε μια νέα αρχή. Η κολλητή της, υπέρτατη υποστηρίκτρια της νέας αρχής, θα τη στήριζε σε κάθε της απόφαση και καινούργιο βήμα. Μιλούσαν μέρα παρά μέρα στο τηλέφωνο και δυστυχώς μάθαινε τις εξελίξεις. Άλλωστε τα περιοδικά και το διαδίκτυο σε κατατόπιζαν αρκετά για τις καλοκαιρινές διακοπές των πλουσίων με πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Δεν μπορούσε να κρύψει την απογοήτευση της αλλά η γιαγιά της ήταν πάντα δίπλα να μαζεύει τα συντρίμμια. Η Έρικα είχε έρθει 2-3 φορές στο χωριό, μάλιστα τη μία μαζί με τη Δέσποινα. Είχαν μάθει πολύ εποικοδομητικά πράματα όπως το άρμεγμα των κατσικιών πρωί και βράδυ, να ταΐζουν τις κότες, να μαζεύουν τα αυγά τους και το βασικότερο να ξυπνάνε μια εβδομάδα συνεχόμενη 5 η ώρα το πρωί.
Έλπιζε πως το παρελθόν δε θα τη καταδιώξει, προσδοκώντας όντως σε μια καινούργια αρχή με μια δυνατότερη και ανανεωμένη Αρετή. Ίσως με λίγη τύχη γνώριζε και κάποιον νεαρό. Θα το επιδίωκε σίγουρα εάν δε μπορούσε να πει με σίγουρα πως θα αγαπούσε κάποιον ολοκληρωτικά. Ίσως ένα χαλαρό φλερτ θα την ικανοποιούσε περισσότερο. Για ένα πράμα ίσως στεναχωρήθηκε περισσότερο για το ότι δε μπόρεσε να χαρεί τη θάλασσα αυτό το καλοκαίρι. Τη θάλασσα που τόσο αγαπούσε και ένιωθε τόσο οικεία όταν βρισκόταν κοντά της λες και είχε γεννηθεί σε κάποιο νησί. Η ανασυγκρότηση απαιτεί θυσίες και η ίδια είχε κάνει αρκετές αυτούς τους τρεις μήνες...
Πήρε ταξί να πάει σπίτι από το σταθμό των ΚΤΕΛ. Δεν είχε πει τίποτα σε καμιά, θα ήταν έκπληξη. Στα μέσα της διαδρομής το ταξί σταμάτησε για να εξυπηρετήσει έναν όμορφο νεαρό κοντά στην ηλικία της. Θα κατέβαινε πιο νωρίς από την ίδια οπότε δεν επηρέαζε καθόλου τη διαδρομή της. Κάθισε μπροστά. Το στυλ και το ντύσιμο δίναν την αίσθηση ενός χαλαρού χαρακτήρα χωρίς προβλήματα και άγχος. Από το καθρέφτη πρόσεξε κάποια στοιχεία του προσώπου του. Φαινόταν γλυκούλης με κοινότυπα χαρακτηριστικά καστανά μαλλιά και μάτια, σκούρο δέρμα λόγω ηλιοθεραπείας πιθανόν. Αυτό που της άρεσε πιο πολύ ήταν τα μεγάλα καστανά μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες, δίναν την αίσθηση της ειλικρίνειας. Ο ταξιτζής καθώς προχωρούσε έβαλε ένα μελαγχολικό κομμάτι στο ραδιόφωνο. Η ίδια ζήτησε ευγενικά να αλλάξει το σταθμό αλλά ο νεαρός επέμενε για το αντίθετο. Μάλιστα σχολίασε «Όποια πονεμένη ψυχή μπορεί να ακούσει ανάλογα κομμάτια με ευχαρίστηση τότε έχει βρεθεί ένα σκαλοπάτι πιο κοντά στη λύτρωση...».
Η Αρετή συγκλονίστηκε από αυτή τη δήλωση και γρήγορα συμπλήρωσε «Υπάρχουν και πονεμένες καρδιές που δεν μπορούν να παραδεχτούν τον πόνο τους και αυτή η άγνοια τους φέρνει δυο σκαλοπάτια μακριά από τη λύτρωση».
Ο νεαρός στράφηκε προς το μέρος της και την κοίταξε με έντονο στοχαστικό βλέμμα. Η ερώτηση του την αφόπλισε «Εσείς δεσποινίς δε μπορείτε ή δε θέλετε τη εξιλέωση για τα αμαρτήματα του παρελθόντος;»
Η ματιά του τη γοήτευσε όχι με πονηρή διάθεση αλλά από απλό ενδιαφέρον, φαινόταν φιλοσοφημένος και ψαγμένος. Ίσως μια γνωριμία μαζί του θα της άνοιγε νέους ορίζοντες... «Εάν θέλεις να μάθεις πραγματικά μπορείς να με πάρεις ένα τηλέφωνο να βγούμε για ένα καφέ αύριο το απογευματάκι». Και η ίδια δε πίστευε αυτό του μόλις έκανε αλλά αισθανόταν για κάποιο ανεξήγητο λόγο πως θα πρέπει να γνωριστεί με αυτόν τον άνθρωπο. Μέχρι και ο ταξιτζής γέλασε μαζί της. Τα μάγουλα της κοκκίνισαν αλλά δε πτοήθηκε πόσο χειρότερα μπορούσαν να γίνουν τα πράματα. Πήρε βαθιά ανάσα και έδωσε διευκρινίσεις. «Ακούστηκα σαν ξελιγωμένη, συγγνώμη απλώς μου κεντρίσατε το ενδιαφέρον, τίποτα το πονηρό. Με συγχωρείτε και πάλι».
Το πρόσωπο του νεαρού φωτίστηκε. Γύρισε προς το ταξιτζή και με αυστηρό ύφος τον μάλωσε. «Η δεσποινίς κοκκίνισε από ντροπή δεν υπάρχει κανένας λόγος να την κοροϊδεύετε». Ο οδηγός χαμογέλασε λες και έπιασε το τρόπο σκέψης του πελάτη του. «Λοιπόν πλησιάζω στον προορισμό μου δεσποινίς... Ευχαρίστως να συναντηθούμε εάν μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι. Με λένε Οδυσσέα και όντως έχω περάσει μια προσωπική οδύσσεια αλλά κατάφερα να βγω ζωντανός. Η ζωή μου είναι ανιαρή ένας απλώς πλασιέ συμβολαίων για ασφάλειες ζωής. Εάν ακόμη ενδιαφέρεστε μπορείτε να με καλέσετε σε αυτόν τον αριθμό» Της έδωσε τον αριθμό του κινητού του λίγο πριν κατέβει.
Η Αρετή το σημείωσε και σε χρόνο ρεκόρ είχε κάνει αναπάντητη στο κινητό του. «Εμένα με λένε Αρετή και ακόμη δεν έχω βρει δουλειά, ψάχνομαι...».
«Είσαι γρήγορη» σχολίασε. Πλήρωσε και κατέβηκε από το ταξί. Της φώναξε. «Χάρηκα πολύ Αρετή»
Δεν ήξερε τι να πει. « Ναι ναι και δε καταλαβαίνω το γιατί... Θα σε πάρω αύριο το πρωί να κανονίσουμε ». Με τα χέρια της προσπάθησε να κλείσει το στόμα. Είχε μείνει ορθάνοιχτο. Τα έβαλε με τον εαυτό της... άρχισες κιόλας τις χαζομάρες; και εάν είναι τρελός για δέσιμο; δεν την ενδιέφερε δε θεωρούσε καθόλου τυχαία αυτή τη συνάντηση. Με τόσους τρελούς είχε ασχοληθεί στο παρελθόν, πρώτος και καλύτερος ο Ραζής τι πείραζε ένας ακόμη;
Την ίδια στιγμή που έμπαινε εκείνη σπίτι της ο Οδυσσέας μπήκε σε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων να παραγγείλει το καινούργιο του αυτοκίνητο. Δεν είχε σίγουρα το μυαλό του κάτι μικρο και οικονομικό αλλά σε κάτι σπορ αγωνιστικό. Ήταν νέος και το αίμα του έβραζε. Γιατί όχι μπορούσε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο με κόστος ένα πενταψήφιο νούμερο. Είχε επιλέξει χρώμα και όλα τα εξτρά, έμενε να πιστοποιήσει ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός διέθετε το συγκεκριμένο ποσό. Πήρε κάποιον τηλέφωνο «Μαρία το ποσό που ζήτησα μεταφέρθηκε;»
Μια γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής απάντησε «Ναι κύριε όλα τακτοποιήθηκαν. Να σας υπενθυμίσω τα ραντεβού σας σε μια ώρα από τώρα».
Ο νέος την σταμάτησε απότομα «Δε χρειάζεται τα θυμάμαι. Σε ευχαριστώ πολύ. Σε παρακαλώ αύριο το απόγευμα ακύρωσε τις όποιες συναντήσεις έχω. Θα βγω να γνωρίσω επιτέλους την πόλη».
«Μάλιστα κύριε». Είπε η κοπέλα.
Ο Οδυσσέας σκεφτόταν όση ώρα ετοιμάζονταν η χαρτούρα της αγοράς του αυτοκινήτου πόσο τυχερός μπορεί να είμαι, σχεδόν νεοφερμένος σε αυτήν την Πόλη και πέτυχα μια γοητευτική νέα κοπέλα, η οποία μου ζήτησε να βγούμε επειδή με βρήκε ενδιαφέρον άτομο και τη φιλοσοφία μου για τη ζωή λογική. Το επάγγελμα του ως πλασιέ δεν την επηρέασε καθόλου. Το βρήκε ενδιαφέρον όλο το σκηνικό και πραγματικά αυτή η κοπέλα του κίνησε την περιέργεια. Αποθήκευσε τον αριθμό και περίμενε το μήνυμα ή την κλίση της με αγωνία...

**************************

Η Έρικα έλαβε τηλεφώνημα από τη φίλη της. Την ενημέρωσε για την επιστροφή της την προηγούμενη μέρα. Είχε περάσει σχεδόν 1,5 μήνας από την τελευταία φορά που ειδωθήκαν. Παρέα με τη Δέσποινα την επισκέφτηκαν στο χωρίο λίγο πριν αναχωρήσουν για τις επίσημες καλοκαιρινές τους διακοπές. Στην αρχή η ιδέα απομάκρυνσης από το πολιτισμό, χωρίς ίντερνετ, κινητό και υπολογιστή τις τρόμαζε. Η προσαρμογή τις πρώτες δυο μέρες δύσκολη αλλά αναγκαία. Οι ρυθμοί ζωής σε ένα ορεινό χωριό στη μέση του πουθενά είναι αργοί και λιγότερο αγχωτικοί. Κάθε ενέργεια και δραστηριότητα είχαν τη σημασία τους, καθοριστικές για την επιβίωση των κατοίκων. Έζησαν πρωτόγνωρες καταστάσεις όπως το πρωινό ξύπνημα, το τάισμα και την περιποίηση των ζωντανών και τις διαρκής ερωτήσεις των συγχωριανών της γιαγιάς. Το διασκέδασαν αφού η φύση, τα τοπία και η αγρία ομορφιά του τόπου τις βοήθησε να συνειδητοποιήσουν ότι στην πόλη ζούνε μέσα στο άγχος και τη μιζέρια. Ακόμη και την εναλλαγή του καιρού μέσα στο καλοκαίρι τη βρήκαν φοβερή. Βέβαια αγαπημένη τους ώρα ήταν το απόγευμα, ο καφές από τα χεράκια της Μαρθούλας και η μπιρίμπα. Αραιά και που ξεδίπλωνε με περηφάνια το χάρισμα της να διαβάζει τα χαρτιά. Η Δέσποινα κατενθουσιασμένη προσπαθούσε να αλιεύσει πληροφορίες σχετικά με τα προσωπικά της αλλά η απογοήτευση επικράτησε στο τέλος, αφού σύμφωνα με το χαρτί δεν προβλέπονταν κάτι τέτοιο σύντομα. Πιο ευχάριστα ήταν τα νέα για την ίδια αφού στο κοντινό μέλλον θα γνώριζε από μια ανοιχτόχρωμη κοπέλα κατά πάσα πιθανότητα η Αρετή, έναν καστανό ή με ανοιχτόχρωμα χαρακτηριστικά. Η συμβουλή της γιαγιάς ήταν να ρίξει λίγο νερό στο κρασί της και όλα θα έπαιρναν το δρόμο τους εύκολα. Εντάσεις και διαφωνίες θα υπήρχαν αλλά αυτό θα βοηθούσε τη σχέση αργότερα. Αυτό σήμαινε πως η κολλητή θα γνώριζε ένα παλικάρι σύντομα οπότε ή ο ίδιος ή κάποιος φίλος του θα γινόταν το αγόρι της αργότερα. Με αυτό το τρόπο και οι δυο φίλες θα ήταν διπλά κερδισμένες. Το ευχάριστο σε μια τέτοια προοπτική ήταν πως η καλή της φίλη θα ξέφευγε από τα παλιά Αλέξανδρος και Ραζής και θα άλλαζε επιτέλους παραστάσεις. Είχε δώσει και στην ίδια την υπόσχεση πως θα ξεχνούσε την εκδίκηση εφόσον κάνεις δε τις δημιουργούσε προβλήματα στο μέλλον. Η γιαγιά της “διάβασε” ότι αυτοί οι δυο άνδρες θα παραμείνουν στο προσκήνιο και πως η Αρετή θα έπρεπε να τους αποφεύγει ώστε να μη μπλεχτεί σε άλλα παρατράγουδα.
Οι προσευχές τις εισακούστηκαν πολύ πιο γρήγορα. Η φίλη της την ενημέρωσε για την επιστροφή της αλλά και για άλλα συνταρακτικά νέα. Ξεκίνησαν να μιλάνε αρχικά γενικά και αόριστα, δια τα τελευταία τους νέα από τις διακοπές και κάποια ανούσια φλερτ Το καλύτερο το κράτησε για το τέλος. Η Έρικα προσπάθησε να κανονίσει ραντεβού μαζί της, ώστε να ενημερώσει και τη Δέσποινα.
«Φαντάζομαι πως θα τα πούμε αργότερα το απόγευμα στο στέκι μας... κατά τις 6 είναι καλά;»
Η Αρετή όμως της έκοψε τη φόρα γρήγορα. «Δε θα μπορέσω το απόγευμα, καλύτερα αύριο το πρωί ή το απογευματάκι.. ότι σας βολεύει». Δεν μπορούσε να κρυφτεί οπότε είπε την αλήθεια. «Έχω ραντεβού σήμερα το απόγευμα με ένα τύπο. Γνωριστήκαμε στο ταξί». Είχε ρίξει τη βόμβα μεγατόνων και περίμενε την αντίδραση.
Ένα ουρλιαχτό ακούστηκε και ο καταιγισμός ερωτήσεων ξεκίνησε. «Τι έκανε λέει; με ποιον; πως τον γνώρισες; τι ξέρουμε για αυτόν;... μόνο μη μου πεις τίποτα περίεργο από τα παλιά κακομοίρα μου». Ακούστηκε απειλητική.
Η φίλη της προσπάθησε να ξεκαθαρίσει τα γεγονότα. «Καμία απολύτως σχέση με το παρελθόν... όπως σου είπα γνωριστήκαμε στο ταξί κατά τη διάρκεια της διαδρομής μου από το ΚΤΕΛ στο σπίτι. Μπήκε στο μέσο της διαδρομής και μου κέντρισαν το ενδιαφέρον κάποιες φιλοσοφημένες κουβέντες του. Δε ξέρω πως μπόρεσα να του ζητήσω να βγούμε. Ίσως να διέκρινα κάτι ιδιαίτερο στο χαρακτήρα του».
Δεν ικανοποιήθηκε αρκετά έπρεπε να συλλέξει και άλλες πληροφορίες. Η τάση της φίλης της να μπλέκεται με τρελούς την ανησυχούσε.. «Τουλάχιστον όνομα ξέρουμε; ή θα είναι έκπληξη; ξέρουμε γενικά κάτι για τη ζωή του; και φυσικά να μη ξεχάσω τα εξωτερικά χαρακτηριστικά».
Η Αρετή προσπάθησε να ικανοποιήσει την περιέργεια της φίλης της. «Τον λένε Οδυσσέα, είναι γλυκούλης, όχι θεός αλλά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όμορφα καστανά μάτια και υπέροχο χαμόγελο». Πήρε μια ανάσα και συνέχισε. «Φαινόταν και ο ίδιος πονεμένη ψυχή με ενδιαφέρουσες φιλοσοφίες περί ζωής».
Η Έρικα τη διέκοψε. «Δηλαδή εσύ θα βγεις ραντεβού με κάποιον χάρη των φιλοσοφικών σας αναζητήσεων». Κόντευε να τρελαθεί με αυτά που άκουγε. «Συνήθως ο κόσμος ζητάει από κάποιον να βγούνε έξω διότι τους άρεσε η εμφάνιση, φαίνεται έξυπνος με καλή εργασία ή έχει καλό χαρακτήρα».
Η κολλητή της σώπασε για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα τόνισε κάτι πολύ σωστό. «Ξέρεις πόσο γρήγορα ενθουσιάζομαι. Είδα κάτι γοητευτικό πάνω του σαν με κέρδισε το όλο του στυλ. Δε μπορώ να πω κάτι συγκεκριμένο... Θα βγω και θα δω. Το μόνο σίγουρο πως η δουλειά του δεν άνηκε στα γοητευτικά του σημεία... πωλητής ή κάτι τέτοιο για ασφάλειες ζωής ».
Η ειρωνική διάθεση της δεν έλεγε να σταματήσει «Α μάλιστα επάγγελμα με προοπτικές. Δεν έχω τι άλλο να προσθέσω. Έλεος με αυτόν τον ενθουσιασμό σου, ελπίζω να σου βγει σε καλό και να μη μπλέξεις. Δε λέω μπορεί να είναι φοβερό παιδί και μακάρι δηλαδή αλλά το λογικό είναι να βγεις έξω με κάποιον για τους σωστούς λόγους». Προσπάθησε να καλμάρει λίγο. «Καλός και αυθορμητισμός σου, βγες έξω αλλά σε παρακαλώ να προσέχεις. Πάρε με τηλέφωνο όταν επιστρέψεις». Έλπιζε πως η φίλη ίσως την άκουγε και δε θα έβγαινε έξω. Δυστυχώς ήταν ανένδοτη...
«Εντάξει θα προσέξω. Κατάλαβε με ίσως βγει κάτι καλό από αυτήν την ιστορία. Θα σε πάρω αργότερα». Δεν θα άλλαζε τόσο εύκολα γνώμη. Άγνωστο το γιατί, λες και ένα χέρι την ώθησε σε αυτήν την κίνηση, λες και βρέθηκε επίτηδες στο δρόμο της αυτός ο άνδρας...
Η Έρικα για μη τρελαθεί από την αγωνία αποφάσισε να βγει έξω με τη Δέσποινα να την ενημερώσει για τα τεκταινόμενα.

**************************

Ο Αλέξανδρος απολάμβανε το καφεδάκι του μαζί με την Έλενα σε μια παραλιακή καφετέρια. Είχαν μικρο καβγαδάκι και προσπαθούσαν να ηρεμήσουν. Δεν το συνήθιζαν αλλά ο απρόβλεπτος χαρακτήρας της Έλενας επιβάρυνε κάπως τη κατάσταση. Είχε αλλάξει κατά πολύ αλλά μερικά στοιχεία του χαρακτήρα της δεν μπορούσε εύκολα να τα αποβάλλει. Ένα από αυτά ήταν η ξεροκεφαλιά της. Επέμενε μόνο και μόνο ότι είχε δίκιο χωρίς να γνώριζε τα ακριβή γεγονότα ή αποδείξεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αρπάχτηκαν διότι ο Αλέξανδρος τη μάλωσε, μισούσε τα κουτσομπολιά και ειδικά εκείνα χωρίς κανένα όφελος. Την άκουσε λοιπόν να κουτσομπολεύει με την Άρτεμις ώρες χωρίς να δίνει σημασία σε πιο σημαντικά θέματα οπότε τη κατσάδιασε. Η ίδια παρεξηγήθηκε διότι εκείνος ήταν αρκετά απότομος μαζί της. Είχε πεισμώσει για κάτι τόσο ασήμαντο. Βέβαια ήταν το χαϊδεμένο κοριτσάκι του μπαμπά οπότε δικαιολογούσε τη στάση της ως εάν σημείο. Ήταν αρκετά υπομονετικός μαζί της και την άφηνε αρκετή ελευθερία για να μη πλήττει. Δε μπορούσε να δεχτεί όμως εύκολα τις άσκοπες συζητήσεις των πλουσιοκόριτσων για άλλους πλούσιους και πόσο δε άνδρες. Δεν τον ενδιέφερε ούτε ποια φορέσει το πιο ακριβό φόρεμα ούτε ποιος βγήκε ραντεβού με ποία. Ζήλευε και η Έλενα το γνώριζε αυτό και καμία φορά τον κούρδιζε επίτηδες. Κάπως έτσι αναφέρθηκε και το όνομα ενός νεοφερμένου εκατομμυριούχου στην πόλη μας με καταγωγή από τη Κύπρο. Ο πατέρας του γνωστός επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης εργοστασίων σε αρκετές περιοχές εκτός από την Κύπρο και σε άλλες χώρες των Βαλκανίων. Ήταν το πιο καυτό θέμα συζήτησης στους ανώτερους κύκλους. Το ενδιαφέρον της κοπέλας του για κάτι τέτοιο τον ενόχλησε φυσικά και δε μπόρεσε να το κρύψει.
Από την άλλη η Έλενα γοητευόταν από αυτές τις μικρές και σπάνιες εκρήξεις ζήλια του καλού της. Ίσως καμία φορά το έκανε επίτηδες αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν έφταιγε η ίδια. Η κολλητή της την πήρε τηλέφωνο και ξεκίνησε το κουτσομπολιό. Βρήκε το θέμα ενδιαφέρον αλλά δεν είχε σκοπό να το χοντρύνει το παιχνίδι. Ο καυγάς μεταξύ τους τη στεναχώρησε αρκετά και είχε πεισμώσει. Χρειάζονταν περισσότερα καλοπιάσματα ίσως. Δυστυχώς έτσι είχε μάθει. Το αγαπημένο παγωτό που της είχε αγοράσει, ίσως βοηθούσε. Είχαν γυρίσει στη ρουτίνα τους. Η ίδια έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μάθει τη δουλειά από τον πατέρα της αλλά δεν είχε υπομονή. Ο Αλέξανδρος αναλάμβανε συνέχεια όλο και πιο δύσκολες υποθέσεις. Είχαν αποξενωθεί χωρίς να το επιδιώξουν και αυτό την τρόμαζε δεν ήθελε να τον χάσει. Ίσως αυτός ο καυγάς τους θύμιζε ξανά πως είναι ζευγάρι φυσιολογικό και όχι ρομπότ. Δεν είχε παράπονο σε καμία περίπτωση αλλά δε θα δεχόταν ποτέ καμία παρέμβαση που θα της χαλούσε τα σχέδια της με την αγάπη της. Ήταν νέοι, είχαν όλο το μέλλον μπροστά τους. Δε σήμαινε όμως δε θα μπορούσαν να γευτούν και τις χαρές της ζωής και το κυριότερο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον ακόμη περισσότερο.
Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να της εξηγήσει γλυκά μπας και βγάζανε καμία άκρη με τη παρεξήγηση. Το παραμύθι συνεχιζόταν για ήταν αρκετά έξυπνος για να καταλάβει τι χρειαζόταν να ακούσει από τα χείλη του η Έλενα εκείνη την ώρα. Αποζητούσε την επιβεβαίωση και γνώριζε καλά το τρόπο...
«Για να δεις πόσο καλός είμαι σε ενημερώνω πως το άλλο Σαββατοκύριακο, σε δέκα μέρες από τώρα είμαι καλεσμένος σε ένα πάρτυ μαζί με το αφεντικό μου. Θα ήθελα να με συνοδεύσεις εάν δεν έχεις πρόβλημα φυσικά». Σήκωσε το βλέμμα του να δει αντιδράσεις. Κέρδισε το ενδιαφέρον της αμέσως και τα μούτρα περιορίστηκαν. «Θα είναι μεγάλη μου χαρά να με συνοδεύσει η πιο όμορφη κοπέλα της πόλης».
Το πρόσωπο της Έλενας φωτίστηκε, έκανε την αδιάφορη αρχικά αλλά στο τέλος υπέκυψε στον πειρασμό. «Ενδιαφέρον... δηλαδή τώρα δε σε πειράζει που θα είσαι με πλούσιες οικογένειες;» Είχε πάρει το σοβαρό της ύφος. «Νομίζω ότι μπορώ να θυσιαστώ για σένα κύριε Οικονόμου. Θα είμαι υπέρλαμπρη και όλοι θα σε παινεύουν, μην ανησυχείς». Γέλασε επιτέλους. Τον αγκάλιασε με παραπονεμένο ύφος. «Με ξέρεις τόσο καλά, μακάρι να σε γνώριζα και εγώ το ίδιο καλά». Σχολίασε με παράπονο στο τέλος.
Ο Αλέξανδρος τη φίλησε. «Σου υπόσχομαι πως θα έχεις όλο το χρόνο μπροστά σου να με γνωρίσεις καλύτερα. Συγγνώμη για πριν. Να ξέρεις πως σε λατρεύω μικρο κακομαθημένο μου πλασματάκι». Η καρδιά του σφίχτηκε λες και τα είχε ξαναπεί αυτά τα λόγια και κάπου αλλού σε ένα άλλο “τερατάκι” από το παρελθόν. Πως γίνετε να την σκέφτομαι ακόμα; Προτίμησε να μην απαντήσει. Ίσως απέφευγε να απαντήσει διότι φοβόταν την αλήθεια... κάποια πράματα ήταν προτιμότερο να βρίσκονται καλά κρυμμένα στο βάθος της καρδιάς...

**************************

Ο Φίλιππος απολάμβανε τον απογευματινό του καφέ σε μια κεντρική καφετέρια, στέκι κυρίως φοιτητών. Ο Πέτρος είχε ρίξει κατά πολύ το ηλικιακό του όριο, περιλαμβάνοντας έτσι νεαρές φοιτήτριες στη λίστα. Δε μπορούσε να του χαλάσει χατήρι. Δεν τον ενοχλούσε άλλωστε. Συζητούσαν αρχικά για δουλείες αλλά μετά ο φίλος του εξέφραζε τα παράπονα για τη σχέση του με τη γυναικά του. Ζούσε ένα μαρτύριο. Ο γάμος τους ήταν ένα προαποφασισμένο γεγονός, περισσότερο ως επαγγελματική συναλλαγή παρά έρωτας. Γνωρίστηκαν ελάχιστα αλλά λίγους μήνες μετά παντρεύτηκαν. Ο πατέρας του αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ο επικείμενος γάμος του γιου του με τη Μυρτώ Σακελλαρίδη, θα του πρόσδιδε μια οικονομική ανάσα. Βέβαια στην αρχή η σχέση του ζευγαριού ήταν αρκετά δύσκολη, αφού οι δύστροποι χαρακτήρες τους δεν επέτρεπαν κοινό σημείο συνεννόησης. Αποφάσισαν να κάνουν μια σιωπηλή συμφωνία για να γλιτώσουν από τη μιζέρια. Ο καθένας θα έκανε τη ζωή του. Τα πράγματα επιβαρύνθηκαν όταν έμαθαν πως η Μυρτώ δε μπορούσε να κάνει παιδιά. Από τότε ουσιαστικά μόνο στα χαρτιά ήταν παντρεμένοι. Ο Φίλιππος τον είχε παροτρύνει αρκετές φορές να υιοθετήσουν ένα παιδί, αλλά τα λόγια του πέφταν στο κενό. Ο Πέτρος ίσως και να ήθελε αλλά η Μυρτώ ήταν κάθετη. Δεν τον εμπιστευόταν. Προτίμησε να ζει με το ίδιο στυλ ζωής χωρίς να δεσμεύεται από άλλες υποχρεώσεις. Τι φταίει και ένα παιδί να μεγαλώσει σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Έλεγε πάντα, εάν και ο Ραζής καταλάβαινε πως από την αδυναμία που είχε στην κόρη του, θα γινόταν μια καλή μητέρα, στοργική. Δε μπορούσε να το ρισκάρει όμως. Τα οικονομικά τους ήταν θαυμάσια αλλά χωρίς αγάπη κάνεις τους δεν ήταν ευτυχισμένος. Η άσωτη ζωή του φίλου του ήταν δικαιολογημένη ως ένα σημείο...

Στο ίδιο μαγαζί μπήκε και η Ηρώ, η παλιά του γνώριμη Ηρώ. Στην αρχή δεν ήθελε να καθίσουν μαζί αλλά μετά από παρότρυνση του κολλητού του κάλεσε εκείνη και τη φίλη της στο τραπέζι για έναν καφέ. Δεν αρνήθηκαν και οι ίδιες φυσικά. Η Στέλλα συστήθηκε μόνη της. Δεν ήταν πολύ όμορφη αλλά το παρουσιαστικό της έδειχνε μια γυναίκα με στυλ. Δεν ήταν τυχαίο που ήταν φίλη της Ηρώς, αφού και η ίδια έβγαζε στον άλλον μια φινέτσα και είχε πάντα τον τρόπο της με τους άνδρες. Από τον καιρό που ήταν γραμματέας του ήξερε τι ζητούσε, πάντα εργασιομανής και τυπική αλλά στο κρεβάτι μεταμορφωνόταν. Τον γοήτευσε αυτό αρχικά αλλά και αυτήν τη βαρέθηκε όπως και τις προηγούμενες “σχέσεις”του. Βρισκόταν αραιά και που και τον κολάκευε το γεγονός πως ποτέ δεν τον πίεσε με εξαίρεση τη τελευταία φορά. Τον ανεχόταν με όλα τα στραβά του και σίγουρα τον γνώριζε καλά. Η συζήτηση της παρέας ήταν χαλαρή, διασκεδαστική και τα πειράγματα του Άγγελου προκαλούσαν άφθονο γέλιο. Ο Φίλιππος δε γέλαγε συχνά αλλά οπότε το είχε ανάγκη.
Είχε περάσει σχεδόν μια ώρα και τότε είδε κάτι που τον αναστάτωσε υπερβολικά. Έχασε τη διάθεση του και χαμήλωσε το βλέμμα του προς το κάτω για να κοντρολάρει το θυμό μέσα του. Ξαφνικά ησύχασε λες και ήρθε το σούρουπο όπου όλη η φύση νέκρωνε, μέχρι τη στιγμή που ξυπνάνε τα φαντάσματα, έτοιμα να σε καταδιώξουν. Είχε μετατραπεί σε ένα λύκο έτοιμο να δείξει τα δόντια σε όλους τους εχθρούς. Το θήραμα του ήταν ακριβώς μπροστά του, ευάλωτο, ήρεμο και απονήρευτο. Περπάτησε με αθόρυβα βήματα προς ένα από τα άδεια τραπέζια της καφετέριας. Καθόταν σχεδόν απέναντι του χωρίς να έχουν ακόμη οπτική επαφή. Εκείνος δε μπόρεσε να ελέγξει τον εαυτό του, δε μπορούσε να μην κοιτάζει προς το μέρος της. Όλοι στο τραπέζι τους κατάλαβαν πως κάτι τρέχει και πολύ περισσότερο ο Πέτρος. Όταν αντίκρισε τη πηγή της αναστάτωσης αμέσως κατάλαβε. Παρότρυνε το φίλο του να φύγουνε αλλά εκείνος δεν άκουγε. Οι κοπέλες γύρισαν απειλητικά τα κεφαλιά τους προς το επίμαχο τραπέζι. Μια όμορφη νεαρή κοπέλα καθόταν μόνη της. Προσπάθησαν να φανούν διακριτικές και να μη ρωτήσουν τίποτα παραπάνω. Η Ηρώ πλησίασε την καρεκλά της πιο κοντά στο Φίλιππο. Του έπιασε το μπράτσο για να τον ηρεμήσει. Εκείνος δεν την απώθησε εάν και έκανε λες και είδε πραγματικό φάντασμα. Ο Ραζής έχασε τον αυτοέλεγχο και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία να επιτεθεί. Είχαν αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί της οπότε περίμενε την στιγμή αυτή. Ίσως να μη μπορούσε να δώσει τόπο στην οργή και για άλλους λόγους. Ίσως η φλόγα ήταν έτοιμη να τον κάψει ξανά...
Ο Πέτρος τον ξύπνησε από το λήθαργο. «Μην ασχολείσαι σε παρακαλώ δεν αξίζει. Τα έχουμε για αυτήν τη γυναίκα δεν αξίζει. Φάνηκαν τα αληθινά της χρώματα, μια τυχοδιώκτρια είναι και τίποτα παραπάνω. Απορώ πως ο Αλέξανδρος ήταν μαζί της. Τελικά και εκείνος έπραξε το σωστό». Παρατηρούσε το φίλο της με κατανόηση. «Πάμε να φύγουμε. Τι λέτε κορίτσια πάμε κάπου άλλου;» χτύπησε διακριτικά το πόδι της Ηρώς.
Εκείνη έπιασε το νόημα αμέσως. «Δεν αξίζει προφανώς να ασχοληθείς αγαπητέ μου... δε ξέρω τι έγινε αλλά άκου το φίλο σου» Του χάιδεψε τα μαλλιά του για τον χαλαρώσει. «Φίλιππε μου έχω τον τρόπο να σε ηρεμήσω. Ένας Ραζής δε μπορεί να δείχνει τόσο ευάλωτος. Δε θέλω να σε βλέπω έτσι με τρομάζεις. Εάν η τύπισσα θέλει φράγκα ξέρεις τον τρόπο αγόρι μου. Άντε σήκω....». Έκανε ένα νεύμα στη Στέλλα και στον Πέτρο.
Ο Ραζής άκουγε όλα αυτά και δεν αντιδρούσε. Δεν ήθελε να γίνει ο περίγελος τους. Με αλλαγμένο ύφος τους απάντησε «Περνάμε αρκετά καλά δε νομίζετε; δεν υπάρχει περίπτωση να χαλαστούμε. Τις διαφορές μου με τη δεσποινίς θα τις λύσω άλλη στιγμή. Ας μείνουμε λίγη ώρα ακόμη» Δε θέλω να χρωστάω σε κανέναν και ειδικά σε σένα.. σκέφτηκε εκνευρισμένος από μέσα του... Ακόμη και το όνομα της δε μπορούσε να πει... φοβόταν...
Ο Πέτρος είδε τον φίλο του να ηρεμεί οπότε δε του χάλασε χατήρι. Παρήγγειλε μπύρες για να χαλαρώσουν. «Μπύρες για όλους μάς να δροσιστούμε... φίλε μου δε σε φοβάμαι πάντα κερδίζεις.»
Όλοι γέλασαν και ιδιαίτερα η Ηρώ. Έκλεισε το μάτι πονηρά σε εκείνον, ενώ συνέχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά.
Ο Φίλιππος απλώς περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία. Δεν είχε σκοπό να πάει πουθενά. Το αντικείμενο του μίσους του ήταν τόσο πολύ κοντά . Δεν ήταν διατεθειμένος να τη χάσει. Έλλειπε τόσο καιρό και ζωή του είχε ηρεμήσει. Η ζωή της κόρης του ήταν πιο χαλαρή. Ήταν σίγουρος πως δε συναντήθηκαν τυχαία και πάλι. Ίσως ετοίμαζε πάλι κάτι. Ήρθε για να πάρει εκδίκηση; Θυμήθηκε το απειλητικό μήνυμα της. Πρέπει να τη σταματήσω όπως και να έχει. Το αθώο και τόσο περήφανο παρουσιαστικό της δε φανέρωνε κάτι τέτοιο. Τους εχθρούς πάντα πρέπει να τους έχεις πιο κοντά από ότι τους φίλους. Έπρεπε να δράσει με διπλωματικό τρόπο. Η περιέργεια μέσα του για να μάθει το ποιον θα συναντούσε κέρδιζε ακόμη και την επιθυμία του να την προσβάλλει. Ξαφνικά άλλαξε προσωπείο, προσπαθώντας να ανακτήσει τη σιγουριά του. Χαμογέλασε και πάλι με τα αστεία του Πέτρου, απολαμβάνοντας τα “χάδια” της Ηρώς. Σε καμία περίπτωση όμως δεν αγνόησε και το απέναντι τραπέζι με την όμορφη κοπέλα, καθισμένη τόσο ήρεμα πανέτοιμη για το ραντεβού της... ήταν τόσο απροστάτευτη...

***************************

Η Αρετή έδωσε ραντεβού στον Οδυσσέα σε ένα οικείο μέρος για εκείνην. Ήξερε τα παιδιά που εργαζόταν σε αυτή τη καφετέρια, αφού ήταν το στέκι της με τα κορίτσια κυρίως για τους απογευματινούς καφέδες. Είχε φτάσει 10 λεπτά πιο νωρίς. Δεν καταλάβαινε γιατί ένιωσε έτσι αμήχανα, σαν κοριτσάκι γυμνάσιου. Λίγο πριν μπει στο μαγαζί ξεκίνησε να νιώθει περιέργεια σαν να το είχε μετανιώσει. Αχ βρε Αρετή αυτός ο αυθορμητισμός σου... πότε θα βάλεις μυαλό; το υποσυνείδητο της τη μάλωσε. Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω αλλά δε μπορούσε να επιστρέψει πίσω, ακυρώνοντας το ραντεβού. Μια άγνωστη δύναμη την έσπρωχνε μπροστά ξανά, σαν να είχε καθήκον. σαν είχε δώσει υπόσχεση σε κάποιον. Μπήκε με τόλμη τελικά στην καφετέρια. Περπάτησε με σίγουρα βήματα προς σε ένα από τα λίγα άδεια τραπέζια στο βάθος. Το είχε προσέξει με το που μπήκε. Δεν χρειάστηκε να ψάξει και πολύ, ήταν κατάλληλο για να απολαύσουν την κουβέντα τους. Είχε ακόμη 5 λεπτά, αγωνιούσε επειδή φοβόταν πως δε θα εμφανιζόταν. Το ντύσιμο της ακόμα καλοκαιρινό με ένα σορτσάκι πράσινο και μια απλή μακό μπλούζα τιραντέ. Έστειλε ένα μήνυμα στην Έρικα να την ενημερώσει πως τον περίμενε. Έβγαλε ένα καθρεφτάκι και κοίταξε λίγο το πρόσωπο της. Όλα ήταν τέλεια. Επιτέλους θα έβγαινε ραντεβού. Επιτέλους θα μιλούσε για κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν όμορφος όπως τουλάχιστον το εννοούσε η φίλη της αλλά είχε τύπο και αυτό τη γοήτευσε. Όταν του τηλεφώνησε ήταν ευγενέστατος, ακούστηκε χαρούμενος και παρόλο του αρνήθηκε την πρόταση να έρθει να την πάρει, δε χαλάστηκε αντίθετα έδειξε κατανόηση. Η ώρα είχε πάει εφτά ακριβώς. Μάλλον θα καθυστερήσει λίγο... δεν πειράζει θα παραγγείλω. Δεν ήθελε να φανεί η αμηχανία της. Κοίταξε και πάλι το κινητό της, διάβασε την απάντηση της κολλητής της.... να προσέχεις, καλά να περάσεις...
Κοίταξε γύρω της να βεβαιωθεί πως δεν ήταν κάπου αλλού και δεν τον είδε. Τότε πρόσεξε μια γνωστή φυσιογνωμία, ένα πρόσωπο που δεν ήθελε να της χαλάσει τη διάθεση, κάποιον που μισούσε. Ο Φίλιππος Ραζής καθόταν λίγο πιο κάτω. Σίγουρα την είχε προσέξει διότι της έριχνε μάλλον αδιάφορες ματιές. Κοιταχτήκαν για ελάχιστα δευτερόλεπτα, αλλά προτίμησε να μη δώσει αλλά δικαιώματα. Προτίμησε να παίξει με το κινητό της. Ένιωθε όμως το βλέμμα του να την μαγνητίζει. Έριξε μια κοφτή ματιά και χαμογέλασε νευρικά. Σήκωσε το χέρι της για να παραγγείλει. Πήρε ένα παγωμένο καπουτσίνο να δροσιστεί. Είχε φουντώσει και μακάριζε την τύχη της. Είχε υποσχεθεί όμως σε όλους πως εάν δεν την ενοχλούσαν δε θα χρειαζόταν ποτέ να ασχοληθεί ξανά μαζί του. Και η δική της ίσως ψυχή είχε σκληρύνει οπότε αδιαφόρησε σχετικά εύκολα στη παρουσία του. Αρχικά αναστατώθηκε αλλά δε πτοήθηκε, ούτε όταν πρόσεξε την οικειότητα με τη γυναίκα δίπλα του. Του χάιδευε τα μαλλιά μάλλον με ερωτική διάθεση. Η αποτοξίνωση τριών μηνών την έκανε να αναθεωρήσει αρκετές απόψεις.
Κοίταξε προς τη τζαμαρία και τον είδε να μπαίνει στο μαγαζί. Ήταν ντυμένος σπορ με λινά ρούχα σε μπεζ αποχρώσεις. Καθώς ερχόταν προς το μέρος της πρόσεξε πως δεν ήταν πολύ πιο ψηλός από την ίδια, αλλά σίγουρα πολύ γλυκός. Ήταν αρκετά μαυρισμένος οπότε το μπεζ έκανε ωραία αντίθεση με τα χρώμα του προσώπου του. Ήρθε κοντά της χαμογελαστός με απολογητική διάθεση αρχικά για τη μικρή καθυστέρηση. Είχε αρκετό χιούμορ και αυτό φάνηκε αμέσως...
«Ωραία μου δεσποινίς θα συγχωρέσετε τον ταπεινό σας ιππότη για την αργοπορία του;» Της φίλησε ιπποτικά το χέρι. «Φαντάζομαι πως ήδη έχετε σχηματίσει αρνητική γνώμη για μένα... προβλέπω πως ο καφές μας θα είναι πολύ σύντομος. Υπόσχομαι να θυσιαστώ... ζητήστε μου ότι θέλετε... στις διαταγές σας». Ξαναφίλησε το χέρι της και άρχισε να γελάει.
Η Αρετή γέλασε αρκετά με τις κουβέντες του και την κολάκευσε το φίλημα το χέρι. Της φάνηκε όντως ιπποτικό και διαφορετικό. Συνέχισε την πλάκα. «Αγαπητέ μου ιππότη πιστεύω πως μπορώ να σας συγχωρέσω. Ο όρος είναι απλός μείνε να απολαύσουμε το καφέ, μη φύγεις...» του χαμογέλασε και τον παρακάλεσε να καθίσει διότι όλοι στο μαγαζί τους κοιτούσαν. «Έχω κοκκινίσει Οδυσσέα κάθισε κάτω, μας κοιτάνε όλοι». Δε μπορούσε να σηκώσει τα μάτια της, ντράπηκε πολύ.
Ο Οδυσσέας της έκανε το χατίρι. Πιο χαμηλόφωνα συνέχισε την πλάκα. «Μικρή μου πριγκίπισσα στις διαταγές σας, εάν θέλετε μπορούμε να φύγουμε τώρα». Την κοίταξε πρόσωπο με πρόσωπο και διαπίστωσε την ομορφιά της και το υπέροχο παρουσιαστικό. Σπάνια συναντούσε κανείς τόσο αψεγάδιαστη ομορφιά. Αισθάνθηκε γοητευμένος και χαρούμενος γι αυτό το ραντεβού.
Εκείνη αποφάσισε να χαλαρώσει και να αφήσει κατά μέρος τις ντροπές. Χρειαζόταν το χιούμορ στη ζωή της. «Πιστεύω πως είμαστε μια χαρά εδώ πέρα και δε μετάνιωσα ούτε στιγμή για την πρόταση μου». Του χάιδεψε το χέρι για να τον ευχαριστήσει. «Φαντάζομαι πως θα είσαι μάλλον κουρασμένος από τη δουλειά, οπότε η παρουσία σου εδώ με χαροποιεί ιδιαίτερα».
Ασυναίσθητα κοίταξε προς το μέρος του Ραζή, ήταν ακόμη εκεί και μάλλον διασκέδασε με την μικρή τους παράσταση. Τα μάτια του δε μαρτυρούσαν κανένα συναίσθημα, μάλλον το απόλυτο κενό. Μιλούσε και ο ίδιος με την παρέα του και τα γέλια τους δυνατά. Η ανακούφιση που ένιωσε μέσα της δεν καταλάβαινε εάν ήταν πραγματική ή όχι. Τελικά πίστεψε πως ίσως όλα να ανήκαν όντως στο παρελθόν, σε κάποιο άλλο βιβλίο... σε κάποια άλλη φανταστική ιστορία...
Ο Οδυσσέας κατάλαβε πως κάτι σκεφτόταν και την επανέφερε στην πραγματικότητα. «Θεωρώ πως πρέπει να γνωριστούμε από την αρχή» Είχε κερδίσει το ενδιαφέρον της. «Ας ξεκινήσω εγώ πρώτος. Ονομάζομαι Οδυσσέας Ιωάννου, γεννήθηκα στην Κύπρο πριν από 26 χρόνια. Ήρθα στην Ελλάδα για σπουδές αλλά προτίμησα να μείνω και άλλο ώστε να βρω μια δουλειά. Έχω τελειώσει οικονομικά αλλά δυστυχώς εργάζομαι στις ασφάλειες ζωής. Δουλεύω πολλές ώρες με ποσοστά, τα λεφτά είναι χάλια, ίσως με απολύσουν κιόλας. Ακόμη και σήμερα με βοηθάνε οι γονείς μου μέχρι να βρω κάτι καλύτερο από δουλειά. Παρόλα αυτά είμαι πολύ χαρούμενος που σε γνώρισα Αρετή».
Η Αρετή καθόταν και δε μιλούσε. Επεξεργαζόταν τις κουβέντες του Οδυσσέα και δε βιαζόταν να απαντήσει και η ίδια για το δικό της παρελθόν. Έπρεπε να ήταν πολύ προσεχτική όταν μιλούσε με άγνωστους σχετικά με το παρελθόν της. Από μικρή ακολουθούσε τη συμβουλή της γιαγιάς της μην έχοντας καταλάβει τον ακριβή λόγο. Προτίμησε να αναφέρει τα βασικά. «Φαντάζομαι πως είναι η σειρά μου για μια μικρή εξιστόρηση». Την κοιτούσε επίμονα, μάλλον με αγωνία. Για να χαλαρώσει πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ονομάζομαι Αρετή Βασιλείου. Γεννήθηκα εδώ στη πόλη αλλά λόγω του θανάτου των γονιών μου μεγάλωσα σε χωριό με τη γιαγιά. Τελείωσα τη νομική και ψάχνω μια δουλειά... οτιδήποτε για να σταθώ στα πόδια μου αρχικά. Ουσιαστικά είσαι σε καλύτερη μοίρα από μένα. Αυτή είναι η ζωή μου με λίγα λόγια». Περίμενε τις αντιδράσεις του, το πρόσωπο του είχε σοβαρέψει λες και τη λυπήθηκε. Η Αρετή ένιωσε άβολα. Δεν της άρεσε να την λυπούνται καθόλου...
Εκείνος σοβάρεψε για λίγο, απότομα λες και κατανούσε τον πόνο της άγνωστης κοπέλας. Προσπάθησε να αστειευτεί και τα κατάφερε να γίνει πιστευτός. «Ωραία τώρα μπορούμε να βγαίνουμε πιο συχνά για καφέ και να κλαίμε μαζί τη μοίρα μας. Τι λες θέλεις να γίνετε αυτό;».
Εκείνη τα είχε χαμένα με αυτήν την εναλλαγή στη διάθεση του. Χαμογέλασε αμήχανα και τον ρώτησε «Εσύ θέλεις; εάν θέλεις εγώ τότε δεν έχω καμία αντίρρηση». Αισθάνθηκε τόσο οικεία με αυτόν τον άνθρωπο που δε μπορούσε να του κακιώσει. Τόλμησε να τον ρωτήσει για τη προσωπική του ζωή πλαγίως. «Εκτός και εάν έχεις πρόβλημα διότι έχεις κάποιου άλλου είδους δεσμεύσεις. Μήπως ενδιαφέρεσαι για κάποια αυτό το καιρό; δε θέλω να σου δημιουργήσω θέμα».
Ήταν ξεκάθαρος. «Όχι κανένα ενδιαφέρον στον ορίζοντα. Ανομβρία γενικά. Εσύ;».
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Ησυχία τάξη και ασφάλεια και είμαι και πολύ καλύτερα έτσι με βάση αυτά που πέρασα». Τότε κοίταξε προς το μέρος του Φίλιππου και απογοητευμένη σταμάτησε την κουβέντα της... οι λεπτομέρειες πλέον ήταν ασήμαντες...
Ο Οδυσσέας το βρήκε πολύ ενδιαφέρον. Συνειδητοποίησε πως η Αρετή πιθανόν ήταν σε μια σχέση που τελείωσε μάλλον άδοξα ή την ταλαιπώρησε αρκετά κάποιος στο παρελθόν. Για ένα περίεργο λόγο θύμωσε με αυτήν την ιδέα και απρόσμενα ένα αίσθημα προστασίας αυτής τη κοπέλας ξεπήδησε από μέσα του. Σηκώθηκε απότομα πάνω. «Πριγκίπισσα μου επιτρέπεις να κάνω ένα σημαντικό τηλεφώνημα. Υπόσχομαι να επιστρέψω σε σένα πολύ γρήγορα για να σε σώσω από όλα τα προβλήματα σου και να σε προστατεύσω». Κάτι του έλεγε δυνατά μέσα του πως αυτή η κοπέλα θα χρειαζόταν σύντομα τη δύναμη του. Θα έβαζε σε εφαρμογή το σχέδιο του πολύ γρήγορα με αυτό το τηλεφώνημα. Απομακρύνθηκε για πέντε λεπτά.
Η Αρετή έμεινε μόνη μην μπορώντας να καταλάβει τι συνέβη ξαφνικά. Περνούσε πολύ όμορφα, διαφορετικά σίγουρα και ξέγνοιαστα χωρίς να χρείαζετε να απολογείται σε κανένας. Εκτίμησε τη διακριτικότητα του σχετικά με το θάνατο των γονιών της. Κατέληξε στο συμπέρασμα πως ήταν αρκετά ρομαντικός, πρόσχαρος και σου έβγαζε ένα αίσθημα εμπιστοσύνης. Βέβαια έπρεπε να ήταν και λίγο καχύποπτη διότι το πρόσφατο παρελθόν την οδήγησε σε λάθος εκτιμήσεις και ο αυθορμητισμός της σε τραγικά λάθη. Ίσως όντως η ομορφιά της να αποτέλεσε κίνδυνο κυρίως για την ίδια. Έτσι όπως ήταν βυθισμένη στην αυτοκριτική της μια γνώριμη φωνή ακούστηκε δίπλα της...

****************************

Ο Φίλιππος περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία. Είχε υπομονή και σε καμία περίπτωση δε θα έφευγε πριν πει δυο κουβέντες σε αυτή τη γυναίκα. Το εντυπωσιακό σόου, που έδωσε το ζευγαράκι δεν τον εντυπωσίασε. Το βρήκε σαχλό, ανούσιο και υπερβολικό. Της φίλησε το χέρι λες και ήταν καμία βασίλισσα του παραμυθιού. Του ήρθε αρχικά να γελάσει με την παρωδία αλλά δε το έκανε. Δε θα έπρεπε να φανερωθεί τόσο γρήγορα. Το γέλιο της Αρετής ήχησε δυνατά στο αυτί του. Ήταν φανερό πως διασκέδαζε απίστευτα με το χαζορομαντισμό του. Η Ηρώ προσπάθησε να του αποσπάσει την προσοχή. Επικεντρώθηκε και πάλι στη συζήτηση με τους υπολοίπους. Το μυαλό του είχε καταστρώσει ήδη το σχέδιο υποταγής του εχθρού. Ήταν σίγουρο ότι γνωρίζονταν πολύ καλά και πως δεν ήταν απλώς φίλοι. Διασκέδαζαν αφάνταστα και όταν ακόμη η συζήτηση τους σοβάρεψε για μερικά λεπτά οι διαχυτικές κινήσεις δε σταμάτησαν. Τα δάχτυλα του έτσι που τα έσφιγγε είχαν ιδρώσει. Εάν τον ρωτούσε κάποιος γιατί αντιδρά έτσι, σίγουρα δε θα μπορούσε να δώσει μια πειστική απάντηση. Η λέξη εμμονή ίσως περιέγραφε εν μέρη την κατάσταση αλλά δε γινόταν να το παραδεχτεί...
Η ευκαιρία του δόθηκε μερικά λεπτά αργότερα. Δεν θα την άφηνε ανεκμετάλλευτη. Όταν είδε το παλικάρι να βγαίνει έξω, είπε μια δικαιολογία προς τη παρέα του και κατευθύνθηκε προς το μέρος της Αρετής. Δεν τον περίμενε, έμεινε έκπληκτη με το που άκουσε τη φωνή του και στο πρόσωπο της διαγράφηκε ένα τρομαγμένο ύφος. Προσπάθησε να μη φανεί επιθετικός αρχικά....
«Καλησπέρα Αρετή». Την κοίταξε σχεδόν παγερά. «Φαντάζομαι πως κανείς από τους δυο μας δε περίμενε να συναντηθούμε σήμερα...». Η διάθεση του άλλαξε προς ένα πιο ειρωνικό στυλ. «Θα απογοητεύτηκες φαντάζομαι... χαλάστηκες με την παρουσία . Ζητώ συγγνώμη δεν είχα τέτοια πρόθεση ».
Η Αρετή τον κοιτούσε έντρομη. Περνούσε τόσο όμορφα. Δεν περίμενε αυτή την κίνηση του, δε περίμενε να είναι τόσο θρασύς και εκδικητικός. Του μίλησε απότομα διότι ήθελε να τον ξεφορτωθεί. «Καλησπέρα Φίλιππε.... χαίρομαι που είσαι καλά αλλά σε παρακαλώ δε χρειάζεται να πούμε κάτι άλλο. Έχω ήδη ξεχάσει το παρελθόν και καλά θα κάνεις και εσύ το ίδιο». Έπιασε τα μαλλιά της μια αλογοουρά, ζεστάθηκε ξαφνικά, το στήθος της έκαιγε. «Πιστεύω πως δεν έχω να θυμάμαι κάτι καλό από το παρελθόν οπότε το διέγραψα. Το έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου εφόσον κάνεις δε με ενοχλήσει φυσικά δε θα ξανασχοληθώ ούτε και εγώ...».
Ο Φίλιππος ένιωσε μια μαχαιριά στην καρδιά του. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί αλλά πληγώθηκε. Αντί να είναι ειλικρινής προτίμησε να είναι και πάλι επιθετικός μαζί της. «Αυτό ακούγετε ως απειλή. Εάν θυμάμαι καλά την τελευταία φορά ήθελες να είσαι μαζί μου και μπορώ να πω από το παρακαλητό σου πως μάλλον πέρασες καλά.». της μίλησε σιγανά στο αυτί. Εκείνη δεν τον κοίταζε καν. Τον αγνοούσε επίτηδες... ήταν υποψιασμένη πλέον. Το μαχαίρι έμπαινε πιο βαθιά στη καρδιά. Τα λόγια του φαρμάκι. «Θεωρώ από το λίγο που με ξέρεις θα έχεις καταλάβει πως σε λάθος άτομο εκτοξεύεις απειλές. Δεν ξέρω ούτε που βρισκόσουν όλο αυτό το καιρό αλλά όλα ήταν πιο ήρεμα. Ελπίζω να παραμείνουν έτσι για το καλό και το δικό σου και της κόρης μου».
Η Αρετή απέφευγε την οπτική επαφή. Ήθελε να επιβάλλει την ανωτερότητα της. «Κανένα πρόβλημα έτσι γλιτώνω από την οικογένεια των τρελών. Λυπάμαι τον καημένο τον Αλέξανδρο αλλά επιλογή του οπότε δε συνεχίζω». Έπαιζε με τη φλόγα αλλά δε φοβόταν. «Τα χαιρετίσματα μου να του μεταβιβάσετε». Το βλέμμα της σχεδόν απαξιωτικό. Δεν τους είχε ανάγκη, ήθελε κάτι καινούργιο και θα διεκδικούσε το καλύτερο.
Ο Ραζής δεν ήθελε να σταματήσει αλλά δεν έθιξε το θέμα Αλέξανδρου. Πλησίασε πολύ κοντά της και η ανάσα του γαργαλούσε το αυτί της. «Με αυτόν τον τρελό εάν θυμάμαι καλά περάσατε όμορφα την τελευταία φόρα. Δε μπορώ να πω με ικανοποιήσατε και εσείς το ίδιο καλά δεσποινίς μου... οπότε τα λεφτά που εξαργυρώσατε πριν φύγετε σας ικανοποίησαν αρκετά».
Έβραζε από θυμό αλλά δε κουνήθηκε. Η ανάσα του την έκαιγε. Αισθάνθηκε μια ανεξήγητη δίψα στο λαιμό της. Η αυτοσυγκράτηση της εξέπληξε και την ίδια. «Φυσικά κύριε Ραζή. Σας ευχαριστώ πολύ. Σας υπόσχομαι πως τα λεφτά σας θα πιάσουνε τόπο». Είδε τον Οδυσσέα να επιστρέφει. «Δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε... μπορείτε να πηγαίνετε. Επιστρέφει και η παρέα μου».
Ο Φίλιππος είδε τον “αντίπαλο” να περπατάει προς το μέρος τους. «Ο καινούργιος στόχος; Με λεφτά; Ίσως θα πρέπει να τον προειδοποιήσω». Της έκλεισε πονηρά το μάτι και σηκώθηκε όρθιος παίρνοντας το σοβαρό του ύφος.
Ο Οδυσσέας αντιλήφθηκε αμέσως πως κάτι συμβαίνει διότι η Αρετή είχε χάσει το χαμόγελο της. Θα πρέπει σίγουρα να έχει έναν ενοχλητικό διάλογο με αυτόν τον τύπο. Έφτασε προς το τραπέζι και χωρίς καν να καταλάβει το γιατί κάθισε δίπλα της, κρατώντας το χέρι της σφιχτά στην παλάμη του. Σαν της έλεγε εδώ είμαι εγώ μην ανησυχείς. Το άλλο χέρι του της χάιδεψε την πλάτη τρυφερά. Εκείνη δεν αντέδρασε, πράμα που σήμαινε ότι ένιωσε κάπως άβολα με την προσέγγιση αυτού του τύπου. Τα καστανά του μάτια τον παρατήρησαν. Ο ίδιος ανέκφραστος με ένα πονηρό χαμόγελο στα χείλη δεν έκανε καμία κίνηση. Αποφάσισε να μιλήσει πρώτος και να κόψει αντιδράσεις.
Τρυφερά μίλησε πρώτα στην Αρετή. «Πριγκίπισσα μου γιατί είσαι έτσι; Σε ενόχλησε κάποιος; Έχεις παρέα βλέπω...».
Η Αρετή δάγκωσε τα χείλη της. Δεν ήξερε τι να πει. «Μη δίνεις σημασία. Είναι κάποιος από τα παλιά, η κουβέντα μας μόλις τελείωσε». Γύρισε προς το μέρος του Φίλιππου. «Δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε κύριε Ραζή. Τα συμπεράσματα σας και πάλι τα βγάλατε έστω και λανθασμένα. Η παρέα σας περιμένει». Με τα χέρια της χάιδεψε επίσης τα χέρια του Οδυσσέα για να περάσει το μήνυμα της.
Ο Φίλιππος ζήλεψε το χάδι προς τον άλλον άνδρα, ζήλεψε την τρυφερότητα και τη γλυκύτητα της. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να μη την προσβάλλει. «Αφήνω το ερωτευμένο ζευγαράκι στην ησυχία του αλλά οφείλω να σου πω φίλε μου να προσέχεις... ποτέ δε ξέρεις με ποιον έχεις μπλέξει ειδικά εάν έχεις περιουσία. Κερδοσκόποι υπάρχουν παντού» έκανε ένα βήμα να φύγει αλλά άκουσε τη φωνή του αντίζηλου.
Ο Οδυσσέας του έδωσε μια περιποιημένη απάντηση. «Εάν και δεν είμαι φίλος σας έχω να σας συμβουλέψω πως εάν πάθατε κάτι στο παρελθόν δε μπορείτε να χρησιμοποιείτε την άγνοια ως δικαιολογία. Προφανώς θέλατε και τα πάθατε. Εγώ πάντως δεν έχω κάτι τόσο σημαντικό ώστε να φοβάμαι να εξαπατηθώ». Είδε τον Ραζή να του ρίχνει ένα φονικό βλέμμα, σαν να του έλεγε εμείς θα λογαριαστούμε ξανά.
Η Αρετή παρατηρούσε τις αντιδράσεις τους και τα είχε χαμένα. Δεν καταλάβαινε την προστατευτικότητα ενός αγνώστου προς το πρόσωπο της, όπως επίσης και την επιθετικότητα του Φίλιππου. Ο Ραζής λίγα λεπτά αργότερα αναχώρησε με την παρέα του και εκείνη μπορούσε να ανασάνει ελεύθερα. Ο Οδυσσέας κάθισε απέναντι της, σκεφτικός με την απορία ζωγραφισμένη στα μάτια του. Πίστευε πως θα την ρωτούσε κάτι αλλά ήταν διακριτικός. Τον είχε συμπαθήσει πολύ και κοντά του ένιωθε ασφάλεια. Δεν ένιωθε κάτι παραπάνω από ευγνωμοσύνη δυστυχώς και δε θα μπορούσε να του πει ψέματα. Ίσως να κέρδιζε μια καλή φιλία από την όλη κατάσταση. Θυμήθηκε τη γιαγιά της ξαφνικά και μέσα της πέρασε η ιδέα... μπας και είναι αυτός που θα γνωρίσω στην Έρικα; Ο Θεέ μου τι θα τραβήξει ο καημένος... Έπρεπε να του πει την μισή αλήθεια.
«Οδυσσέα αυτός που γνώρισες είναι ο Φίλιππος Ραζής. Γνωστός επιχειρηματίας στους κύκλους της Πόλης. Τον γνώρισα σχεδόν τρεις μήνες πριν όταν είχα σχέση με ένα άλλο παιδί τον Αλέξανδρο. Σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει κοινό σημείο συνεννόησης με το συγκεκριμένο άτομο. Μου έχει προκαλέσει αρκετά προβλήματα αλλά το βασικότερο η κόρη του Έλενα τα έφτιαξε με το αγόρι μου. Χωρίσαμε λόγω παρεξήγησης, την οποία άθελα μου την προκάλεσα αλλά σχεδόν αμέσως βρήκε καινούργια αγάπη... απλώς δεν άξιζε τα δάκρυα μου... ».
Ο Οδυσσέας κούνησε το κεφάλι σαν να καταλάβαινε τον πόνο της. «Ενδιαφέρον... έτσι εξηγείτε η συμπεριφορά σου στο ταξί με το τραγούδι. Ο πόνος δε σε αφήνει να ξεχάσεις ».
«Κάπως έτσι... αρχικά η εκδίκηση ήταν στο μυαλό μου αλλά την άφησα κατά μέρος. Έχω ορκιστεί στου γονείς μου, στη γιαγιά μου και στην όμορφη κολλητή μου».
Τα μάτια του γυάλισαν. «Δηλαδή η παρέα σου έχει και άλλες όμορφες γυναίκες εκτός από εσένα;»
«Φυσικά και έχω σκοπό να σας γνωρίσω σύντομα. Εάν θέλεις αυτό το Σάββατο μπορούμε να κανονίσουμε για ένα ποτό.
Γέλασε με τον αυθορμητισμό της και έγνεψε καταφατικά το κεφάλι. «Πολύ ευχαρίστως... χαρά μου». Σοβάρεψε και πάλι και άλλαξε θέμα συζήτησης ξαφνικά. «Αρετή θέλω να σε βοηθήσω να βρεις εργασία έστω και προσωρινή, Μου είπες πως τελείωσες τη νομική με επιτυχία. Με τα προσόντα σου είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις μια χαρά. Κανόνισα λοιπόν να κάνεις μια αρχή προσωρινά στην εταιρία ενός γνωστού μου. Συμφώνησε να περάσεις αύριο από εκεί να σε γνωρίσει. Του είπα πως κατά τις 10 το πρωί είναι καλά. Τι λες;».
Η Αρετή δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Αυτό πάλι δε το περίμενε. Ήταν ένας πραγματικός άγγελος. «Φαντάζομαι πως δε μπορώ να αρνηθώ. Σε ευχαριστώ πολύ. Με ποιον θα συναντηθώ και που όμως;».
Ο Οδυσσέας της χαμογέλασε ευχαριστημένος. «Θα συναντήσεις τον κύριο Ιωάννου στην εταιρία GLOBAL FINANCE. Ενημέρωσε τη γραμματέα του για το ποια είσαι και δε θα υπάρξει κάποιο πρόβλημα». Σε ένα χαρτί σημείωσε τη διεύθυνση και σχολίασε «περίεργο που έχουμε το ίδιο επίθετο δε συμφωνείς;»
Της φάνηκε όντως περίεργο το κοινό επίθετο αλλά δεν έδωσε σημασία. Έπρεπε να φανεί ευγενική όπως πάντα άλλωστε. «Χίλια ευχαριστώ. Ακόμη δε μπορώ να πιστέψω ότι είμαι τόσο τυχερή. Σου είμαι καταϋποχρεωμένη». Απόρησε όμως ίσως με κάποια δυσπιστία για τα κίνητρα του. «Την καλοσύνη σου δε ξέρω πως να την ξεπληρώσω. Θα ήθελες να κάνω κάτι για σένα;».
Ήταν αινιγματικός στην απάντηση του. «Ναι θα ήθελα. Επέτρεψε μου να σε προστατεύσω σαν να ήσουν η μικρή μου αδερφή».
Η Αρετή μπερδεύτηκε τελείως. Αχ σε παρακαλώ Παναγία μου ελπίζω να μην γνώρισα ένα ακόμη τρελό...«Αδερφή; τι εννοείς;».
Χαμήλωσε το βλέμμα του. Προσπάθησε να της εξηγήσει. «Ναι σαν είσαι η αδερφή μου, η μικρή αδερφή που έχασα πριν από δυο χρόνια και δε μπόρεσα να την προστατεύσω, δεν ήμουν δίπλα της να την καταλάβω. Το γέλιο σου, η ομορφιά σου και ο αυθορμητισμός είναι τα κοινά σας χαρακτηριστικά».
Η Αρετή δε ρώτησε λεπτομέρειες. Κάτι μέσα της έλεγε πως θα μάθαινε γρήγορα. Αρκέστηκε σε μια λέξη. «Λυπάμαι». Καταλάβαινε τον πόνο του παρόλο που γνωρίζονταν 2 ώρες συνολικά. Του ζήτησε ευγενικά να φύγουν. Η ατμοσφαίρα είχε βαρύνει και η φλυαρία μάλλον κακό προκαλούσε. «Πάμε καλύτερα. Θα μιλήσουμε αύριο το πρωί μόλις τελειώσω με τη συνέντευξη και σίγουρα θα συναντηθούμε το Σάββατο για ποτό. Σε ευχαριστώ πολύ».
Ο Οδυσσέας πάλι της μίλησε με υπαινιγμούς. «Ίσως συναντηθούμε πιο νωρίς κανείς δε ξέρει. Μην με ευχαριστείς άλλο φτάνει. Καλή επιτυχία για αύριο». Περίμενε το αύριο με μεγάλη αγωνία θα γελούσε πολύ. Έλπιζε να μη φάει ξύλο μόνο.
Κάπως έτσι χωριστήκαν, ο καθένας πήρε το δρόμο του. Η Αρετή πήρε την κολλητή της αμέσως τηλέφωνο. Ήταν μπερδεμένη... Ήταν τόσο καλότυχη ξαφνικά ή ο ενθουσιασμός της την οδήγησε σε λάθος επιλογή και πάλι;
 
**********************

Η Αρετή ετοιμάστηκε για τη συνάντηση της με το πιθανόν μελλοντικό αφεντικό. Επέλεξε να φορέσει ένα μακρύ λινό παντελόνι λευκό, αμάνικη ροζ μπλούζα και ένα λευκό επίσης σακάκι λινό. Ήθελε να δείχνει όσο πιο σοβαρή γινόταν. Το βάψιμο της πολύ διακριτικό. Δεν υποψιαζόταν σε καμία περίπτωση ότι η τύχη θα έπαιζε ένα “περίεργο” παιχνίδι και πάλι. Η Έρικα είχε ενημερωθεί για τα γεγονότα της προηγουμένης μέρα. Είχε μείνει άφωνη.
«Μα τόσο γκαντεμιά πλέον;» έλεγε και ξανάλεγε. «Από όλους του ανθρώπους έπρεπε να συναντήσεις τον Ραζή;»
«Μην ανησυχείς δεν έγινε και κάτι. Έγινε ερειστικός, όπως ήταν αναμενόμενο με λίγα υπονοούμενα για εκείνη τη βραδιά. Όπως σου είχα υποσχεθεί δεν έδωσα σημασία. Ο Οδυσσέας ήταν δίπλα μου και εγκατέλειψε τον αγώνα».
Η Έρικα δεν πείστηκε αλλά έπρεπε να πιάσει τον άλλον γρίφο της ημέρας τον Οδυσσέα. «Και τον άλλον πως τον έκοψες; Μαλάκας;» Για κάποιο λόγο είχε σχηματίσει αρνητική εντύπωση για εκείνον χωρίς καν να τον δει.
Η Αρετή έσπευσε να τη διορθώσει. «Μη λες βλακείες είναι ένα αρκετά φυσιολογικό παιδί, ευγενικός, διακριτικός, αστείος απλός, με δυσκολίες στη ζωή όπως όλοι μας».
Η κολλητή της συμπλήρωσε. «Πολύ καλός για είναι αληθινός μήπως; Σου κανόνισε συνάντηση για δουλειά, δε ζήτησε τίποτα για αντάλλαγμα και το κυριότερο και το πιο κουλό θέλει να σε προσέχει σαν να είσαι η μικρή του αδερφή. Σου φαίνονται όλα αυτά νορμάλ;»
«Όχι αλλά δεν μπορώ να κρίνω τον άλλον χωρίς να μου κάνει τίποτα κακό φιλενάδα. Δεν είμαι έτσι. Ακόμη και να είναι πονηρός αυτό θα φανεί γρήγορα και θα κάνω πίσω. Άλλωστε δε τον βλέπω με ερωτική διάθεση μάλλον με φιλική και νομίζω πως το κατάλαβε»
Η φίλη της τη ρώτησε κάτι τελευταίο. «Εγώ πότε θα τον γνωρίσω αυτό το τόσο καλό παιδί;»
Η Αρετή της απάντησε «Σύντομα αυτό το Σάββατο θα βγούμε για ένα ποτό όλοι μαζί». Της ξέφυγε ένα γελάκι μικρό διότι πάλι οι κουβέντες της γιαγιάς της ήρθαν στο μυαλό.
Λίγο πριν τις δέκα το πρωί έφτασε μπροστά στο νεόδμητο κτίριο. Είχε έξι ορόφους συνολικά, όλο γύρω γύρω με τζαμαρία. Έβλεπες άνετα τις κινήσεις των επισκεπτών και υπάλληλων. Υπήρχε μια κυλιόμενη σκάλα στο κέντρο ακριβώς που οδηγούσε στον πάνω όροφο. Εκεί υπήρχε μια ρεσεψιόν για πληροφορίες. Πιο μέσα φαινόταν δυο ανελκυστήρες πιθανόν για τους πάνω ορόφους. Πλησίασε τη ρεσεψιόν και η κοπέλα ευγενικά τη ρώτησε πως μπορούσε να τη βοηθήσει. Έδωσε τα στοιχεία της και την ενημέρωσε πως είχε ραντεβού με τον κύριο Ιωάννου. Η κοπέλα επικοινώνησε με τη γραμματέα του αφεντικού της. Μετά το τέλος της συνομιλίας τους της είπε πως θα πρέπει να ανέβει στον τελευταίο όροφο. Η Αρετή έφτασε στον τελευταίο όροφο και αντίκρισε έναν μακρόστενο διάδρομο. Στο τέλος του διάδρομου υπήρχε ένα μεγάλο οβάλ τραπέζι και μια όμορφη νεαρή μελαχρινή κοπέλα την καλωσόρισε.
«Δεσποινίς Βασιλείου, περαστέ στην πρώτη πόρτα δεξιά. Ο κύριος Ιωάννου σας περιμένει»..
Την ευχαρίστησε και με αργά βήματα προχώρησε προς το πρώτο γραφείο. Έλεγξε τα ρούχα της μια ακόμη φορά. Είχε αγχωθεί. Είχε φέρει ένα βιογραφικό της εάν και δεν είχε να προσθέσει και πολλά. Χτύπησε την πόρτα και μια ανδρική φωνή την παρότρυνε να περάσει. Μπήκε στο γραφείο, το οποίο ήταν αρκετό μεγάλο και φωτεινό. Πρόσεξε τη λιτή διακόσμηση στα χρώματα του γκρι. Ο τοίχος πίσω από το μεγάλο γυάλινο γραφείο είχε μια υπέροχη ταπετσαρία βγαλμένη από την άγρια φύση.
«Καλημέρα σας κύριε Ιωάννου είμαι η .....». Μια γνώριμη φωνή τη διέκοψε.
Ο Οδυσσέας καθόταν στο γραφείο του με γυρισμένη την πλάτη προς την κοπέλα. Δεν ήθελε να προδοθεί πολύ γρήγορα. «Με ενημέρωσαν για το ποια είστε δεσποινίς Βασιλείου. Σας περίμενα».
Η Αρετή τα είχε χαμένα πως γίνεται να γνωρίζω τη φωνή του από κάπου; Προσπάθησε να μη δείξει την αμηχανία της. «Σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε. Σας έφερα ένα βιογραφικό μου. Στη διάθεση σας για τις όποιες ερωτήσεις». Συνέχιζε να μη βλέπει το πρόσωπο του.
Ο Οδυσσέας αποφάσισε να γυρίσει απότομα. Γνώριζε πως η Αρετή θα θύμωνε μαζί του αλλά θα της εξηγούσε αργότερα. Της ζήτησε αρχικά να καθίσει. Σηκώθηκε από την καρέκλα του όση ώρα εκείνη έβγαζε το βιογραφικό της από τη τσάντα. Όρθιος πλέον κάθισε ακριβώς από πάνω της. Δεν ήθελε να τη τρομάξει οπότε της μίλησε απαλά.
«Πριγκίπισσα μου θα θυμώσεις πολύ μαζί μου;»
Εκείνη σήκωσε τα μάτια της ψηλά και σοκαρίστηκε. Μια λέξη μπόρεσε να πει και αυτή με δυσκολία... «Οδυσσέα;»
Εκείνος της έγνεψε καταφατικά. «Θα μπορούσα να πω ο δίδυμος αδερφός του αλλά μάλλον δε θα με πίστευες». Είχε όρεξη να αστειευτεί. Άπλωσε το μάγουλο του έτοιμο να δεχτεί τη τιμωρία του. «Συγγνώμη Αρετή» είπε στο τέλος.
Η Αρετή δε του μιλούσε. Θύμωσε για το χόνδρο δούλεμα. Δεν ήθελε ούτε να τον βρίσει ούτε να τον χτυπήσει, απλώς να σηκωθεί να φύγει το γρηγορότερο. Για μια φορά ακόμη ένιωσε προδομένη. Ο Οδυσσέας δεν την άφησε όμως. Έπρεπε να της εξηγήσει πρώτα.
«Αρετή συγγνώμη. Δώσε μου πέντε λεπτά και θα καταλάβεις. Σε παρακαλώ.
Εκείνη ετοίμαζε ήδη τη τσάντα της. «Έχεις 3 λεπτά ακριβώς πριν φύγω μια και καλή».
Για να προλάβει ξεκίνησε την δικαιολογία του. Μάλλον της περιέγραψε καλύτερα την προσωπική του ιστορία... «Εκτός από την εργασία μου δε σου έχω πει κανένα άλλο μεγάλο ψέμα. Το όνομα μου το ξέρεις. Είμαι όντως από την Κύπρο. Σπούδασα Αγγλία διοίκηση επιχειρήσεων και οικονομικά. Όταν επέστρεψα Ελλάδα η αδερφή μου είχε μπλέξει με περίεργες παρέες, ώσπου στο τέλος πέθανε από τα ναρκωτικά. Είχα πλήρη μεσάνυχτα και δε μπόρεσα να τη βοηθήσω. Με ενδιέφεραν οι πλάκες, τα πάρτυ, οι γκόμενες και τα ποτά. Πλήρης ασυδοσία με τα λεφτά του μπαμπά. Ούτε και ο πατέρας μου κατάλαβε εγκαίρως τα σημάδια της κατάθλιψης της αδερφής μου. Τα είχε όλα αλλά τελικά της έλειπαν αρκετά. Κάπως έτσι οδηγήθηκε στον αργό θάνατο. Η Άννα ήταν ένας άγγελος πραγματικά. Ο θάνατος της μας συγκλόνισε όλους και το σπιτικό μας διαλύθηκε. Οι γονείς μου χώρισαν. Ο πατέρας μου έχει φέρει τη δεύτερη γυναίκα στο σπίτι παρόλο που γνωρίζει πως είναι μαζί του για τα λεφτά. Η μητέρα μου έφυγε για την Ελβετία και εγώ έμεινα πίσω ακολουθώντας σκληρή εργασιομανία για να ξεχαστώ».
Η Αρετή αρκετά σκληρή του απάντησε. «Όλα αυτά τα καταλαβαίνω και λυπάμαι για όσα σου συνέβησαν αλλά γιατί να παίξεις αυτό το παιχνίδι μαζί μου;».
Ο Οδυσσέας έπρεπε να γίνει πειστικός για να μη χάσει την Αρετή από κοντά του. «Διότι όταν έχεις μια μητριά που πολιορκεί τον πατέρα σου για τα λεφτά, έρχεσαι σε μια καινούργια πόλη και μετά από μια συνέντευξη σου, όλοι σε κυνηγούν από πίσω λόγω χρημάτων τι μπορώ άλλο να κάνω από το να αμυνθώ. Εσύ δηλαδή τι θα έκανες στη θέση μου; »
Σκέφτηκε για λίγο αλλά προτίμησε και πάλι να μην σχολιάσει. Πλησίασε προς την πόρτα, δεν άντεχε άλλα ψέματα.
Εκείνος την ακολούθησε. Γονάτισε μπροστά της ζητώντας συγχώρεση. Φαινόταν μετανιωμένος...
Εξαιτίας του καλού της χαρακτήρα δε μπορούσε να μην υποκύψει σε αυτήν την κίνηση του.
Το ύφος της παρέμεινε ερειστικό όμως. Τον ρώτησε ευθέως. «Και τι κατάλαβες για μένα μετά από αυτό το τεστ προσωπικότητας;»
Αυτός χαμογέλασε και απάντησε ευθέως. «Κατάλαβα πως χρειάζομαι ένα άτομο σαν και εσένα ειλικρινές και δυναμικό να δουλέψει για μένα. Ένα άτομο που μπορώ να το εμπιστευτώ». Ξαναγύρισε στο γραφείο του και έπιασε μερικές σελίδες. «Αυτό είναι το συμβόλαιο σου. Περιέχει λεπτομερής περιγραφή των καθηκόντων σου, των δεσμεύσεων σου καθώς και τις δικές μου υποχρεώσεις ως εργοδότης» Ήθελε να ξεκαθαρίσει κάτι πρώτα για να μην παρεξηγηθεί πάλι. Όταν σε είδα για πρώτη φορά πραγματικά εντυπωσιάστηκα με την ομορφιά σου, διαθέτεις ένα σπάνιο χάρισμα όπως γνωρίζεις. Χάρηκα πολύ όταν μου τηλεφώνησες για το ραντεβού μας αλλά για τους λόγους που ανέφερα παραπάνω το είδα λίγο καχύποπτα αρχικά. Είπα ψέματα για να τσεκάρω τι ακριβώς ψάχνεις. Όταν μου άνοιξες την καρδιά σου και μου έδειξες ότι δε σε ενδιαφέρουν τα χρήματα αποφάσισα να σου προσφέρω εργασία.
Η Αρετή του έκανε μια λογική ερώτηση. «Πως μπορώ να σε βοηθήσω με τα ταπεινά μου προσόντα; πέρα από τις δυο ξένες γλώσσες αγγλικά-γερμανικά και το πτυχίο μου, που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα οικονομικά και τις επιχειρήσεις σου , δε μπορώ να καταλάβω πως μπορώ να γίνω το δεξί σου χέρι»
Ο Οδυσσέας την πλησίασε και της έπιασε τα χέρια. «Το μόνο που θέλω από σένα είναι να είσαι η βοηθός μου, μια εχέμυθη βοηθός. Για όλα τα υπόλοιπα έχω άλλα άτομα να με συμβουλέψουν» Την κοίταξε και τα μάτια του έδειχναν μια ειλικρίνεια. «Ουσιαστικά θέλω να συνδυάσω την ομορφιά σου με την εξυπνάδα σου και να τα χρησιμοποιήσω ανάλογα με την περίσταση. Προς θεού μη με παρεξηγήσεις δε το λέω με πρόστυχη διάθεση. Όλα αναφέρονται λεπτομερέστατα στο συμβόλαιο. Εάν το διαβάσεις θα καταλάβεις». Της το παρέδωσε.
Εκείνη ξεκίνησε να διαβάζει το περίπλοκο συμβόλαιο, που εκτός το παχυλό της μισθό καθόριζε σαφώς της υποχρεώσεις της. Έπρεπε να εμφανίζεται στα περισσότερα επαγγελματικά ραντεβού μαζί του Θα έπρεπε να παρευρίσκεται σε δείπνα και ίσως κάποιες δεξιώσεις. Γενικά θα έπρεπε να τον ακολουθεί παντού όταν αυτό κρινόταν απαραίτητο. Η σχέση τους θα ήταν άκρως επαγγελματική χωρίς κάποια άλλη δέσμευση. Θα της παρεχόταν αυτοκίνητο. Πιστωτική κάρτα για το ντύσιμο της για συγκεκριμένα ραντεβού. Αρκετές μέρες άδειας και το βασικότερο μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σπάσει το συμβόλαιο εάν έκρινε ότι δε μπορούσε ή δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο. Όταν τελείωσε την ανάγνωση ήταν ευχαριστημένη διότι ήταν όλα ξεκαθαρισμένα. Ήθελε να υπογράψει χωρίς δεύτερη σκέψη, ήταν τεράστια ευκαιρία και δεν μπορούσε να την αφήσει ανεκμετάλλευτη. Πήρε το στυλό της και λίγο πριν υπογράψει έθεσε ένα νέο όρο.
«Συμφωνώ αλλά με έναν όρο. Μη με κοροϊδέψεις ποτέ έτσι ξανά».
Της χαμογέλασε και της απάντησε με εύθυμη διάθεση. «Κανένα πρόβλημα δεσποινίς Βασιλείου αρκεί να βγούμε για το ποτό που λέγαμε... μπορεί η σχέση μας πλέον να είναι επαγγελματική αλλά δε σημαίνει πως δε μπορούμε να βγούμε έξω σε φιλικό επίπεδο και να γνωρίσω επιτέλους τη περιβόητη φιλενάδα σου» Της άπλωσε το χέρι για τη συμφωνία... χαρούμενος και ξαλαφρωμένος...
Η Αρετή άπλωσε το δικός της και η χειραψία αυτή ήταν η επιβεβαίωση της συμφωνίας τους. Υπέγραψε το συμβόλαιο, κρατώντας ένα αντίγραφο δικό της. «Κάτι άλλο αφεντικό πριν φύγω;».
Το αφεντικό της πλέον σοβάρεψε σαν σωστός επαγγελματίας. «Ναι όλοι θα σε γνωρίζουν πλέον ως τη γραμματέα μου. Οι επαγγελματικές σου κάρτες αυτό θα δηλώνουν. Άλλες επεξηγήσεις δε χρειάζονται σε κανέναν. Όπως σου υποσχέθηκα θα προσπαθήσω να σε προστατεύσω. Θέλω να έρχεσαι σε μένα εάν σε έχει ενοχλήσει κάτι να το συζητάμε». Μίλησε με την άλλη γραμματέα για λίγο και επανήλθε. «Μεθαύριο ξεκινάς και μαζί θα επισκεφτούμε τον Απόστολο Σταύρου στην εταιρία του, εάν το έχεις ακουστά. Εδώ είναι μια μικρή προκαταβολή για τα πρώτα σου έξοδα. Θα σε συναντήσω σε λίγη ώρα στο εμπορικό». Την χαιρέτησε και το κινητό του άρχισε να χτυπά δυνατά.
Η Αρετή βλαστήμησε την τύχη της. Ξεκίναγε σε δυο μέρες δουλειά και η πρώτη της συνάντηση θα ήταν με το αφεντικό του πρώην της. Έλπιζε πως ο Αλέξανδρος δε θα ήταν εκεί. Τα συναισθήματα της ήταν ανάμεικτα. Είχε έρθει η ώρα για μερικά ψώνια. Το αφεντικό θα τη συναντούσε αργότερα. Έπρεπε να δείχνει κομψή. Δεν ήξερε τι θα της έφερνε το αύριο. Ήθελε να χαρεί το τώρα. Το καλοκαίρι είχε ήδη τελειώσει και τα πρωτοβρόχια είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Οι κεραυνοί από κάποιες μπόρες ίσως τη φόβιζαν πάλι. Με λύπη συνειδητοποίησε... νιώθω τόσο μόνη τελικά... τελικά οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά στην ανιαρή ύπαρξη μου...

***************************

Η Έλενα χάζευε στο εμπορικό όταν είδε μπροστά της τον εφιάλτη της να παίρνει σάρκα και οστά. Η Αρετή βρισκόταν σε ένα αρκετό ακριβό μαγαζί και δοκίμαζε ρούχα. Ήταν ευδιάθετη και ανέμελη λες κάτι πολύ ευχάριστο της είχε συμβεί. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα συνειδητοποίησε πως δεν ήταν μόνη αλλά συνοδευόταν από ένα γλυκούλη νεαρό γύρω στα τριάντα. Πλησίασε την τζαμαρία του μαγαζιού για να τους προσέξει καλύτερα. Εκείνος κάτι της θύμιζε αλλά δεν ήταν σίγουρη τι ακριβώς. Δε φαινόταν για πολύ πλούσιος αλλά είχε στυλ. Όχι κούκλος αλλά συμπαθητικός. Ότι πρέπει για εκείνην... σκέφτηκε, μια χαρά τώρα που βρήκε άλλη ασχολία θα ησυχάσω και εγώ... Η Αρετή παρίστανε το μανεκέν μπροστά του. Τελικά επέλεξε τρία διαφορετικά φορέματα μαζί με τσάντες και πρόσεξε πως όλα τα πλήρωσε εκείνος με την πιστωτική του. Το ίδιο κάνανε και στο πιο κάτω μαγαζί. Η Έλενα ήθελε να μάθει τι στην ευχή συνέβαινε και ποιος ήταν αυτός με την Αρετή. Μπήκε στο πρώτο μαγαζί και ως καλή πελάτισσα τους με το απαραίτητο χρηματικό κίνητρο έμαθε όσα ήθελε. Αρχικά σοκαρίστηκε. Δεν πίστευε στα αυτιά της και η ζήλια της είχε χτυπήσει κόκκινο. Επαναλάμβανε αυτά που άκουσε από τις πωλήτριες μπας και τα χωνέψει. Ο τύπος είναι ο Οδυσσέας Ιωάννου γιος του Πέτρου Ιωάννου, κύπριος πολυεκατομμυριούχος βιομήχανος για τον οποίο μιλάει όλη η πόλη και όλες οι κοπέλες θέλουν να τον γνωρίσουν. Δεν μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο. Η Αρετή τον είχε γνωρίσει ήδη και της έκανε και δωράκια σαν ερωτευμένα πιτσουνάκια. Αυτό που της φάνηκε αρκετά περίεργο ήταν πως τον φώναζε αφεντικό. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει λογικά. Πριν επιστρέψει σπίτι της αποφάσισε να μιλήσει με την Άρτεμις για να της πει τα καυτά νέα. Θα πέθαινε και η ίδια από τη ζήλια της.
Επέστρεψε σπίτι εμφανώς κακοδιάθετη. Είχε ζητήσει να φύγει πιο νωρίς από τον πατέρα της για πάει να κάνει νύχια, μαλλιά και να ψωνίσει ένα νέο φόρεμα. Η διάθεση της είχε χαλάσει και προτίμησε να κουτσομπολεύσει στο σπίτι της κολλητής της μέχρι και αργά το απόγευμα. Ο πατέρας της ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ, παρακολούθησε ειδήσεις. Από χθες ήταν ιδιαίτερα λιγομίλητος. Εάν και δεν ήθελε να τον ενοχλήσει η κακία μέσα της δεν αποδέχονταν την ήττα οπότε έπρεπε να θίξει το θέμα μαζί του. Προσπάθησε να τον καλοπιάσει γλύκα.
«Μπαμπά γύρισα στο σπίτι νωρίς για να μη μου γκρινιάζεις. Θα ήθελα σου μιλήσω».
Ο Ραζής κοίταξε την κόρη του και το μελαγχολικό του ύφος άλλαξε με τη μία. «Καλώς την. Πως πήγαν τα ψώνια;»
Η Έλενα έσκυψε το κεφάλι της και μίλησε με θυμό. «Όλα θα ήταν τέλεια εάν δε συναντούσα αυτήν, την Αρετή στο εμπορικό». Ήθελε να βγάλει το φόβο από μέσα της. «Την είδα τόσο χαρούμενη και ευδιάθετη που τρελάθηκα. Ψώνιζε πανάκριβα συνολάκια με καμάρι». Πλησίασε τον πατέρα της κι φώναξε. «Ανησυχώ για την αντίδραση του Αλέξανδρου, εάν τυχόν τη συναντήσει τυχαία να πάρει... είμαι να σκάσω πατέρα...»
Ο Φίλιππος τη μάλωσε. «Κόρη μου είσαι υπερβολική, τι θα γίνει εάν συναντηθούν; σε πληροφορώ τίποτα απολύτως. Νομίζω πως σου έχει αποδείξει την πίστη του σε σένα».
Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Τώρα είναι διαφορετικά. Πριν η Αρετή ήταν μόνη της τώρα άλλαξε αυτό. Σήμερα τη συνόδευε στα ψώνια της ένας νεαρός, ο οποίος της αγόρασε τα πάντα και εκείνη καμάρωνε λες και ήταν βασίλισσα των παραμυθιών». Ένα δάκρυ κύλησε στο μάτι της. «Τι θα γίνει λοιπόν εάν μάθει για τη νέα σχέση της πρώην του. Πιστεύω πως σίγουρα θα ζηλέψει και αντιδράσει αλλόκοτα. Μπορεί να κυριαρχήσει μέσα του η ζήλια πατέρα... καταλαβαίνεις τι θέλω να πω...»
Ο Ραζής την άκουγε με δυσκολία. Το μυαλό του είχε μεταφερθεί στο χθες. Η μαχαιριά που είχε δεχτεί δεν τον είχε αφήσει ανεπηρέαστο. Δε μπορούσε να το παραδεχτεί αλλά και ο ίδιος στράβωσε με τους ρομαντισμούς του ζευγαριού. Και η προστατευτικότητα του νεαρού προς το πρόσωπο της, τον είχε ενοχλήσει πολύ. Την όλη συμπεριφορά του την εξέλαβε ως απειλή. Η αδιαφορία και η αυτοσυγκράτηση της ίσως να ήταν απόρροια αυτής της σχέσης. Οι φωνές της κόρης του τον επανέφεραν στο παρόν.
«Μπαμπά με ακούς σου μιλάω... φοβάμαι πολύ σου λέω».
Αυτός προτίμησε να την ηρεμήσει με απλά και λογικά επιχειρήματα. «Εάν εκείνη έχει μια σχέση πλέον σημαίνει πως έχει ξεχάσει το παρελθόν και έχει προχωρήσει παρακάτω» Στη λέξη παρελθόν ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. «Δε βρίσκω κάτι κακό σε αυτό, ίσα ίσα θα πρέπει να πετάς από τη χαρά σου».
Η Έλενα συμφώνησε εν μέρη και του εξήγησε ακριβώς τι έμαθε. «Αυτό το νέο πρόσωπο πατέρα δεν είναι κανένας τυχαίος. Πρόκειται για τον Οδυσσέα Ιωάννου, ίσως έχεις ακουστά τον πατέρα του Πέτρος Ιωάννου γνωστός εφοπλιστής-βιομήχανος με αμέτρητες επιχειρήσεις σε Κύπρο και Βαλκάνια. Πρόσφατα ίδρυσε μια εταιρία για τον γιο με έδρα εδώ πέρα. Δεν είναι κανένας τυχαίος και αυτήν πρόλαβε να τον τυλίξει».
Είχε μείνει άναυδος. Είχε ακούσει το μικρο του όνομα στην καφετέρια σωστά άρα μάλλον πρόκειται για το ίδιο άτομο. Μόνο που αυτός παρουσιάστηκε κοινός θνητός με μικρή περιουσία. Το ερώτημα που γεννιόταν ήταν εάν γνώριζε την αλήθεια η Αρετή και τον δούλευε ή αυτός της είπε ψέματα αρχικά για τη ζωή του. Το δεύτερο σενάριο του φάνηκε επικρατέστερο. Βέβαια ξαφνικά στο μυαλό του δημιουργήθηκε και το ακραίο σενάριο.... εκείνη να γνώριζε εξαρχής ποιος είναι αυτός να την πλησίασε γοητευμένος και αυτή να το έπαιζε ανήξερη. Ενδιαφέρον σκέφτηκε αμέσως.
Απευθύνθηκε στην κόρη του. «Γνωρίζω την οικογένεια τη συγκεκριμένη αλλά όχι προσωπικά. Επίσης η μεγάλη της περιουσία είναι γνωστή σε όλους του κύκλου μας. Δε θα πρέπει να ανησυχείς δε πιστεύω πως η ίδια θα ασχοληθεί με τον καλό σου εφόσον έχει τέτοιο κελεπούρι δίπλα της».
Η Έλενα πίστευε πως ο πατέρας της δεν ήθελε να την καταλάβει «ΕΛΕΟΣ.... άλλο προσπαθώ να σου πω. Φοβάμαι τον Αλέξανδρο και την αντίδραση του. Είναι γνωστή η ρήση κολλάμε εκεί που μας φτύνουν περισσότερο. Αυτό είναι που με τρομάζει, να μη τυφλωθεί από εγωισμό και επιστρέψει στα παλιά».
Ο Φίλιππος έδινε μικρές πιθανότητες σε αυτό το σενάριο αλλά όχι μηδαμινές. Άλλωστε και ο ίδιος αισθάνθηκε ενοχλημένος. Προσπάθησε να γίνει πιο πειστικός ώστε να ηρεμήσει η μικρή του. «Πλάθεις σενάρια επιστημονικής φαντασίας... χαλάρωσε σε παρακαλώ μη γίνεσαι πιεστική και τελικά τα γκρεμίσεις μόνη σου όλα»
Η κόρη του σηκώθηκε σε έξαλλη κατάσταση. Τον απειλείσαι. «Πολύ καλά τότε αφού είμαι η τρελή που πλάθει σενάρια ανεβαίνω στο δωμάτιο μου. Να ξέρεις πως εάν τυχόν συμβεί κάτι τέτοιο μη μου ζητήσεις το λόγο γιατί έλαβα δραστικά μέτρα». Νευριασμένη αποχώρησε, ανέβηκε στο δωμάτιο της και η πόρτα έκλεισε δυνατά πίσω της.
Ο Φίλιππος φανερά προβληματισμένος κυρίως για την ψυχική ηρεμία της κόρης του, επεξεργάστηκε τα νέα δεδομένα. Τίποτα τελικά μπορεί να μην ήταν τυχαίο, ωστόσο όφειλε να είναι καλά προετοιμασμένος για παν ενδεχόμενο. Το κυριότερο ήταν να αναζητήσει την αλήθεια και γνώριζε καλά τον τρόπο που θα το κατάφερνε.

Ντύθηκε στα γρήγορα και χωρίς να ενημερώσει κανέναν πήρε το δρόμο για το σπίτι της Αρετής. Ήθελε απλώς να γίνει πιο σαφής ώστε να την αναγκάσει να ακυρώσει το οποίο σχέδιο είχε στο μυαλό της. Έτσι δε θα πληγωνόταν η κόρη του. Πάρκαρε στο πιο κάτω στενό και χτύπησε το θυροτηλέφωνο της. Καμία απάντηση και το φως στο διαμέρισμα της κλειστό. Αποφάσισε να περιμένει. Είχε περάσει μισή ώρα, τότε άκουσε τη φωνή της καθώς και ένα ανδρικό γέλιο. Κρύφτηκε στην είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας. Οι φωνές τους ακουστήκαν πιο καθαρά πλέον. Ήταν πραγματικά χαρούμενοι. Κοίταξε για να διακρίνει τον άνδρα που τη συνόδευε. Ήταν ο ίδιος τύπος από την προηγούμενη μέρα. Ίσως αυτός να είναι ο πλούσιος που μου ανέφερε η Έλενα. Κρατούσε στα χέρια της αρκετές σακούλες με ρούχα. Για κάποια που δε γνωρίζει την οικονομική κατάσταση του συντρόφου της είναι παράλογο να δέχεται τόσα δώρα από εκείνον... συλλογίστηκε. Αστειεύτηκαν αρκετή ώρα και μετά από λίγο εκείνος της υπενθύμισε το αυριανό ραντεβού με κάποιον γνώριμο του.
«Μεθαύριο το πρωί θα με περιμένεις έξω από την εταιρία του Σταύρου. Έχουμε αρκετή δουλειά εκεί. Μην ανησυχείς θα μιλήσουμε για νομικά θέματα οπότε μπορείς να με βοηθήσεις. Και όπως τα συμφωνήσαμε με θάρρος και τόλμη. Πρέπει να στέκεσαι επάξια δίπλα μου και εγώ θα είναι πάντα δίπλα σου να σε προσέχω πριγκίπισσα μου...»
Η Αρετή δε πολυμίλησε. «Ξέρω πολύ καλά τι πρέπει να κάνω. Εάν και όπως σου εξήγησα με στέλνεις στο στόμα του λύκου. Θα φανώ δυνατή». Σχολίασε στο τέλος. «Θα τα πούμε αύριο επίσημα θα εμφανιστούμε για πρώτη φόρα. Καλό βράδυ και σε ευχαριστώ για όλα».
Το ζευγαράκι χωρίστηκε και εκείνος είχε μπερδευτεί με την κουβέντα τους. Το μόνο σίγουρο ήταν πως θα εμφανιζόταν αύριο μπροστά στον Αλέξανδρο. Κάτι έπρεπε να γίνει για να ξεκαθαριστεί η όλη κατάσταση και να γλιτώσουν όλοι από αυτήν την ύαινα. Η Αρετή προσπάθησε να βρει τα κλειδιά της μες στο σκοτάδι. Όλος ο φωτισμός στη γειτονιά της ήταν χάλια. Την άρπαξε από το χέρι με δύναμη πριν προλάβει να μπει μέσα. Με το ζόρι την τράβηξε προς το πάρκο της γειτονιάς. Δεν ήθελε να ανέβει σπίτι της διότι φοβόταν τις δικιές του αδυναμίες. Προσπάθησε να του ξεφύγει και παρόλο που του είπε πως θα ουρλιάξει εκείνος δε πτοήθηκε. Ήταν αρκετά δυνατός δε θα μπορούσε να φύγει μακριά του. Είχαν φτάσει σχεδόν κοντά στο πάρκο όταν εκείνη τον δάγκωσε δυνατά στο μπράτσο του. Πόνεσε πολύ αλλά και πάλι δε την άφησε. Άρχισε να ωρύεται.
«Άφησε με σου λέω βρε γελοίε. Θα φωνάξω να ξεσηκώσω τη γειτονιά στο πόδι. Τι στην ευχή θες από εμένα;»
Εκείνος είχε αγριέψει για τα καλά. Το μπράτσο του πονούσε. «Σκάσε και προχώρα έχουμε πολλά να ξεκαθαρίσουμε» Συνέχισε να την τραβάει. Οι περαστικοί τους κοιτούσαν και κουνούσαν το κεφάλι τους. Κάνεις δε τόλμησε να εμπλακεί σε αυτή τη διαμάχη. Επιτέλους φτάσανε στο μέσο του πάρκου μακριά από περαστικούς. Την είχε στριμώξει στον κορμό ενός δένδρου. Έβαλε τα χέρια του γύρω της για να μη μπορεί να φύγει. Τον χαστούκισε δυνατά αλλά δε πτοήθηκε.
Η Αρετή άρχισε να φωνάζει. «Βοήθεια κάποιος, ο άνθρωπος είναι τρελός για δέσιμο. Τα γατίσια της μάτια άστραψαν στο σκοτάδι. Ήταν αρκετά τρομαγμένη. Έτρεμε και δε μπορούσε να κοντρολάρει το θυμό της. «Άφησε με να φύγω δε θέλω να σε βλέπω... ακούς; Θέλω να ξεχάσω εσένα την κόρη σου και τον άλλον τον ακατονόμαστο».
Ο Φίλιππος γέλασε δυνατά. Διασκέδαζε με τα ψέματα της. «Θα ήθελα πολύ να σε πιστέψω πριγκίπισσα μου αλλά δε μπορώ δυστυχώς όταν γνωρίζω πως έχεις κάποιο σχέδιο δράσης. Θες να μας κάνεις άνω κάτω, αυτό θέλεις να καταφέρεις;» Και η δική του φωνή υψώθηκε καθώς συνέχισε τη λεκτική επίθεση... «Είσαι ένα φίδι, μπορείς να ξεγελάσεις τους πάντες με την ευγένεια σου αλλά όχι και εμένα» .Την τράνταξε από του ώμους δυνατά... είχε χάσει τον αυτοέλεγχο
Εκείνη του φώναζε να σταματήσει «Σταμάτα με πονάς.. Ραζή σταμάτα.» Άρχισε να πονάει πραγματικά από το σφίξιμο και το τράνταγμα. Έβαλε τα κλάματα. Φώναξε με αναφιλητά. «Άσε με επιτέλους... είσαι ένα τίποτα για μένα... ένα τίποτα που το σιχαίνομαι».
Ο Ραζής σταμάτησε απότομα και από τα νεύρα έδωσε μια μπουνιά στον κορμό του δένδρου. Ήθελε να χτυπήσει την ίδια αλλά συγκρατήθηκε. Προσπάθησε να ξεσπάσει διαφορετικά. Ξαναχτύπησε το κορμό του δένδρου πιο δυνατά αυτή τη φορά... Ο πόνος αβάσταχτος αλλά το έκρυψε...
Η Αρετή ενστικτωδώς έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπο να το προστατεύσει. Η κατάσταση είχε ξεφύγει πέρα από κάθε λογική. Έβγαλε μια κραυγή αγωνίας. Δεν κατάλαβε τι είχε γίνει πάλι... τι παρεξήγηση... Προσπάθησε να πάρει απεγνωσμένα απαντήσεις. «Δε ξέρω τι έχει γίνει και δε με ενδιαφέρει. Έχω υποσχεθεί πως δε θα ξανασχοληθώ με υποκείμενα όπως εσείς στο μέλλον. Απλώς δεν αξίζετε τίποτα στα μάτια μου... και ειδικά εσύ Ραζή δεν αξίζεις τίποτα πλέον... μόνο τη βια ξέρεις να χρησιμοποιείς... δε πρέπει να λέγεσαι άνδρας... και να σε φτύσω χαμένο θα πάει το σάλιο μου».
Δεν είχε μάθει να τον μειώνει κάνεις έτσι. Ήθελε να της δείξει τη δύναμη του. Έσκυψε κοντά της και τα χέρια του την έφεραν μια ανάσα από το σώμα του. Χαμηλόφωνα της λέει. «Όταν κάποιος τιποτένιος σαν και εμένα πηδάει μια πριγκίπισσα σαν και σένα και την ικανοποιεί πλήρως θέλω να ξέρω εάν συνεχίζετε να χαρακτηρίζετε τιποτένιος;»
Η Αρετή δεν πίστευε στα αυτιά της. Ήθελε να του βγάλει τα μάτια με τα νύχια της. Τον χαστούκισε και πάλι με όλη της τη δύναμη, ενώ τα νύχια της τον γρατζούνισαν ελαφρώς στο πρόσωπο. Ορθώθηκε περήφανα μπροστά του. «Δε ξέρω πως λέγεσαι εσύ αλλά ξέρω πως εγώ μόνο έξυπνη μπορώ να χαρακτηριστώ που σε κατάφερα. Μη ξεχνάς πως η επιταγή σου έπιασε τόπο. Μάλλον το πήδημα αυτό σου βγήκε ακριβό πανέξυπνε κύριε Ραζή». Η φωνή της απέκτησε μια μελωδική χροιά. Έπαιζε με τη φωτιά αλλά δεν έκανε πίσω. «Βεβαία την επιταγή την πήρα πολύ πιο μπροστά αλλά το ποσό ήταν αρκετό για τις πρόσθετες υπηρεσίες μου. Εάν πιστεύεις πως μου χρωστάς κάτι μπορείς να κόψεις μια άλλη» .
Ο Φίλιππος έπιασε το μάγουλο του, έτσουζε αρκετά. Είχε πλησιάσει σε απαγορευτικό σημείο. Η αλαζονεία της τον έφερε στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. «Μα φυσικά έτσι δεν κάνουνε στις συνοδούς πολυτελείας. Πες μου το πόσο και εγώ θα συμπληρώσω μια νέα επιταγή. Φαντάζομαι πως ο καινούργιος σου έρωτας κάνει το ίδιο ακριβώς. Μάλιστα μπορώ να σου προσφέρω πολύ παραπάνω αρκεί να μη βλάψεις σκόπιμα την κόρη μου» . Την προειδοποίησε για τελευταία φορά. «Θα έχεις να κάνεις μαζί μου Αρετή κανόνισε την πορεία σου». Την έπιασε από το λαιμό και με δύναμη την ακούμπησε στο δένδρο. Την έσφιξε σε οριακό σημείο... παρόλα αυτά συνέχισε... δε μπορούσε να πάρει ανάσα αλλά εκείνος ακούνητος σαν άγαλμα, θολωμένος συνέχιζε τις άνανδρες κινήσεις... ίσως μετά του επιθυμούσε να δώσει σε ένα τέλος στο μαρτύριο της καρδιάς του... εάν δεν είχε αυτός την Αρετή δε θα επέτρεπε σε κανέναν άλλον να την κατακτήσει... Η Αρετή σπαρταρούσε στα χέρια του, τότε μόνο ένιωσε ένα γυναικείο χέρι να του ακουμπάει τον ώμο... σχεδόν αμέσως απελευθέρωσε τα χέρια από το λαιμό της...
Εκείνη δε κουνήθηκε, ήθελε να τελειώσει ο μαρτύριο της. Η αναπνοή της έβγαινε με δυσκολία. Δε μπορούσε να κάνει κάτι. Ίσως έπρεπε να δεχτεί τη μοίρα της. Έβλεπε θολά ακόμη και οι σκιές των γονιών της ξεπήδησαν μπροστά. Η μητέρα της την περίμενε να την αγκαλιάσει. Ξαφνικά ένιωσε τα χέρια του να απομακρύνονται. Εισέπνευσε το πολύτιμο οξυγόνο της φύσης και αμέσως το μυαλό της ξεθόλωσε. Έκανε δυο βήματα μακριά του. Εκείνος δεν έκανε καμία κίνηση να την εμποδίσει. Ατάραχος την κοίταζε με τα ψυχρά μπλε μάτια. Είδε τη θάλασσα στο χρώμα τους. Μήπως καλούσε το όνομα της; Μήπως έτσι θα γνώριζε επιτέλους τη λύτρωση;. Το τέρας μπροστά της πανηγύριζε τη νίκη του μια ακόμη φορά. Στο ερώτημα.. που έφταιξα... δεν είχε απάντηση. Ίσως το μοναδικό φταίξιμο στη ζωή της ήταν που γεννήθηκε.
Ο Φίλιππος κοίταξε την Αρετή ενώ απομακρυνόταν. Ήταν χαμένη στη σκέψεις της. Τα βήματα της ήταν ασταθή, έμοιαζε σαν υπνωτισμένη. Θα νόμιζε κάνεις πως δεν έβλεπε μπροστά της. Είχε ένα συγκεκριμένο προορισμό και τίποτα δε θα την εμπόδιζε να φτάσει εκεί. Κοντοστάθηκε σε ένα άλλο δένδρο, προσπαθώντας να πάρει βαθιές αναπνοές. Γύρω της υπήρχε μόνο το σκοτάδι, ήταν έτοιμη να το αγκαλιάσει, να γίνει ένα με αυτό. Γονάτισε σαν να προσευχόταν σε κάποιον, σαν να παρακαλούσε για κάτι. Το σκέφτηκε αρκετά πριν την πλησιάσει. Τελικά το αποφάσισε. Ο υπέρμετρος εγωισμός δεν του επέτρεπε να πράξει το λογικό. Προτίμησε να την “ποδοπατήσει” και άλλο αντί να υποστεί το βάρος του ψυχικού της πόνου. Δεν υπήρχε για εκείνην, απλώς τον αγνοούσε. Έκοψε την επιταγή και της την έδωσε στο χέρι. Εάν δεν πλησίαζε τόσο κοντά δε θα πίστευε πως ήταν ζωντανή. Τρόμαξε πραγματικά, προσπάθησε να τη σηκώσει αλλά δε κουνήθηκε λες και τα πόδια της είχαν ριζώσει. Γύρισε το σώμα του προς την αντίθετη κατεύθυνση και γρήγορα απομακρύνθηκε. Μια φόρα κοίταξε προς τα πίσω. Το θέαμα παρέμεινε το ίδιο. Δικαιολόγησε τον εαυτό του με ένα ψέμα... είναι δυνατή, σίγουρα θα είναι εντάξει μετά από λίγη ώρα..

Η Αρετή πίστεψε πως είχε έρθει το τέλος της. Ίσως να χρωστούσε κάτι σε κάποιον από την προηγουμένη ζωή της. Ίσως το τίμημα να ήταν βαρύ και έπρεπε να το αποπληρώσει και σε αυτήν. Έκλεισε τα μάτια της και οι εικόνα της μητέρας της πάλι εμφανίστηκε. Αυτή τη φορά την είδε να κλαίει. Ο πατέρας της δεν ήταν δίπλα της. Προσπάθησε να της πει κάτι αλλά δε καταλάβαινε. Πρόσεξε πως με τα χέρια της έκανε νόημα να σηκωθεί πάνω. Δεν είχε κουράγιο να ανταποκριθεί σε αυτό το πρόσταγμα. Λυπόταν μαζί της, συμμερίζονταν τον πόνο του παιδιού της και προσπάθησε να τη βοηθήσει. Μέσα στο μυαλό της άκουσε πιο καθαρά τη φωνή της μητέρας της. Σήκω παιδί μου, προστάτευσε τον εαυτόν σου, θα είμαι πάντα δίπλα να το θυμάσαι. Υπάκουσε χωρίς δεύτερη σκέψη. Με δύναμη ψυχής πλέον πήρε το δρόμο προς το σπίτι, προς το καταφύγιο της. Με το ξημέρωμα έλπιζε να ήταν όλα ένα κακόγουστο αστείο, να ξυπνούσε το πρωί σαν να μη συνέβη τίποτα, ο εφιάλτης της να είχε εξαφανιστεί μια και καλή... Από εδώ και πέρα θα έβλεπε μόνο χαρούμενα όνειρα... όνειρα μοναξιάς αλλά ασφάλειας... όνειρα μόνο με αγγελικά πρόσωπα έτοιμα να σου προσφέρουν το χέρι τους για ένα υπέροχο χορό με τη συνοδεία των μελωδικών ήχων της φύσης... ακόμη και η θάλασσα συμμετείχε σε όλη αυτή την ενορχήστρωση προσφέροντας κάτι από τη γαλήνη της... το χρώμα της άλλαξε από μπλε σκούρο και θολό, πήρε το κρυστάλλινο πράσινο... Και εκεί όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια...

Με πολύ κόπο έφτασε σπίτι της... Η ψυχική της κούραση την παρέσυρε σε ένα γλυκό ύπνο. Στο όνειρο της για πρώτη φορά είδε μια λάμψη. Οδηγήθηκε σε ένα μονοπάτι και ξαφνικά μπροστά της εμφανίστηκε μια ψιλή γυναίκα. Τα μαλλιά της και ένα μέρος του προσώπου της ήταν καλυμμένο με μια μαντίλα, σαν και αυτές που φοράνε οι γιαγιάδες στα χωριά. Ξανθιές τούφες όμως ξεπηδούσαν από τα πλάγια. Τα χέρια της ροζιασμένα μάλλον από τη σκληρή δουλειά και το πρόσωπο ηλιοκαμένο. Δε μπορούσε να προσδιορίσει την ηλικία της, ίσως κοντά στα τριάντα. Με θλιμμένο βλέμμα της έδειχνε κάτι προς τον ουρανό. Δε μίλησε καθόλου απλώς άπλωσε το δείκτη του χεριού της προς τα πάνω. Η Αρετή δεν έβλεπε κάτι παρά μόνο χελιδόνια να πετάνε ανέμελα. Είχε αρκετή ζέστη οπότε υπέθεσε πως είναι καλοκαίρι. Η γυναικά κατηφόρισε προς ένα άλλον δρόμο. Νερά γαργάρα ακουγόταν πολύ κοντά τους. Πράγματι ένα μεγάλο ποτάμι διέσχιζε το μικρο και ακίνδυνο δάσος. Πλησίασαν προς τα κει και η γυναίκα έπαιζε με ένα κλαδί αμίλητη και πάλι. Φορούσε αρκετά ρούχα, λες και έπρεπε να καλύψει τη γύμνια της. Ήταν σαν να είχε πάει στο χρόνο πίσω τουλάχιστον έξι με εφτά δεκαετίες. Δεν ακουγόταν πουθενά κάποια μηχανή, αυτοκίνητο ή κάτι που να μαρτυρούσε πολιτισμό. Μόνο η φύση ήταν γύρω της. Η κοπέλα κάθισε πάνω σε μια πέτρα. Η Αρετή πήγε δίπλα της να δροσιστεί λίγο. Το νερό ήταν αρκετά κρύο αλλά καθαρό. Ξαφνικά η κοπέλα σηκώνεται για να πιάσει μια πεταλούδα. Δεν μπόρεσε γλίστρησε, πέφτοντας έτσι μέσα στο ποτάμι. Ενστικτωδώς πετάχτηκε πάνω και προσπάθησε να βοηθήσει την κοπέλα, η οποία κρατιόνταν με δυσκολία από μια πέτρα. Άπλωσε το ένα χέρι της με προσοχή για να μη πέσει και η ίδια μέσα,ενώ με το άλλο κρατήθηκε από ένα κλαδί. Της φώναζε της γυναικάς να πιάσει το χέρι της αλλά εκείνη δε μπορούσε. Για την ακρίβεια δε έκανε καν προσπάθεια σαν να μην ήθελε να σωθεί. Το νερό με δύναμη ήθελε να την παρασύρει. Η Αρετή της φώναζε αλλά εκείνη έπαιξε την τελευταία πράξη του δράματος. Άφησε τα χέρια από την πέτρα και αφέθηκε στα ορμητικά νερά του ποτάμιου. Ούτε καν ούρλιαξε λες και το αποζητούσε λες και λυτρώθηκε...
Το Αρετή ξύπνησε απότομα, ήταν ιδρωμένη. Θυμόταν τα πάντα από το όνειρο αλλά δεν έβγαζε άκρη. Της φάνηκε σαν εφιάλτης αρχικά. Δε μπορούσε να πιστέψει πως κάποιος απαρνιέται τη γλυκιά ζωή ώστε να βρεθεί κοντά στο θάνατο. Προσπάθησα να τη σώσω... Στεναχωρήθηκε για αυτήν την κατάληξη αλλά δε ένιωσε τύψεις... Προσπάθησα να τη βοηθήσω, εκείνη όμως δεν ήθελε να σωθεί... Παραδόθηκε ξανά στο ύπνο μέσα σε λίγα λεπτά, ήταν τόσο κουρασμένη άλλωστε... Είχε περάσει και η ίδια αρκετά και ήθελε να δώσει οριστικό τέλος στο παρελθόν... και εκείνη ήθελε να σωθεί και να γλιτώσει. Ένα αόρατο χέρι της χάιδεψε τρυφερά τα μάγουλα. Δεν άκουσε ποτέ τη φωνή να της μιλάει. Στο χέρι σου είναι “κόρη μου” να απλώσεις τα χέρια σου να γλιτώσεις. Ένα γλυκό νανούρισμα ακούστηκε στο δωμάτιο από μια μελωδική φωνή...

.











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου