Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΔΑΙΜΟΝΑς Της ΦΩΤΙΑς - ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Ο ΔΑΙΜΟΝΑς Της ΦΩΤΙΑς - ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Αρετή παρατηρούσε τις τεράστιες ανθοδέσμες με λευκά τριαντάφυλλα. Είχε προτιμήσει ένα λιτό στολισμό χωρίς υπερβολές. Πάντα ονειρευόταν αυτή τη μέρα από μικρή κορίτσι, ίσως επειδή μεγάλωσε σε μια ζεστή οικογένεια. Τα πλούτη την τρόμαζαν, οι πλούσιου εάν και ήξεραν πάντα να κολακεύουν ουδέποτε μπορούσαν να συμπεριφερθούν ανθρώπινα... Όλα είχαν σχεδιαστεί αποκλειστικά από την ίδια, δεν επέτρεψε κανέναν άλλον να παρέμβει. Φυσικά είχε την αμέριστη συμπαράσταση ενός προσώπου, ο οποίος αποτέλεσε εξαίρεση στον κανόνα. Κοντά της είχε μεταμορφωθεί σε έναν άλλον άνθρωπο με δυσκολία στην αρχή αλλά το αποτέλεσμα μετρούσε για εκείνη. Είχε φροντίσει να της αποδείξει την αγάπη του με το πιο πειστικό τρόπο, το δώρο που εξέλαβε από εκείνον αργότερα ήταν ανεκτίμητο, όπως και η υπόσχεση του να αλλάξει για χάρης αρκεί να στεκόταν πάντα δίπλα του... αυτός ήταν ο μοναδικός όρος και η Αρετή δεν είχε κανένα δικαίωμα να αρνηθεί. Επιτέλους τήρησε όλες τις υποσχέσεις, επιτέλους ανάσαινε ελευθέρα και ζούσε την κάθε στιγμή στο υπέρτατο βαθμό. Όλα είχαν τακτοποιηθεί επιτέλους και πλέον θα μπορούσε να το βροντοφωνάξει πως ήταν ευτυχισμένη και γιατί όχι και δικαιωμένη.
Ήταν σχεδόν έτοιμη, απόμεναν μερικές ακόμη στιλιστικές παρεμβάσεις πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα της Έρικας... Ακόμη και το νυφικό ήταν απλό αλλά πάνω της φάνταζε πανάκριβο και εντυπωσιακό. Έπρεπε να σταθεί χαμογελαστή επάξια δίπλα στο γοητευτικό γαμπρό... της είχε κλέψει την καρδιά και αρνούνταν πεισματικά να την την επιστρέψει... Κάποτε της είπε πως ... θα τη φυλάω πάντα κάπου μυστικά για να μην την κλέψει κανένας άλλος με σοβαρό ύφος αλλά τότε είχε απλώς γελάσει με το σχόλιο. Πλέον τώρα ήταν η αλήθεια... είχε παραδοθεί πλέον χωρίς όρους. Παρακαλούσε την Παναγία μόνο αυτή τη φορά να της επιτρέψει να χαρεί... να μην της κλέψει κάτι δικό της γρήγορα. Ήθελε να χαρεί το νέο της σπίτι, ήθελε να χαρεί τη νέα της ζωή αλλά το κυριότερο ήθελε να δημιουργήσει μια πετυχημένη οικογένεια...
Η Έρικα έδινε εντολές σε όλους για να βιαστούν... είχαν καθυστερήσει ήδη αρκετά και ο γαμπρός θα γκρίνιαζε, δε φημιζόταν για την υπομονή του άλλωστε. Επιτέλους όλα ήταν έτοιμα... η Μάρθα μαζί με την Έρικα θα έφταναν στην εκκλησία πιο νωρίς ώστε να βεβαιωθούν πως όλα ήταν οργανωμένα σωστά... Ο Οδυσσέας θα την συνόδευε στην εκκλησία όπως άλλωστε όφειλε σαν μικρή αδερφή... δεν είχε και κανένα άλλον... Τα στέφανα θα τελούνταν στις 7.30 το απόγευμα... ο παπάς του είχε δηλώσει πως δε θα απέτρεπε αργοπορίες... είχε άλλους δυο γάμους αμέσως μετά... Περίμενε το τηλεφώνημα της Έρικας για να βεβαιωθεί πως ο γαμπρός είχε φτάσει ήδη στην εκκλησία... Η Αρετή ανησύχησε... η εκκλησία απείχε δυο βήματα από το νέο της σπίτι... αλλά η φίλη της καθυστέρησε αρκετά... τι στην ευχή γίνεται... κοίταξε τον Οδυσσέα με απορημένο βλέμμα... και ο ίδιος δεν είχε ιδέα... Προσπάθησε να καλέσει το γαμπρό αλλά μάταιος κόπος έβγαινε τηλεφωνητής... Δεν πανικοβλήθηκε αμέσως... σκέφτηκε θετικά... δεν έκανε λάθος ήταν ο γάμος της... η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της... ο καλός της υποσχεθεί τον παράδεισο... της είχε δηλώσει ξεκάθαρα... θέλω να βλέπω να χαμογελάς εκείνη τη μέρα... θέλω να είσαι η πιο ευτυχισμένη νύφη στον κόσμο... δε μπορεί να έκανε τόσο λάθος... δε μπορεί να γελάστηκε τόσο πολύ... όχι δεν θα της έκανε ποτέ αυτό... δεν θα την πρόδιδε με το χειρότερο τρόπο... της είχε υποσχεθεί πως όλα θα αλλάξουν και εκείνη τον πίστεψε...
Ο Οδυσσέας μιλούσε με την Έρικα... ο γαμπρός αγνοούνταν... δεν είχε εμφανιστεί στην εκκλησία... κανείς δεν ήξερε που βρίσκονταν... Η Αρετή έπρεπε να ελέγξει την κατάσταση από κοντά... έκανε νόημα στον Οδυσσέα να προχωρήσουν... εκείνη τι στιγμή κάποιος έριξε ένα φάκελο κάτω από την πόρτα... Αμέσως άνοιξε το φάκελο χωρίς να το πολυσκεφτεί... αναγνώρισε το γραφικό του χαρακτήρα... αυτά που διάβασε την συγκλόνισαν... οι πληγές ξανάνοιξαν... αλλά δεν έτρεχε αίμα αυτή τη φορά αλλά το κόκκινο υγρό της οργής... η αγάπη την πρόδωσε και πάλι με το χειρότερο τρόπο...

Η Αρετή ξύπνησε τρομαγμένη... δίπλα της στο κρεβάτι κανείς... είχε ιδρώσει... αμέσως σηκώθηκε να πιει λίγο νερό... είχε αφυδατωθεί... στο μυαλό της έφερνε το γράμμα και τις σκληρές κουβέντες του... Πήγε προς το σαλόνι... είχε ξεχάσει πως δεν ήταν μόνη... έπρεπε να τον ξεφορτωθεί... το όνειρο ήταν σημαδιακό... δεν έπρεπε να το αγνοήσει....

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19 (ΤΕΛΟΣ 1ου ΜΕΡΟΥΣ)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΝΝΕΑ





26 Δεκεμβρίου 2013



Το επόμενο πρωί η Αρετή ξύπνησε με ένα φοβερό πονοκέφαλο. Όλα τα κόκαλα του κορμιού της πονούσαν... βρίσκονταν σίγουρα σε γνώριμο δωμάτιο, όλα γύρω της μύριζαν γιαγιά... Αναστέναξε ανακουφισμένη... δεν χρειάζονταν άλλες εκπλήξεις... Προς στιγμήν επέστρεψε στο χρόνο πίσω... περίμενε να σηκωθεί από το κρεβάτι ώστε να αντικρίσει τη Μάρθα να τηγανίζει λουκουμάδες και να ψήνει κουλουράκια στο φούρνο με άρωμα κανέλας. Ήταν μόνη της πλέον, η Μάρθα είχε φύγει και ο Φίλιππος για μια φορά ακόμη ήταν απών από τη ζωή της... ο ίδιος είχε επιλέξει το δρόμο της φυγής... ο ίδιος είχε επιλέξει και πάλι να μην την πιστέψει... προτίμησε το λαϊκό δικαστήριο... προτίμησε να γίνει Θεός για μια ώρα, ικανοποιώντας τον εγωισμό του. Ποτέ μα ποτέ δεν την αγάπησε... και εάν την αγάπησε σίγουρα ήταν μια επιφανειακή αγάπη χωρίς βάθος και δέσιμο. Το πάθος σίγουρα υπαρκτό αλλά προφανώς δεν έφτανε ώστε να γκρεμιστούν οι ανισότητες και τα ψευτοδιλήμματα... οι κόσμοι τους ήταν εντελώς διαφορετικοί... ο ίδιος ο Φίλιππος είχε υψώσει το γυάλινο τοίχο μεταξύ τους επίτηδες για να προστατεύσει και στην πορεία να δικαιολογήσει όλες τις ακατονόμαστες πράξεις του.

Δεν είχε κανέναν για να κλάψει, ούτε καν να εκμυστηρευθεί τις φοβίες της. Φοβόταν όχι μόνο το μέλλον αλλά και το παρόν, κάθε λεπτό που περνούσε της φαινόταν αιώνας, ένα τεράστιο φορτίο που δε μπορούσε να το επωμιστεί από μόνη της. Σηκώθηκε απότομα όρθια για να κοιταχτεί στο καθρέφτη... τρόμαξε για άλλη μια φορά... φάνηκε γερασμένη, εξουθενωμένη και ταλαιπωρημένη. Όλα είχαν φυσικά μια λογική εξήγηση, έναν και μοναδικό υπαίτιο... η ρίζα του κακού ήταν ένας και μοναδικός άνδρας, ένας άνδρας στον οποίο είχε εναποθέσει ελπίδες ευτυχίας και ασφάλειας. Ναι είχε ανάγκη την ασφάλεια του, είχε ανάγκη την παρουσία του αλλά μάταια προσπάθησε να τον αναζητήσει γύρω της, δίπλα της. Την είχε εγκαταλείψει με το χειρότερο τρόπο μερικές ώρες πριν σε ένα τρομακτικό μα συνάμα γαλήνιο μέρος κοντά στους γονείς της. Σκηνές κωμικοτραγικές περάσαν από μπροστά της.... τον Ραζή οργισμένο να την ξεφτιλίζει με το χειρότερο τρόπο.... να την καταλογίζει ευθύνες για κάτι για το οποίο είχε πλήρη άγνοια.... να ασκεί σωματική βία πάνω της λες και ήταν ένα απλό κομμάτι κρέας και τελικά να αναχωρεί λες και δε συνέβη τίποτα απολύτως, θαρρείς και μόλις είχε κατακτήσει το λάφυρο του και βαρέθηκε σχεδόν αμέσως. Δεν έφταιγε κανείς άλλος φυσικά εκτός από την ίδια.... τα άπιαστα όνειρα παραμένουν άπιαστα ανεξαρτήτως προσπάθειας.... τα τέρατα παραμένουν τέρατα όσο όμορφα και είναι εξωτερικά.... και η ασχήμια της ψυχής δεν μπορεί να διαγραφτεί με κανέναν τρόπο.... Αποφάσισε πως είχε ξημερώσει μια διαφορετική μέρα... χωρίς Αλέξανδρο, Έλενα και Φίλιππο... δεν υπήρχαν αυτά τα πρόσωπα από εδώ και πέρα... η θέληση για ζωή της χτύπησε την πόρτα και εκείνη της άνοιξε για να την καλωσορίσει. Είχε τον τρόπο να επιβιώσει αρκεί να έβρισκε τη δύναμη... μόνη της χωρίς “πρέπει” και “δήθεν”.



Όση ώρα παρατηρούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη αποφάσισε να αφήσει πίσω την γλυκιά και ήρεμη Αρετή και να μεταμορφωθεί σε κάτι άγνωστο και επικίνδυνο. Θα έπαιζε με τη φωτιά, όπως και οι άλλοι παίξανε μαζί της όλο αυτό τον καιρό... θα σχοινοβατούσε στο κενό μόνο και μόνο για να απελευθερώσει την κρυμμένη αδρεναλίνη.... θα νοιάζονταν για την πάρτη της περισσότερο για τρίτους ανύπαρκτα ανθρωπάκια δίπλα της με εξαίρεση φυσικά τους κολλητούς της.... με λίγα λόγια είχε σκοπό αναγεννηθεί μια άλλη Αρετή, που μόνο αρετή δε θα φανέρωναν οι πράξεις της. Τόση υποκρισία, τόσα ψέματα, τόση αλαζονεία δεν την άντεχε, είχε έρθει η ώρα της τιμωρίας... είχε έρθει η ώρα να περάσει στην αντεπίθεση ή τουλάχιστον έλπιζε πως θα τα κατάφερνε. Ήταν έτοιμη να δεχτεί μια νέα πραγματικότητα για την οποία κανείς δεν την είχε προετοιμάσει... κάνεις δεν την είχε συμβουλέψει και φυσικά δε γνώριζε. Η τρέλα του άγνωστου την καθοδηγούσε... το δεδομένο την πλήγωσε ανεπανόρθωτα... η ελπίδα την εγκατέλειψε ενώ η αγάπη της γύρισε αδιάφορα την πλάτη. Είχε έρθει η ώρα να επιλέξει την πόρτα νούμερο δυο... φοβισμένη μεν αλλά αποφασισμένη δε...



Μόλις βγήκε από το μπάνιο, περιποιήθηκε την πληγή της πρώτα και μετά έβαλε σε τάξη τις σκέψεις της. Είχε αρκετά αναπάντητα ερωτήματα του για ποιος την έφερε πίσω στο διαμέρισμα, ποιος βρήκε το κλειδί της... και το κυριότερο ποιος την περιποιήθηκε όλο το βράδυ.... Βρήκε φάρμακα στο κομοδίνο και ένα πρόχειρο σημείωμα.... Μου χρωστάς μικρή μου... ελπίζω να με ξεπληρώσεις με το αποψινό δείπνο.... Μάριος. Είχε λύσει ένα κομμάτι του παζλ, εάν ένιωθε άβολα ακόμη και στην ανάγνωση του ονόματος του, του χρωστούσε τη ζωή της ή καλύτερα τη σωτήρια της. Δεν είχε μάθει να είναι αχάριστη όποτε γρήγορα έπιασε στο χέρι της το νέο κινητό που εκ μαγείας εμφανίστηκε μπροστά της. Το παλιό το είχε καταστρέψει ο Ραζής από τα νεύρα του... είχε έρθει η σειρά της να ποδοπατήσει οτιδήποτε αγαπάει..... Είχε τη δική της κάρτα δικτύου στο κινητό και όλες τις επαφές. Βρήκε το κινητό του Μάριου περασμένο στη μνήμη..... Έστειλε ένα απλό μήνυμα... Σε ευχαριστώ για όλα εάν και δε γνωρίζω πως τα κατάφερες ή πως με βρήκες.... θα τα πούμε στις 7 καλύτερα σήμερα... Είχε μάθει να κουβεντιάζει και ευχαριστεί αυτοπροσώπως άτομα... δεν είχε μάθει να κρύβεται σίγουρα...



Είχε μεσημεριάσει και έπρεπε να ετοιμαστεί για το ραντεβού της με το αστυνομικό. Δεν είχε φάει τίποτα και το στομάχι της γουργούριζε. Φόρεσε ένα εντυπωσιακό φόρεμα, βάφτηκε προσεχτικά, ανακάλυψε κάποια ασορτί κοσμήματα, βρήκε ένα ζεστό παλτό και ήταν έτοιμη.... όπως πρέπει για τις γιορτινές μέρες, εντυπωσιακή, ανανεωμένη και αναγεννημένη. Το σαλόνι του σπιτιού της δε φανέρωσε τίποτα το δράμα της προηγούμενης μέρας. Όλα βρίσκονταν τακτοποιημένα στη θέση τους. Τα γυαλιά από το σπασμένο βάζο είχαν καθαριστεί... ίσως τελικά όλα να ήταν ένα κακό όνειρο... Αποφάσισε να περπατήσει λίγο για να συνέλθει. Οι μελανιές στα χέρια της έντονες, ήταν το μόνο στοιχείο που θύμιζε την παλιά Αρετή... αλλά δεν την ένοιαξε... τίποτα δεν είχε σημασία.... η παθητική και χαζή Αρετή είχε πεθάνει.... Τα μαλλιά της αιωρήθηκαν λιγάκι με το κρύο αεράκι, είχε αρκετό κρύο αλλά συνέχιζε να περπατάει. Όλοι γύρω της την θαύμαζαν... κολακευτικά και μερικές φορές υπερβολικά σχόλια ακουστήκαν από αρκετά ανδρικά στόματα... Δεν έδωσε σημασία όμως, οι προτεραιότητες της είχαν αλλάξει αλλά χαμογελούσε διότι αισθανόταν γυναίκα και πάλι.... Πέρασε από όλα τα γνώριμα στέκια της γειτονιάς της αλλά κοντοστάθηκε έξω από ένα μπαρ. Ήταν δυο το μεσημέρι και ήθελε να πιει για να συγχαρεί τον εαυτό της... το είχε ανάγκη ώστε να ξεχάσει... Μέσα από τη βιτρίνα φάνηκε ένα γνώριμο πρόσωπο αλλά δεν έδωσε σημασία... η φαντασία της απλώς έπαιξε παιχνίδια και εκείνη αρνούνταν πεισματικά να συμμετάσχει... κάποια άτομα είχαν διαγραφτεί...



************************



«Φίλιππε σταμάτα να πίνεις επιτέλους... σήμερα είναι οι αρραβώνες της κόρης σου θέλεις να την ρεζιλέψεις;» Η Ηρώ προσπάθησε να συνεφέρει το φάντασμα του Ραζή... δεν κάθονταν δίπλα της ο γνώριμος Φίλιππος Ραζής αλλά μια σκιά του εαυτού του. Είχε να δώσει σημεία ζωής βδομάδες αλλά ήταν συνηθισμένη. Όταν την κάλεσε ξαφνικά , παρακαλώντας της για λίγη συντροφιά, τα άφησε όλα πίσω και έτρεξε.... το κάλεσμα του Φίλιππου για εκείνην ισούταν με διαταγή, με διαφυγή από την κόλαση. Όταν έφτασε στο γνώριμο στέκι αντίκρισε έναν άλλον άνθρωπο. Φοβούμενη της συνέπειες του πιοτού αποφάσισε να μείνει δίπλα στον άγνωστο άνδρα μέχρι να έρθει στα συγκαλά του. Πάση θυσία έπρεπε να τον εμποδίσει να συνεχίζει να πίνει εάν ήθελε η όλη ιστορία να έχει αίσιο τέλος....

Ο Φίλιππος την αγριοκοίταξε... Δεν την είχε φωνάξει για να του κάνει μαθήματα ηθικής. Χρειάζονταν λίγη συντροφιά για να πνίξει τον πόνο και τι μιζέρια. Τι και εάν σήμερα ήταν ήμερα χαράς για το σπιτικό του, εκείνος ανάπνεε τον αέρα της δυστυχίας.... Γέμισε μια ακόμη φορά το ποτήρι του. Είχαν περάσει δυο ώρες από το τότε που έφυγε από την οικία του πνιγμένος από ζίλια, εγωισμό και οργή για την κατάντια του. Γέμισε και το ποτήρι της Ηρώς... η παρουσία της τον βοηθούσε να ξεχάσει... «Πιες και εσύ μαζί μου σε παρακαλώ... δε έχω όρεξη για πολλές κουβέντες.... εάν δε σου αρέσει φύγε παράτε με ήσυχο και εσύ και αυτή μαζί.... σταματήστε να με καταδιώκεται... δεν αντέχω άλλο... δεν μπορώ... οι σκέψεις με τρελαίνουν... »

«Φίλιππε σύνελθε... σταμάτα τι είναι αυτά που λες... ποιος σε καταδιώκει;»

«Αυτή... δε θέλω να πω το όνομα της για να μη λερώσω το στόμα μου.... αυτή είναι η αιτία του κακού... αυτή είναι η αιτία που για πρώτη φορά νιώθω τόσες τύψεις.... που δε μπορώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου... σταμάτα να με βασανίζεις... σταμάτα... φύγε μακάρι να μη σε ξαναδώ μπροστά μου...» Φώναξε ο Φίλιππος απευθυνόμενος όχι φυσικά στην Ηρώ αλλά σε άλλη γυναικεία ύπαρξη που τον είχε ταλαιπωρήσει εδώ και καιρό... αυτήν που χωρίς επιτυχία πάλευε να ξεχάσει... της είχε ζητήσει να εξαφανιστεί από μπροστά του αλλά με αγωνία περίμενε την επόμενη φορά που θα την συναντούσε... τίποτα δεν είχε λογική πλέον... καμιά πράξη... καμιά κουβέντα.

Η Ηρώ συνειδητοποιήσε έκπληκτη πως μια γυναίκα μόνο θα μπορούσε να αναγκάσει τον Ραζή να σέρνεται έτσι... να γίνει η σκιά του εαυτό του και κυρίως να μετανιώνει για τις πράξεις του... «Δεν υπάρχει λόγος να λογοδοτείς σε κανέναν... η ζωή καμιά φορά είναι άδικη αλλά τι να κάνουμε όλοι μας προχωράμε... είσαι πιο δυνατός Ραζή... καμιά γυναίκα δε μπορεί να σε γονατίσει... μπορεί να έχεις την οποιαδήποτε...»

«Δε θα καταλάβεις και να σου εξηγήσω Ηρώ... μισώ όλες τι γυναίκες αλλά όχι αυτή πρακτικά... μισώ που δε μπορώ να την κατακτήσω ολοκληρωτικά.... μισώ το ότι πάντα βρίσκετε ένα βήμα πιο μπροστά από έμενα... μισώ όμως περισσότερο αυτούς που θέλουν να την κλέψουν από έμενα... δε θα το επιτρέψω... εάν την έχω εγώ τότε δεν θα την έχει κανένας...» Έριξε το ποτήρι με το ποτό στο πάτωμα... τα χέρια του τρέμανε... ήταν σε απόγνωση... είχε ξεχάσει εντελώς τους λόγους για τους οποίους την είχε ξεφτιλίσει έτσι χθες...

«Δε χρειάζεται να μου εξηγήσεις κάτι σε καταλαβαίνω Φίλιππε... έλα σταμάτα να πίνεις... πιες το καφέ σου και ετοιμάσου να σε πάω σπίτι....». Έκανε νόημα στο σερβιτόρο να ετοιμάσει δυο καφεδάκια σκέτα. Μέσα της πόναγε μαζί του, συμμερίζονταν τα αισθήματα του γιατί πολύ απλά είχε νιώσει το ίδιο για εκείνον. Όταν επιτέλους πήρε απόφαση πως ο Ραζής δεν πρόκειται να αλλάξει για καμία γυναίκα... να σεβαστεί μια γυναίκα και τελικά να παραδοθεί... τότε μόνο κατάφερε να προχωρήσει παρακάτω. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να δώσει συγχαρητήρια σε αυτή τη γυναίκα που είχε καταφέρει όσα άλλες ονειρεύονταν χρόνια...



Τα λεπτά κυλούσαν βασανιστικά..... υπάκουσε στις εντολές της Ηρώς σαν υπάκουο σκυλάκι. Το αλκοόλ του είχε προσδώσει προσωρινή χαρά αλλά τώρα μετά τον καφέ όλα επανήλθαν πιο ξεκάθαρα μπροστά του. Δεν είχε καταφέρει τίποτα απολύτως... ήταν και πάλι ηττημένος... το λαϊκό δικαστήριο είχε τραγικό τέλος.... αφού για μια ακόμη φορά ξεφτίλισε την Αρετή με το χειρότερο τρόπο... Ξαφνικά θυμήθηκε τις νέες αφορμές... ξαφνικά θυμήθηκε το “γιατί” και το “πρέπει”... εκείνη έφταιγε για όλα σίγουρα. Έπρεπε να επιστρέψει σπίτι για να ετοιμαστεί αλλά από την άλλη αρνούνταν να αποχωριστεί την συντροφιά της Ηρώς. Αποφάσισε να βγει λίγο να περπατήσει και της ζήτησε να έρθει μαζί του... «Έλα πάμε λίγο έξω... πνίγομαι εδώ μέσα... είμαι καλύτερα... θα πάω μόνος μου σπίτι...»

Η Ηρώ δεν αρνήθηκε και αυτή την επιθυμία του. Τον κράτησε σφιχτά από τον αγκώνα ώστε να τον βοηθήσει στο περπάτημα. Ο Φίλιππος ετοιμάστηκε να βγει από την είσοδο όταν ξαφνικά κοκάλωσε απότομα.... Αρχικά νόμιζε πως είχε παραισθήσεις, πως το αλκοόλ είχε θολώσει για τα καλά το μυαλό του. Όχι όμως δεν έκανε λάθος.... μπροστά του στέκονταν η Αρετή πιο όμορφη από ποτέ... ήταν ένας μικρός άγγελος με ανθρώπινη υπόσταση και είχε έρθει να τον λυτρώσει. Μόνο που εκείνη παρά το σοκ της ξαφνικής συνάντησης φρόντισε να εξαφανιστεί από μπροστά του όσο πιο γρήγορα γινόταν. Αυτό άλλωστε την είχε διατάξει ο ίδιος κάποιες ώρες πριν.... να μη τη ξαναδεί μπροστά του.... Όλοι στο μπαράκι γύρισαν να κοιτάξουν την όμορφη κοπέλα που μπήκε στο κατάστημα και χάθηκε αμέσως σαν σίφουνας. Ο Φίλιππος δε μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματα του... δεν είχε την παραμικρή ιδέα αλλά δεν είχε την πολυτέλεια να ψάξει απαντήσεις..... Παράτησε την Ηρώ σύξυλη ενώ έτρεξε χωρίς δεύτερη σκέψη από πίσω της...



Ήταν όμως αργά είχε προλάβει να κρυφτεί, ο άγγελος του είχε βγάλει φτερά έτοιμος να διαβεί τις πύλες του παραδείσου... Σκοπό είχε όμως να την ανακαλύψει ακόμη και εάν χρειάζονταν να διαβεί όλα τα μονοπάτια της κολάσεως. Εάν και δεν ήταν σε κατάσταση να οδηγήσει το έπραξε ούτε ή άλλως. Έβαλε μπρος και κατευθύνθηκε προς το μέρος που πίστευε πως πήγαινε και η Αρετή. Σήμερα είχε ένα ραντεβού στις 3 με κάποιον λίγο πιο πέρα σε μια γνωστή καφετέρια. Ήταν σίγουρος πως θα την έβρισκε εκεί....




*****************************



Η Αρετή έτρεξε σαν κυνηγημένη... το σοκ την προσέδωσε φτερά στα πόδια. Η τυχαία συνάντηση τους στο μπαρ έμελλε να προστεθεί στη λίστα με τις ατυχείς συμπτώσεις του παρελθόντος. Ήταν μια ακόμη απόδειξη πως όσο και να πάλευε να γλιτώσεις εκείνος πάντα θα συναντιόταν μαζί της.... ακόμη και η σκιά του την τρόμαζε πλέον. Η αναγεννημένη Αρετή δεν είχε ανάγκη κανένα Ραζή πλέον στη ζωή της.... ο ίδιος άλλωστε προχώρησε παρακάτω εξίσου γρήγορα με όμορφη παρέα δίπλα του. Τη θυμήθηκε αυτή τη γυναίκα... ίσως του ταίριαζε πολύ περισσότερο. Την είχε ξαναδεί την συγκεκριμένη γυναίκα στο πλευρό του, φάνηκε αμέσως πως εκείνη νοιάζονταν αρκετά για την ύπαρξη του αλλά ο κλασσικός Φίλιππος δεν έδινε ποτέ καμιά σημασία... Όταν ένας άνθρωπος ενδιαφέρονταν μόνο για τον εαυτό του τότε ήταν άξιος της μοίρας... εκείνη δεν είχε καμιά συμμετοχή...



Μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε μπροστά της, παρακαλώντας τον ταξιτζή να κάνει μερικούς κύκλους πριν φτάσει στον προορισμό τους. Εκείνος υπάκουσε και μετά από 20 λεπτά περίπου κατέληξε στη καφετέρια που θα συναντούσε τον αστυνομικό.... Είχε αρκετό χρόνο μπροστά της ώστε να απολαύσει τον καφέ μαζί με ένα τοστ. Το στομάχι της δεν είχε πάψει να διαμαρτυρείτε από την ώρα που έφυγε από το σπίτι της. Ίσιωσε το φόρεμα της, ταίριαξε τα μαλλιά της και εισέβαλλε στη καφετέρια με τον αέρα της σίγουρης κοπέλας, που τα έχει όλα αλλά αποζητούσε πάντα περισσότερα...

Όταν τελείωσε με το φαγητό τότε ηρέμησε κάπως. Το μυαλό της συνέχισε την περιπλάνηση σε σκοτεινά σοκάκια δίχως τέλος, σε δρόμους απότομους και δύσβατους στους οποίους και ο παραμικρός θόρυβος αποτελούσε απειλή. Ευχόταν καθώς χάζευε τη βιτρίνα του καταστήματος να πρυτανεύσει η λογική για μια και μόνο φορά στη ζωή της. Ακόμη και με τον Αλέξανδρο αυτά τα τέσσερα χρόνια κάτι έλειπε... η μαγεία ίσως... χώρισαν άδοξα χωρίς λογική και από τότε κάθε φορά που συναντιόνταν δε μπορούσαν να κάνουν καν μια πολιτισμένη κουβέντα. Ίσως και η ίδια να είχε αλλάξει από τότε, ίσως μόλις τώρα να συνειδητοποίησε αυτή τη μεταμόρφωση μετά το χαστούκι που εισέπραξε από το Φίλιππο.... Ένα ένα τα μέτωπα είχαν αρχίσει να κλείνουν και ένιωσε ανακουφισμένη πλέον. Εάν κατάφερνε να βγάλει και μια άκρη με τον αστυνομικό τότε όλα θα φάνταζαν ιδανικά. Είχε περιέργεια να γνωρίσει Νίκο Γεωργίου από κοντά διότι ακουγόταν αρκετά νέος. Είχε ενημερωθεί πως ήταν ο καλύτερος για την συγκεκριμένη υπόθεσης και πως σίγουρα θα έβρισκε μια εξήγηση. Δεν άργησε να της λυθεί η απορία.... μόλις είδε έναν άνδρα κοντά στα 35 να μπαίνει φουριόζος στην καφετέρια. Το όλο παρουσιαστικό ταίριαζε αρκετά σε αστυνομικό εάν και δεν έπαιρνε όρκο....



Ο Νίκος έφτασε στην καφετέρια ακριβώς στην ώρα του. Είχε δει φωτογραφία της κοπέλας οπότε θα ήταν αρκετά εύκολο να την εντοπίσει. Είχε ντυθεί αρκετά σπορ για την περίσταση αλλά αυτό ήταν το στυλ του αιώνιου εργένη και με τίποτα δεν ήθελε να το αλλάξει. Βρήκε την κοπέλα να κάθετε σε μια ήσυχη γωνία και να τον παρατηρεί. Σίγουρα οι φωτογραφίες την αδικούσαν.... ήταν πιο εντυπωσιακή από κοντά.... σε σημείο που άρχισε να αισθάνεται τύψεις για το ντύσιμο του. Χαμογέλασε όταν η νεαρά χαμήλωσε από ντροπή το πρόσωπο της. Είχε και αυτός της επιτυχίες του στο γυναικείο κοινό κυρίως εξαιτίας της στολής του και του καλογυμνασμένου κορμιού του. Κατ' αλλά ήταν ένας κοινός θνητός με κάποια χαριτωμένα χαρακτηριστικά, μια αγριάδα για μερικές γοητευτική αλλά ακόμη καρτερικά αναζητούσε την κατάλληλη. Η Αρετή ήταν σε άλλη κατηγορία όμως, ήταν εντυπωσιακή μεν αλλά έμοιαζε τόσο μόνη, σαν να είχε χάσει τον προσανατολισμό της...



Πλησίασε θαρραλέα και με καθαρή, κρυστάλλινη φωνή ευχήθηκε στην Αρετή Βασιλείου για τις γιορτινές μέρες... «Δεσποινίς Βασιλείου χαίρομαι πολύ σας γνωρίζω, τα Χρόνια μου Πολλά και από κοντά...»

Η Αρετή σηκώθηκε όρθια, ανταποδίδοντας τη χειραψία με τον ίδιο θερμό τρόπο. «Και εγώ το ίδιο κύριε Γεωργίου... περίμενα πως και πως τα νέα σας μπας και καταφέρω να βγάλω μια άκρη.... »

Παρήγγειλε τον καφέ του πριν συνεχίσει στα νέα της υπόθεσης. Δε του άρεσε να μακρηγορεί οπότε μπήκε αμέσως στο παρασύνθημα....«Καταρχήν να με φωνάζεις Νίκο σε παρακαλώ... είναι πιο εύκολο για μένα...»

Η Αρετή τον διέκοψε... «Και εμένα Αρετή σε παρακαλώ.... » Τα σμαραγδένια μάτια της τον επεξεργάστηκαν για μερικά δευτερόλεπτα.... φαινόταν αρκετά αμήχανος....

Ο Νίκος συνέχισε απτόητος... «Μου είναι δύσκολο να πω κάποια πράματα... ίσως σοκαριστείς... δε ξέρω ανησυχώ μάλλον για την αντίδραση διότι τα πράματα δεν ήταν καθόλου όπως τα ήξερες ή όπως στα περιέγραψαν....»

«Συνέχισε θέλω να μάθω τι στην ευχή γίνεται επιτέλους... σε ακούω προσεχτικά...»

«Από ότι φαίνεται Αρετή μου, η οικογένεια σου και πιο συγκεκριμένα ο πατέρας σου είχε κάποια μυστικά.... Είχε κάποια μπλεξίματα στο παρελθόν και αυτά μπορώ να πω... πως μάλλον συνέχισαν να τον καταδιώκουν και αργότερα όταν έχτισε τη δική του οικογένεια...»

Απορημένη τον ρώτησε με δυσκολία... «Βρήκες άτομα που γνώριζαν τον πατέρα μου;»

«Όχι δυστυχώς μόνο στόματα ερμητικά κλειστά... και πίστεψε με έψαξα αρκετά... όλοι οι γνωστοί με περίεργο παρελθόν μόλις άκουγαν το επίθετο Βασιλειάδη αρνούνταν πεισματικά να αναφέρουν κάτι... Από τα λίγα που μπόρεσα να μάθω ήταν πως ο πατέρας σου είχε κάνει την καλή όπως λέμε στην πιάτσα πολύ γρήγορα και αυτό σημαίνει μονάχα ένα πράμα....»

«Παράνομες δοσοληψίες... μπλεξίματα με τη νύχτα... ναρκωτικά.... τι από όλα αυτά;» Πραγματικά τα νέα είχαν πέσει σαν κεραυνός πάνω της, έτοιμος να γκρεμίσει την ουτοπική εικόνα που είχε για τον πατέρας της. Δεν χρειαζόταν και πολύ μυαλό για να καταλάβει τι εννοούσε ο Νίκος, τα μαθήματα νομικής της είχαν διδάξει αρκετά...

«Αυτό είναι το θέμα.... δε ξέρω... δε μπόρεσα να μάθω εάν και χρησιμοποίησα όλους τους τρόπους...»

«Και στην γειτονιά, στην παλιά μου γειτονιά έβγαλες καμία άκρη...» Τα χέρια άρχισαν να τρέμουν... πίστευε πως όλα αυτά ήταν μόνο η αρχή...

«Τα ίδια και εκεί.... μου περιέγραψαν τον πατέρα σου σαν ένα παιδί που έμπλεκε συνέχεια σε καυγάδες και ξαφνικά όταν έφυγε για φαντάρος χάθηκε για αρκετό καιρό.... Κάποια στιγμή επέστρεψε πίσω μετά από χρόνια ήδη φτασμένος, με περιούσια και παντρεμένος...»

«Κανείς δηλαδή και εκεί δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το που βρήκε τα λεφτά;»

«Ακριβώς.... κάποια κουτσομπολιά ίσως αλλά τίποτα παραπάνω... άλλωστε από τη στιγμή που άνοιξε τη βιοτεχνία, απασχολώντας τόσα άτομα έπαψαν τα όποια κακόβουλα σχόλια...»

«Έστω και σιωπηλά το χρήμα αγοράζει τα πάντα τελικά...» σχολίασε λυπημένα η Αρετή και θυμήθηκε διάφορα παράλληλα....

«Βασικά μετά όλα εξελίσσονται φυσιολογικά... η βιοτεχνία πάει καλά... η μητέρα σου είναι έγκυος, γεννάει εσένα και μεγαλώνεις σε μια αρμονική οικογένεια....όλοι σας θαύμαζαν ειδικά την ομορφιά της μητέρας σου και την γλυκύτητα τη δική σου...»

«Μάλιστα.... μόνο που όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος....» δεν κατάλαβε και η ίδια εάν αναφέρονταν στο παρελθόν της ή στο δικό της αβέβαιο παρόν.

«Ξαφνικά κάτι γίνεται και όλα χάνονται σε μια βραδιά κυριολεκτικά... περιουσία, σπίτι, βιοτεχνία... μερικοί μίλησαν για ακάλυπτες επιταγές, άλλοι για μια γυναίκα που του έφαγε τα λεφτά...»

«Στάσου... τι γυναίκα, ποια γυναίκα;» έλπισε πως δεν άκουσε καλά...

«Στην αρχή πίστεψα πως ήταν κουτσομπολιά... στην αρχή πίστεψα πως είναι ένα τραβηγμένο σενάριο...» Ο Νίκος σταμάτησε απότομα... δεν ήταν σίγουρος πως να τοποθετήσει την επόμενη φράση....

Η Αρετή του έσφιξε δυνατά τα χέρια.... έχανε τη γη κάτω από τα πόδια της και το κυριότερο υπήρχε μια πιθανότητα ο Φίλιππος να μην ήταν και τόσο τρελός... «Συνέχισε σε παρακαλώ...»

«Υπήρχε μια κοπέλα από την ίδια γειτονιά, με την οποία μεγάλωσαν μαζί εάν και μικρότερη του πάντα την προστάτευε... η κοπέλα όταν ενηλικιώθηκε χάνεται από το προσκήνιο, αφήνει πίσω τη μάνα της με την οποία δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις και αναζητά καλύτερη τύχη.. Ξαφνικά μετά από χρόνια επιστρέφει με τον αέρα της φτιαγμένης, με καλό αυτοκίνητο, ακριβά ρούχα κτλ.... Όλοι απόρησαν φυσικά αλλά κανείς δε τόλμησε να ρωτήσει παραπάνω...»

«Ε και τι σχέση είχε με τον πατέρα μου; δε διέπραξαν κανένα έγκλημα...»

«Η επιστροφή της συμπίπτει χρονικά με εκείνη του πατέρα σου.... κάποιοι τους είχαν δει αρκετές φορές να συνομιλούν άλλοτε πολιτισμένα και άλλοτε να μαλώνουν.... όπως καταλαβαίνεις τα κουτσομπολιά ήταν αρκετά.... »

«Αυτό δε σημαίνει τίποτα απολύτως....» προσπάθησε να ξεγελάσει τον εαυτό της... μάταιος ο κόπος γνώριζε πολύ καλά τι εννοούσε ο αστυνομικός. Οι συμπτώσεις παρά ήταν αρκετές για να τις αγνοήσει.

«Ίσως ναι ίσως και όχι... » απάντησε αινιγματικά διότι δεν ήξερε πως να δικαιολογήσει τη σχέση τους.

«Κάτι άλλο θα υπήρχε... κάποια άλλη απόδειξη...».Η Αρετή έψαχνε δικαιολογίες...

«Δε μπορώ να πω ακριβώς τι σχέση είχαν αλλά η κοπέλα η Μαριαλένα είχε μιλήσει στη μάνα της για έναν άνδρα που την έκανε ευτυχισμένη και πως κάποια στιγμή θα της τον γνώριζε... αλλά δυστυχώς δε πρόλαβε....»

«Τι εννοείς; τι έπαθε η κοπέλα;» Τρόμαζε από τη συνέχεια της ιστορίας αλλά έπρεπε να μάθει... άθελα της συνέχισε να του κρατάει το χέρι λες και επιδίωκε την ασφάλεια της στιγμής.

«Η κοπέλα σκοτώθηκε αργότερα...»

Πανικόβλητη η Αρετή ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά.... δεν ήταν και τόσο σίγουρη για εάν ήθελε να ακούσει τη συνέχεια... «Μήπως σκοτώθηκε σε ατύχημα με το αυτοκίνητο της; Μήπως σκοτώθηκε την ίδια ημερομηνία με τους γονείς μου στις 04-04-1998;» τόλμησε να ρωτήσει...

«Ακριβώς αλλά για στάσου πως το γνωρίζεις αυτό; μου πήρε μέρες να βρω κάτι για τη συγκεκριμένη κοπέλα...»

«Για πες μου το όνομα της... και εάν σε εκείνο το ατύχημα είχε εμπλακεί και μία ακόμη γυναίκα με το δικό της αυτοκίνητο;»

«Ναι έτσι ακριβώς... η Μαριαλένα Μιλτιάδη σκοτώθηκε αλλά μαζί της πήρε και μια άτυχη γυναίκα.... κάτσε να θυμηθώ το όνομα της ... Ραζή εάν δε κάνω λάθος....»

Η Αρετή δέχτηκε το τελειωτικό χτύπημα. Εάν δεν ντρεπόταν τόσο θα είχε σωριαστεί στο πάτωμα.... Δεν ήθελε να δώσει δικαιώματα στον αστυνομικό οπότε προσπάθησε να ηρεμήσει..... «Αλλά τι σχέση μπορεί να έχει ο πατέρας μου και πάλι δεν βγαίνει νόημα»

«Δε ξέρω πως κατάφερες να μάθεις αυτές τις λεπτομέρειες Αρετή αλλά θα πρέπει να σε προειδοποιήσω πως και κάποιος άλλος σκάλιζε το παρελθόν σου... ένα γραφείο πιο συγκεκριμένα ιδιωτικού ερευνητή για την ακρίβεια...»

«Το φαντάστηκα...» του ανταπάντησε ψύχραιμα διότι πλέον γνώριζε και ποιος του προσέλαβε... κάποιος από την οικογένεια Ραζή ήταν από πίσω και τα λεφτά της τα πόνταρε στην Έλενα....

Ο Μάριος συνέχισε... προσπάθησε να κρύψει την ανησυχία του αφού η κοπέλα απέναντι του είχε αλλάξει χίλια χρώματα... «Η μόνη διασύνδεση που βρήκα μεταξύ του πατέρα σου και της Μαριαλένας ήταν η άδεια του αυτοκινήτου που οδηγούσε εκείνη αλλά άνηκε στον πατέρα σου.... σαν να την το είχε χαρίσει ή το είχε προσφέρει έστω και προσωρινά.... Φυσικά η αστυνομία δεν έβγαλε άκρη μιας που χάθηκε άδικα και ο ίδιος....»

«Γι´ αυτό μου είπες αρχικά πως δε γνωρίζεις τι σόι σχέση είχαν....»

«Ακριβώς ίσως και οι δυο να ήταν μπλεγμένοι σε κάτι περίεργο... και η σχέση τους ήταν επαγγελματική.... αλλά από την άλλη.... » σταμάτησε λίγο για να πιει μια γουλιά καφέ. Είχε περάσει μια ώρα κουβέντας και δεν το είχε καταλάβει... «από την άλλη η κοπέλα το τελευταίο καιρό πριν το ατύχημα είχε κάποια συναισθηματικά προβλήματα, ερωτική απογοήτευση καλύτερα... έπινε διαρκώς, είχε παραμελήσει τον εαυτό της και όλα τα σχετικά... όλα αυτά σε κάνουν να υποψιάζεσαι εάν αυτός ο άνδρας ήταν μήπως τελικά ο πατέρας σου;»

«Δε ξέρω τα έχω χαμένα.... η γιαγιά μου ποτέ δεν τον κακολόγησε... αλλά και σπάνια μιλούσαμε για τους γονείς μου...»

«Τώρα που το ανέφερες.... πιστεύω πως η γιαγιά σου γνωρίζει παραπάνω από ότι σου έχει πει.... το ένστικτο μου λέει πως για να προβεί σε τόσο ακραίες κινήσεις μετά το θάνατο των γονιών σου όπως η αλλαγή του επιθέτου σου τότε κάτι γνώριζε παραπάνω ή έστω υποψιάζονταν το περίεργο παρελθόν του πατέρας σου...»

«Απλώς για πρακτικούς λόγους αλλάξαμε το επίθετο για να μην έχω χρέη και ενοχλήσεις από τράπεζες στο μέλλον... ή έτσι τουλάχιστον μου είπε... Νίκο δε ξέρω πλέον ποιος μου λέει αλήθεια και ποιος ψέματα... τα έχω χαμένα...»

«Η γιαγιά σου κατάφερε να διαγράψει ολότελα το παρελθόν σου Αρετή.... δεν υπάρχει τίποτα στο όνομα Αρετή Βασιλειάδη... δε ξέρω πως αλλά αυτό μου δείχνει πως κάτι φοβόταν...»

Η Αρετή το σκέφτηκε καλύτερα.... θυμήθηκε πως μετά την κηδεία φύγανε αμέσως για το χωριό και την έβαλε να υποσχεθεί πως θα ξεχάσει το επίθετο Βασιλειάδη για πάντα. «Δε ξέρω... τι να σου πω.... όταν τι ρώτησα πάντως μου αρνήθηκε τα πάντα... »

«Λογικό το βρίσκω, ειδικά εάν γνώριζε τις κινήσεις του πατέρα σου.... Πρέπει να επιμείνεις παραπάνω εάν θέλεις να βγάλεις κάποια άκρη... »

«Αυτό θα κάνω μην ανησυχείς.... είχε έρθει η ώρα να βρεθεί αντιμέτωπη με την αλήθεια... θα φροντίσω γι' αυτό πολύ σύντομα... ». Δίστασε λίγο αλλά έπρεπε να ρωτήσει και πάλι.... «Δεν κατάφερες να βρεις τίποτα για τις βρομοδουλειές του πατέρα μου τουλάχιστον πριν να γνωρίσει τη μάνα μου;»

«Όχι τίποτα απολύτως... ξέρω πάντως πως τόσο λεφτά δεν έρχονται ουρανοκατέβατα έτσι γρήγορα... η νύχτα έχει δύσκολα μονοπάτια αλλά εάν κάποιος είναι έξυπνος μπορεί να μεγαλοπιαστεί.... Δε βρήκα κανέναν που ξέρει κάτι για εκείνον, ίσως να τον γνώρισαν με άλλο όνομα ή απλώς είχαν δώσει κάποιο όρκο σιωπής....»

«Όρκο σιωπής.... τι είναι αυτό πάλι;»

«Έτσι είναι γνωστό στη νύχτα όταν κάποιος μεγάλος έχει δώσει εντολή να μην αναφέρει ποτέ κανείς το συγκεκριμένο όνομα ή το τι έχει κάνει....»

«Μάλιστα... το απόλυτο τίποτα δηλαδή... αρά ο άγνωστος αποστολέας γιατί λέει συνέχεια στα μηνύματα του πως μόνο αυτός μπορεί να με προστατεύσει;»

«Διότι και ο ίδιος ανήκει στα μεγάλα ψάρια.... στους δυνατούς παίκτες της νύχτας... μόνο ένας τέτοιος άνδρας με διασυνδέσεις είναι δυνατό να γνωρίζει λεπτομέρειες... εκτός και εάν μπλοφάρει...» Ο Νίκος έβγαλε το σημειωματάριο του για να ελέγξει κάτι.



Η Αρετή τον παρατήρησε αρχικά αμίλητη ενώ στην πορεία έστρεψε το βλέμμα της στο δρόμο και στους χαρούμενους περαστικούς... Τότε μόνο αντιλήφθηκε μια γνώριμη ανδρική παρουσία να την κοιτάζει επίμονα με δυσπιστία. Το μαρτύριο δεν είχε τέλος και η δική της πραγματικότητα μόλις ξεκινούσε... μια πραγματικότητα με μυστικά και ψέματα....



Ο Νίκος συνέχισε εάν και ήταν απογοητευμένος που δεν είχε κανένα στοιχείο για τον άνδρα... «Ο τύπος πάντως είναι αρκετά έξυπνος.... δεν έχει αφήσει το παραμικρό ανιχνεύσιμο στοιχείο πίσω... ξέρει πολύ καλά τι κάνει και σίγουρα είναι άτομο υπεράνω κάθε υποψίας...»

«Δηλαδή... μπορεί να με έχει πλησιάσει για διαφορετικούς λόγους μόνο και μόνο για να με έχει από κοντά;» Ξαφνικά τα μάτια της Αρετής φωτίστηκαν, λες και όλα είχαν ξεδιαλυθεί και μπορούσε να διακρίνει τις συμπτώσεις καλύτερα...

«Ακριβώς... εάν σε έχει πλησιάσει κάποιος τον τελευταίο καιρό με διάφορες προφάσεις τότε σίγουρα θα πρέπει να τον θεωρήσεις τον νούμερο ένα ύποπτο.... αλλά δε πιστεύω πως θα συμπεριφέρονταν τόσο ανόητα...»

Η Αρετή σηκώθηκε απότομα όρθια... επιτέλους όλα ήταν πιο καθαρά... είχε αρκετές αποδείξεις ώστε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Δεν χρειαζόταν να δώσει εξηγήσεις στον αστυνομικό, όσο λιγότερα άτομα εμπλέκονταν τόσο καλύτερα και πόσο δε η αστυνομία. Ακόμη και τώρα εκτός από τον εφιάλτη με το όνομα Ραζής κάπου εκεί έξω υπήρχαν άτομα που την παρακολουθούσαν κάτω από τις οδηγίες του αφεντικού τους. Προσπάθησε να συμπεριφερθεί φυσιολογικά διότι μια λάθος κίνηση θα κατάστρεφε το σχέδιο που είχε καταστρώσει στο μυαλό της.....Προσπάθησε να βρει μια δικαιολογία για να φύγει ήρεμα από την καφετέρια... «Νίκο σε ευχαριστώ πολύ, η βοήθεια σου ήταν υπερπολύτιμη... θα ξεκινήσω με τη γιαγιά μου πρώτα μπας και βγάλω καμιά άκρη.... και εάν στην πορεία μάθεις κάτι παραπάνω ενημέρωσε με... Σου αφήνω τη διεύθυνση του προσωπικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου... είναι ο ασφαλέστερος τρόπος επικοινωνίας πλέον... Δυστυχώς ξεχάστηκα πρέπει να φύγω....»

Ο Νίκος δεν ήταν τόσο ηλίθιος.... υποψιάστηκε αμέσως πως η κοπέλα γνώριζε τον πρώτο και κύριο ύποπτο όποτε ήθελε μόνη της να τον ξεμπροστιάσει. Λίγο πριν φύγει της φώναξε... «Να προσέχεις δε ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις....»

Η Αρετή χαμογέλασε με την ευστροφία του νεαρού άνδρα. «Μην ανησυχείς δεν έχω σκοπό να βγάλω κανένα όπλο και να προκαλέσω πανικό... υπάρχουν και άλλοι τρόποι να μάθω αυτό που θέλω....»



Ο Νίκος έτρεξε πίσω της για να την προλάβει.... ξαφνικά ήθελε να προστατεύσει την άγνωστη κοπέλα.... να την εμποδίζει από την πραγματοποίηση του όποιου σχεδίου... Μια εντυπωσιακή κοπέλα είχε τη δυνατότητα τη δεδομένη στιγμή να χρησιμοποιήσει ως όπλο μόνο την ομορφιά της....Η Αρετή βγήκε βιαστικά στο δρόμο ψάχνοντας το πρώτο διαθέσιμο ταξί. Είχε ξεχάσει πως κάπου εκεί έξω την περίμενε ο Φίλιππος με περίεργες διαθέσεις....



******************************



Η Μάρθα εάν και η εγγονή της έγραψε ένα μήνυμα πολύ αόριστο δεν έπαψε να ανησυχεί. Είχε μεσημεριάσει αλλά ντρεπόταν να ενοχλήσει την εγγονή της... πίστευε πως θα ήταν ακόμη με τον Ραζή όσο και παρακαλούσε για το αντίθετό. Βέβαια εάν ήταν μαζί του σήμαινε πως ακόμη δεν είχε μάθει κάτι.... Όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι... το περίεργο όνειρο επανήλθε με το όμορφο νεαρό κορίτσι... την Αρετή....

Έτρεχε να γλιτώσει, κάποιοι την κυνηγούσαν έτοιμοι να την ποδοπατήσουν.... Αίματα τρέχανε από τα πόδια της αλλά συνέχιζε το τρέξιμο... Οι φωνές όλο την πλησίαζαν και ο μοναδικός σύμμαχος του κοριτσιού ήταν το δάσος και το σκοτάδι... Η Παναγία της έδωσε δύναμη.... έπρεπε να φτάσει κοντά στη γιαγιά της... μόνο εκείνη μπορούσε να τη βοηθήσει... Ήταν πολύ κοντά, αναγνώρισε ακόμη και τις πέτρες γύρω της και τη μυρωδιά... Ναι ήταν τόσο κοντά... αλλά αισθανόταν το φόβο να την κυριεύει.... και εάν την έδιωχναν, εάν δεν την πίστευαν; Είχε φτάσει κοντά στη γιαγιά της.... όλοι γύρω της κοιμόταν είχαν πιει αρκετά στο γλέντι... Όρμησε μέσα στη σκηνή και χωρίς δεύτερη σκέψη ξάπλωσε δίπλα στη γιαγιά της.... Όταν εκείνη άνοιξε τα μάτια τότε κατάλαβε απλώς... τα είχε δει όλα, όλα τα είχε προβλέψει αλλά πίστευε στην καλοσύνη των ανθρώπων...πίστευε πως κάποιος θα πίστευε και θα βοηθούσε την εγγονή της.... Την αγκάλιασε σφιχτά σαν να ήταν η μάνα της, δεν κλείσανε μάτι φυσικά όλο το βράδυ αλλά αυτήν η αγκαλιά ήταν το καλύτερο γιατρικό για την πληγωμένη καρδιά της μικρής Αρετής.



Η Μάρθα ένιωθε πως έτρεχε εκείνη όλο το βράδυ... είχε λαχανιάσει πραγματικά, η ανάσα δεν έβγαινε... ακόμη και το χάδι της γύφτισσας προς την εγγονή της ήταν τόσο αληθινό λες και βοήθησε και την ίδια να κοιμηθεί λίγο καλύτερα. Ήταν ένα χάδι που ουδέποτε ένιωσε από τη δίκη της μάνα, ουδέποτε το διεκδίκησε φυσικά... πίστευε πως έτσι ήταν το φυσιολογικό...Τελικά όταν έχεις μάθει στα λίγα, με τα λίγα πορεύεσαι σε όλη σου τη ζωή..... Αποφάσισε να ηρεμήσει και να ενοχλήσει την εγγονή της αργότερα. Η Αρετούλα χρειάζονταν χώρο να αναπνεύσει, να ζήσει, να παλέψει και να ηττηθεί... και η λέξη ήττα έδινε χρώμα και νόημα στην πάλη της επιβίωσης... Όλα δυστυχώς ήταν μέσα στη ζωή και κάποια στιγμή όλοι μας τα μαθαίνουμε. ´Όσο και να ανησυχούσε είχε έρθει η ώρα που η ώριμη πλέον Αρετή θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις πικρές αλήθειες του παρελθόντος. Πάντα με τη λάμψη μιας αλήθειας, λάμπουν και οι υπόλοιπες άσχετα με το πόσο καλά τις έκρυψαν κάποιοι... Μια δεύτερη πόρτα θα την παρουσιάζονταν... ίσως να ήταν έτοιμη να τη χτυπήσει... τι υπήρχε στο εσωτερικό... άγνωστο αλλά ίσως έτσι να αισθάνονταν μεγαλύτερη ασφάλεια... ίσως κάποιος άγνωστος να αποδεικνύονταν πιο ισχυρός σύμμαχος από ένα πιο γνώριμο άτομο ακόμη και εάν η καρδιά είχε άλλη άποψη... Είχε τονίσει στο Ραζή πως ένας άνδρας εκ φύσεως ήταν πάντα επικίνδυνος... μια προδομένη γυναίκα όμως ήταν απρόβλεπτη... περισσότερο επικίνδυνη...



**************************



Ο Ραζής καιροφυλακτούσε απ' έξω σαν το λύκο που περιμένει τα πρόβατα... τα είχε δει όλα... την αναστάτωση στο πρόσωπο της, την ανάγκη για συμπαράσταση και σιγουριά, την ευκολία που άγγιζε το χέρι ενός άλλου άνδρα και την υπερβολική προσήλωση στη συζήτηση... Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει... όμως δε το έβαλε κάτω την περίμενε καρτερικά προσπαθώντας να καταλάβει τι στην ευχή γινόταν....



Όταν την είδε επιτέλους να βγαίνει από την καφετέρια έτρεξε κοντά της να την σταματήσει. Γύρω του υπήρχε πλήθος κόσμου, κάποιος μπορεί να τον αναγνώριζε αλλά δεν τον ένοιαξε. Μεταξύ μέθης και νηφαλιότητας προχώρησε γρήγορα προς το μέρος της. Αποζητούσε και άλλες εξηγήσεις ή μήπως ήταν η σειρά του για ένα μεγάλο συγγνώμη; Ο σκοπός αυτού του κυνηγητού άγνωστος άλλωστε έτσι είχε μάθει όλα τα χρόνια.... Την πρόλαβε την τελευταία στιγμή πριν μπει στο ταξί... πέρασε από μπροστά του λες και ήταν αόρατος μια κίνηση που σμπαράλιαζε την καρδιά του περισσότερο. Με εμφανή απογοήτευση την κράτησε αγκαλιά.... παράλογη αντίδραση αλλά τίποτα πλέον δε φάνταζε λογικό στη σχέση τους. Εκείνη σταμάτησε απότομα....

«Ραζή άσε με... γινόμαστε ρεζίλι.... εσύ με έδιωξες εμένα τη βρωμιάρα με τα σκοτεινά μυστικά...»

Την άφησε απότομα... «Ναι γιατί άδικο έχω.... »

«Δε με νοιάζει... βαρέθηκα πλέον... βαρέθηκα τη γκρίνια, τον έλεγχο, τη βία, όλα.... Φύγε από μπροστά μου.... Δε μπορώ να ασχολούμαι συνέχεια μαζί σου... Έλεος...»

Ο Φίλιππος έκανε ένα βήμα πίσω... οι εμμονές επανήλθαν και οι τύψεις ξεχάστηκαν... «Τι είπες;»

«Αυτό που άκουσες... βαρέθηκα να ασχολούμαι μαζί σου... ποτέ δε είμαι καλή για τα δικά σου στάνταρ ίσως έχει έρθει η ώρα να βρω κάποιον που με θεωρεί αρκετά καλή... Χάσου από μπροστά μου... έχω και άλλα πράματα να κάνω και εσύ να παραβρεθείς στον αρραβώνα της κόρης σου...» Η Αρετή δε κατάλαβε πως βρήκε το κουράγιο να ξεστομίσει αυτές τις κουβέντες. Πριν από ώρες τον παρακαλούσε, τον ικέτευε, πίστευε στη σωτηρία του... Ήταν πολύ αργά όμως η σταγόνα ξεχείλισε το νερό στο ποτήρι... δεν υπήρχε γυρισμός. Ποτέ μα ποτέ δεν θα ήταν “καλή” για να σταθεί δίπλα του... Με την άκρη του ματιού της πρόσεξε τον νεαρό αστυνομικό να την πλησιάζει...

Ο Φίλιππος έφτασε σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο... Δεν είχε πειραχτεί η ακοή του αλλά θεώρησε πως όλα ήταν ένα ψέμα . «Και τι νομίζεις πως είμαι παιχνιδάκι σου;... να υποθέσω πως βαρέθηκες τα παιχνίδια μας διότι βρήκες καλύτερο παιχνιδάκι;».... την κράτησε από τον ωμό, ήταν από τις σπάνιες φορές που ήθελε να την κοιτάξει μες στα μάτια... «Κοίτα στα μάτια και πες μου... έπαιζες μαζί μου; πέρασες απλώς το χρόνο σου και βαρέθηκες; ή μήπως όλα ήταν άρτια σχεδιασμένα στο μυαλό σου για να μου προκαλέσεις πόνο...»

Η Αρετή γέλασε δυνατά... ήταν γέλια πόνου, ακόμη και σε αυτή τη στιγμή δεν ακούστηκε τίποτα θετικό, τίποτα που θα μπορούσε να κρατήσει σαν ανεκτίμητο λάφυρο από τη γνωριμία τους... έπρεπε να τον διώξει μακριά της με οποιοδήποτε κόστος.... «Άσε με τώρα... ασπούμε πως βαρέθηκα.... δεν είσαι εσύ πλέον “καλός” για μένα...»

Ο Φίλιππος είχε ξεχάσει πως δε βρισκόταν μόνος του... Ήταν έτοιμος... να την πάρει μαζί του και πάλι, όταν ένα χέρι τον σταμάτησε.... Ο νεαρός άνδρας που είχε συναντήσει η Αρετή βρίσκονταν από πίσω του. Με βραχνή φωνή τον διέταξε να σταματήσει.... «Δε ξέρω ποιος είσαι αλλά άφησε την κοπέλα σε παρακαλώ...». στη συνέχεια μίλησε στην Αρετή... «Φύγε... θα τα πούμε αργότερα...»

Ο Φίλιππος ήθελε να ξεσπάσει.... χωρίς να το καταλάβει έριξε μια μπουνιά στον άνδρα... ενώ από πάνω δυνάμωνε η βροχή. Η Αρετή είχε φύγει και εκείνος έπρεπε να την προλάβει.... «Αυτό για να μάθεις να μπλέκεσαι... μαλάκα...»

Ο Νίκος και εάν θα μπορούσε να ανταποδώσει... δε το έκανε παρόλο που ήταν εξίσου δυνατός... «Κύριε τα ζοριλίκια σας αλλού και όχι σε κοπέλες... θα μπορούσα να σας συλλάβω αλλά δε το κάνω για χάρη της Αρετής....» του έδειξε το σήμα και συμπλήρωσε... «Δεύτερη δε θα υπάρξει... ».



Ο Ραζής έβριζε την τύχη του.... Είχε γίνει ρεζίλι για πάρτη της, χτύπησε έναν αστυνομικό... άρχισε να μην αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό του... Η Αρετή πρόλαβε να φύγει ήταν από τις λίγες φορές που έφευγε πρώτη χωρίς να του ρίξει ένα βλέμμα συμπόνιας... Αποφάσισε πως όλα είχαν τελειώσει... Έπρεπε να επιστρέψει σπίτι του αλλά είχε να κάνει μια στάση πρώτα... έπρεπε να απολογηθεί σε κάποια...



*************************



Κάπου μακριά από το κέντρο της πόλης σε μια βίλα θα έπρεπε να ακούγονται φωνές και λόγιας χαράς και συγκίνησης. Το σπίτι όμως ήταν απελπιστικά σιωπηλό.... λες κάνεις δεν χαιρόταν με τη χαρά, λες και δεν υπήρχε κανείς να της κρατήσει το χέρι σφιχτά..... Η Έλενα ήταν σχεδόν έτοιμη, αλλά αντί για χαρά ένιωσε πόνο.... ήταν η μέρα της αλλά κάποια άλλη της έκλεψε την αίγλη, κάποια άλλη μονοπώλησε το ενδιαφέρον των δυο πιο σημαντικών ατόμων στη ζωή της. Κάθε άλλη γυναίκα θα πετούσε από ευτυχία, θα περίμενε τις φίλες της να έρθουν να συγχαρούν, θα δεχόταν τα πειράγματα τους και το κυριότερο θα εμφανίζονταν πιο λαμπερή από ποτέ μπροστά στους προσκεκλημένους. Εκείνη καθόταν μόνη της όμως, μια φίλη είχε και εκείνη είχε αργήσει χαρακτηριστικά λες και θα παραβρισκόταν σε μια κοινωνική υποχρέωση και τίποτα παραπάνω... Θα βρίσκονταν ανάμεσα σε αγνώστους της καλής κοινωνίας μόνο και μόνο λόγω του ονόματος τους. Η Έλενα είχε ανάγκη τους δικούς της ανθρώπους, αυτούς που έλπιζε πως την αγαπάνε πραγματικά και δεν υποκρίνονταν.... Ήταν έτοιμη σωματικά αλλά όχι ψυχικά.... μόνο η Μαργαρίτα ήταν στο πλευρό της, μόνο εκείνη της κράταγε το χέρι... μόνο εκείνη δεν την αγνόησε στην πιο σημαντική μέρα της ζωής της.



Ο πατέρας της από το προηγούμενο βράδυ δεν έχει πει λέξη. Θα νόμιζε κανείς πως είχε αφήσει αυτή την πραγματικότητα και είχε μεταφερθεί στο δικό του παραμυθένιο κόσμο, όπου ο πρίγκηπας πάντα παντρεύεται την αγαπημένη της καρδιάς του. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι, ακόμη και τυπική αγκαλιά που της έκανε το πρωί φάνταζε τόση ψεύτικη.... Του άνοιξε τα μάτια και δεν το εκτιμούσε, σίγουρα όμως κάτι είχε αποκομίσει από την όλη ιστορία.... ίσως να είχε ξεφορτωθεί την Αρετή μια για πάντα. Ο πατέρας της βγήκε από νωρίς έξω χωρίς καν να πει καλημέρα, ούτε να ακουμπήσει τον καφέ του... Μάλιστα υποψιάζονταν και το μέρος στο οποίο θα αναζητούσε απεγνωσμένα ελάχιστη γαλήνη. Στο ίδιο μέρος κατέληγε πάντα όταν ήταν στρεσαρισμένος, στο μέρος που κανείς δεν τον έκρινε για τις πράξεις του. Ήταν σίγουρη πως θα επέλεγε να επισκεφτεί τη μητέρα της.... καλύτερα έτσι ήταν πιο ήσυχη...

Όταν αργότερα δέχτηκε το τηλεφώνημα της Ηρώς πως ο πατέρας της είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ από νωρίς το πρωί ανησύχησε.... δεν θα ησύχαζε τόσο εύκολα από τον εφιάλτη. Η Ηρώ την διαβεβαίωσε πως δε θα τον άφηνε μόνο, θα τον εμπόδιζε να συνεχίσει το ποτό και σίγουρα δε θα του επέτρεπε να οδηγήσει. Εάν και δε της άρεσαν καθόλου αυτά που τις περιέγραψε η Ηρώ, ένιωσε ασφάλεια που τουλάχιστον δεν ήταν μόνος του. Είχαν περάσει όμως δυο ώρες και δεν είχε επιστρέψει.... ο νους της πήγαινε στο κακό αλλά επειδή υπήρχε αρκετός χρόνος μέχρι το βράδυ δεν τρομοκρατήθηκε. Σε καμία ώρα θα ενοχλούσε ξανά την Ηρώ....



Από την άλλη ο καλός της, ο βασανισμένος Αλέξανδρος δεν είχε επικοινωνήσει καθόλου μαζί της. Ένα λιτό μήνυμα για καληνύχτα και τίποτα παραπάνω. Είχαν συμφωνήσει να έρθει από σπίτι κατά τις 7 για να βγουν οι πρώτες οικογενειακές φωτογραφίες πριν την έλευση των καλεσμένων μετά τις 8 το απόγευμα. Όλα ήταν σχεδιασμένα στην εντέλεια, το υπηρετικό προσωπικό από το πρωί ακολούθησε πιστά τις οδηγίες της και, η ομάδα διακόσμησης είχαν έρθει νωρίτερα για να προσθέσουν τις τελευταίες πινελιές στο χώρο. Όλοι τους σαν πιστά στρατιωτάκια υπάκουσαν τις εντολές της, όλοι εκτός από δυο, τα πιο αγαπημένα άτομα.... Αναστέναξε δυνατά μπροστά στον καθρέφτη... η λέξη θλίψη μπορούσε μόνο να περιγράψει το πρόσωπο της αλλά προσπάθησε έστω και με το ζόρι να υποκριθεί.... Ξαφνικά, απροσδόκητα της τηλεφώνησε Ο Αλέξανδρος, ένα τεράστιο χαμόγελο σχηματίστηκε ανακούφισης περισσότερο....

Απάντησε πολύ γρήγορα... «Έλα αγάπη μου συμβαίνει κάτι....»

Ο Αλέξανδρος ανταποκρίθηκε μονολεκτικά... «Όχι όχι... γιατί έγινε κάτι εκεί πέρα;»

Η Έλενα εάν και ήθελε να του το κρύψει δεν κρατήθηκε....«Τα γνωστά ο πατέρας μου έχει εξαφανιστεί..... από το πρωί βασικά αλλά ευτυχώς είναι η Ηρώ μαζί του... ελπίζω να είναι καλά μωρό μου έχει πιει πολύ....»

Ο Αλέξανδρος κοίταξε το φίλο του ανήσυχα... Όφειλε να καθησυχάσει την Έλενα πρώτα... «Μάλιστα.. θα περάσει και αυτό αγάπη μου σου λέω... μην ανησυχείς... ο πατέρας σου θα είναι μια χαρά...»

«Μακάρι μακάρι εάν και έχω άσχημο προαίσθημα... Τα λέμε αργότερα... πες το Διονύση να σε προσέχει...»

«Αντίο μικρή μου, θα τα πούμε σε μερικές ώρες από κοντά... » Έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο για να μην προδοθεί...



Η Έλενα αρνούνταν πεισματικά να εγκαταλείψει το δωμάτιο της παρά το παρακαλητό της Μαργαρίτας. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, έμοιαζε στην μητέρα της σίγουρα αλλά παρακαλούσε το Θεό να έχει καλύτερη τύχη από εκείνην ώστε να γνωρίσει την πραγματική ευτυχία. Εξωτερικά ήταν πολύ όμορφη, είχαν φροντίσει οι καλύτεροι γι' αυτό αλλά αισθάνονταν άσχημη εσωτερικά, σαν να ήταν ανήμπορη να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ίσως να έμοιαζε περισσότερο στον πατέρα της από ότι πίστευε.... Έκανε να σηκωθεί από την καρέκλα αλλά ένα μια ξαφνική ζαλάδα την εμπόδισε... η πίεση των τελευταίων ωρών την είχαν εξουθενώσει. Δεν έδωσε σημασία, κινήθηκε προς το παράθυρο, καιρό είχε να χαζέψει τον κήπο τους, τα λίγα φυτά που άντεχαν το κρύο γύρισαν να κοιτάξουν προς το μέρος της περίλυπα λες συμμερίζονταν τον πόνο. Φόρεσε μια ζακέτα πριν κρυώσει αλλά το σφίξιμο δεν έλεγε να την εγκαταλείψει. Σαν να κάτι κακό θα συνέβαινε, σαν κάτι θα εμπόδιζε την ευτυχία της για μια ακόμη φορά....



**********************



Ο οδηγός του ταξί παρατηρούσε από το καθρέφτη του αυτοκινήτου την όμορφη κοπέλα. Καθόταν αμίλητη, θλιμμένη, αφοσιωμένη στις σκέψεις της. Είχε δει δύστροπους πελάτες, κακόκεφους αρκετές φορές αλλά πότε δεν τόλμαγε να τους ενοχλήσει. Η κοπέλα με το ζόρι συγκρατούσε όμως τα δάκρυα της, όποτε προτίμησε να βάλει λίγη μουσική... κάτι χαρούμενο φυσικά.... Για την Αρετή δεν είχε καμία σημασία το κομμάτι που έπαιζε στο ραδιόφωνο. Παντού έβλεπε μαυρίλα, ψέμα και ενοχές. Το μαστίγωμα της ψυχής πονούσε περισσότερο από εκείνο του σώματος και εκείνη μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο είχε δεχτεί αλύπητα και τα δύο...

Όσο και να πάλευε να ξεχάσει, να τον ξεχάσει δεν ήταν εφικτό, κάθε εικόνα της ζωής της περιείχε τη σκιά του, την οσμή του και το αυτό το τέλειο αγγελικό πρόσωπο. Σε μια άλλη ζωή ίσως να είχαν την ευκαιρία να ξανασυναντηθούν, σε μια άλλη ζωή ίσως οι δρόμοι τους ενώνονταν, χαράσσοντας επιτέλους μια κοινή πορεία με τα ίδια “θέλω”... Λάθος χρονική στιγμή, η τυχαία γνωριμία τους έξι μήνες πριν, υπό το άγρυπνο βλέμμα του φεγγαριού. Κανείς τους δεν ακολούθησε πιστά το δρόμο της σελήνης, παρέα με τα αστέρια, τα διαφορετικά “θέλω” τους αναγκάσαν να φτάσουν στο χείλος του γκρεμού, πριν καν να ειπωθεί μεταξύ τους το “σ' αγαπάω”, πριν καν να χορτάσουν τα φιλιά και τις αγκαλιές, πριν καν δηλώσουν παρών στην ίδια τη ζωή. Μερικές ώρες είχαν περάσει και φάνηκαν αιώνες... αιώνες απέραντου κενού, χαμένοι στην ματαιοδοξία. Το παιχνίδι της φωτιάς έκαψε τελικά και του δυο, βυθίζοντας τον καθένα στις προσωπικές αμαρτίες. Απόμειναν μόνο τα αποκαΐδια, μια γκρίζα στάχτη η οποία έκρυψε καλά την καταστροφή... Η επόμενη μέρα πάντα ήταν η πιο δύσκολη, το πρωινό ξύπνημα, παρέα με τη μοναξιά... ακόμη και τα όμορφα όνειρα σε εγκατέλειπαν σε κάτι τέτοιες στιγμές... αυτόματα κάποιος βυθίζονταν σε έναν αργό βασανιστικό ύπνο παρέα με όλα τα αναπάντητα “γιατί”... Η επόμενη μέρα σίγουρα θα ερχόταν, κανείς δε μπορούσε να το εμποδίσει... αλλά για εκείνην το τώρα είχε περισσότερη σημασία. Έπρεπε να φανεί δυνατή, έπρεπε να παίξει το ρόλο της τέλεια, όπως είχε υποσχεθεί στον εαυτό της. Ένα νέο κεφάλαιο ήταν έτοιμο να ξεκινήσει και εκείνη θα έγραφε το τέλος του, όσο επικίνδυνο και να ήταν... ήταν αποφασισμένη να ανακαλύψει την αλήθεια...



Ο ταξιτζής είδε την κοπέλα να χαμογελάει μόνη της... κόντεψε να κάνει το σταυρό του. Έβλεπε κάποια άλλη στο ταξί ή μήπως όχι. Η Αρετή έβγαλε το καθρεφτάκι της για να φρεσκαριστεί... την ομορφιά που κάποτε την θεωρούσε κατάρα θα την χρησιμοποιούσε για το δικός της όφελος πλέον.... είχε έρθει η ώρα της αλήθειας... κανείς δεν θα στεκόταν εμπόδιο σε αυτή την αναζήτηση...



Έφταναν στο προορισμό σε λίγα λεπτά αλλά αποφάσισε να στείλει ένα τελευταίο μήνυμα στο παρελθόν. Αποδέκτης ήταν ο Αλέξανδρος ήθελε να του ευχηθεί και να τον προειδοποιήσει... Δε χωρούσαν όλες οι σκέψεις του σε ένα μήνυμα αλλά φρόντισε να ακουστεί ουσιαστική... Αλέξανδρε σε ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου.... κάποτε σε αγάπησα παράφορα, κάποτε όμως... κανείς Ραζής και κανείς άλλος δε θα μπορεί να μου κάνει κακό από εδώ και πέρα... βρήκα επιτέλους ένα σκοπό στη ζωή και ένα γαλήνιο μέρος για να ηρεμήσω....είμαι έτοιμη να βρεθώ κοντά τους και λυτρωθώ και τελικά να αναζητήσω τη δική εξιλέωση. Είμαι έτοιμη να παίξω με τη φωτιά για δεύτερη φορά ελπίζοντας στην απονομή δικαιοσύνης... μην με αναζητήσεις από εδώ και πέρα. Έχεις χαράξει μια πορεία και καλά θα κάνεις να είσαι πιστός... σου εύχομαι τα καλύτερα εάν δε σε ξαναδώ... φρόντισε να μην κάνεις τα λάθη τα δικά μου....Αντίο



Το χαμόγελο είχε χαθεί και πάλι διότι άλλες εικόνες ξεπρόβαλαν μπροστά της, εκείνης και του Αλεξάνδρου κάποτε υπήρξαν αγαπημένοι, ερωτευμένοι, ανέμελοι. Αναγκαστικά έλεγε αντίο και σε αυτές τις εικόνες, είχε κάνει τις επιλογές του.... είχε να κερδίσει το δικό του προσωπικό στοίχημα και να παλέψει με τα θηρία. Εκείνη τουλάχιστον γλίτωσε αλλά εκείνος; Είχαν φτάσει στον προορισμό, έπρεπε να μιλήσει με τους γονείς της, να βεβαιωθεί πως δεν κάνει λάθος... Χάρηκε που γύρω της δεν υπήρχαν πολλά άτομα... έτσι θα μπορούσε να μονολογήσει με την ησυχία της... μέχρι και ο καιρός της έκανε το χατήρι... η βροχή σταμάτησε προσωρινά...



*********************



Ο Αλέξανδρος διάβασε τρεις φορές το μήνυμα πριν απαντήσει στο Διονύση. Το γέλιο και τα πειράγματα κοπήκαν απότομα.... Ο Διονύσης κατάλαβε πως κάτι σοβαρό έγινε... Ρώτησε το φίλο του αλλά δεν έπαιρνε απάντηση, αναγκάστηκε να του αρπάξει το κινητό από τα χέρια για να δει με τα ίδια του τα μάτια. Χωρίς καν να το σκεφτεί άρπαξε το παλτό του και τα κλειδιά του αυτοκινήτου του, σκούντησε το φίλο του για να συνέλθει από το σοκ... το αινιγματικό μήνυμα της Αρετής τον αποσυντόνισε. Δεν έβγαζε κανένα νόημα λες και είχε σκοπό να εξαφανιστεί μια και καλή. Αυτό ακριβώς φοβήθηκε ο Αλέξανδρος, παραμένοντας κοκαλωμένος σαν άγαλμα. Το μυαλό και των δυο πήγε φυσικά στο κακό... ουδέποτε ποτέ στο παρελθόν η Αρετή δεν είχε στείλει ανάλογο μήνυμα. Ο Ραζής είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια αλλά η πληγωμένη προφανώς Αρετή ήταν ικανή για όλα.



Ο Διονύσης τον παρότρυνε να πάνε να τη βρούνε... είχε τρομάξει και ο ίδιος. Ο Αλέξανδρος στέκονταν ακούνητος στο μέσο του σαλονιού μη μπορώντας να πάρει μια λογική απόφαση. Όσο και να του φώναζε ο φίλος του δεν άκουγε. Αμέσως όμως ξύπνησε... πήγε γρήγορα προς την κρεβατοκάμαρα... έπρεπε να βρει κάτι πρώτα... κάτι που άνηκε μόνο σε εκείνη... Έβαλε το μικρό κουτί στην τσέπη του... ήταν έτοιμος πλέον. Ακολούθησε το φίλο του βιαστικά...

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ο Διονύσης τον ρώτησε με αγωνία.... «Σκέψου πολύ καλά που μπορεί να έχει πάει... τόσα χρόνια ήσασταν μαζί δε μπορεί να μη σου περνάει ένα μέρος από το μυαλό σου... ένα μέρος που ίσως αγαπάει πολύ...»

«Δε ξέρω... δε μπορώ να σκεφτώ... μα τι στην ευχή σημαίνει το αναζητώ γαλήνη;» Ο Αλέξανδρος τραύλιζε λες και ήταν μεθυσμένος.... ο νους του πήγαινε στο κακό αλλά δεν είχε και τον τρόπο να το αποτρέψει....

«Δε ξέρω ρε φίλε σκέψου.... φοβάμαι και εγώ όπως και εσύ γι' αυτό πάμε να προλάβουμε... σκέψου ένα μέρος που επισκέπτεται συχνά η Αρετή όταν είναι μελαγχολική, κάποια παραλία κάτι ξυπνά μαλάκα επιτέλους...»

Τα μάτια του γυάλισαν από την ιδέα... ναι ήταν σίγουρος πως πριν κάνει το οτιδήποτε θα επισκεπτόταν τους γονείς της πρώτα... «Στο νεκροταφείο ανατολικά... εκεί θα την βρούμε εάν είμαστε τυχεροί...»

Αμίλητοι σε όλη τη διαδρομή καταριόνταν την ίδια τη μοίρα και τα βρώμικα παιχνίδια της. Ο Αλέξανδρος θολωμένος παρακαλούσε το Θεό να μην είχε κάνει λάθος και ο Διονύσης να προλάβει... Σε μια ώρα θα έπρεπε να ήταν στο σπίτι της Έλενας αλλά κανείς δε θυμήθηκε την ύπαρξη της...



**************************



Ο Μάριος δεν ήταν κανένας τυχαίος ώστε να ξεγελαστεί τόσο εύκολα. Ήταν σίγουρος πως αστυνομικός τη βοήθησε αρκετά ώστε να ενώσει κάποια κομμάτια του παζλ. Σίγουρα δεν είχε αφήσει κανένα στοιχείο πίσω του αλλά ήθελε να ήταν ασφαλής. Κανείς δεν είχε αποδείξεις για εμπλοκή του, όλα ήταν καλοστημένα... με το πέρασμα του χρόνου ο ίδιος θα αποκάλυπτε την αλήθεια στην Αρετή. Μέχρι τότε θα την είχε κατακτήσει, θα ήταν μονάχα δικιά του. Είχε αναθέσει στον Μπάμπη τη φύλαξη της, το πλέον άξιο συνεργάτη του... ουσιαστικός πάντα στις κινήσεις του δίχως υπερβολές. Όταν τον ενημέρωσε πως η Αρετή είχε θέμα πάλι με το Ραζή εκνευρίστηκε. Είχε σκοπό να επιστρέψει σπίτι του να αλλάξει αλλά ανησύχησε... έβρισε για μια ακόμη φορά «Ανάθεμα σε Ραζή... το κέρατο μου εάν δεν κάνεις πίσω θα έχεις άσχημα ξεμπερδέματα.....»



Είχε κολλήσει στην κίνηση, οργισμένος χτύπησε με δύναμη το χέρι στο τιμόνι. Όλα στραβά από το πρωί.... και τώρα αυτό. Έφυγε από το σπίτι της Αρετής όταν βεβαιώθηκε πως ήταν μια χαρά. Άφησε μερικά φάρμακα στο κομοδίνο και ένα σημείωμα. Φαντάζονταν πως σίγουρα εκείνη θα έκανε κάποια κίνηση να τον ευχαριστήσει. Θα μπορούσε να δικαιολογήσει την παρουσία του εκεί εύκολα, όλα τα υπόλοιπα ήταν λεπτομέρειες που θα προσπαθούσε να αποφύγει. Άλλωστε και η Βασιλείου δεν είχε την πολυτέλεια να μελετήσει τις συμπτώσεις προσεχτικά.... είχε και το Φίλιππο Ραζή να την ενοχλεί οπότε δεν περίσσευε αρκετός χρόνος. Είχαν περάσει δεκαπέντε λεπτά και ήταν ακόμη κολλημένος στο ίδιο σημείο. Πήρε το Μπάμπη άλλη μια φορά για να βεβαιωθεί πως όλα ήταν εντάξει.

«Έλα τι έγινε;»

«Τίποτα αφεντικό... όπως στα είπα ήρθε εδώ να χαιρετήσει τους γονείς της.... κανείς δεν την ακολούθησε μέχρι εδώ... »

«Εντάξει τότε έρχομαι εκεί... λογικά δε θα αργήσω φαίνεται να υποχωρεί η κίνηση... ακόμη και εάν εμφανιστεί κανένας περίεργος κρύψου και έχε τα μάτια σου ανοιχτά....»

«Εντάξει... όπως επιθυμείς... σε περιμένω δεν είμαι πρωτάρης...»



Κλείσανε τη συνομιλία τους και ο Μάριος επιτέλους χαλάρωσε. Αποφάσισε να πάρει μια ανθοδέσμη ώστε να δικαιολογήσει την παρουσία του. Απείχε μόλις λίγα λεπτά από δίπλα της αλλά δεν κρατιόνταν... 
 


***********************



Η ματιάς της μητέρας της φαίνονταν απόμακρη, ψυχρή σαν να την μάλωνε για κάτι. Τόση ώρα κάθονταν αμίλητη μπροστά στο μνήμα της. Τι να πρωτοέλεγε άλλωστε, τα είχε δει όλα η μάνας της από ψηλά. Στη φωτογραφία φαινόταν περίλυπη ίσως γιατί βίωσε τον εξευτελισμό της κόρης της από πρώτο χέρι.... Η Αρετή ήθελε να ζητήσει συγγνώμη αλλά καμιά λέξη δεν έβγαινε από το στόμα της.... είχε να ζητήσει συγγνώμη για πολλά αλλά και εκείνοι της όφειλαν μια συγγνώμη για όλα αυτά που της έκρυψαν τόσα χρόνια, για όλα τα σκοτεινά μυστικά και τα δεκάδες αναπάντητα μυστήρια. Φίλησε την εικόνα και πριν να αναχωρήσει έδωσε μια υπόσχεση και στους δυο σχεδόν ψιθυριστά... δεν είχε ξεχάσει άλλωστε πως ο Μάριος την παρακολουθούσε... πάση θυσία θα ανακαλύψω την αλήθεια... θα καθαρίσω το όνομα σας... και όσοι έπαιξαν εις βάρος σας θα πληρώσουν στο τέλος. Στο μνήμα του πατέρας της δε κάθισε πολύ, μόνο χάιδεψε το κρύο μάρμαρο όπως εκείνος κάποτε την χάιδευε όταν ήταν μικρή..... τότε που βίωναν στιγμές οικογενειακής θαλπωρής με γνώμονα το σωστό και το δίκαιο. Αυτές οι μέρες όμως περάσανε πολύ γρήγορα χωρίς καν να τις καταλάβει... χωρίς να αφομοιώσει περισσότερες εικόνες... ελάχιστες αναμνήσεις αλλά περισσότερα μυστικά... τελικά ήταν απαραίτητο να ανοίξει περισσότερες πόρτες... άλλες κλειδωμένες και άλλες όχι...



Οι γονείς της τη φέρανε στη ζωή οπότε ήταν η σειρά της να ανταποδώσει το καλό. Είχε μια αποστολή που έπρεπε να τη φέρει εις πέρας εάν ήθελε πραγματικά να ηρεμήσει. Ταίριαξε τα ρούχα της, είχε να παραβρεθεί σε ένα δείπνο και να δώσει μια ακόμη μεγαλύτερη παράσταση.... Εάν το ένστικτο της ήταν σωστό θα έβγαινε διπλά κερδισμένη. Πίστευε πως ακόμη και μέσα στο νεκροταφείο κάποιος την παρακολουθούσε όποτε ύψωσε το παράστημα της και με σταθερά όλο περηφάνια βήματα κατευθύνθηκε προς την έξοδο... κανείς όμως δε μπόρεσε να την προειδοποιήσει... οι νεκροί είχαν σιγήσει εδώ και χρόνια ανήμποροι να εκφραστούν ή να μιλήσουν...



Ο Φίλιππος είχε ηρεμήσει. Περιπλανήθηκε αρκετά στα σοκάκια της πόλης για αρκετή ώρα, διαπιστώνοντας πως τα χρώματα της άσχετα με την εποχή πάντα παρέμεναν ανεξίτηλα, ανέγγιχτα από τις φθορές των ανθρώπων. Ζούσε σε μια ερωτική πόλη αλλά εκείνος είχε επιλέξει τη μοναξιά. Έπρεπε να επιστρέψει σπίτι σύντομα να ετοιμαστεί, στις 8 θα αρχόταν οι πρώτοι καλεσμένοι, δεν θα ήταν πρέπον να καθυστερήσει αδικαιολόγητα. Η ώρα είχε πάει 6, είχε νυχτώσει για τα καλά αλλά ένιωσε ασφάλεια μες στο σκοτάδι. Κάνεις δε θα μπορούσε να παρατηρήσει το γερασμένο του πρόσωπο, την ταλαιπωρία και την πλήρη απαξίωση της ίδιας της ζωής.... Πάση θυσία σήμερα έπρεπε να χαμογελάσει για το καλό της κόρης του.... θα ήταν ένας απλός κομπάρσος στο θέατρο του παραλόγου... εκείνος ήταν ο πρωταγωνιστής μια άλλης παράστασης που μόλις τελείωσε...



Όταν χτύπησε τον αστυνομικό, για μια στιγμή του ήρθαν στο μυαλό οι κουβέντες της Μάρθας... τον είχε βάλει να υποσχεθεί πως θα την προστατεύσει την εγγονή της... Εκείνος πρόθυμα, με ευκολία απάντησε θετικά χωρίς να κατανοήσει το βάρος αυτής της υπόσχεσης... για εκείνον η Αρετή αποτελούσε παρελθόν όποτε σίγουρα δεν θα στέκονταν δίπλα της με αυτό το σκοπό. Αναρωτήθηκε όμως τι ήταν αυτό που έκανε τη γιαγιά τόσο σίγουρη πως αποτελούσε το πλέον κατάλληλο άτομο για την ασφάλεια της Αρετής... δεν είχε καμία απολύτως ιδέα, πορεύονταν στα τυφλά μιας που προσφάτως έχασε το φως, τη μοναδική ελπίδα της λύτρωσης του. Μέσα του είχε ριζώσει η άποψη πως δεν έφταιγε εξ ολοκλήρου, η Αρετή άλλωστε είπε το τελευταίο αντίο με τους πλέον σαφείς εμπαιγμούς... Το υποσυνείδητο του χαμογέλασε πονηρά... σε κορόιδευε Ραζή... ήξερε πολύ καλά τι έκανε εξ αρχής... ακόμη και η γιαγιά της γνώριζε πολύ καλά... Απελευθερωμένος από τις οποίες τύψεις κατέβηκε από το αυτοκίνητο του... ο αέρας γύρω του είχε μια περίεργη οσμή, κάτι γλυκού, αφροδισιακού, πικάντικου.... Τη θυμήθηκε αυτήν τη μυρωδιά... δεν έκανε λάθος δυστυχώς. Όταν την είδε να βγαίνει από το νεκροταφείο με βήμα αέρινο, περήφανο και τόσο γοητευτικό έμεινε ακούνητος.... Η στρόφιγγα των περιέργων συναισθημάτων είχε ανοίξει, το ποτήρι άρχισε να γεμίζει ξανά και όλα αυτά που αρνούνταν πεισματικά να παραδεχτεί του χτυπήσαν προκλητικά την πόρτα...



Εκείνη όμως αυτή τη φορά δεν του έδωσε σημασία... δεν τον πρόσεξε καν. Πέρασε από δίπλα του λες και συνάντησε έναν άγνωστο, χαμογελούσε λες και το μυαλό της ταξίδευε χιλιόμετρα μακριά από αυτήν την πραγματικότητα... ή ίσως της ήταν εντελώς αδιάφορος πλέον. Έναν τρόπο είχε να το διαπιστώσει... ο μοναδικός τρόπος που θα επιβεβαίωνε την αλήθεια. Έτσι όπως πέρασε από δίπλα του, τα ακροδάχτυλα τους ηλεκτρίστηκαν, κάθε κύτταρο του εγκέφαλου του ξύπνησε από το βαρύ λήθαργο... ήταν έτοιμος να ρίξει λίγο ακόμη λάδι στη φωτιά... εκείνος είχε καεί... δεν είχε να χάσει τίποτα απολύτως... έλπιζε πως η κίνηση του κάτι θα της έλεγε... θα χτύπαγε ένα καμπανάκι μέσα της... δεν είχε άλλο τρόπο να της δείξει όλα αυτά που το ερμητικά καλά κλειστό στόμα του σε άλλες περιπτώσεις αρνούνταν να ομολογήσει... εγωισμός και περηφάνια... περηφάνια και εγωισμός... θανάσιμα αμαρτήματα... εκείνος είχε τιμωρηθεί με το χειρότερο τρόπο...



Η Αρετή περπάταγε αδιάφορα λες και δεν υπήρχε κανείς γύρω της. Σκέφτονταν πως θα αντιμετώπιζε τη συνάντηση με το Μάριο, τον υποτιθέμενο σωτήρα της... Ξαφνικά σταμάτησε, δέχτηκε ένα παροδικό ηλεκτρισμό, τα δάχτυλα της ακούμπησαν κάτι παγωμένο αλλά τόσο οικείο... την είχε ξανανιώσει και άλλες φορές αυτήν τη ψύχρα... ο άλλος κόσμος και η άλλη πόρτα μπορούσε να περιμένει μερικά λεπτά ακόμη... οι σκέψεις και τα σχέδια ξεχάστηκαν... μούδιασε... δεν έκανε λάθος... το γνώριζε αυτό το άγγιγμα. Επέστρεψε στην πραγματικότητα... είχε χαθεί ανάμεσα στα μεγαλεπήβολα της σχέδια για μια νέα αρχή και στο παρόν... τίποτα δεν είχε αλλάξει τελικά. Η αναγεννημένη Αρετή παρέμεινε το ίδιο δειλή... αβοήθητη και ανήμπορη να ξεφύγει... η επιρροή που ασκούσε πάνω της ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν απερίγραφτη... το μίσος μετατρέπονταν σε αγάπη και η αγάπη σε μίσος σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ο ηλεκτρισμός έκανε την καρδιά της να πάλετε γρηγορότερα, ένιωσε σαν το βοτσαλάκι στην παραλία που το μαστιγώνει αλύπητα το κύμα... σαν το μοναδικό άστρο του ουρανού που πάλευε πεισματικά με το γκρίζο τεράστιο σύννεφο... σαν τα πέταλα ενός κόκκινου τριαντάφυλλου που τα σκόρπισε ο άγριος άνεμος δεξιά και αριστερά... Αναρωτήθηκε μέσα της... Μήπως είχε έρθει η ώρα μιας τελικής σύγκρουσης;



Η φωνή της δεν έβγαινε... αρνούνταν την οποιαδήποτε οπτική επαφή... μια ματιά θα την κατέστρεφε... Φεύγοντας από δίπλα του προσπάθησε να ψελλίσει τη λέξη... αντίο... αλλά δε πρόλαβε καν να ανοίξει το στόμα της.... κάτω από το ψιλόβροχο δέχτηκε το γευστικότερο, το πιο παθιασμένο φιλί της ζωής της, το φάρμακο για όλους τους πόνους, το ναρκωτικό που την παρέσυρε και πάλι σε με παροδική ευτυχία με άσχημη κατάληξη κάθε φορά... Λίγα δευτερόλεπτα κράτησε αλλά η ψυχή της πλημμύρισε από ποτάμι ευφορίας....εάν όλα τα αντίο του κόσμου ήταν σαν το δικό της τότε χαλάλι δεν είχε δικαίωμα να παραπονεθεί.... Για πρώτη φορά ένιωθε το Ραζή μοναδικά δικό της, είχαν γίνει ένα και ας μην είχαν συνευρεθεί σωματικά, για πρώτη φορά τα θέλω τους ταυτίστηκαν, για πρώτη φορά θα μπορούσε να σιγοψιθυρίσει με λαχτάρα την μαγική λέξη χωρίς φόβο στο αυτί του... Αυτό που έζησε για ελάχιστα λεπτά ήταν το πιο υπέροχο όνειρο του κόσμου... οι ακατανίκητες επιθυμίες γιγαντώθηκαν με αυτό το φιλί... όλα τα “δεν” που δήλωσε περήφανα το ίδιο πρωινό, κρυφτήκαν τρομαγμένα... εξουσιάζονταν από μια παράλογη έλξη... εξουσιάζονταν όχι από τη λογική αλλά από την τρέλα... όλα τα νευρικά κύτταρα στο σώμα της μετέφεραν το ίδιο μήνυμα... ο εγκέφαλος έπαψε να λειτουργεί προσωρινά... διαταγές έδινε η καρδιά... κάθε χτύπος και μια ανάμνηση... κάθε άγγιγμα και ένα σημάδι. Κάθε όμορφο όνειρο, παρακινουμένο από προσωπικές αδυναμίες και εγωισμό κατέληγε σε εφιάλτη... είχε ακουμπήσει τον παράδεισο αλλά η κόλαση ήταν ο άμεσος προορισμός, η ενδιάμεση στάση. Η φωτιά της είχε χαράξει το μονοπάτι... μονόδρομος πλέον έπρεπε να το ακολουθήσει παρά τη θέληση της... ο Ραζής δεν ήταν έτοιμος να την ακολουθήσει... το μονοπάτι δυσβάσταχτο... ο καπνός δυσκόλευε την όραση και θόλωνε την κρίση. Ήταν το προσωπικό της μονοπάτι όμως... μόνη της έπρεπε να το διαβεί χωρίς φόβο... ο Ραζής δίπλα της της πρόσφερε παροδική ασφάλεια και ανεξήγητο φόβο... Μια τόσα μικρή λέξη... η αγάπη... δύσκολα την εκτιμάς... ευκολότερα την προδίδεις. Έπρεπε να δώσει μια τελευταία παράσταση στο μοναδικό θεατή της βραδιάς... έπρεπε να γίνει πειστική... για να τον προστατεύσει ίσως. Η φωτιά τους είχε περικυκλώσει, εμποδίζοντας τους υπόλοιπους θεατές να τους ενοχλήσουν... αντίο... ήθελε να του πει... δεν είχε άλλη επιλογή όμως εκτός από το μίσος. Τα λίγα αποκαΐδια μαρτυρούσαν τις κατεστραμμένες ελπίδες και τα όνειρα του παρελθόντος... είχε έρθει η στιγμή να περάσουν στο αύριο της μοναξιάς... λίγο πριν αυλαία... λίγο πριν το τέλος και την ήττα....



Τον έσπρωξε με δύναμη..... αγριέψει ξαφνικά λες και είδε τον διάβολο μπροστά της... «Σου είπα να με παρατήσεις ήσυχη.... εάν νομίζεις πως θα σε συγχωρέσω και αυτή τη φορά είσαι γελασμένος... είσαι ένα τίποτα στα μάτια, ένα κάθαρμα και τίποτα παραπάνω.... Χάσου από μπροστά μου...»

Ο Φίλιππος πίστεψε πως είχε μια ελπίδα αλλά γελάστηκε, μια μέγαιρα στεκόταν δίπλα του έτοιμη να τον τρελάνει... Είχε σιχαθεί τον εαυτό του, τον λυπόταν επίσης όποτε προσπάθησε... να της δείξει αυτό που δε θα μπορούσε ποτέ να φωνάξει με λέξεις.... και εκείνη τον έδιωχνε και πάλι... Ένα όνομα βγήκε από το στόμα του... «Αρετή....»

«Παράτα με ήσυχη.... τι θες από έμενα το βρομοθήλυκο; είσαι τελειωμένος Ραζή... δεν υπάρχεις για μένα.... ποτέ δεν θα είσαι άξιος να σταθείς δίπλα μου....»

Ο Φίλιππος προσπάθησε να την καλοπιάσει.... «Σε παρακαλώ, μη με βασανίζεις.... άκουσε με πρώτα... » Έβγαλε από την τσέπη του το δώρο της... είχε σκοπό να της το δώσει με χαρά χθες αλλά το χθες τον πλήγωσε ανεπανόρθωτα... έλπιζε στο σήμερα αλλά και το σήμερα τον κορόιδεψε... το μέλλον δεν υπήρχε καν στο μυαλό του. Έκανε μια κίνηση να της φορέσει την όμορφη αλυσίδα στο λαιμό... «Σε παρακαλώ άκουσε με... λυπάμαι...»... δεν έβρισκε τα λόγια... δεν ήταν καν σίγουρος τι περίμενε η ίδια να ακούσει από τα χείλη του... έφταιγε εκείνη αλλά εκείνος ήταν ο μόνος που προσπαθούσε να σώσει κάτι από το δέντρο της ευτυχίας.

Η Αρετή ζωσμένη από υψηλή δόση αδρεναλίνης τον διέκοψε... συνέχισε με το ίδιο απαξιωτικό στυλ.... «Εδώ ας γελάσω.... να σε ακούσω.... και που ήσουν χθες όταν σε ικέτευα... όταν με ξεφτίλιζες με το χειρότερο τρόπο.... ». Μόλις είδε το δώρο της τρελάθηκε... πίστευε πως κάποιος αστειεύονταν μαζί της... Έπρεπε να φύγει μακριά του και ο μόνος τρόπος ήταν εάν ο ίδιος την συχαινόταν... Με μια κίνηση πέταξε την αλυσίδα στην άκρη του δρόμου... με μια κίνηση έκανε πέρα τις οποίες ελπίδες είχαν αναγεννηθεί... «Δεν θέλω τίποτα από εσένα Φίλιππε. Βαρέθηκα, σε προειδοποιήσα... πάρε το δώρο σου και πέταξε το, δε με νοιάζει τι θα κάνεις... Δε το θέλω πάνω μου με λερώνει... Σε πληροφορώ πως είχες δίκιο σε όλα... γνώριζα πολύ καλά... και ήθελα να σε πλησιάσω από συμπόνοια... έπαιξα μαζί σου και τώρα βαρέθηκα... μπορείς να με καταραστείς όσο επιθυμείς, δε με νοιάζει πλέον γιατί πολύ απλά δεν υπάρχεις...». Με την τελευταία φράση συνειδητοποιήσε το πόσο παράλογο πράμα ήταν η ίδια η αγάπη... δεν είχε δικαίωμα να αγαπήσει το συγκεκριμένο άνδρα από εδώ και πέρα.

Για μια ακόμη φορά το τέρας Ραζής απελευθερώθηκε... το ποτήρι είχε ξεχειλίσει και δεν ήταν διατεθειμένος να γίνει ο περίγελος μιας ασήμαντης κοπέλας... «Τι από όλα ήταν αλήθεια Αρετή; ότι βαρέθηκες το παιχνιδάκι σου; το ότι θα πρέπει να ντρέπεσαι για τον πατέρα σου; ή για το πόσο μαλάκας ήμουν;» Την είχε στριμώξει σε μια γωνιά και δεν την άφηνε... είχε εξαντληθεί η υπομονή του και σίγουρα... δε θα άφηνε το σημερινό έτσι ατιμώρητο... Πέρασε τα χέρια του στη μέση της, κρατώντας τα δικά της πίσω στην πλάτη... την έφερε κοντά στο σώμα του... Αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι της.... «Ξέρεις τι θέλω να σου κάνω τώρα;... αυτό που πραγματικά αξίζεις και τίποτα παραπάνω.... τώρα που σε βλέπω στολισμένη, όμορφη πιστεύω πως είσαι έτοιμη για πολλά πράματα...»

Η Αρετή άρχισε να παλεύει... την περίμενε την ακραία συμπεριφορά, τις πικρές κουβέντες από τα χείλια του αλλά δεν θα επέτρεπε τον εξευτελισμό.... «Είσαι τιποτένιος... δεν αξίζεις φράγκο... μάθε να αποδέχεσαι την ήττα σου επιτέλους... Άσε με, με πονάς.... σε πληροφορώ πως δεν ντύθηκα έτσι για σένα... έχω ραντεβού...»

Ο Φίλιππος γέλασε... «Τότε ας καθυστερήσεις λίγο εάν είναι καλό παιδί θα σε περιμένει.....» άρχισε να της γλύφει το αυτί... «έλα πες μου ότι δε με θες... δε μπορεί να είναι καλύτερος από έμενα... ξέρω πως με κανέναν άλλον δεν έχεις νιώσει έτσι... μόνο μαζί μου...» Συνέχισε να την ταλαιπωρεί... το κορμί του έκαιγε, ούτε η βροχή ήταν ικανή να σβήσει την κάψα...

«Άσε με ήσυχη... μην κάνεις κάτι που θα το μετανιώσεις στην πορεία.. μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου... ίσως να έχω βρει ήδη κάποιον καλύτερο από εσένα Ραζή...» του φώναξε δυνατά στο αυτί... η πρόκληση σίγουρα δεν ήταν η καλύτερη τακτική αλλά δεν είχε άλλη επιλογή πλέον...

«Μην ανησυχείς ποτέ δε μετανιώνω για ανούσια πράματα... και πόσο δε γι' αυτό... ώστε έχεις βρεις καλύτερο από έμενα; για να δούμε λοιπόν...» Την τράβηξε λίγο πιο πέρα από την είσοδο πίσω σε κάτι δένδρα... είχε θολώσει...

«ΡΑΖΗ...» ούρλιαξε η Αρετή, κλείνοντας τα μάτια της... πάλευε να του ξεφύγει... μάταιος ο κόπος ήταν πιο δυνατός...



Ξαφνικά ήταν ελεύθερη, άνοιξε τα μάτια απότομα τρομάζοντας με αυτό που αντίκρισε. Δίπλα της ακούστηκαν φωνές... Είδε το Φίλιππο στη μέση του δρόμου με ανοιγμένη μύτη και τον Μάριο από πάνω να τον γρονθοκοπά αλύπητα.... Αίμα έτρεχε από τα χείλια του και ένιωσε την καρδιά της να ματώνει. Ο Φίλιππος μετά το ξαφνικό χτύπημα προσπάθησε να συνέλθει... Είχε δεχτεί δυο μπουνιές στο πρόσωπο και στην κοιλιά... Ως καλός αθλητής του kick boxing γνώριζε πολύ καλά πως να αντιδράσει... Σηκώθηκε πάνω σιγά σιγά ενώ παρατήρησε πρώτα τον αντίπαλο του. Ήταν ένας άνδρας μικρότερος ηλικιακά από εκείνον, κοντύτερος λίγα εκατοστά και σίγουρα είχε τα υπέρ του αιφνιδιασμού... δεν τον άφηνε έτσι όμως, δεν ήξερε ποιος ήταν ο άγνωστος άνδρας αλλά τα είχε βάλει με το λάθος άτομο. Ξαφνικά θυμήθηκε... δεν ήταν και τόσο άγνωστος... είχε πιάσει την κουβέντα με την Αρετή στο κέντρο παραμονές Χριστουγέννων. Όρμηξε καταπάνω του χωρίς δεύτερη σκέψη, αυτή τη φορά κατάφερε να τον αιφνιδιάσει πρώτος. Κατάφερε να του ρίξει μια στη κοιλιά και μετά στο πρόσωπο πιο δυνατή. Τα καλογυμνασμένα του πόδια βοήθησαν τις γρήγορες κινήσεις αλλά ο άνδρας δεν πτοήθηκε... τον προκάλεσε να ξαναχτυπήσει.... Η Αρετή καθόταν αμίλητη, ακούνητη μπροστά στη δεύτερη πράξη του δράματος... δυο άνδρες άγνωστοι μεταξύ τους μάλωναν μεταξύ τους για την τιμή... για τα δικά τους “θέλω” και εγωισμούς... Κανείς δεν είχε σκοπό να σταματήσει... ήταν σε απόγνωση... προσπάθησε να μπει ανάμεσα τους αλλά κανείς από τους δυο δεν θα την άκουγε. Ξαφνικά από μακριά είδε και άλλα δυο γνώριμα πρόσωπα να πλησιάζουν, αναθάρρησε, ελπίζοντας στη λήξη αυτού του μαρτυρίου.



**************************



Η Έλενα πηγαινοερχόταν σαν τρελή. Ο αρραβωνιαστικός της και ο πατέρας της άφαντος. Σε μια ώρα θα ερχόταν οι καλεσμένοι και εκείνοι ήταν απών, πίστευε πως δε θα γλίτωνε το ρεζιλίκι. Η καημένη Μαργαρίτα άλλοτε καθόταν δίπλα της και άλλοτε έριχνε πεταχτές ματιές έξω από τη τζαμαρία. Κάθε φορά που άκουγε αυτοκίνητο πεταγόταν όρθια από χαρά αλλά γρήγορα καθόταν κάτω απογοητευμένη. Η Ηρώ την είχε ενημερώσει πως είχαν χωριστεί με τον πατέρα της από το μεσημέρι. Την ενημέρωσε πως.... όταν ετοιμαζόμασταν να φύγουμε ο πατέρας σου τρελαμένος ακολούθησε μια όμορφη νεαρή κοπέλα από πίσω.... από εκείνη την ώρα όσο και να έψαξα δε κατάφερα να τον βρω....Η πριγκίπισσα του σπιτιού δε μπορούσε να ηρεμήσει από τότε, το στομάχι πήγαινε να τρυπήσει από το άγχος. Οι δυο άνδρες της ζωής της αγνοούνταν ταυτόχρονα, ήταν σίγουρη πως η κύρια υπαίτια αυτής της αναστάτωσης δεν ήταν άλλη από τη Βασιλείου. Εάν περνούσαν άλλα πέντε λεπτά χωρίς να έχει νέα τους θα έπαιρνε την αστυνομία. Στην αρχή δοκίμασε να καλέσει τον Διονύση αλλά και εκείνος δεν απαντούσε... Είπε να ξαναδοκιμάσει... αυτή τη φορά ήταν τυχερή, ο Διονύσης λαχανιασμένος απάντησε...

«Έλενα θα σε έπαιρνα και εγώ... είμαι με τον Αλέξανδρο μην ανησυχείς... μην φοβάσαι όλα καλά σε λίγη ώρα θα είμαστε πίσω... βρήκαμε και τον πατέρας σου....»

«Που είστε πες μου... έχω τρελαθεί από την αγωνία σε παρακαλώ....»

«Πρέπει να κλείσω... στο νεκροταφείο είμαστε... θα τα πούμε από κοντά σε λιγάκι» Νόμισε πως είχε τερματίσει την κλήση αλλά το κινητό παρέμενε ανοιχτό....

Η Έλενα άκουγε τα πάντα.... τον Διονύση να φωνάζει τον Αλέξανδρο να σταματήσει... τον πατέρας κάπου κοντά τους να μαλώνει με κάποιον και γενικά μια κατάσταση αλλοφροσύνης... Λίγο μετά άκουσε τη φωνή της Αρετής αλλά δεν καταλάβαινε τις κουβέντες της... Ο Αλέξανδρος της φώναξε να σταματήσει και μετά μια περίεργη σιγή. Συνέχιζε να έχει το κινητό κολλημένο στο αυτί, συνειδητοποίησε πως ξαφνικά πλησίαζε ένα αυτοκίνητο σε πολύ κοντινή απόσταση. Τότε άκουσε τον Διονύση να φωνάζει με όλη του δύναμη σε κάποιον... «Πρόσεχε....» και αμέσως μετά ένα δυνατό φρενάρισμα και ένας εκκωφαντικός θόρυβος.... Δεν άντεξε, αμέσως το κινητό της γλίστρησε από τα χέρια και εκείνη σωριάστηκε στο πάτωμα με τη μία, ρίχνοντας κάτω παράλληλα αρκετά ποτήρια... όλα βάφτηκαν κόκκινα...



Η Μαργαρίτα βγήκε από την κουζίνα τρομαγμένη... όταν είδε τον μικρο της άγγελο λιπόθυμο κάτω άρχισε να ουρλιάζει. Όλο το προσωπικό έτρεξε να βοηθήσει.... Κάποιος κάλεσε το ασθενοφόρο... Όλοι πάγωσαν.... τα πόδια της είχαν γεμίσει αίματα, το φουστάνι ήταν επίσης βρεγμένο..... Η πανικόβλητη Μαργαρίτα έβαλε τα κλάματα.... κρατάγε το κεφάλι της 'κόρης της´ στην αγκαλιά σαν στοργική μάνα.... Η κακοδαιμονία δεν έλεγε να εγκαταλείψει την οικογένεια Ραζή... πέρασε ξανά το κατώφλι τους με το χειρότερο τρόπο.... Από μακριά ακούστηκαν οι σειρήνες του ασθενοφόρου.... ένα κόκκινο χρώμα πλημμύρισε τον ουρανό, παλεύοντας σαν θεριό με το γκρι σύννεφο που πεισματικά έκρυψε το φεγγάρι και τα λιγοστά αστέρια... η μυρωδιά του θανάτου είχε κατακλύσει το σπίτι... η μυρωδιά του πόνου και της διχόνοιας είχε ποτίσει κάθε σπιθαμή του σπιτιού. Η επομένη μέρα θα έφερνε την ενοίκους αυτής της οικίας αντιμέτωπους με μια άλλη πραγματικότητα τόσο ψυχρή μα συνάμα τόσο στενάχωρη... το μίσος θα τους καθοδηγούσε και παρακάτω... δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να ξεχάσουν... τα φαντάσματα θα τους κυνηγούσαν για αρκετό καιρό ακόμη...



***********************



Ο Μάριος είχε εκνευριστεί αλλά συνέχισε να προκαλεί το Ραζή. Δεν περίμενε να ήταν τόσο σκληρός αντίπαλος, προφανώς δεν υπολόγισε πως θα γνώριζε κάποια πολεμική τέχνη αλλά δε φοβήθηκε... Είχε τον τρόπο, ήξερε πως να παλεύει..... Του φώναξε... «Άντε ξαναχτύπα τι περιμένεις... μόνο τον άνδρα στις γυναίκες ξέρεις να κάνεις; για να δούμε πως είναι να είσαι το θύμα εσύ Ραζή...»

Ο Φίλιππος ανταπάντησε το ίδιο ερειστικά... «Από ότι φαίνεται με γνωρίζεις καλά... από ότι φαίνεται κάποιος ή καλύτερα κάποια σου μίλησε για μένα..» αγριοκοίταξε την Αρετή... ενώ προσπάθησε να ξαναχτυπήσει τον αντίπαλο χωρίς επιτυχία...

«Κανείς δε μου μίλησε για σένα Ραζή... όταν όμως με ενδιαφέρει κάτι τότε ψάχνω τα πάντα.... το καλό που σου θέλω μην την ξαναπλησιάσεις... »

«Γιατί τι... δε νομίζω πως μπορείς να με φοβίσεις τόσο εύκολα... δε δέχομαι απειλές από κανέναν... χάρισμα σου η γκόμενα... δε με νοιάζει πλέον.... δεν άξιζε τελικά το χρόνο μου.... πρόσεχε μην την πατήσεις όμως.... » Ο Φίλιππος σηκώθηκε όρθιος, έκανε πως πήγαινε προς το μέρος της Αρετής.

Εκείνη την ώρα του όρμησε ξανά ο Μάριος αλλά ο Ραζής ήταν και πάλι έτοιμος. Έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο στομάχι στον άνδρα και εκείνος ήταν έτοιμος να πέσει κάτω...

Ο καυγάς μεταξύ τους συνεχίστηκε για λίγο ακόμη. Κανείς από τους δυο άνδρες δεν είχε την όρεξη να υποχωρήσει πρώτος. Η Αρετή φυσικά είχε διαλέξει στρατόπεδο από την αρχή αλλά δεν μπορούσε να προδοθεί... Τους φώναξε δυο τρεις φορές να σταματήσουν αλλά καμιά ανταπόκριση λες και δεν υπήρχε μπροστά του. Η πάλη ήταν αμφίρροπη και οι δυο εγωιστές έδιναν τον καλύτερο τους εαυτό... έτσι ο καθένας τους θα περνούσε τα δικά του μήνυμα στο τέλος. Ένιωσε λες και ήταν σαν κάποιο λάφυρο και αυτό της μαχαίρωνε την καρδιά περισσότερο... σίγουρα δεν την κολάκευσε... Ο Μάριος στο τελευταίο χτύπημα αποδείχτηκε πιο δυνατός... τον έριξε για μια φορά ακόμη κάτω... φώναξε στο Φίλιππο με νόημα...

«Είσαι πολύ μαλάκας Ραζή... νόμιζες πως είμαι κανένα παιδί... σε προειδοποιώ παράτα την ήσυχη... δε σου ανήκει πλέον... δεν έχεις δικαίωμα να ασχολείσαι μαζί της...»

Ο Φίλιππος ανταπάντησε εξοργισμένος... «Η Αρετή πάντα θα μου ανήκει... εάν δεν την έχω εγώ δεν την έχει κανέναν... μόνο εγώ έχω το δικαίωμα να είμαι δίπλα της ... μόνο εγώ κανείς άλλος... μέχρι να βαρεθώ φυσικά... μετά δε ξέρω...»

Ο Μάριος έκανε μια νέα κίνηση απειλητική προς το μέρος του. Η Αρετή αποφάσισε να παρέμβει... μπήκε ανάμεσα τους όχι να τους διακόψει αλλά για να δώσει η ίδια ένα τέλος στην παραφροσύνη.

Εκείνη πονούσε μαζί με το Φίλιππο αλλά δεν είχε δικαίωμα να επέμβει τόσο γρήγορα. Ίσως το πάθημα γινόταν μάθημα. Όταν είδε πως ο Αλέξανδρος ήταν πολύ κοντά, σιγουρεύτηκε πως τίποτα κακό δε θα συνέβαινε στο Φίλιππο έκανε μια κίνηση ματ, μια κίνηση που θα καθόριζε τη συνέχεια του παιχνιδιού... Οι κουβέντες του Φίλιππου την πίκραναν ακόμη περισσότερο... δέχονταν αλύπητα και άλλα μαστιγώματα... εκείνος πίεσε το μαχαίρι πιο βαθιά αλλά εκείνη άντεχε ακόμη... δε θα έπεφτε τόσο εύκολα ούτε θα εγκατέλειπε τη μάχη. Η ψυχή του Φίλιππου είχε χαθεί σε άγνωστα μονοπάτια, χρειάζονταν ένα χέρι βοηθείας για να βρει ξανά το δρόμο προς ο φως, ανακαλύπτοντας το νόημα της ζωής. Ο ρόλος της άγνωστος από εδώ και πέρα αλλά θα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να γλιτώσει τη ψυχή του...



Με θάρρος πλησίασε τον χτυπημένο Ραζή... στάθηκε ακριβώς μπροστά του εμποδίζοντας τον οπτικό του πεδίο. Το βλέμμα του δήλωνε μια απαξίωση... λες και αντίκρισε το μισητό εχθρό... δεν είχε σκοπό να δηλώσει υποταγή... Ακόμη και τώρα οι άσχημες κουβέντες του τρυπούσαν σαν μαχαίρι την καρδιά της, αλλά όσο και είχαν αλλάξει οι προτεραιότητες της, όσο και να ήθελε να τον εγκαταλείψει, όσο και να είχε πληγωθεί, ήθελα να τον αντικρίσει κατά πρόσωπο μια τελευταία φορά.... Τα γαλάζια του μάτια την κοίταξαν απορημένα.... είχαν ξεμείνει και οι δυο από κουβέντες, τα είχαν πει όλα με το στόμα, ήρθε η ώρα να μιλήσουν τα μάτια.... Τα δικά της έλαμψαν μαγεμένα από το ασυμβίβαστο και τη ψυχρότητα των δικών του. Εκείνος πάντα δήλωνε σκλάβος του σμαραγδιού, μετρούσε μόνο ήττες στο ενεργητικό του και για μια ακόμη φορά ένιωσε ανήμπορος να υπερασπιστεί τα κεκτημένα του. Η Αρετή με περίσσιο θάρρος σήκωσε το πιγούνι του ώστε να την βλέπει καλύτερα. Για μερικά δευτερόλεπτα απλώς κοιτάζονταν... βουβά λες και κάποιος τους είχε κλέψει τη μιλιά... Δεν του επέτρεψε να κοιτάξει αλλού... δεν του επέτρεψε να την αγνοήσει. Ήθελε με αυτόν το τρόπο να του δώσει μια υπόσχεση... ένα ελαφρύ αεράκι έκανε τα μισοβρεγμένα μαλλιά της να καλύψουν το πρόσωπο της... η ομορφιά της είχε χαθεί... η βροχή είχε σταματήσει... η σχέση τους είχε τελειώσει και το αύριο έφερνε νέες εξελίξεις. Παρόλα αυτά τους είχαν αγκαλιάσει η σιωπή... ο πόνος... και η θλίψη... το παιχνίδι είχε χαθεί άλλα ένα νέο θα ξεκινούσε με παλιά και νέα πιόνια. Σιωπηλά ήθελε να ζητήσει συγγνώμη, δεν είχε άλλο τρόπο... να του δείξει την αγάπη της... να του δηλώσει πως έχουν δικαίωμα στην ευτυχία παρά τις αντιξοότητες και στο τέλος έτσι να εκφράσει μια προσωπική επιθυμία... Όταν είδε τα μάτια του να ανοιγοκλείνουν νευρικά τότε νοερά του έδωσε την υπόσχεση πως κάποτε θα ξαναγυρίσει να διεκδικήσει όλα αυτά που χάθηκαν τόσο άδοξα... δεν είχε σκοπό να τον εγκαταλείψει... δεν είχε σκοπό να τον προδώσει...



Τα δευτερόλεπτα πέρασαν όμως... οι λεπτοδείκτες του ρολογιού ξεκόλλησαν. Ο Αλέξανδρος είχε φτάσει ήδη κοντά του, εμφανώς αγχωμένος. Οι επόμενες κουβέντες που θα έβγαιναν από το στόμα της είχαν αποδέκτη και τον ίδιον... προσωρινά είχε διαλέξει ένα μονοπάτι μακριά τους. Έπρεπε να φανεί πειστική... έτσι θα τους προστατεύσει και τους δυο. Αμέσως το σκηνικό άλλαξε, παρακαλώντας το Θεό να τον κάνει να την καταλάβει και να μην την παρεξηγήσει. Η Αρετή έτσι όπως ακούμπησε το πηγούνι του με τρυφερότητα, στο επόμενο δευτερόλεπτο του έριξε ένα χαστούκι με όλη της τη δύναμη. Βγήκαν σκληρές κουβέντες από το στόμα της αυτή τη φορά εάν και τα μάτια της είχαν δακρύσει. «Ραζή χαίρομαι με τα χάλια σου, επιτέλους πήρες ότι σου άξιζε... για να μάθεις πως υπάρχουν και κάποιοι που ξέρουν πραγματικά να σέβονται και να προστατεύουν...» Δεν περίμενε καμία απάντηση εάν και άκουσε τον Αλέξανδρο να φωνάζει δυνατά το όνομα της.....

«Αρετή σταμάτα.. τι στην ευχή κάνεις... σύνελθε μην τον προκαλείς άλλο... φτάνει πια... Φύγε μακριά του το καλό που σου θέλω...»

Ο Φίλιππος είχε κοκαλώσει. Δεν περίμενε τόσο μίσος από τη μεριά της, είχε ευχαριστηθεί με το γεγονός ότι δυο άνδρες μάλωναν για την πάρτη της. Όταν το ρολόι κόλλησε για λίγο τότε μόνο διέκρινε την παλιά Αρετή κάπου κρυμμένη, σαν να προσπαθούσε να του δείξει κάτι, σαν να ήθελε να φωνάξει κάτι πολύ σημαντικό... αλλά δεν έβγαινε η φωνή της πλέον. Τον κοίταξε επίμονα... δε του χαμογέλασε... ούτε προσπάθησε να ζητήσει συγγνώμη... κάτι άλλο ήθελε να του πει... ήταν σίγουρος... Όταν οι δείκτες το ρολογιού ξεκίνησαν την κίνηση τους, μια άλλη Αρετή στέκονταν δίπλα του... Τον απαξίωσε και πάλι, γυρίζοντας την πλάτη με ευκολία... αφού τον χαστούκισε πρώτα με δύναμη. Την είδε να προχωράει με περηφάνια προς το μέρος του άλλου άνδρα..... λες και τον γνώριζε χρόνια λες και είχε επιτέλους την ασφάλεια που έψαχνε απεγνωσμένα..... Στέκονταν στη μέση του δρόμου απορροφημένος από όλα τα “γιατί”....

Η Αρετή στη συνέχεια πλησίασε τον Μάριο... του χαμογέλασε λες και χαίρονταν πραγματικά που τον ξανάβλεπε.... με άνεση του χάιδεψε το πρόσωπο, παρατηρώντας τις πληγές του. Είχε δεχτεί αρκετά χτυπήματα από το Φίλιππο, είχε πληγή και κάτω από το φρύδι και στο άνω χείλος, ενώ έπιανε το στομάχι του.... Τον ρώτησε με νόημα.... «Ήρθε η ώρα να φύγουμε από εδώ δε νομίζεις; δε χρειάζεται να κάνεις κάτι άλλο για μένα πλέον.... τα καθάρματα πήραν το μάθημα τους... σε ευχαριστώ....»

Ο Μάριος την κοίταξε μαγεμένος. Δεν ήταν τόσο αφελής αλλά ο τρόπος που τον κοίταζε μαρτυρούσαν μια πρωτοφανής ειλικρίνεια... της έπιασε τα χέρια και της ανταπάντησε «Δεν έκανα τίποτα... μόνο το αυτονόητο... δεν πάμε καλύτερα πιστεύω πως μου χρωστάς ένα δείπνο.....»

«Φυσικά... δε το έχω ξεχάσει αλλά πρώτα πρέπει να ασχοληθώ με τις πληγές σου...» τον έπιασε αγκαζέ έτοιμη να φύγει μαζί του... όταν άκουσε από πίσω της πρώτα το Διονύση και μετά τον Αλέξανδρο να φωνάζει....

«Φίλιππε πρόσεχε... έρχεται αυτοκίνητο...»

Ο Φίλιππος τελευταία στιγμή πρόλαβε να κάνει στην άκρη. Είχε ξεχαστεί κυριολεκτικά στη μέση του δρόμου.... θα την θυμόταν την τελευταία σκηνή για πάντα.... Με όλη του δύναμη καθώς έβλεπε την Αρετή να φεύγει μαζί με τον νεαρό άνδρα αγκαζέ φώναξε με τη σειρά του.... «Βασιλείου θα μου το πληρώσεις πολύ ακριβά το σημερινό.... δε γλιτώνεις από έμενα....» Βρήκε πεταμένη στη άκρη του δρόμου την αλυσίδα, που της είχε αγοράσει... μουρμούρησε κάτι όλο νόημα... Βασιλείου εμείς δεν τελειώσαμε εμείς τώρα μόλις ξεκινήσαμε... κάποια στιγμή θα με παρακαλάς γονατιστή... κάποια στιγμή θα σε αναγκάσω να φορέσεις αυτήν την αλυσίδα...



Η Αρετή καθώς κατηφόριζε προς το αυτοκίνητο του Μάριου δε γύρισε να κοιτάξει πίσω της. Με το που άκουσε τη φωνή του Αλεξάνδρου να προειδοποιεί το Φίλιππο έγινε χίλια κομμάτια, ήθελε να τρέξει προς τα πίσω. Όταν άκουσε όμως τη γνώριμη φωνή του να την απειλεί χαμογέλασε αχνά... η καρδιά της πήγε στον άλλον κόσμο και γύρισε αλλά τουλάχιστον τίποτα δε συνέβη... Ο Φίλιππος σίγουρα δεν θα άφηνε τα πράματα έτσι... θα χτυπούσε και στο μέλλον... από μίσος ή αγάπη δεν είχε σημασία... ήταν διατεθειμένη να τα υποστεί όλα για χάρη του...



Είχε απομακρυνθεί από κοντά τους αρκετά, όταν άκουσε τον Αλέξανδρο να φωνάζει το όνομα της. Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε πίσω και με μια κίνηση του χεριού της τον απαγόρευσε να την πλησιάσει.... Του φώναξε από μακριά.... «Πιστεύω πως ήμουν σαφής στο μήνυμα Αλέξανδρε.... ελπίζω να ευτυχήσεις πραγματικά.... δεν έχουμε να πούμε κάτι παραπάνω.... »

«Εγώ όμως έχω.... ρε Αρετή.... πολλά....» σιγοψιθύρισε ο Αλέξανδρος ενώ γονάτισε στα μισά της διαδρομής ανήμπορος να σηκωθεί όρθιος... «Σε παρακαλώ ένα λεπτό... ένα λεπτό μόνο...»

Η Αρετή υπέκυψε... ο Αλέξανδρος ποτέ δε παρακαλούσε... τον πλησιάσει ενώ ο Μάριος απομακρύνθηκε από κοντά τους μερικά μέτρα πιο πέρα. «Σε ακούω...»

Ο Αλέξανδρος είχε σχεδιάσει τόσα να της πει αλλά δε βρήκε το θάρρος τελικά... ηττημένος από τις ίδιες τις φιλοδοξίες και τα προσωπικά πάθη είχε τόσα πολλά να της πει... δείλιασε όμως... προτίμησε να της δώσει κάτι... κάτι που άνηκε μόνο σε εκείνη... «Τουλάχιστον δέξου αυτό από έμενα... είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σένα...» Άπλωσε το χέρι του για να της δώσει την αλυσίδα με την καρδιά στο τέλος από λευκόχρυσο που της είχε αγοράσει κάποτε... «Μπορείς να την πετάξεις εάν θες δικαίωμα σου...»

Η Αρετή δεν είπε κάτι... τα είχε χαμένα... ο Αλέξανδρος βρίσκονταν γονατισμένος μπροστά της... δεν είχε μάθει να ποδοπατάει κανέναν... είχε μάθει να συγχωρεί. Έσφιξε στις παλάμες της το χρυσαφικό... είχε ξεμείνει και η ίδια από λέξεις... έμεινε να τον κοιτάζει... έτσι ήθελε να δηλώσει τη συγχώρεση της... έτσι ήθελε να του πει να προχωρήσει παρακάτω... με την Έλενα σίγουρα θα ήταν ευτυχισμένος... Μετά από λίγα λεπτά έστρεφε στην πλάτη τους προς εκείνον... είχαν ειπωθεί τα πάντα... ο Αλέξανδρος σίγουρα θα την καταλάβαινε... πράγματι σηκώθηκε όρθιος σχεδόν αμέσως... τον άκουσε να φωνάζει το όνομα του Φίλιππου εκνευρισμένος...



Η Αρετή κοίταξε πίσω της... τους είχε χάσει και τους δυο από το οπτικό της πεδίο ευχαριστημένη με το διαφαινόμενο τέλος.... Περίμενε και τον Μάριο να μπει στο αυτοκίνητο, με κάποιον μιλούσε λίγο πιο πέρα. Χαμογέλασε που είχε κάνει ένα σημαντικό βήμα προς την λύση του παζλ. Όλα θα ήταν πιο εύκολα πλέον, λιγάκι προσοχή και εκείνη θα έκανε παιχνίδι σε λίγο καιρό.... Συνέχισε να χαμογελάει σκεπτόμενη μια παλιά παροιμία Να μη φοβάσαι το διάβολο που βρίσκεται δίπλα σου αλλά να φοβάσαι το διάβολο που κρύβεται μέσα σου.... Ο Μάριος μπήκε στο αυτοκίνητο έτοιμος να βάλει μπρος όταν από κάπου κοντά τους ακούστηκε ένα απότομο φρενάρισμα αυτοκινήτου και ένας εκκωφαντικός θόρυβος... Η Αρετή δεν πρόλαβε να βγει από το αυτοκίνητο, ο Μάριος ήδη είχε βάλει μπρος με πορεία προς την αντίθετη κατεύθυνση... η καρδιά της χοροπήδησε από το φόβο αλλά δε θέλησε να το δείξει, προτίμησε τη σιωπή... ευχήθηκε στην Παναγία μόνο τα δυο αγαπημένα της άτομα να ήταν καλά στην υγεία τους... Με τη κίνηση της αυτήν είχε σκοπό να τους προστατεύσει... πίστευε πως ο Μάριος αποτελούσε απειλή και για τους δυο... δεν γνώριζε τίποτα για αυτόν, ούτε φυσικά τις προθέσεις του.



Το δικό της ταξίδι μόλις είχε ξεκινήσει με άγνωστο δυστυχώς προορισμό... αυτοσκοπός ήταν η ανακάλυψη της αλήθειας πίσω από το θάνατο των γονιών της, ώστε να καθαρίσει το όνομα τους. Η μπίλια είχε καθίσει στο κόκκινο της φωτιάς... ούτε οι αστραπές δεν ήταν ικανές πλέον να την τρομάξουν. Η φωτιά της είχε χαράξει το νέο μονοπάτι... πίσω όμως άφησε αποκαΐδια... από μέσα τους είχε αναγεννηθεί ένα δαίμονας... η πάλη μαζί του από εδώ και πέρα διαρκής... ανελέητη χωρίς ίχνος συμπόνοιας ή κατανόησης... ο δαίμονας θα την ακολουθούσε παντού... ουρλιαχτά λύκων θα συνόδευαν κάθε κίνηση τους... θα επεδίωκε την συντριβή της... εκείνη θα έμενε αβοήθητη... χωρίς γνωστούς συμμάχους... παρά μόνο τον αινιγματικό Μάριο με το αισθησιακό χαμόγελο... ήταν αρκετό όμως; Στη νέα πορεία που χάραξε... φίλιες θα δοκιμάζονταν με το πιο ύπουλο τρόπο... νέες απειλές και νέοι εχθροί θα αιωρούνταν πάνω από το κεφάλι της... αλλά εκείνη θα έβρισκε απρόσμενα τον πιο ισχυρό σύμμαχο από όλους... κάποιον που θα της θύμιζε όλα τα ουρλιαχτά και όλες τους δαίμονες του παρελθόντος... οι κόσμοι τους μόλις είχαν γίνει ένα... αναγκαστικά θα έπρεπε να φανεί πιο δυνατή και αμείλικτη... απόμεινε μόνο να σπάσει ο γυάλινος τοίχος...