Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4


©2015. All Rights Reserved.

 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΕΡΑ – Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Είχε έρθει επιτέλους το Σαββατοκύριακο... οι ημέρες της ξεκούρασης για αρκετό κόσμο αλλά όχι για εκείνην... Μόλις χθες είπε ένα ακόμη αντίο στο παρελθόν στα φιλιά, στο άγγιγμα του και οτιδήποτε της θύμιζε κάτι από την παλιά της ευτυχία... είχε πει αντίο σε μια αβέβαιη αγάπη και σε έναν έρωτα τόσο αρρωστημένο που καμιά γυναίκα δεν ήταν εφικτό να υπομείνει τόσο καιρό. Η Αρετή δεν σηκώθηκε από το κρεββάτι... η ζέστη κάτω από το πάπλωμα χαλάρωνε το παγωμένο της κορμί. Το μπλε της θάλασσας για μια ακόμη φορά την είχε προδώσει... με σκοπό να την παρασύρει στο βυθό ώστε να την πνίξει. Αυτή τη φορά ο Φίλιππος πέρα από την σωματική βία ακολούθησε και εκείνη της λεκτικής. Δεν ντράπηκε ούτε στιγμή για τα λόγια του... είχε μόνο σκοπό να την πικράνει παραπάνω... να την στιγματίσει μπροστά σε τόσο κόσμο σε μια λαμπερή εκδήλωση... να κλέψει το προσωρινό χαμόγελο της και τελικά να την ποδοπατήσει σαν μια τιποτένια γυναίκα χωρίς οίκτο... χωρίς καν να της δώσει μια ευκαιρία... να προσπαθήσει να τη γνωρίσει καλύτερα... χωρίς καν να αναζητήσει την αλήθεια μέσα από τα μάτια της... Εκείνη τη μέρα του είχε υποσχεθεί να επιστρέψει ώστε να διεκδικήσει κάτι από την μονόπλευρη αγάπη της... Η Αρετή δεν ήταν ανόητη... γνώριζε πολύ καλά πως δεν της άξιζε ανάλογη συμπεριφορά... πως ήταν ανάξια των προσδοκιών ή της υλοποίησης ενός ονείρου τόσου μακρινού όπως τα τυχερά νούμερα ενός παιχνιδιού με αρκετά κέρδη. Η ίδια δεν επιθυμούσε τίποτα... ούτε τα λεφτά... ούτε την καλοπέραση... ούτε την επιφανειακή λάμψη του πλούτου... μόνο την αγκαλιά του... την ασφάλεια του... την κατανόηση και οτιδήποτε χαρακτήριζε μια φυσιολογική σχέση. Με το Φίλιππο όπως ουδέποτε έζησε κάτι το φυσιολογικό... είχαν έρθει τα πάνω κάτω στη ζωή της... δεν ήταν καν φυσιολογικός άνδρας και ο ίδιος... ο κυκλοθυμικός του χαρακτήρας... οι εναλλαγές στη διάθεση... οι κρίσεις ζήλιας... οι εκρήξεις οργής... τα καυστικά σχόλια... τα σεξουαλικά υπονοούμενα... η κτητικότητα του... όλα αυτά συνέθεταν ένα νεφελώδες τοπίο... χειρότερο από τις ομίχλες της άνοιξης.... τίποτα μα τίποτα δεν μπορούσε να εξηγηθεί φυσιολογικά... τίποτα... ακόμη και η προσωπική της εμμονή με αυτό τον άνδρα. Για την Αρετή τελικά ήταν ένα παιχνίδι εξουσίας... είχε σκοπό να του επιτρέψει να την εξουσιάζει... αλλά να της επιτρέψει και ο ίδιος ελάχιστα τετραγωνικά προσωπικής ελευθερίας και όχι φυλακής...
Η Αρετή αναστέναξε... είχε πάει δέκα το πρωί... το είχε παρακάνει κάτω από τα σκεπάσματα... το πάπλωμα της ήταν τόσο ζεστό και οι ελάχιστες ηλιαχτίδες στο δωμάτιο της μαρτυρούσαν ένα μουντό τοπίο... όπως ήταν και η καρδιά της... είχε παρέα τη μοναξιά της κάθε βράδυ... αλλά ποτέ δεν αντάλλαζαν κουβέντες υποστήριξης ή αλληλοκατανόησης... ούτε το υποσυνείδητο της πλέον την ενοχλούσε... έστω να την χλευάσει... χθες πάλι κόντεψε να γίνει έρμαιο στις ορέξεις του Φίλιππου... ήταν μήπως για λύπηση; ή μήπως τελικά τον ήθελε τόσο πολύ ώστε να υποστεί το καθετί από εκείνον; δεν ήταν όμως προς το παρών τόσο δυνατή για να ταλαιπωρήσει τον εαυτό της σε ένα νέο φαύλο κύκλο αμφισβητήσεων και απαξίωσης... δεν είχε απλώς τα ψυχικά αποθέματα... ούτε είχε βρει το μυστικό όπλο για να γκρεμίσει το γυάλινο τοίχο... Έφερε και πάλι της εικόνες της δεξίωσης στο μυαλό της... θυμήθηκε το χορό με τον άγνωστο νεαρό ενώ τα μάτια του Φίλιππου ήταν καρφωμένα πάνω της... τα λόγια γεμάτα περιφρόνηση κατά τα διάρκεια του δείπνου... οι ειρωνείες του μέσα στο ασανσέρ και οι πρόστυχες προκλήσεις στο ξενοδοχείο... ήθελε ελάχιστα για ενδώσει και πάλι στο απαγορευμένο... ήθελε τόσο λίγο για να ξεχάσει το νόημα της ζωής και να χαθεί ανάμεσα σε φλόγες και δαίμονες πέρα από τις πύλες κολάσεως...
Μετά από μισή ώρα επιπλέον ανώφελης ανασκόπησης της βραδιάς είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως για την αφήσει ο Φίλιππος να αναχωρήσει τόσο εύκολα σίγουρα ή είχε σκοπό να εγκαταλείψει και ο ίδιος την προσπάθεια ή είχε άλλα σχέδια στο μυαλό του. Ο Φίλιππος είχε αλλάξει προς το χειρότερο... πλέον ήταν ικανός για όλα... η λέξη τρέλα καθόριζε κάποια όρια από μόνη της... στο επίπεδου του Ραζή η λέξη τρέλα είχε άλλη έννοια... χρωματίζονταν από μια σκοτεινή χροιά... ενώ κάθε κίνηση του ήταν προσωπικά ένας νέος γρίφος... σίγουρα στο ερώτημα εάν είχε κουράγιο να συνεχίσει αυτή τη μονομαχία δεν είχε απάντηση... προς το παρών αποφάσισε να δεχτεί ότι είχε σχεδιάσει η μοίρα στο κοντινό μέλλον με έναν άνθρωπο ακόμη πιο μυστηριώδη... πιο απόμακρο και τρομαχτικό μα συνάμα τόσο γοητευτικό και γλυκό... τον Μάριο Φωτίου... Δεν είχε σχέση με την κλασσική έννοια... δεν βίωνε κάτι ερωτικό μαζί του αλλά κάθε χάδι του ήταν για εκείνη μια λύτρωση... μια αποδέσμευση από τα δυσβάσταχτα δεσμά της αγάπης... ήταν όχι το βάλσαμο της αλλά κάποιος που μέρα με τη μέρα κέρδιζε περίοπτη θέση στην καρδιά της. Ήταν διατεθειμένη να προσπαθήσει... και να ξεχάσει και να αφεθεί τελικά σε κάτι ακόμη πιο σκοτεινό αλλά τουλάχιστον θα μάθαινε κάτι για τους γονείς της... Κοίταξε το κινητό της... δεν είχε κανένα μήνυμα... ο Μάριος της υποσχέθηκε να μην την ενοχλήσει ωσότου ξυπνήσει... θα την έπαιρνε τηλέφωνο το μεσημέρι... είχαν μιλήσει αργά το βράδυ για να τον ηρεμήσει... φυσικά δεν τόλμησε να αναφέρει το όνομα Ραζής... οι αντιδράσεις του μάλλον δεν θα ήταν και πολύ ήρεμες. Κάποιος θα την αποκαλούσε εγωίστρια... κάποιος θα την έλεγε δειλή... ή ακόμη και ηττοπαθής... είχε το δικαίωμα για μια φορά στη ζωή της να συμπεριφερθεί αλαζονικά... να διεκδικήσει το κάτι παραπάνω... όσα κάποιος άλλος αρνούνταν πεισματικά να της προσφέρει...
Φόρεσε τη ρόμπα της... για κάποιο λόγο ενστικτωδώς βρέθηκε στο παράθυρο... διαπίστωσε πως ο ουρανός φόρεσε το θλιμμένο του προσωπείο... μαύρα σύννεφα “έτρεχαν” γρήγορα να γεμίσουν κάθε γαλάζιο κομμάτι του... σαν τα τελευταία κομμάτια ενός τεράστιου παζλ που ουσιαστικά φανέρωναν τη συνολική εικόνα ενός τεράστιου γρίφου... ο γρίφος ο δικός της δεν ήταν κρυφός όμως... είχε σάρκα και οστά και βρίσκονταν κάτω από την πολυκατοικία της. Ακουμπούσε στο αυτοκινήτου ενώ στο τσιγάρο στο χέρι του ήταν η μισοκαμένο... δεν είχε καν πρόθεση να το καπνίσει ολόκληρο... απλώς το κράταγε στα χέρια του για να ελέγξει το θυμό του.... Φαινόταν τόσο ταλαιπωρημένος... άυπνος... είχε τα μαύρα του τα χάλια... φόραγε ακόμη τα ίδιο κουστούμι με χθες. Συνειδητοποίησε πως ο Φίλιππος την είχε στήσει αρκετή ώρα έξω από το σπίτι της... ίσως και από το προηγούμενο βράδυ.... τρόμαξε... τα μάτια του έριξαν μια ματιά στο μπαλκόνι... είχαν χάσει το λαμπερό τους χρώμα... Η Αρετή ήταν σίγουρη πως ο Ραζής θα ξαναχτυπούσε αλλά δεν περίμενε τόσο γρήγορα... είχαν περάσει ελάχιστες ώρες... της είχε επιτρέψει να φύγει σαν να να τα είχαν πει όλα... σαν να συνεννοήθηκαν με τα μάτια... ενώ το φιλί ήταν το μοναδικό πράμα που τους θύμισε κάτι από το μισοκαμένο δέντρο της ευτυχίας... για λίγα λεπτά ήταν ο δικός της Φίλιππος... Φίλιππος που μεταμορφωνόταν από λύκο σε ήρεμο προβατάκι... που εξουσιάζονταν από την παρουσία της. Έκλεισε καλά τις κουρτίνες για να μην προδοθεί... δεν είχε τις ψυχικές δύναμης για μια νέα αναμέτρηση. Το επίμονο χτύπημα στο κουδούνι του θυροτηλέφωνου την αναστάτωσε... την επανέφερε στο παγωμένο σκηνικό του Ιανουαρίου... τους χώριζαν αρκετά μέτρα απόσταση αλλά ήταν λες και τη διαισθάνθηκε ακόμη και πίσω από τις σκούρες κουρτίνες του δωματίου... με τρεμάμενα χέρια απάντησε εάν και γνώριζε πολύ καλά ποιος ήταν... ο δαίμονας τελικά πάλι της είπε ψέματα... χθες ήταν μια απλή στιγμή αδυναμίας... μια στιγμιαία υποχώρηση ώστε να της ρίξει στάχτη στα μάτια... το σήμερα σίγουρα θα ήταν πολύ διαφορετικό...

Ο Φίλιππος όλο το βράδυ περιφέρονταν σαν την άδικη κατάρα στους άδειους δρόμους μια παγωμένης μεγαλούπολης... όλα τα σχέδια του μπήκαν σε στάση αναμονής εξαιτίας ενός φιλιού... μερικές εβδομάδες πριν ήταν ο αυτός πρώτος που της χάρισε ένα τελευταία φιλί... ένα φιλί με το οποίο πίστεψε πως θα την ανάγκαζε να αλλάξει γνώμη... να αισθανθεί κάτι από τις κουβέντες που πεισματικά αρνούνταν να φωνάξει με όλη του δύναμη... Χθες είχε έρθει η σειρά της... χθες ήθελε επίσης και η ίδια να το πει κάτι με τα χείλη της... κατάφερε να κρύψει το φόβο της καλά κατά τη διάρκεια της δεξίωσης... αλλά στο ξενοδοχείο οι πράξεις της μαρτυρούσαν προσμονή, φόβο και πόνο μαζί...αλλά και κάτι άλλο... όχι αθώο αλλά έντονο.. μυστήριο... Αυτό το μυστήριο ήθελε να λύσει... αυτό το κουβάρι να ξετυλίξει σήμερα. Είχε τα μαύρα του τα χάλια κάποιες περαστικές γυναίκες τον κοίταξαν ενοχλημένες... έμοιαζε με μανιακό. Ίσιωσε ελάχιστα το πουκάμισο του... το σακάκι ήταν πολύ λεπτό αλλά το κρύο είχε πάψει προ πολλού να τον ενοχλεί... Άναψε ένα τσιγάρο με το που έφτασε στη γειτονιά της. Το φως στο δωμάτιο της έσβησε και μαζί με αυτό και όλες ελπίδες για μια ανακωχή... τώρα πλέον θα μπορούσε να συνεχίσει χωρίς τύψεις τα αμφιλεγόμενα σχέδια... Εκείνη του έδωσε το δικαίωμα και το ελεύθερο να πράξει από εδώ και πέρα ότι επιθυμούσε... εκείνη είχε δεχτεί την πρόκληση... Δεν θα υποχωρούσε... δεν θα έδειχνε οίκτο στους εχθρούς από εδώ και πέρα... δε θα άλλαζε τα σχέδια του αλλά είχε την ακατάπαυστη επιθυμία να της μιλήσει... να μυρίσει την επιδερμίδα της... να γευτεί το αμαρτωλό μήλο του παραδείσου ώστε να επιστρέψει εκεί που άνηκε εξαρχής... στην κόλαση...
Με σταθερά βήματα προχώρησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας.... πέταξε μακριά το σβησμένο τσιγάρο... δεν τον κάπνισε καν απλώς το είχε ανάψει για να καλμάρει τα νεύρα του. Κοίταξε το ρολόι του... η ώρα είχε πάει δέκα του πρωί... θυμόταν πως η Αρετή ποτέ δε κοιμόταν μέχρι αργά... οπότε αποφάσισε να την ενοχλήσει... Πάτησε το κουδούνι αρκετά δυνατά... έλπιζε πως θα του επέτρεπε να τον δει μια ακόμη φορά... θα του επέτρεπε να την ακουμπήσει όπως παλιά... όπως ένας καπνιστής χρειάζονταν μια καλή δόση νικοτίνης για να συνέλθει... ο ίδιος χρειάζονταν ένα άγγιγμα απλώς για να σταθεί τα πόδια του... χωρίς καν να το συνειδητοποιεί είχε παραδοθεί άνευ όρων στο έρωτα... είχε παραδοθεί άνευ όρων στην γλυκιά μελωδία μιας άρπας που του θόλωνε το μυαλό ώστε μέσα σε μερικά λεπτά αναγκάζονταν να μεταπηδά από το μίσος στο πάθος χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς... το κακό που του είχε κάνει αυτή η γυναίκα ήταν ανεπανόρθωτο αλλά το κακό, το οποίο ήταν ικανός να προκαλέσει ο ίδιος σε κλάσματα δευτερολέπτου ήταν αμετάκλητο... δυσβάσταχτο χωρίς την παραμικρή υποψία για μια συγγνώμη... Όπως δεν γνώριζε τον τρόπο να αγαπήσει έτσι δεν γνώριζε και το δρόμο της συγγνώμης και από εδώ και πέρα θα χρειάζονταν κάτω παραπάνω από την ευφυΐα του για να πείσει την πικραμένη Αρετή... σίγουρα στο μέλλον θα έπρεπε απλώς να υπερβεί τον εαυτό του σε πολλά πράματα... για μερικές μέρες ήταν ακόμη και για αυτό πρόθυμος να προσπαθήσει αλλά κάποιοι άλλοι είχαν αντίθετη άποψη... δεν θα τους επέτρεπαν να χαρούν... να πιστέψουν στην ελπίδα...
«Παρακαλώ..» είπε εκείνη αμέσως...
Μόλις απάντησε η Αρετή έβγαλε μια περίεργη γλυκύτητα στη φωνή του... «Αρετή ο Φίλιππος είμαι... μπορείς να μου ανοίξεις... θέλω να σου μιλήσω...»
Η Αρετή γνώριζε πολύ καλά πως αυτό το κρυφτούλι δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί για πολύ ακόμη... «Μήπως τα είπαμε όλα χθες Φίλιππε; μήπως εσύ ο ίδιος τα είπες όλα χθες....»
«Όχι δεν τα είπαμε όλα... έχω πολύ περισσότερα να προσθέσω εάν μου δώσεις την ευκαιρία... άφησε με να ανέβω πάνω...» προσπάθησε με το καλό να την πείσει... μια λάθος κουβέντα και η Αρετή θα τον αγνοούσε...
«Δε λες να βάλεις μυαλό Ραζή... έχεις να πεις και άλλα... τι άραγε; βρισιές; κακοχαρακτηρισμοί; λυπάμαι έχασες... χθες είχες την ευκαιρία να με μειώσεις και άλλο αλλά αυτά στο χθες σήμερα δε θα σου δώσω αυτή τη χαρά...» του φώναξε αμέσως από το θυροτηλέφωνο... αδιαφορώντας για το ότι οι περαστικοί τα άκουγαν όλα...
«Δέκα λεπτά ζητώ... » της είπε ενώ δεν άργησε να τη διατάξει... «Άνοιξε την αναθεματισμένη την πόρτα Αρετή... άνοιξε...»
«Φύγε...» είπε εκείνη μια λέξη που ουσιαστικά δεν ήθελε ουσιαστικά να ξεστομίσει...
«Είσαι σίγουρη;» την ρώτησε χαμηλόφωνα με σκοπό να ξυπνήσει τη δίψα μέσα της...
Η Αρετή δεν ήξερε πως να απαντήσει... είχε βαλθεί να την τρελάνει πρωινιάτικα... «Φύγε... χάσαμε και οι δυο... γιατί σου είναι τόσο δύσκολο να το παραδεχτείς;»
Ο Φίλιππος τη διέκοψε... δεν ήθελε και πολύ να φουντώσει... «Ακόμη να με μάθεις αγάπη μου... ακόμη... δεν έχω να μάθει να χάνω... ποτέ... πάντα είμαι κερδισμένος Αρετούλα... ούτε αυτό δε γνωρίζεις για μένα...» Έβαλε τα γέλια αμέσως... αλλά για πολύ λίγο.. απομακρύνθηκε αμέσως...
«Φίλιππε;» φώναξε το όνομα του εκείνη αλλά η σιωπή την τρόμαξε περισσότερα από το ειρωνικό του γέλιο...

Η Αρετή έκλεισε το θυροτηλέφωνο αμέσως φοβισμένη... οι λέξεις αγάπη μου και Αρετούλα... ήταν οιωνοί κακών μαντάτων... Ο Ραζής απέφευγε τις υπεκφυγές... μισούσε τα μισόλογα ενώ ποτέ δεν άφηνε κάτι αναπάντητο... Αμέσως κάθισε στο διθέσιο καναπέ του σαλονιού... μάζεψε το κορμί της σαν κουβάρι ενώ ρίγος είχε κυριεύσει το κορμί της... κάθε λέξη από το στόμα του ήταν χειρότερη από λιθοβολισμό... ήταν κλεισμένη στο μικρό διαμέρισμα αλλά αισθάνονταν σαν να τον είχε δίπλα της... η ανάσα του σαν να της χάιδευε αισθησιακά το λαιμό... Τελικά αυτός ο άνδρας της είχε προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά από ότι υπολόγιζε... κάθε πρόταση... κάθε λέξη... κάθε υπαινιγμός... κάθε λογοπαίγνιο... κάθε πρόστυχη πρόταση όσο και να την αναστάτωνε όσο και να τη θύμωνε... πάντα την οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια μέσα στον κύκλο της φωτιάς... σαν να μην υπήρχε ποτέ κανείς γύρω τους... σαν να μην βίωσε ποτέ το μίσος... τα ψέματα... η διαρκής αμφισβήτηση... ο εξευτελισμός... και τη παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης... Η γιαγιά της της είχε μάθει να είναι δυνατή... της είχε μάθει να παλεύει και ποτέ να μην σκύβει το κεφάλι... δεν ήταν ένα άβουλο και μαλθακό πλάσμα αλλά μια γυναίκα με πυγμή και απίστευτη θέληση και δύναμη... Αυτά τα προτερήματα είχε έρθει ο καιρός να τα βγάλει στην επιφάνεια... είχε έρθει η ώρα να αποδείξει την αξία της. Δεν ήταν μια γυναίκα χωρίς προσωπικότητα αλλά το αντίθετο... ήταν η σειρά της να περάσει τα δικά της μηνύματα... νευριασμένα ψέλλισε στην μοναξιά της που την κράταγε παρέα... και εμένα δε με έχεις μάθει μέχρι τώρα Ραζή... ποτέ δεν μπήκες στον κόπο να ψάξεις κάτι από το εσωτερικό μου κόσμο... ήρθε η ώρα να σου δείξω...
Η Αρετή βιάστηκε όμως να μιλήσει... είχε περάσει μόλις μισή ώρα... ο Ραζής δεν ήταν ένας άνδρας που τα παρατούσε τόσο εύκολα... είχε γεννηθεί κυνηγός... είχε γεννηθεί νικητής και εκείνη αποτελούσε ένα νέο λάφυρο στην τροπαιοθήκη του... Το κουδούνι από το διαμέρισμα της αυτή τη φορά ακούστηκε μανιασμένο... Αμέσως σηκώθηκε να δει ποιος ήταν... ένας άνδρας άγνωστος κράταγε μια ανθοδέσμη... μια φωνή ακούστηκε απέξω με σκοπό να δώσει επεξηγήσεις...
«Δεσποινίς Βασιλείου... έχω μια ανθοδέσμη για σας... ανοίξτε σας παρακαλώ...»
Η Αρετή δεν ήθελε να ανοίξει... γνώριζε καλά ποιος ήταν ο αποστολέας... εάν και δεν ήταν του χαρακτήρα του... δεν είχε άλλη επιλογή όμως... λυπήθηκε το παλικάρι που προσπαθούσε να κάνει απλώς τη δουλειά του... Τελικά ξεκλείδωσε την πόρτα...
«Ορίστε... »
«Έχω αυτά τα λουλούδια για σας... » αντέτεινε το χέρι του για να της προσφέρει την τεράστια ανθοδέσμη...
Κράτησε στην αγκαλιά τα λουλούδια που μοσχοβολούσαν... όλα οι αισθήσεις είχαν παραλύσει μπροστά στο μεθυστικό τους άρωμα... Δεν υπήρχε κάποια κάρτα όμως...«Σας ευχαριστώ πολύ...» άφησε αμέσως τα λουλούδια στην τραπεζαρία... έβγαλε λεφτά από το πορτοφόλι της... για να τον κόπο του νεαρού... «Αυτά για σένα... για τον κόπο σου...»
Ο νεαρός έγνεψε καταφατικά... ενώ το χαμόγελο ήταν το τεράστιο ευχαριστώ...Πήγε να κλείσει την πόρτα πίσω της... αλλά δεν μπόρεσε κάτι την εμπόδισε... κάτι δεν την άφηνε... Δεν άργησε να καταλάβει... να δει τον ένοχο αυτού του ύπουλου σχεδίου... Ο Ραζής την γνώριζε πολύ περισσότερο από ότι πίστευε... δεν άφηνε ποτέ καμιά ευκαιρία ανεκμετάλλευτη... ποτέ... το δικό του πόδι την εμπόδισε στο να κλείσει την πόρτα... ενώ το αστραφτερό χαμόγελο της νίκης στο πρόσωπο του επανέφερε την αδύναμη Αρετή και πάλι στο προσκήνιο αλλά μόνο για λίγο... Ο Φίλιππος είχε τον τρόπο του μέσα από τις φαρμακερές κουβέντες του να την ξυπνάει από το λήθαργο... ο δε τρυφερός όμως και συνάμα πρόστυχος την αποσυντόνιζε εντελώς... δεν είχε ιδέα ποιον θα συναντούσε αυτό το πρωινό...

Ο Φίλιππος την εμπόδισε με τον πόδι του να κλείσει την πόρτα... δεν άργησε να σκεφτεί ένα εύκολο σχέδιο για να ξεγελάσει την αθώα Αρετή... τα λουλούδια δεν θα την άφηναν ασυγκίνητη σίγουρα... ενώ μπήκε στην πολυκατοικία με σχετική ευκολία... Δεν έκανε καμιά κίνηση να τον εμποδίσει... άφησε την πόρτα ανοιχτή... ενώ η ίδια κάθισε στο σαλόνι υποδεικνύοντας απίστευτη ψυχραιμία... Ο ίδιος επέλεξε να σταθεί όρθιος για να δείξει πως ήταν το κυρίαρχο αρσενικό... Δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη... προτίμησε να την παρατηρεί... φορούσε μια μικροκαμωμένη ρόμπα κρύβοντας καλά τα θανάσιμα σημεία του σώματος της... εκείνος όμως που γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε σημείο μπορούσε να φαντασιώνεται ελευθέρα. Δεν παρέλειψε όμως να κεντρίσει μέσα του το αγκάθι της ζήλιας και πάλι... υπέφερε από την απραξία και την αδιαφορία της αλλά το προκλητικό ντύσιμο της με το νυχτικό και την ρόμπα του μετέφερε άλλα μηνύματα... Είχε τόσες εβδομάδες να φιλήσει το στήθος της... είχε τόσο καιρό να την κάνει δική του και πάλι... Προτίμησε να περάσει στην αντεπίθεση με το γνώριμο ειρωνικό ύφος... μόνο έτσι θα την ανάγκαζε να του πει κάτι... να ακούσει τη φωνή της...
«Το έχεις συνήθειο να υποδέχεσαι τους άνδρες έτσι... πως να το πω προκλητικά...» τόνισε ενώ τα γαλάζια του μάτια λαμπύρισαν αμέσως από προσμονή... «Δε φοβάσαι πως κάποιος θα σε παρεξηγήσει;»
Η Αρετή περίμενε υπομονετικά να δει ποιος Φίλιππος θα άνοιγε το στόμα του... δεν έκανε λάθος ο σκληρός και άψυχος εμφανίστηκε πρώτος με τα ίδια πικρόχολα σχόλια... δεν είχε δικαίωμα να την εξουσιάζει... δεν είχε δικαίωμα να την διατάζει... την είχε διώξει από τη ζωή του... την είχε βρίσει και την είχε διατάξει ουσιαστικά να μην εμφανίζεται μπροστά του... «Είμαι ήδη παρεξηγημένη Ραζή... λίγο παραπάνω δε κάνει διαφορά...»
«Άρα σου αρέσει να προκαλείς... » διαπίστωσε αμέσως... ενώ αυτή τη φορά τα μάτια του κοίταξαν αόριστα στο χώρο...
«Κάπως έτσι... αφού το λες εσύ αυτό μάλλον θα είναι και σωστό... » Σηκώθηκε όρθια... του γύρισε την πλάτη αφού προτίμησε να χαζέψει έξω από το παράθυρο ... ήταν ο μόνος τρόπος για να μην ενδώσει...
«Θες να προκαλέσεις και εμένα αυτή τη στιγμή Αρετή;» τη ρώτησε άθελα του... ούτε και ο ίδιος περίμενε να ξεστομίσει κάτι τόσο ανόητο...
Η Αρετή ανατρίχιασε... ναι σε ένα ιδανικό κόσμο... εάν είχαν μια φυσιολογική σχέση αυτός θα ήταν ο αυτοσκοπός της... να τον παρασέρνει συνέχεια με τα φιλιά της... να τον αναγκάσει να λιώνει μόνο για εκείνη... αλλά όλα αυτά σε μια ουτοπική ζωή... ίσως σε μια άλλη ζωή κάποτε στο μέλλον... όταν οι δρόμοι τους διασταυρώνονταν... ίσως τότε να είχαν και άλλα ονόματα... αλλά πάντα θα τον ανακάλυπτε μέσα στον πλήθος... τα μάτια του θα την καθοδηγούσαν... «Και τι σε κάνει να πιστεύεις κάτι τέτοιο Ραζή...» του απάντησε με μια άλλη ερώτηση με παιχνιδιάρικη διάθεση... δεν είχε να χάσει και τίποτα άλλο... ούτε να διεκδικήσει κάτι παραπάνω...
«Θέλεις... και το ξέρω... κοιτά με στα μάτια τώρα... εάν μπορείς πες όχι.. εάν το αρνηθείς εγώ θα φύγω... αλλά θέλω να μου το πεις κατάμουτρα...» Δεν έκανε καμιά κίνηση να βρεθεί δίπλα της... δεν ήξερε καν γιατί βρέθηκε σπίτι της... γιατί περιφέρονταν σαν φάντασμα στους άδειος δρόμους... η καρδιά του είχε απάντηση αλλά εκεί που ήταν κλειδωμένη δεν την άκουγε κανείς... φώναζε δυνατά μια λέξη αλλά ο Φίλιππος είχε φορέσει ωτοασπίδες εδώ και καιρό...
Η Αρετή τα έχασε... αυτή την ερώτηση δεν την περίμενε με τίποτα...αυτός ο άνδρας είχε τον τρόπο να την αναστατώνει με μια ερώτηση επικίνδυνη όσο και η ματιά του... όπως και να απαντούσε ήταν χαμένη... από την μια θα πρόδιδε τον εαυτό της αφού μόλις χθες του είχε φανερώσει την επιλογή της και από την άλλη θα πρόδιδε τον ίδιο μαζί με την λαχτάρα και το πάθος για εκείνον... Προτίμησε μια διπλωματική απάντηση... «Δεν έχει σημασία... εσύ είσαι αλλού και εγώ αλλού... δε μας κάνουν καλό άλλες πίκρες κουβέντες ρε Φίλιππε δεν το καταλαβαίνεις... δε μπορούμε να είμαστε μαζί... συνέχεια θα πληγωνόμαστε...»
Εκείνη την ώρα ο Φίλιππος βρέθηκε ενστικτωδώς από πίσω της... τα χέρια του την περικύκλωσαν απαλά... την έσφιξε στην αγκαλιά του ενώ κόλλησε το κορμί της πάνω της... δεν θα έφευγε από εκεί μέσα εάν δεν έπαιρνε μια απάντηση... προσπάθησε να περισώσει κάτι από τα συντρίμμια που ο ίδιος είχε δημιουργήσει όμως ρίχνοντας το βάρος της απόφασης πάνω της... ήταν δειλός και το γνώριζε... προσπάθησε να την πείσει... να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία... πριν τα τινάξει όλα στον αέρα... πριν την μεγάλη καταιγίδα... ήδη οι στάλες της βροχής χτυπούσαν αλύπητα το παράθυρο... «Κοίταξε και πες μου Αρετή... πες μου πως δε με θες άλλο και θα φύγω... θα φύγω αλλά δε θα σε ξεχάσω... να το ξέρεις... πάντα θα σε θυμάμαι... » Ακούμπησε το κεφάλι του στον ώμο της... ήταν σαν της σιγοψιθύριζε κάτι πολύ ερωτικό στο αυτί.... ενώ το άρωμα βανίλιας που ανέβλυζε από τους πόρους του κορμιού της τον αναστάτωσαν στον υπέρθετο βαθμό...
Χιλιάδες σκέψεις περάσαν από το μυαλό της... αισθάνονταν τόσο αβοήθητη... παραληρούσε... οι λέξεις της χάιδεψαν αισθησιακά το αυτί... πως θα αντιδρούσε μια άλλη γυναίκα στην θέση μου; πως στην ευχή να πάρει; αναρωτήθηκε αλλά το υποσυνείδητο της είχε κρυφτεί για τα καλά... δεν θα της έδινε καμιά απάντηση μόνη της έπρεπε να αποφασίσει... μόνη της να διαλέξει ποιο δρόμο θα ακολουθούσε... εκείνο τον εύκολο... της εφήμερης απόλαυσης αλλά γεμάτο αμφισβήτησης ή το δρόμο με τα αγκάθια και το διαρκές κυνηγητό μέχρι να ξαναέβρικσε και πάλι στην αγκαλιά του μετά από πολλά βάσανα και δοκιμασίες... «Εσύ τι θέλεις Φίλιππε;» τον ρώτησε αρνούμενη επίσης να γυρίσει να τον κοιτάξει...
«Τα πάντα και τίποτα... θέλω όλα αυτά που μπορώ να έχω αυτή τη τη στιγμή και με οδηγούν στην αλήθεια αλλά όχι αυτά που υπάρχει πιθανότητα να χάσω στην πορεία... όλα αυτά που με τρομάζουν... αυτά που κάποιος μπορεί να μου κλέψει ανά πάσα στιγμή» της αποκρίθηκε με σιγουριά ενώ εξακολουθούσε να ακουμπάει το κεφάλι του στον ώμο της... η φωνή του έγινε πιο απαλή και μελωδική...
Η Αρετή μπερδεύτηκε... δεν έβγαζε άκρη με τον συγκεκριμένο άνδρα... ήταν σαν να της έλεγε πως την ήθελε για το τώρα γιατί το τώρα ήταν αληθινό αλλά όχι για το αύριο διότι το αύριο φαντάζεσαι ουτοπικό... αλλά και πάλι δεν ήταν και σίγουρη... θα έδινε τα εκατομμύρια του κόσμου να εισχωρήσει για λίγα λεπτά στο μυαλό του... να αποκρυπτογραφήσει τον τρελό αλλά τόσο παθιασμένο Φίλιππο Ραζή... «Άρα δεν κάνω για σένα... από μόνος σου έδωσες την απάντηση Φίλιππε... από μόνος σου... είναι σαν να παραδέχεσαι πως με θες στο τώρα αλλά δε θα με εμπιστευτείς ποτέ στο μέλλον...» διαπίστωσε θλιμμένα... ενώ το πρώτο δάκρυ της απογοήτευσης εμφανίστηκε με το έτσι θέλω... πολύ απλά εάν της έδινε άλλη απάντηση... εάν άνοιγε για μια φορά τα χαρτιά του θα υπέκυπτε χωρίς... δεύτερη σκέψη....
«Αυτό κατάλαβες; μικρή μου επέτρεψε μου να σε διαφωτίσω... είσαι ανόητη...» Με το που τελείωσε τη φράση του αμέσως την ανάγκασε να στρέψει το κορμί της προς το μέρος του επιτέλους για να λογαριαστούν τα μάτια και πάλι... Ακούμπησε τα δάχτυλα στο πρόσωπο της... καθάρισε το μοναδικό δάκρυ που είχε ελευθερωθεί από τη φωλιά του τρυφερά... ενώ οι παλάμες του τώρα της έσφιγγαν τα μάγουλα κρατώντας το κεφάλι της ψηλά... πάλι χάθηκε στο σμαραδγί της θάλασσας... κάποτε η θάλασσα είχε χρώμα γαλάζιο αλλά όχι σήμερα όχι αυτή τη στιγμή... Αμέσως έσκυψε να της δώσει ένα απλό φιλί... εάν φιλί που δεν έκρυβε ένταση... αγωνία... πάθος... ή τον αγώνα της επιβεβαίωσης... Επέλεξε με απλό τρόπο να της φανερώσει αυτό που έκρυβε καλά μέσα του... πως η αγάπη από μόνη της ήταν πιο απλή από ότι οι χαρακτήρες των ανθρώπων... Σταμάτησε να τη φιλάει πολύ γρήγορα... είχε ρίξει το μπαλάκι σε εκείνην... της έδινε μια δεύτερη ευκαιρία... «Λοιπόν τι κατάλαβες με αυτό;»
Δυστυχώς η Αρετή δεν είχε απαντήσεις... τα έχασε και πάλι... το φιλί φανέρωνε ελάχιστα πράματα... δεν μπορούσε να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα... ήταν το ίδιο ρηχό όπως και οι ζωές τους μαζί τους τελευταίους μήνες... Τόλμησε να ξεστομίσει κάτι που θα ανέτρεπε το όλο σκηνικό... «Μπορώ να σε συγχωρέσω Φίλιππε αλλά δεν μπορώ να είμαι μαζί σου όσο δε με εμπιστεύεσαι... η ζωή δεν είναι μονόπλευρη... μαύρο ή άσπρο... κάπου ανάμεσα υπάρχει το γκρι και μέχρι να το ανακαλύψουμε... πιστεύω πως κάνεις μας δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει κάτι παραπάνω... θα πληγωθούμε και πάλι... δεν αντέχω μακριά σου αλλά δεν μπορώ και δίπλα σου με πνίγεις...» Έκοψε την φράση της απότομα... δεν είχε νόημα να προσθέσει κάτι άλλο... ήταν σαφής... παρόλα αυτά οι παλάμες της επεξεργάστηκαν το πρόσωπο του... αναρωτιόνταν με αγωνία ποια θα ήταν η αντίδραση του... εάν έστω και σε αυτή την υστάτη στιγμή θα αφουγκράζονταν τις ανησυχίες της... παρακάλεσε από μέσα της... να την πιστέψει... να αφομοιώσει πλήρως τις ανασφάλειες της και γιατί όχι να της χαρίσει ελάχιστα ελαφρυντικά...
Στον κόσμο όμως του Φίλιππου Ραζή οι λέξεις ελαφρυντικά και δικαιολογίες ήταν εξαφανισμένες... αρνούνταν να πιστέψει σε λέξεις που φανέρωναν ηττοπάθεια και αδυναμία χαρακτήρα... Της είχε δώσει μια ευκαιρία... μια ευκαιρία και εκείνη την κλότσησε... σαν αλουμινένιο κουτάκι αναψυκτικού... οι τύψεις εξαφανίστηκαν ενώ το μίσος και οι φλεγόμενες ματιές επανήρθαν αμέσως... Άγαρμπα απώθησε τα χέρια της από το πρόσωπο της... δευτερόλεπτα πριν είχε χαθεί... τον είχε παρασύρει το μοναδικό δάκρυ... τώρα αναστήθηκε... έβλεπε πιο καθαρά... Αμέσως τη διέταξε αγριεμένα... «Μην με ακουμπάς...»
«Φίλιππε... πάλι δε κατάλαβες... πάλι με παρεξήγησες... εγώ σε...»
«Σκάσε... μη λες το όνομα μου... δε θέλω να το ακούω από τα χείλη σου... σκάσε... πρέπει να φύγω από εδώ μέσα... ο μαλάκας τι πίστεψα... ο μαλάκας νόμιζα πως...» Αμέσως απομακρύνθηκε από κοντά της... πνιγόταν... χρειάζονταν καθαρό αέρα... οι παγωμένες σταγόνες της βροχής έξω ήταν λυτρωτικές... θα τον επανέφεραν στον κόσμο του... στον κόσμο της εκδίκησης... Έκλεισε την πόρτα με δύναμη χωρίς να πει κάτι άλλο... χωρίς να έχει τα ψυχικά αποθέματα να αντισταθεί... η ζήλια τον είχε κυριεύσει ενώ φοβόταν το ότι ήταν ικανός για όλα από εδώ και πέρα... τίποτα δε μπορούσε να τον σταματήσει...
Η Αρετή δεν έκανε καμιά κίνηση να τον κυνηγήσει... δεν είχε νόημα... ήταν η μαύρη αλήθεια... όπως μαυρισμένη ήταν και η ψυχή της... είχε χάσει μια ευκαιρία αλλά μέσα της πίστευε ακράδαντα πως έπραξε το σωστό... έτσι κανείς δεν θα την κατηγορούσε στην πορεία... είχε επιλέξει το δρόμο με τα αγκάθια και τις αιχμηρές πέτρες... τα ξυπόλητα πόδια θα μάτωναν αλλά το σωματικό πόνο τον άντεχε... όχι όμως τον πόνο της καρδιάς... ίσως εάν τη ξερίζωνε όπως έκανε ο Ραζής θα της δίνονταν μια ευκαιρία να ακουμπήσει ξανά το δεντρό της ευτυχίας στο μέλλον... θα σκαρφάλωνε στην κορυφή του παρόλο που ήταν μισοκαμένο.... αυτή η δικαίωση είχε γίνει αυτοσκοπός της... θα αποδείκνυε σε όλους την αλήθεια και κάποια στιγμή θα επέστρεφε με ψηλά το κεφάλι. Δεν υπολόγισε όμως στις παραμέτρους... η φωτιά ήταν επίσης το στοιχείο της αλλά πάντα πάλευε με το με νερό και τον αέρα... ο αγώνας θα ήταν άνισος... επίπονος και σίγουρα θα άφηνε πίσω τους πολλούς ηττημένους... ηττημένους που πίστεψαν για λίγο πως είχαν κερδίσει μια μάχη με προδιαγεγραμμένο το αποτέλεσμα όμως...

*******************************

Ο Μάριος βρίσκονταν από το πρωί στην πρώην οικία της οικογένειας Βασιλειάδη. Είχαν αρχίσει έπειτα από διαταγή του μεγάλου αφεντικού οι εργασίες συντηρήσεις και αναδιαμόρφωσης του αρχοντικού ώστε να φιλοξενήσει πολύ σύντομα τη νέα ένοικο. Από τη στιγμή που το είχε αγοράσει αυτός ήταν ο σκοπός του... κάποια στιγμή να το διασώσει... να το ανακαινίσει και τελικά να παραδώσει τα κλειδιά στη νόμιμη δικαιούχο. Πριν από όλα αυτά ήθελε να την προετοιμάσει και λίγο ψυχολογικά... άλλωστε ο Ανδρέας Φωτίου θα της έκανε μια κουβέντα... από ότι ήξερε δεν είχε σκοπό να της κρύψει κάτι... όσες φορές τον είχε ρωτήσει για να μάθει ακριβώς πρόσωπα και καταστάσεις είχε αρνηθεί πεισματικά. Πάντα του έλεγε με νόημα... το κάνω για σένα... για σε προστατεύσω... Ποτέ δεν κατάλαβε το νόημα αυτής της άρνησης και τα κρυφόλογα... ακόμη και η μητέρα του η Ελπινίκη γνώριζε πολύ περισσότερα αλλά ουδέποτε θα διανοούνταν να αποκαλύψει κάτι. Πάντα στέκονταν υπάκουο στρατιωτάκι δίπλα στο μεγάλο αφεντικό και αυτός πάντα την αντάμειβε με το σεβασμό του και την προσήλωση του... Αργά ή γρήγορα όλα θα αποκαλύπτονταν ήταν θέμα χρόνου απλώς...
Είχε συνεννοηθεί με την Αρετή να περάσει το απόγευμα από το σπίτι της... Σχεδίαζε να την πείσει αρχικά να δειπνήσουν έξω αλλά επέλεξε κάτι πιο ρομαντικό τελικά να της μαγειρέψει ο ίδιος κάτι. Έστω και μια μακαρονάδα... παρόλο την αποτυχημένη προσπάθεια του κάποιες μέρες πριν.., δεν θα το έβαζε εύκολα κάτω... Πέρα από την καλή της παρέα αναζητούσε δυο πράματα με αυτό το ραντεβού... να μάθει τι στην ευχή συνέβη στη δεξίωση και αναγκάστηκε να φύγει τόσο γρήγορα... εάν την πείραξε ο Ραζής καθόλου και γενικά εάν την προκάλεσε με τον οποιοδήποτε τρόπο. Είχε τον τρόπο να τον κανονίσει... ήταν χαρούμενος που προκάλεσε την οργή του... ήταν χαρούμενος προσπάθησε να υπερασπιστεί την αξία της Αρετής ως γυναίκα. Για χάρη της ήταν ικανός να φτάσει στα έγκατα της γης... να αλλάξει και γιατί όχι να μεταμορφωθεί. Όσο υποστήριξε χθες δεν ήταν λόγια εντυπωσιασμού... ήταν η αλήθεια... αυτά που του φώναζε η καρδιά του... είχε ένα σπάνιο διαμάντι δίπλα του και είχε και τη δύναμη και τη θέληση να το προστατεύσει... Την εμπιστεύονταν εν μέρη... μέχρι τώρα του είπε μόνο αλήθεια... του ανοίχτηκε με σχετική ευκολία... αλλά παρέλειψε κάποια κομμάτια του σίγουρα της θύμισαν τον πόνο της ψυχής. Είχε να παλέψει πέρα από το δαίμονα Ραζή και με τις αδυναμίες της... θα ήταν ένας δύσκολος αγώνας αλλά ο πατέρας του ο Ανδρέας Φωτίου πάντα τον προετοίμαζε για ανάλογες καταστάσεις. Δεν γνώρισε το πατρικό χάδι πάρα μόνο την σκληρότητα ενός άνδρα που τα είχε κατακτήσει όλα από πολύ νωρίς αλλά ήταν έτοιμος να τα τινάξει όλα στον αέρα για χάρη της αγάπης για μια γυναίκα, προδίδοντας τη μάνα του χωρίς τύψεις. Παρόλα αυτά ένα πράμα είχε διδαχτεί πως οι γυναίκες ήταν ευαίσθητα όντα... εύθραυστες προσωπικότητες... η προσέγγιση τους απαιτούσε πάντα λεπτεπίλεπτες κινήσεις και σίγουρα από τη μία αλλά η ζήλια και η έλλειψη σεβασμού ήταν ικανά μειονεκτήματα να κατακεραυνώσουν μια όμορφη σχέση...
Ο Φωτίου είχε σκοπό να χτίσει αυτή τη σχέση λιθαράκι λιθαράκι για να έχει πιο στέρεες βάσεις... ακόμη δεν είχαν κάνει την αρχή... της έδινε το χώρο και το χρόνο να αναπνεύσει... ήταν ξεκάθαρη εξαρχής μαζί του... όπως και γνώριζε πολύ καλά το αρχικό λόγο που τον προσέγγισε με τόση ευκολία. Θα πάλευε όμως... ήταν αποφασισμένος να μην τα κάνει μούσκεμα... όπως το νερό της βροχής που είχε αρχίσει να πέφτει εδώ και μια ώρα. Λάτρευε τη βροχή από μικρό παιδί... λάτρευε τα παιχνίδια έξω ακόμη και όταν έπεφταν κεραυνοί... ο πατέρας του τον είχε προειδοποιήσει να μην την αγαπήσει αλλά εκείνος δεν υπάκουσε... τον καταλάβαινε αλλά οι συνθήκες ήταν διαφορετικές... ο πατέρας της Αρετής γνώριζε πολύ καλά τον πατέρα του... είχε παραβρεθεί αρκετές φορές στο εσωτερικό αυτού του πανέμορφου αρχοντικού... είχε σκοπό να τελείωσε το χορό που κάποτε είχε ξεκινήσει ο πατέρας του... είχε το πάνω χέρι... γνώριζε πράματα και καταστάσεις αλλά δυστυχώς για εκείνον γνώριζε τη μισή αλήθεια...
Η ματιά του πλανήθηκε στο τεράστιο αρχοντικό της οδού Αργοναυτών... κάποτε έκρυβε μόνο γέλια και στιγμές ευτυχίας... τώρα βουβό... παρέα μόνο με φαντάσματα... περίμενε με αγωνία να γεμίσει πάλι με χαρούμενες φωνές... Το γέλιο της Αρετής ήταν αρκετό να σπάσει τη μουνταμάρα και να λιώσει του πάγους... είχε μαλακώσει ακόμη και τη δική του σκληρή καρδιά.... Περίμενε πως και πως την ώρα που θα την έκανε δική του... αλλά μόνο εάν το ήθελε από μόνη της... ένα χάδι της... ένα νεύμα και ήταν έτοιμος να πράξει την υπέρβαση χωρίς να αναζητήσει... τα αίτια... χωρίς να σκαλίσει πληγές του παρελθόντος.
Ένας εργάτης τον πλησίασε... είχε πάει μεσημέρι και μέσα στο χειμώνα όλα οι επισκευές πάντα γίνονταν με δυσκολία... αλλά ο πελάτης ήταν αρκετά δύστροπος και απαιτητικός. Τουλάχιστον πλήρωνε καλά όποτε δεν είχε λόγο να πάει κόντρα...
«Αφεντικό μόλις τελειώσαμε με το ξήλωμα του μπάνιου.. θα έρθεις να ρίξεις μια ματιά;...»
«Έρχομαι... » απάντησε εκείνος αμέσως εκνευρισμένος που οι εργάτες καθυστερούσαν επίτηδες...
Όταν τελείωσε την επίβλεψη αναστέναξε... είχε σκοπό να βρεθεί δίπλα στην Αρετή κατά τις 6 το απόγευμα αλλά σίγουρα με αυτούς τους ρυθμούς δε θα ξέμπλεκε ούτε μέχρι τις 8... θα έστελνε κάποιον από τους έμπιστους του να τους έχει από πίσω διότι πολύ απλά δίχως επίβλεψη όλα θα μένανε αρκετά πίσω. Το σχέδιο του ήταν οι εργασίες να τελειώσουν μέσα στην άνοιξη... θα της χάριζε το νέο της σπίτι ως δώρο γενεθλίων...
Κάλεσε αμέσως τον Αριστείδη... μετά το δεύτερο χτύπημα απάντησε εκνευρισμένος... «Έλα αφεντικό... θα σε έπαιρνα και εγώ... έχουμε θέμα...»
Ο Μάριος έσφιξε την γροθιά του... ήταν λες και όλη το σύμπαν συνωμοτούσε εις βάρος του... λες και τον καταριόταν για την ευτυχία του... «Λέγε...»
«Κάποιος στη λέσχη κάνει φασαρία... χάνει πολλά... και απειλεί πως θα φέρει τους μπάτσους... έχουμε χάσει τους μισούς πελάτες μας...» του εξήγησε ο έμπιστος φίλος του...
«Κατάλαβα... έρχομαι από εκεί... θα τον κανονίσω προσωπικά τον μαλάκα... θα δει τι πάει να πει Φωτίου...»
«Τον έκλεισα σε ένα δωμάτιο... τόλμησε να εμφανιστεί με δυο σωματοφύλακες αλλά τους κανόνισα και αυτούς με ευκολία... χτυπήσαν ένα δικό μας όμως πολύ άσχημα... έναν καινούργιο...»
«Κατάλαβα... στείλτον στον νοσοκομείο τότε... και φρόντισε τα τσιράκια του να πάρουν το μάθημα τους... τον άλλον θα τον κανονίσω εγώ...»
«Έγινε αφεντικό κάτι άλλο;»
«Ναι στείλε το Μάκη εδώ πέρα... να επιτηρεί τους εργάτες... άντε για τους πάρει και θα τους σηκώσει και αυτούς...» φώναξε οργισμένος... είχε άλλα σχέδια αλλά πάλι όλα πήγαν στράφι... θα αναγκάζονταν να καθυστερήσει το απόγευμα στο ραντεβού του... τελικά η πίτσα φαντάζεσαι ιδανική λύση...
Έστειλε ένα μήνυμα στην Αρετή για να την ενημερώσει για την αλλαγή των σχεδίων... έλπιζε πως η μικρή του πριγκίπισσα θα τον συγχωρούσε... θα μου μουτρώσεις εάν περάσω τελικά κατά τις 8 αντί για τις 6 που είπαμε πριγκίπισσα μου; της έγραψε... Η απάντηση της τον ηρέμησε... ήταν σύντομη αλλά είχε αρκετή δόση χιούμορ... πάει το μαγείρεμα δηλαδή; θα το αντέξω πιστεύω.. τα λέμε στις 8...Ο Μάριος γέλασε... ξέχασε τα νευρά του προς στιγμήν... η επιρροή που ασκούσε πάνω του ακόμη και με ένα μήνυμα στο κινητό ήταν τρομαχτική αλλά είχε αποφασίσει να ρισκάρει... είχε σκοπό να κατακτήσει την καρδιά ενός σπάνιου διαμαντιού... να ζήσει την απόλυτη τρέλα. Η επιθυμία του θα γινόταν σίγουρα πραγματικότητα... η Αρετή από μόνη της θα τον ανάγκαζε να απελευθερώσει το αγρίμι μέσα του... ενώ η ίδια θα μεταμορφώνονταν σε ύαινα... κάποιος άλλος όμως θα ευθύνονταν για αυτή τη μεταμόρφωση... και με αυτόν τον κάποιο άλλο πάντα θα διατηρούσε ανοιχτούς λογαριασμούς...


***********************************

Σε κάποιο άλλο σπίτι στα ανατολικά της πόλης... σε μια γειτονιά που δέσποζαν οι βίλες και οι μεζονέτες πολυτελείας μια γυναίκα έδινε εντολές στο προσωπικό εκνευρισμένη για την ολιγωρία των τελευταίων ημερών... Τα είχε σχεδιάσει όλα στην εντέλεια... τα γενέθλια της αγαπημένης της αδερφής ήταν σε 10 μέρες από τώρα και ήθελε όλα να ήταν τακτοποιημένα στην εντέλεια. Θα έλειπε την ερχόμενη εβδομάδα για ένα επαγγελματικό ταξίδι όποτε δεν είχε πολύ χρόνο να αφιερώσει στις ετοιμασίες. Η δεξίωση στην έπαυλη τους ήταν ένα από κοσμικά γεγονότα στην αρχή κάθε χρονιάς... ο πατέρας της συνδύαζε τα γενέθλια της Ερατώς μαζί με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις... την κοπή της πίτας στο εργοστάσιο καθώς και έβλεπε το όλο θέμα ως πρώτης τάξεως ευκαιρίας να προσεγγίσει φίλους και εχθρούς. Όπως και πέρυσι ο μπαμπάς της ζήτησε να επιμεληθεί προσωπικά όλα τα ζητήματα της λαμπερής βραδιάς... το φαγητό... τη μουσική... τη διακόσμηση... και φυσικά την λίστα των καλεσμένων... Δεν έδινε ποτέ σημασία στα ονόματα... λίγο πολύ όλοι ήταν αυτό που ονόμαζαν η αφρόκρεμα της πόλης... η ελίτ της ελίτ... επιφανείς επιχειρηματίες... ανερχόμενα ονόματα στο χώρο των επενδύσεων... μεγαλοδικηγόροι της πόλης... γιατροί... εφοπλιστές... Ήταν πράγματι ένα από τα πιο πολυαναμενόμενα πάρτυ της νέας χρονιάς... και η τελειομανής Αλίκη δεν είχε σκοπό να παραβλέψει καμιά απολύτως λεπτομέρεια...
Η Αλίκη Λασκαρίδη ήταν σίγουρα παιδί του πατέρα της... ήταν κόρη του Μάνθου Λασκαρίδη ενός από τους πιο επιφανείς επιχειρηματίες στην βόρεια Ελλάδα με αμέτρητες δραστηριότητες και ένα ισχυρό όμιλο. Πολύ σύντομα ο έλεγχος του ομίλου θα περνούσε στα χέρια της... ήταν η πρωτότοκη κόρη αλλά και εκτός αυτού η αδερφή της η Ερατώ ουδέποτε δήλωσε την επιθυμία της να ασχοληθεί με τη διοίκηση επιχειρήσεων. Είχε έφεση στη μόδα και στο σχέδιο ενώ η λέξη καλοπέραση ήταν συνώνυμο του ονόματος της. Μεγάλωσες μόνες ουσιαστικά μιας που η μητέρα τους είχε πεθάνει όταν ακόμη η Ερατώ ήταν μικρή κοπέλα. Τις χώριζαν περίπου δέκα χρόνια διαφορά... η Αλίκη πάντα προσπαθούσε να συμβουλέψει και να καθοδηγήσει σωστά τη μικρή της αδερφή αλλά σπανίως έπαιρνε από λόγια. Είχε κληρονομήσει το μαλθακό χαρακτήρα της μητέρας τους αλλά τη ξεροκεφαλιά του πατέρα τους. Η ίδια έμοιασε τον πατέρα της σε όλα... στην πονηριά... στον εγωισμό... στη ξεροκεφαλιά... στην σκληρότητα... σε όλα τα αρνητικά κυρίως... αλλά ήταν χαρούμενη διότι της έμαθε όλα τα μυστικά ενός κόσμου αμείλικτου... στον οποίο πάντα ο δυνατός επιβίωνε και εκείνη ήταν οπλισμένη να αντιμετωπίσει την παραμικρή πρόκληση... ακόμη με το φάντασμα της μοναξιάς τα είχε βάλει στο παρελθόν και τα είχε καταφέρει μια χαρά...
Είχε αφαιρεθεί με τις σκέψεις της... κράταγε στο χέρι της τόση ώρα χωρίς να το καταλάβει... η φωνή της αδερφής της την ξύπνησε από τη μοναξιά της...
«Για να δω τι κρατάς στα χέρια σου;» τη ρώτησε δυνατά η Ερατώ...
«Τις προσκλήσεις... έχω σκοπό να της αποστείλω τη Δευτέρα... » απάντησε εκείνη αδιάφορα...
«Για δώσε μου να δω... πόσο βαρετό θα είναι και το φετινό πάρτυ...» άρπαξε αμέσως τις προκλήσεις... για να ρίξει μια ματιά εάν δεν περίμενε θαύματα από τη βαρετή αδερφή της... άρχισε να πετάει μια μια τις κάρτες στο πάτωμα εκνευρισμένη... ξαφνικά όμως σταμάτησε... είδε ένα όνομα που την χαροποίησε ιδιαιτέρως... «Να και κάτι ενδιαφέρων επιτέλους... »
Η Αλίκη έριξε μια ματιά στην κάρτα... έγραφε Οδυσσέας Ιωάννου... «Ναι ο μυστήριος Κύπριος επιχειρηματίας Οδυσσέας Ιωάννου... τον έχεις γνωρίσει;»
«Μια δυο φορές... τον είδα έξω με την ανόητη γκόμενα του... τι να πω αξίζει κάτι καλύτερο...» σχολίασε ενοχλημένη...
«Όπως εσύ δηλαδή... είναι πιασμένος λυπάμαι...» της τόνισε αυστηρά η αδερφή της...
«Ε και δεν με έχει εμποδίσει αυτό στο παρελθόν αυτό... μάθε να ζεις αδελφούλα... η ζωή είναι πολύ μικρή... είσαι 35 χρονών... όταν κάποια στιγμή ο έρωτας θα σου χτυπήσει την πόρτα θα δεις πως είναι να κάνεις ανοησίες... βέβαια πρέπει να βρεις κάποιον πρώτα που θα σε ανεχτεί...» της απάντησε αμέσως για να την πειράξει εάν πάντα έλπιζε η αδερφή της να γνωρίσει την πραγματική αγάπη...
Η Αλίκη της πέταξε το μαξιλάρι του καναπέ στο κεφάλι... τη μάλωσε και πάλι... «Ερατώ σταμάτα να με πειράζεις... ίσως και εγώ στο πάρτυ να γνωρίσω κάποιον... ποτέ δε ξέρεις... ίσως καταφέρω να γνωρίσω τη μαγεία του έρωτα...»
«Με αυτούς τους καλεσμένους χλωμό το κόβω... δεν βλέπω να βρίσκουμε το θύμα που θα είναι πρόθυμο να θυσιαστεί τουλάχιστον όχι τη μέρα των γενεθλίων μου... φεύγω θα τα πούμε αργότερα... » ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της... η αδερφή της εάν είχε άπειρες ευκαιρίες να γνωρίσει επιφανείς άνδρες... εάν και πάντα είχε προτάσεις στο παρελθόν με καμιά δεν ενθουσιάζονταν... ίσως στο πάρτυ να άλλαζαν τα δεδομένα... ίσως η αδερφή της για μια φορά στη ζωή της να ήταν τυχερή...
Με το που έφυγε η Ερατώ... χάθηκε και το χαμόγελο από τα χείλη... είχε μείνει μόνη πάλι σε ένα τεράστιο σπίτι... είχε ελάχιστες φίλες πάντα του κύκλου της και δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε κάνει σχέση... ποτέ είχε αισθανθεί ποθητή... Η Αλίκη ήταν μια γυναίκα αδίσταχτη... επικίνδυνη... τα είχε όλα... πλούτη, δύναμη, κύρος, βαρύ όνομα αλλά ήταν μόνη. Ήταν μια μόνη γυναίκα έτοιμη να ρισκάρει, βαδίζοντας σε σκοτεινά μονοπάτια πόνου... οργής... εκδίκησης και ενός ανεκπλήρωτου πόθου... ήταν μια γυναίκα που δεν είχε να χάσει τίποτα απολύτως αλλά εάν ρίσκαρε πίστευε πως θα κέρδιζε πολύ παραπάνω... περίμενε απλώς τον πρίγκιπα των παραμυθιών... Το κινητό της ήχησε δυνατά... κάποιος από το παρελθόν τη θυμήθηκε... κάποιος που είχε εξαφανιστεί από τη ζωή της εδώ και χρόνια... ένας άνδρας που οι λέξεις ψυχρός... απόμακρος ήταν μικρές για να τον χαρακτηρίσουν... Ποτέ δεν την έκανε να νιώσει ποθητή... ποτέ δεν την ήθελε ουσιαστικά... πληγώθηκε πολύ από αυτόν... Δεν τον είχε ανάγκη... ας παρέμεινε εξαφανισμένος... ήταν καλύτερα έτσι... της ήταν παγερά αδιάφορος... κάποια στιγμή θα πλήρωνε για όλα αυτά τα ψέματα και τις υποσχέσεις που είχε ξεστομίσει... Πέταξε το κινητό από τα νευρά της στο μάρμαρο από γρανίτη... έσπασε αμέσως... δεν την ένοιαξε για την καταστροφή του πανάκριβου ολοκαίνουργιου κινητού αλλά χάρηκε πως δεν φαίνονταν το όνομα του στη οθόνη άλλο πια... είχε γλιτώσει και πλέον θα αναζητούσε ένα άλλο νησί για τη σωτηρία της... κανένας δε θα στέκονταν εμπόδιο... είχε βάλει κάτω πολυμήχανους άνδρες... η δε γυναίκες με την απληστία τους και με μοναδικό όπλο την ομορφιά τους ήταν για εκείνη παιχνιδάκι... καμιά δεν θα της έκλεβε κάτι δικό της από εδώ και πέρα...

**************************

Ο Φίλιππος επέστρεψε σπίτι του άπραγος.. τα μάτια του είχαν κυριευτεί από το χρώμα της φωτιάς... της είχε δώσει μια ευκαιρία... και εκείνη τον απέρριψε.... καμιά μέχρι τώρα δε τόλμησε να το πράξει αυτό με τόση ευκολία... με τόση υποκρισία... ακόμη και στο τέλος... όταν τον ποδοπατούσε είχε την αυθάδεια να φωνάξει το όνομα του... να επιδιώξει την κατανόηση μέσα από φτηνές δικαιολογίες.... να τον αναγκάσει να παραδεχτεί πως το φταίξιμο ήταν μόνο δικό τους λες και εκείνη μέχρι τώρα τα είχε πράξει όλα υπέροχα... Το τζάκι και η δυνατή φωτιά αναθέρμαναν την κάψα μέσα του... καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα... δεν είχε ιδέα πως να χειριστεί την όλη κατάσταση... ήταν αδιανόητο... τον είχε απορρίψει και πάλι.... τον είχε διώξει και πάλι από κοντά της με τον πιο ύπουλο τρόπο... τα λόγια αγάπης ήταν επιφανειακά... του είπε πως τον ήθελε αλλά δεν μπορούσαν να ήταν μαζί έτσι... αδυνατούσε να συλλάβει τα αιτία αυτής της αντίδρασης... έψαχνε να βρει μια λογική εξήγηση ενώ η Αρετή ήταν σαφής... είμαστε και οι δυο αλλού... ανάμεσα στο μαύρο και στο λευκό υπάρχει το γκρι... μέχρι να το ανακαλύψουμε και οι δυο δεν μπορούμε να είμαστε μαζί... με πνίγεις Φίλιππε... αυτές ήταν οι κουβέντες της.. αυτά ήταν τα λόγια προδοσίας με τα οποία επέλεξε να κλείσει τη θεαματική παράσταση...
Πηγαινοέρχονταν πάνω κάτω... ακόμη και η αϋπνία δεν ήταν ικανή να τον ηρεμήσει... είχε αστείρευτες δυνάμεις... είχε πολλά αποθέματα μίσους μέσα του... οι τέσσερις τοίχοι της τεράστιας βίλας τον έπνιγαν... είχε πάει μεσημέρι και δεν είχε όρεξη ούτε καν να φάει... χρειάζονταν ένα σπίρτο... ένα μικρό σπίρτο... ούτε καν λάδι... τα ξερόχορτα είχαν μαζευτεί σε ένα σημείο... ήταν το καλύτερο προσάναμμα μιας πυρκαγιάς... ακόμη και η βροχή δεν θα την έσβηνε... όλα είχαν προκαθοριστεί... μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια... Από τα νεύρα του πέταξε το σακάκι στο πάτωμα... άρχισε να το πατάει με δύναμη... Ένιωσε ταπεινωμένος από μια τιποτένια γυναίκα... μια γυναίκα που είχε αφήσει το στίγμα της πάνω του σαν να τον έκαψε σε αμέτρητα σημεία με ένα τσιγάρο.... οι πόροι τους δικού δέρματος δεν ανέβλυζαν αιθέρια αρώματα... έβγαζαν ένα κόκκινο υγρό... κάτι πιο πηκτό από αίμα... κάτι άοσμο και θανατηφόρο... ήταν το υγρό της εκδίκησης... το ίδιο χρώμα είχε κυριεύσει και τα μάτια του... Δεν θα την άφηνε να συναντήσει τον άλλο τον μαλάκα... εάν χρειάζονταν θα την έκλεβε σε μια απόμακρη καλύβα σε ένα ερημικό μέρος... η Αρετή ήταν μόνο δική του... μονάχα εκείνος μπορούσε να την εξουσιάζει... ο άλλος δεν είχε καμιά άξια στη ζωή της... ο άλλος ήταν ανύπαρκτος... και όφειλε να το αποδείξει αυτό με το δικό του ξεχωριστό τρόπο...
Από τα νεύρα του έριξε ένα βάζο κάτω... ο θόρυβος έκανε όλο το προσωπικό να πεταχτεί από την κουζίνα... η Μαργαρίτα μάλωσε τους υπόλοιπους... η ίδια χάζεψε για μερικά λεπτά το πικραμένο αφεντικό της... τον λυπόταν... αλλά ο ίδιος ήταν αυτόχειρας αυτής της κατάστασης... ήταν σίγουρη πως για να επιστρέψει ο Ραζής στο σπίτι σαν μαινόμενος ταύρος... η πηγή του κακού δεν μπορούσε να είναι παρά μόνο μία... αυτή η γυναίκα πάλι... Κούνησε το κεφάλι της απαξιωτικά... ψέλλισε σχεδόν από μέσα της... κακά ξεμπερδέματα θα έχουμε πάλι... ο Θεός να μας βοηθήσει...
Η κόρη του κατέβηκε τα σκαλιά... άκουσε τη φασαρία... ο Αλέξανδρος μόλις είχε ξαπλώσει... είχε ζητήσει από όλους να κάνουν ησυχία.... Όταν είδε τον πατέρα της με τα ίδια χθεσινά ρούχα απόρησε... άφοβα τον πλησιάσει για να τον μαλώσει...
«Πατέρα μπορείς να μου πεις τι στη ευχή έχεις πάθει και έχεις ξεσηκώσει όλο τον τόπο;» του φώναξε νευριασμένη.... «Ο Αλέξανδρος μόλις κοιμήθηκε λίγο... από το πρωί είχε πονοκεφάλους...» του εξήγησε...
«Έλενα όχι τώρα σε παρακαλώ... δε θέλω να βλέπω κανέναν.... δε θέλω να ακούω κανέναν....» την προειδοποίησε με αυστηρό ύφος...
«Γιατί όχι τώρα πατέρα; μια χαρά είναι η στιγμή... κοιτάξου στον καθρέφτη και θαύμασε τα χάλια σου... την είδες έτσι δεν είναι; συνάντησες αυτή τη σκύλα έτσι δεν είναι;» τόλμησε να ρωτήσει ειρωνικά εάν και μέσα της την γνώριζε την απάντηση...
«Πάψε Έλενα... δε θα το ξαναπώ... μην τολμήσεις να ξεστομίσεις άλλη μια λέξη... έχω πολλά νεύρα... θα την πληρώσεις εσύ στο τέλος...» την αντιγύρισε με ματιά πλημμυρισμένη από τις φλόγες... δεν άντεχε και ένα ακόμη μέτωπο...
Η κόρη του όμως είχε ανακαλύψει την πέτρα του σκανδάλου... δε θα άφηνε να περάσει έτσι... «Μόνο για εκείνη σέρνεσαι πατέρα... μόνο για εκείνην... αυτή είναι ικανή να σου πει το χειρότερο ψέμα... την πιο ψεύτικη δικαιολογία και εσύ ο ανόητος θα τρέξεις αμέσως πίσω της σαν υπάκουο σκυλάκι... αυτή τη φορά δε θα σε σώσω... θα σε αφήσω να υποφέρεις... θα σε αφήσω να ξεφτιλιστείς..» του δήλωσε ατρόμητα.... είχε τα γονίδια του Ραζή άλλωστε έμοιαζε τόσο πολύ με τον πατέρα της...
Ο Ραζής την πλησίασε απειλητικά... το λόγια του έσταζαν φαρμάκι... «Αυτό είναι το σπίτι μου και θα κάνω ότι γουστάρω... σε όποιον δε του αρέσει μπορεί να φύγει τώρα...» της φώναξε κατάμουτρα... είχε ξεπεράσει και ο ίδιος τα όρια αλλά και η κόρη του με την κάθε ευκαιρία τον προκαλούσε...
«Ζήσαμε να το ακούσουμε και αυτό... θες να διώξεις την κόρη σου από το σπίτι για να φέρεις αυτήν την τιποτένια εδώ μέσα... δε θα σου κάνω το χατήρι όμως πατέρα... θα μείνω εδώ πέρα να γελώ με τα χάλια σου...» έβαλε τα γέλια από τα νευρά της...
Ο Φίλιππος είχε κοκκινίσει από το θυμό του... κάνεις δεν τον καταλάβαινε... ότι και να έκανε ήταν λάθος... κάνεις δεν τον δικαιολογούσε... είχε κάνει τόσες λάθος επιλογές αλλά δεν δέχονταν τον χλευασμό από τρίτους... έστω και από την Έλενα.... την είχε παραχαιδέψει... «Σκάσε γιατί με έχεις φέρει στα όρια μου... μάζεψε τη γλώσσα σου γιατί θα με δεις απέναντι σου κόρη μου και αντί για φίλο να με έχεις εχθρό σου...»
Η Έλενα σοκαρίστηκε... ο πατέρας της ποτέ δεν της είχε μιλήσει έτσι... ποτέ δεν την είχε απειλήσει με αυτό τον τρόπο... έβαλε τα κλάματα.. αμέσως... αλλά δεν ήθελε να την δει κλαμένη... δε θα του έδινε αυτή τη χαρά... με τρεμάμενη φωνή ψέλλισε κάτι τελευταίο... «Τώρα που ανέβεις πάνω φρόντισε να κατεβάσεις το κάδρο της μαμάς... δε είναι ανάγκη να βλέπεις τη φάτσα της και εκείνη τα ρεζιλίκια σου... άλλωστε που ξέρεις σε λίγο καιρό ίσως κρεμάσουμε κάποιο άλλο κάδρο εδώ μέσα...» αυτά είπε και αμέσως ανέβηκε τις σκάλες του πάνω ορόφου ώστε να κλειστεί στο δωμάτιο της... κλείδωσε την πόρτα για να μην την ενοχλήσει κανένας...
Από το θυμό και τη στεναχώρια της δεν πρόσεξε πως ο Αλέξανδρος στέκονταν μπροστά από την ανοιγμένη πόρτα του δωματίου το ίδιο σοκαρισμένος με αυτά που άκουσε... τώρα του είχαν λυθεί αρκετές απορίες αλλά παράλληλα είχαν γεννηθεί μέσα του επιπλέον ερωτήματα και αμέτρητα γιατί. Με λίγη υπομονή και θέληση θα κατάφερνε να λύσει κάποιος γρίφους που τον στοίχειωναν με αυτή την απώλεια μνήμης... ένιωσε μισός αλλά κάποια στιγμή θα επέστρεφε δριμύτερος τότε που καμιά και κανένας δεν τον περίμενε. Βιαστικά και σχεδόν αθόρυβα αποσύρθηκε ξανά στο δωμάτιο του... έκλεισε την πόρτα πίσω του μουρμουρίζοντας μια υπόσχεση... ο Φίλιππος Ραζής κάποια στιγμή θα πλήρωνε για τον τρόπο με τον όποιο μίλησε στην Έλενα...

Ο Φίλιππος συνέχισε να πηγαινοέρχεται σαν λιοντάρι στο κλουβί... τελικά το σπίτι δεν τον χωρούσε... αισθάνονταν πιο ξένος από τους ξένους... ήθελε να φύγει αλλά δεν είχε και που να πάει... κάνεις δεν τον περίμενε... και κανείς επιθυμούσε την συντροφιά του... αισθάνθηκε τόσο μόνος ξαφνικά... σαν να είχε χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του... η φωτιά στο τζάκι κόντευε να σβήσει... η κάψα είχε περιοριστεί αλλά ο πόνος μέσα του ήταν μαρτυρικός... Ξαφνικά ένιωσε πως τα πόδια δεν τον κρατούσαν... ήθελε να δραπετεύσει αλλά οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν... Φώναξε τη Μαργαρίτα αμέσως... Εκείνη βρέθηκε αμέσως δίπλα του σοκαρισμένη με τις σκηνές προηγουμένως αλλά δε τόλμησε να παρέβη... κάποια στιγμή άλλη θα του τα έλεγε έξω από τα δόντια...
«Θα πάω να ξαπλώσω για λίγο... να μην με ενοχλήσει κανείς... ετοίμασε μου καθαρά ρούχα θα βγω αμέσως έξω πάλι... »
«Μάλιστα κύριε...» του απάντησε κάπως απόμακρα η Μαργαρίτα... «κάτι άλλο;»
«Ναι ξύπνα με σε 3 ώρες από τώρα σε παρακαλώ...» της μίλησε πιο γλυκά... η Μαργαρίτα δεν του έφταιγε σε τίποτα εάν και ήταν σίγουρος πως θα έπαιρνε το μέρος της κόρης του... ο μέγας και τρανός Ραζής είχε ξεμείνει από συμμάχους...

Ανέβηκε αμέσως στο δωμάτιο του χωρίς να ρίξει μια ματιά στον πινάκα της γυναίκας του... πίστευε πως και εκείνη τον λυπόταν για την κατάντια του... μέσα σε μια μέρα είχαν όλα ανατραπεί... σχέδια... μίσος... εντάσεις όλα... μα όλα... έφτανε μια μάτια της για να γίνει και πάλι σκλάβος της. Αλλά εκείνη προτίμησε να τον διώξει και πάλι... να του απαγορεύσει να την αγγίζει και να μυρίζει τα μαλλιά της... να του απαγορεύει να αντικρίσει ξανά τα μάτια της και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το χωνέψει τόσο εύκολα... Έβγαλε επιτέλους το βρώμικο πουκάμισο από πάνω του... το πέταξε επίσης στο πάτωμα λες και είχε πάνω του μια ανυπόφορη μυρωδιά πλέον... είχε μείνει γυμνός από τη μέση και πάνω... Ασυναίσθητα αγκάλιασε το κορμί του... οι πληγές του ήταν ακόμη ανοιχτές και αυτό το κόκκινο υγρό συνέχισε να τρέχει από μέσα τους... μόνο μια γυναίκα κράταγε το γιατρικό... μόνο μια ύπαρξη φυλούσε το κλειδί της φυλακισμένης καρδιάς του. Αυτή τη γυναίκα είχε σκοπό να συναντήσει και πάλι σε λίγες ώρες από τώρα... δεν θα το έβαζε κάτω... είχε μάθει να κερδίζει... είχε μάθει να παλεύει με όλους τους αντιπάλους... ίσως και να την παρακαλούσε και πάλι ίσως και όχι... αυτή τη φορά δεν είχε κανένα σχέδιο στο μυαλό του... Ξεγυμνώθηκε εντελώς... αμέσως μπήκε κάτω από το ντους για να ανακουφίσει το πονεμένο κορμί του... το νερό χάιδευε γλυκά τις πληγές του... δροσίζονταν προσωρινά... καθώς απολάμβανε το μπάνιο του ενώ ο εγκέφαλος του μπήκε ξανά σε λειτουργία... άρχισε να πλάθει ξανά σενάρια... δημιούργησε έναν ουτοπικό κόσμο... μόνο αυτός και αυτή βρίσκονταν εκεί μέσα... κάνεις άλλος δεν είχε θέση σε αυτόν τον παράδεισο... Μόνο που ο Φίλιππος από μόνος του θα γκρέμιζε αυτό τον παράδεισο... από μόνος του θα ελευθέρωνε νέους δαίμονες και νέα φαντάσματα... το αύριο θα ήταν εντελώς διαφορετικό για τους πρωταγωνιστές...

********************************

Το ρολόι του τοίχου έδειχνε έξι το απόγευμα.... είχε περάσει όλη τη μέρα σπίτι... δεν άντεχε άλλο χρειάζονταν λίγο καθαρό αέρα... η κοιλιά της είχε αρχίσει να διαμαρτυρείτε επίσης... ήταν Σάββατο και τα σουπερμάρκετ της γειτονιάς έκλειναν πιο νωρίς από το συνηθισμένο. Η Αρετή όμως φοβόταν να βγει έξω... φοβόταν το σκοτάδι και περισσότερο τη σκιά που θα την ακολουθούσε... Όλη αυτή την ώρα δεν είχε τολμήσει να καν να πλησιάσει προς το παράθυρο... εάν ο Φίλιππος βρίσκονταν έξω ακόμη τότε σίγουρα θα την διαισθάνονταν... δεν θα είχε τρόπο να κρυφτεί και το βασικότερο δεν θα είχε τρόπο να αμυνθεί και πάλι. Είχε μετανιώσει που τον έδιωξε... έτσι είχε προστάξει η λογική της... ήταν η πρώτη φορά που την ακολουθούσε χωρίς να ρωτήσει την καρδιά της... την καρδιά της που χτύπαγε σαν τρελή όση ώρα εκείνος βρίσκονταν κοντά της... ακουμπούσε στον ώμο της ενώ κάθε λέξη από το στόμα του φανέρωνε τη γύμνια της... το πόσο ευάλωτη ήταν... χρειάζονταν κάποιον να έδιωχνε αυτήν την ανασφάλεια μακριά. Οι φίλοι της δυστυχώς απουσίαζαν ενώ το μοναδικό της στήριγμα ήταν ο Μάριος... αυτός έδιωχνε τα φαντάσματα μακριά... Ίσως τον εκμεταλλεύονταν στην παρούσα φάση αλλά ο ίδιος της έδωσε το ελεύθερο... ο ίδιος της ζήτησε να μάθει για το παρελθόν και τη σχέση της με το Φίλιππο... ενώ της υποσχέθηκε πως πάντα θα στέκονταν δίπλα της χωρίς να ζητήσει κάτι για αντάλλαγμα τουλάχιστον όχι τώρα που η ίδια ήταν σε αυτήν την κατάσταση... που ήταν ανέτοιμη να ακολουθήσει κάποιο νέο όνειρο...
Η κοιλιά της συνέχισε να διαμαρτύρεται... μια μακαρονάδα φαντάζεσαι η καλύτερη λύση αλλά δεν είχε τίποτα από λαχανικά για να φτιάξει μια εύκολη σάλτσα... δεν είχε άλλη επιλογή... σηκώθηκε αμέσως να ελέγξει την κατάσταση στο δρόμο... δεν διέκρινε κάτι περίεργο... ελάχιστα αυτοκίνητα παρκαρισμένα ενώ η βροχή έπεφτε δυνατά ασταμάτητα από το πρωί ενώ το αεράκι που φύσαγε από το μεσημέρι δεν επέτρεπε καν στον κόσμο να κρατάει ομπρέλες. Αποφάσισε να κάνει ένα ντους στα γρήγορα και να ντυθεί ώστε να βγει έξω... σε λίγη ώρα θα έφτανε και ο Μάριος. Φόρεσε ένα ζεστό γαλάζιο πουλόβερ και ένα τζιν παντελόνι αφού το κρύο ήταν τσουχτερό... στις ειδήσεις μίλησαν και για χιόνι αργότερα το βράδυ... Πήρε την τσάντα της... κλείδωσε την πόρτα δισταχτικά φοβούμενη το τι θα συναντούσε εκεί έξω... έλπιζε μόνο τη βροχή και τον αέρα και όχι κάποιο άλλο πρόσωπο...

Η Μαργαρίτα είχε ξυπνήσει το Φίλιππο όπως εκείνος της είχε ζητήσει... Ντύθηκε μετά από πολύ καιρό απλά με ένα τζιν παντελόνι και ένα πουλόβερ. Δεν είχε χορτάσει τον ύπνο του αλλά έπρεπε να σηκωθεί... είχε κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν τους οποίους ήθελε να κλείσει... κάτι τον ωθούσε να προσπαθήσει ξανά... σαν μια φωνή να μιλούσε στο μυαλό του... να τον παρότρυνε να τη ξαναδεί... να της ξαναμιλήσει... όχι κατά ανάγκη να την παρακαλέσει αλλά να μάθει τις πραγματικές προθέσεις... να την αναγκάσει επιτέλους να ανοίξει τα χαρτιά της... να επιλέξει το πρόσωπο στη ζωή της... Θα έπαιρνε απαντήσεις είτε με το καλό ή το άγριο... δεν θα την άφηνε να φύγει ούτε ο ίδιος θα έφευγε... Πάρκαρε το αυτοκίνητο λίγο πιο κάτω για να μη δώσει στόχο... βγήκε από το αυτοκίνητο περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία... ή θα την επισκέπτονταν στο σπίτι ή θα την περίμενε μέχρι να έβγαινε έξω...

Η ευκαιρία που περίμενε ήρθε από μόνη της... την είδε να βγαίνει από την πολυκατοικία με αυτό το αγέρωχο ύφος και αναστατώθηκε ακόμη περισσότερο... είχε χάσει τα λόγια του... μπορούσε να το παραδεχτεί επίσημα... αυτή η κοπέλα του είχε γίνει εμμονή... Την ακολούθησε από πίσω... η βροχή είχε δυναμώσει... έπεφτε παγωμένη στο πρόσωπο του... τα μαλλιά του είχαν βραχεί... εκείνη προσπάθησε να ανοίξει την ομπρέλα της... ο αέρας την εμπόδισε... αλλά συνέχισε να προσπαθεί... Επιτάχυνε το βήμα του για να την προλάβει... δεν είχε σκοπό να την τρομάξει... ήθελε απλώς να της μιλήσει...
Η Αρετή πάλευε με τον αέρα και το νερό ταυτόχρονα... μάταια προσπαθούσε να ανοίξει την ομπρέλα της... δεν ήθελε να βραχεί... και να βρεθεί κρεβατωμένη τις επόμενες μέρες... έκανε μια τελευταία προσπάθεια... αλλά ήταν αδύνατο να την κρατήσει σε μια σταθερή θέση... τότε ένιωσε δυο ανδρικά χέρια να ακουμπάνε τα δικά της... να τη βοηθάνε να τιθασεύει την ομπρέλα... Γύρισε τρομαγμένη προς το μέρος του.... το γνώριζε πολύ καλά αυτό το άγγιγμα... δεν έκανε λάθος... όλες αυτές οι συμπτώσεις δεν είχαν λογική εξήγηση... αλλά και τίποτα από αυτά που βίωνε δεν είχαν λογική... ψέλλισε το όνομα του ενώ ένιωσε τα χείλη της να κολλάνε από επιθυμία...
«Φίλιππε;» πρόφερε το όνομα του με λαχτάρα... λάτρευε το όνομα του...
«Εγώ είμαι μη φοβάσαι... ήθελα να σε βοηθήσω... » το βλέμμα δεν φανέρωνε τίποτα από το θυμό των προηγουμένων ωρών... τα μάτια του είχαν αυτό το υπέροχο γαλάζιο του καλοκαιρινού ουρανού...
Η Αρετή προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί... κάθε νευρικό κύτταρο παραληρούσε... ο Ραζής πλέον εξουσίαζε και το σώμα της και το μυαλό της... για το δηλητήριο από το τσίμπημα ενός φιδιού υπήρχε αντίδοτο αλλά όχι για την αγάπη και την προσμονή... ήταν χειρότερο από ναρκωτικό... ήταν χειρότερο από εξάρτηση... κάθε φορά ήθελε και άλλο...
«Γιατί ξαναγύρισες;» τόλμησε να τον ρωτήσει ενώ τα χέρια του συνέχισαν να την ακουμπάνε απαλά...
«Διότι δεν τελειώσαμε την κουβέντα... δεν πήρα απαντήσεις Αρετή...» της εξήγησε ενώ οι παλάμες τους έκλεισαν τα χέρια της σε μια ζεστή αγκαλιά... μια τέτοια αγκαλιά επιθυμούσε να της κάνει αλλά δε θα τολμούσε να φανερώσει τόσο εύκολα τις αδυναμίες του...
«Μα τα είπαμε όλα... ήμουν ξεκάθαρη... δεν έχω να...» προσπάθησε να πει αλλά κάτι την εμπόδισε...
Ο Φίλιππος ενστικτωδώς ακούμπησε το δάχτυλο στα χείλη της... για να σιωπήσει... είχε βαρεθεί τις αερολογίες... χρειάζονταν αλήθειες... την παρότρυνε... «Σταμάτα... μη λες κάτι άλλο... σήμερα θα τα πούμε όλα... όλα μόνες αλήθειες Αρετή... πρέπει να μάθω... »
Η Αρετή τα έχασε... σίγουρα μπροστά της δεν είχε το Φίλιππο από το χθεσινό βράδυ... κάποιος άλλος είχε καταλάβει το κορμί του... κάποιος άλλος τον εξουσίαζε σίγουρα... τα έχασε... αφέθηκε για μερικά δευτερόλεπτα... τα χέρια της χαλάρωσαν και η ομπρέλα χάθηκε... την παρέσυρε ο αέρας που όλο και δυνάμωνε... είχαν μείνει και οι δυο απροστάτευτοι από το μένος της φύσης αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά... και σίγουρα όχι η τελευταία... τα μαλλιά της είχαν βραχεί... ενώ το νερό που έσταζε στο πρόσωπο της φανέρωνε μια περίεργη λάμψη... Μάταια προσπαθούσε να αποφύγει τη θανάσιμη ματιά του...
Το μόνο του κατάφερε να πει ήταν... «Αλήθεια πάντα σου λέω Φίλιππε δεν έχω μάθει να λέω ψέματα... έτσι έχω μεγαλώσει...»
«Όχι Αρετή μου είπες ψέματα μόλις μερικές ώρες... το βλέπω στα μάτια σου... με θες όσο και εγώ... γιατί αντιστέκεσαι μου λες; γιατί με έδιωξες πριν;» Τα δάχτυλα του μπλέχτηκαν στα βρεγμένα μαλλιά της... πέρασε μια τούφα πίσω από τα αυτιά της ώστε να μπορεί να βλέπει τα σμαραγδένια μάτια της καθαρά... τη λάμψη και την επιθυμία...
Η Βασιλείου τρελαινόταν... γύρω τους δεν υπήρχε κανείς... είχαν μείνει μονάχοι να παλεύουν με τα φαντάσματα του παρελθόντος... η μάχη ήταν άνιση... τον είχε πιστέψει... στο διαμέρισμα πριν είχε ακολουθήσει τις προσταγές της λογικής τώρα όμως που η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή... που το μυαλό της είχε κατακλυστεί από άπειρες στιγμές πάθους μαζί του... όλες οι αμυντικές λειτουργίες κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος... μια ακόμη γλυκιά φράση από τα χείλη του και ήταν έτοιμη να τον ακολουθήσει στο βασίλειο της κολάσεως... ενώ μια λάθος... δείγμα εγωισμού θα έδιωχνε τη μαγεία της στιγμής μακριά...
«Θέλω... θέλω και πολύ μάλιστα...» φώναξε με όση δύναμη της είχε απομείνει... η βροχή είχε δυναμώσει... τα αυτοκίνητα απέναντι δεν φαινόταν... το σύμπαν όλα συνωμοτούσε ενάντια σε αυτήν την απόφαση... την παράλογη επιθυμία και την ακατανίκητη δίψα... οι φωτιά ακόμη και έτσι έκαιγε μέσα τους αυτή τη φορά... εκείνη τη στιγμή αυτός ήταν ένας δαίμονας και εκείνη ένας άγγελος...
Ο Φίλιππος δεν άργησε να πάρει πρωτοβουλία... ήταν άλλωστε το κυρίαρχο αρσενικό σε όλη αυτή την ιστορία... απομακρύνθηκε από εκείνη, προχωρώντας μερικά βήματα μπροστά... αντέτεινε το χέρι του προς τη μεριά της αμέσως... «Τι λες πάμε; πάμε να φύγουμε από εδώ;» τη ρώτησε ενώ επίσης τα δικά του μάτια σπινθήρισαν... δεν είχε αισθανθεί τόσο αμήχανα ποτέ στο παρελθόν... η αγωνία είχε χτυπήσει κόκκινο.... περίμενε τη στιγμή που η Αρετή θα έπιανε το χέρι του...
Η Αρετή δεν το πολυσκέφτηκε... ο εγκέφαλος της είχε παραληρήσει... κουμάντο έκανε η καρδιά... «Πάμε να φύγουμε... είμαι έτοιμη...» είπε χαμηλόφωνα περισσότερο ντροπιασμένη. Αμέσως τον πλησίασε, προσφέροντας το χέρι της... ήταν έτοιμη να τον ακολουθήσει στα αστέρια με οδηγό το φεγγάρι...
Ο Φίλιππος της χάρισε το πιο υπέροχο χαμόγελο... ήταν το χαμόγελο της επιβεβαίωσης... της νίκης και της εκπλήρωσης του προσωπικού του πόθου... την τράβηξε προς το μέρος του με δύναμη... είχε κερδίσει και δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του... Είχαν πλησιάσει στο αυτοκίνητο... ήταν πολύ κοντά σε ένα νέο ταξίδι προς το άγνωστο παρέα με την ελπίδα.... Αλλά οι ισορροπίες ήταν αρκετά εύθραυστες...μια λάθος κίνηση... ένας λάθος χειρισμός και όλα τα τινάζονταν στον αέρα... Τότε εκείνος έκανε το μοιραίο λάθος... έβαλε τον εγωισμό του πάνω από όλα... ήθελε να φωνάξει το πόσο εξουσίαζε την ψυχή της... το πόσο λυτρωμένος αισθάνονταν...
Λίγο πριν μπει στο αυτοκίνητο η Αρετή σχολίασε κάτι που πιστοποιούσε τη διαρκή πάλη μεταξύ αγάπης και εγωισμού... «Το ήξερα πως θα ερχόσουν πάλι σε μένα Αρετή... κανείς άλλος άνδρας δε μπορεί να σου προσφέρει αυτά που μπορώ εγώ.... κανείς άλλος δεν είναι καλύτερος από εμένα...» της τόνισε ενώ το χαμόγελο του έγινε πιο αινιγματικό...
Η Αρετή, η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή τον ακολουθούσε σαν μια μαγεμένη πριγκίπισσα, μόλις άκουσε τις κουβέντες του ήταν σαν να τη χτύπησε σαν ηλεκτροφόρο καλώδιο... χιλιάδες βολτ διαπέρασαν το κορμί της... ενώ οι κεραυνοί που ξεκίνησαν να σκίζουν το μαυρισμένο ουρανό δεν την τρόμαξαν... την τρόμαζε ο άνδρας του είχε απέναντι της... δεν ήταν ο Φίλιππος που κάποτε τη πρόσταζε και τη διεκδικούσε με πάθος και ένταση... που μάλωνε για χάρη της... αυτός ήταν ένας άλλος άνδρας... πικραμένος και τυφλωμένος από εγωισμό και ζήλια... όχι ήταν σίγουρη πως ήταν έτοιμη να πράξει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της... αποτελούσε ένα λάφυρο απλώς... μόνο και μόνο για να μην ήταν με έναν άλλο άνδρα... για να έχει μόνο αυτός την αποκλειστικότητα... ήθελε απλώς να προστατεύσει τα κεκτημένα του... ήταν έτοιμη να πράξει κάτι παράλογο που στην πορεία θα τους έφερνε στο χείλος της καταστροφής... πολύ κοντά στον γκρεμό... έπρεπε να τρέξει μακριά του... να γλιτώσει... να κρυφτεί... μόνο έτσι θα προστάτευε τον εαυτό της... Αμέσως απομακρύνθηκε μακριά από το αυτοκίνητο για να δώσει τέλος στο μαρτύριο... ο Φίλιππος είχε μπει μέσα ήδη... φώναξε με όλη της τη δύναμη...
«Είσαι βλάκας Ραζή... ο μεγαλύτερος βλάκας που έχω γνωρίσει στη ζωή μου... ποτέ θα καταλάβεις το πόσο σε αγαπάω... μάλλον ποτέ... πάντα θα είμαι απλώς ένα λάφυρο για σένα... και τίποτα περισσότερο...»
Αμέσως άρχισε να τρέχει μέσα στη βροχή... το καλύτερο καταφύγιο τελικά ήταν αυτό που βρίσκονταν χιλιόμετρα μακριά του... αυτός ο άνδρας πότε δε θα της παρείχε ασφάλεια ή αγάπη με την κλασσική έννοια του όρου... αυτός ο άνδρας έπρεπε πρώτα να τα βρει με τον εαυτό του... να αναγνωρίσει τα λάθη του και μετά να λάβει όλες τις υπόλοιπες αποφάσεις... κανείς δεν την ακολούθησε έτρεχε μόνη της... όπως και μόνη της από εδώ και πέρα θα πάλευε με όλους τους εχθρούς... ανάμεσα σε αυτούς θα ήταν ο Φίλιππος Ραζής... είχε πει όχι στην εξουσία τους... είχε πει όχι σε ένα αβέβαιο μέλλον... ίσως και να μην άξιζε κάτι καλύτερο... αλλά ήταν πρόθυμη από εδώ και πέρα να γνωρίσει έναν άλλον κόσμο...
Ο Φίλιππος περίμενε την Αρετή να μπει στο αυτοκίνητο... όταν την άκουσε να φωνάζει προς το μέρος του το πόσο βλάκας ήταν... και ότι ποτέ δεν την αγάπησε θόλωσε... τρελάθηκε... βγήκε αμέσως έξω, κλείνοντας την πόρτα δυνατά... δεν είδε όμως προς πια μεριά πήγε αυτή η προδότρα... Λεπτά πριν της έδειξε πόσο πολύ επιθυμούσε να βρίσκεται μαζί της... την περίοπτη θέση είχε στην καρδιά του... για χάρη της τα είχε βάλει με όλους... Ο Ραζής όμως ήταν πεισματάρης... θα απαιτούσε εξηγήσεις με δικό του τρόπο από εδώ και πέρα... δεν ήταν κορόιδο για να τον περιπαίζει έτσι... να του αναπτερώνει τις ελπίδες και αμέσως στο επόμενο δευτερόλεπτο να τον ποδοπατάει... Είχε έρθει η ώρα για εξηγήσεις... δεν θα ανέχονταν άλλες δικαιολογίες από εδώ και πέρα... είχε έρθει η στιγμή να λογαριαστούν... αυτή τη φορά η ματιά της δεν θα τον παρέσερνε... αυτή τη φορά το μυαλό του είχε καθαρίσει... είχε ξεθολώσει από τη μαγεία του έρωτα που φυλάκιζε τη ψυχή του... Αμέσως έτρεξε ξανά προς το σπίτι της... από μακριά άκουσε ένα ρολόι... η ώρα είχε πάει εφτά το απόγευμα... θα έσπαγε την πόρτα του σπιτιού της εάν χρειάζονταν... θα της μιλούσε πάση θυσία... Η βροχή εμπόδιζε την όραση του αλλά όταν έφτασε κοντά στο σπίτι της τα είδε όλα πιο καθαρά... όλα έβγαζαν νόημα πλέον... το σχέδιο είχε σχεδιαστεί πολύ καλά... με σκοπό τον εξευτελισμό του... του χάρισε την παροδική χαρά και ικανοποίηση μόνο και μόνο για να του κλέψει το χαμόγελο σαν μια μάγισσα.... σαν μια πλανεύτρα καρδιών... Ακούμπησε το στέρνο του... πάλι δεν ένιωσε κάτι... η καρδιά του είχε κρυφτεί και πάλι πληγωμένη...
Κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα για να θαυμάσει το ερωτευμένο ζευγαράκι... τον άφησε και πάλι μέσα στη βροχή για να επιστρέψει και πάλι στην αγκαλιά του αντιπάλου... τα λόγια αγάπης τελικά έχουνε πολλές έννοιες αλλά πάντα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου στις πληγωμένες ανδρικές ψυχές... ένας πληγωμένος άνδρας ήταν πιο επικίνδυνος... ένας άνδρας που είχε χάσει την αξιοπρέπεια του ήταν ικανός για το μεγαλύτερο έγκλημα... Ο κύκλος της φωτιάς είχε σβήσει... το νερό της βροχής είχε κερδίσει... κατάφερε να αφήσει δυο ερωτευμένες ψυχές απροστάτευτες... στην δίνη όλως των στοιχείων της φύσης... Δεν άκουγε του κεραυνούς... δεν άκουγε τον άγριο αέρα... τίποτα δεν τον άγγιζε όσο χάζευε αυτόν να της χαϊδεύει στην πλάτη τρυφερά και να την αγκαλιάζει λες και ήταν το δικό του λάφυρο... ο λύκος είχε ξυπνήσει... ήταν ένα μοναχικό άγριο ζώο άλλοτε ζούσε σε αγέλες και άλλοτε περιφέρονταν μονάχος του... πάντα έψαχνε για ένα νέο θήραμα... για να το κατασπαράξει πεινασμένο... αυτός όμως είχε βρει το θύμα του... κανείς δεν την έκλεβε μακριά του.... κάνεις δεν θα τον κέρδιζε ήταν πιο δυνατός...

Η Αρετή έφτασε σχεδόν έξω από την πολυκατοικία της... είχε βρει ένα προσωρινό καταφύγιο... άκουσε τους κεραυνούς να πέφτουν μανιασμένοι ενώ ξαφνικά ένα ουρλιαχτό άγριου ζώου μέσα σε μια μεγαλούπολη συντάραξε το θλιμμένο τοπίο... Συνέχισε να τρέχει η είσοδος ήταν πολύ κοντά... φοβισμένη κοίταξε λίγο πίσω... κάνεις... κάνεις δεν την ακολουθούσε... ξαφνικά άθελα της έπεσε στην αγκαλιά κάποιου άλλου άνδρα που εκείνη την ώρα βρίσκονταν έξω από την πολυκατοικία... Αγχωμένη και φοβισμένη κοίταξε τον άτυχο άνδρα... προς μεγάλη της χαρά ήταν ο Μάριος... ο Μάριος την περίμενε κάτω από την πολυκατοικία... προφανώς είχε ξεμπερδέψει με τη δουλειά του πιο γρήγορα... πάντα του άρεσαν τέτοιες εκπλήξεις... την έπιασε σφιχτά από τα μπράτσα για να μην πέσει κάτω...
Προβληματισμένος και σχεδόν πάντα καχύποπτος τη ρώτησε ενώ άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί μέχρι εκεί που του επέτρεπε η βροχή... «Αρετή τι έπαθες και τρέχεις σαν κυνηγημένη; Έγινε κάτι; »
Η Αρετή άθελα της μπλέχτηκε στη δίνη ενός νέος ψέματος... δεν υπήρχε κανένας λόγος να ξεσπάσουν φασαρίες για χάρη της... δικαιολογήθηκε αμέσως με ένα αθώο ψέμα... «Όχι... απλώς βγήκα για ψώνια και ξέχασα να πάρω το λεφτά... πείνασα... αλλά τώρα που ήρθες μπορούμε να παραγγείλουμε κάτι μαζί... έχω πεθάνει της πείνας... »
«Ότι θέλει η πριγκίπισσα μου... εγώ κερνάω... για την καθυστέρηση...» της είπε λίγο δύσπιστα ενώ δεν παρέλειψε να χαμογελάσει ώστε να κρύψει την προσωπική του ανησυχία... την πήρε αγκαλιά για να την ηρεμήσει ενώ συνέχισε να κοιτάζει προς την πλευρά από την οποία είχε έρθει η Αρετή...
Η Αρετή ανακουφίστηκε στην αγκαλιά του... ήταν ένας είδους γιατρικό για εκείνην... τον παρότρυνε... «Πάμε... πριν πιάσουμε κανένα κρύωμα..» με τη σειρά της έριξε μια τελευταία ματιά προς τα πίσω... ανακουφισμένη που δεν την ακολούθησε ο άλλος Φίλιππος πέρασε γρήγορα μαζί με το Μάριο στο εσωτερικό της πολυκατοικίας... Η βροχή ήταν πολύ δυνατή... ενώ οι κεραυνοί ηχούσαν δυνατά στο αυτί της... αλλά εκείνη δε φοβόταν πλέον... είχε βρει ένα προσωρινό προστάτη... Μέσα στον πανικό της ήταν μάλλον πολύ δύσκολο να διακρίνει δυο μάτια που τους κοίταζαν απαξιωτικά γεμάτο οργή και αγανάκτηση... δεν είχαν χρώμα μπλε της θάλασσας... ούτε κόκκινα της φωτιάς αφού αυτή είχε σβήσει αλλά ένα νέο χρώμα... γκρι σαν το χρώμα του λύκου...

Ο Φίλιππος επέστρεψε στο αυτοκίνητο του... τα βρεγμένα ρούχα βάρυναν πάνω του αλλά τίποτα δεν ήταν πιο βαρύ από την πέτρα που είχε σκαλώσει στο λαιμό του... Χτύπησε εξοργισμένος την οροφή του αυτοκινήτου με μια γροθιά... ενώ η κλωτσιά στα λάστιχα δεν βοήθησε και πολύ ώστε να καταλαγιάσει το μένος του... τίποτα δεν μπορούσε να απαλύνει λίγο από τον πόνο του ενώ μάταια προσπάθησε να πνίξει την κραυγή θυμού μέσα του... ο δρόμος ήταν άδειος... είχε μείνει και πάλι ολομόναχος... η ίδια η ζωή τον είχε εγκαταλείψει και πάλι... Αρετή ήταν όλη του η ζωή αλλά ήταν ο μόνος που δεν ήθελε να ζήσει... ήθελε να πεθάνει... ήθελε να έχει τον πιο αργό και βασανιστικό θάνατο εάν ήταν εφικτό ακόμη και στην αγκαλιά της... Μπήκε μέσα στο όχημα... έβαλε μπρος ενώ το αυτοκίνητο του μούγκριζε από το θυμό... πάτησε το γκάζι τέρμα, μην υπολογίζοντας πως η ορατότητα ήταν περιορισμένη... Ο Φίλιππος για τις επόμενες δυο ώρες θα αναζητούσε μια άλλη συντροφιά για να ξεθυμάνει... η παροδική λύτρωση όμως δεν θα κρατούσε πολύ... σύντομα θα επέστρεφε στον τόπο του εγκλήματος... ανήμπορος ακόμη και έτσι να κατανοήσει την έννοια της αγάπης...

************************

Η Μάρθα καθόταν ανήσυχη στον καναπέ... είχε βάλει ένα τεράστιο κούτσουρο στο τζάκι αλλά το σπίτι παρέμεινε απελπιστικά κρύο. Για ένα περίεργο λόγο αισθάνονταν πως δεν ήταν μόνη... κράταγε την τράπουλα νευρικά στα χέρια της αλλά όσες φορές και να έριξε τα χαρτιά... δεν έβλεπε κάτι μόνο σκοτάδι... λες και το φύλο της εγγονής της είχε παραδοθεί στο σκοτεινό κόσμο της κολάσεως... το φως του Παραδείσου ήταν πολύ μακρυά... προφανώς οι κίνδυνοι παραμόνευαν από πολλές πλευρές... σίγουρα όμως κάποιος θα γινόταν ο προστάτης της... το μόνο πράμα που έβλεπε καθαρά ήταν το φύλο του Φίλιππου Ραζή... πάντα έπεφτε δίπλα σε αυτό της εγγονής της... ποτέ δε χώριζαν και ποτέ δεν ήταν και μαζί. Αυτή η αλλοπρόσαλλη έλξη την είχε προβληματίσει άπειρες φορές... η εγγονή της εάν και σπάνια μιλούσαν τον τελευταίο καιρό έκρυβε καλά τον πόνο μέσα της... μόνο όταν θα πιέζονταν αρκετά θα αναζητούσε μια συμβουλή... προς το παρών θεωρούσε προφανώς πως ήταν ικανή να τα βγάλει πέρα... πως τα είχε όλα υπό έλεγχο. Η γιαγιά μέσα από αυτή τη μυστικοπάθεια κατάφερε να απομακρυνθεί από την εγγονή της. Παρόλα αυτά ήταν σίγουρη πως η Αρετή από μόνη της θα ερχόταν σε αυτήν...
Εκνευρισμένη με τον άθλιο καιρό... σηκώθηκε να ανακατέψει λίγο τη φωτιά... αποφάσισε να πάρει μια κουβέρτα και να χαζέψει λίγο στην τηλεόραση... όταν επέστρεψε στο καναπέ διαπίστωσε πως δεν ήταν μόνη όμως μέσα στο σπίτι... η μικρή Αρετή επέστρεψε... καθόταν στη μικρή πολυθρόνα προβληματισμένη... είχε ξεχάσει την ύπαρξη της τις τελευταίες μέρες... προφανώς όμως σήμερα είχε έρθει να συνεχίσει την ιστορία... Όμως η Αρετή την εξέπληξε για μια άλλη φορά...
«Συγγνώμη εάν σε τρομάζω... θα με συνηθίσεις με τον καιρό...» της είπε με ένα αναστεναγμό η όμορφη κοπέλα...
«Έφυγες νευριασμένη την προηγούμενη φορά... δεν ήθελα να σε...» σχολίασε η γιαγιά γεμάτη τύψεις...
«Ναι ξέρω... δεν το έκανες επίτηδες... απλώς κάθε φορά και εγώ που τα σκέφτομαι εκνευρίζομαι... αλλά είναι και από την άλλη αυτό που λένε ποτέ μη λες ποτέ... » της δήλωσε κάπως παιχνιδιάρικα σαν να ήθελε να κρύψει ένα ένοχο μυστικό...
«Πες το ξανά αυτό... ποτέ μη λες ποτέ... δε ξέρεις τι σου ξημερώνει...» τόνισε με τρεμάμενη φωνή η Μάρθα...
«Ναι για κάποιους τον ξημέρωμα της επόμενης μέρα πάντα είναι δύσκολο... κρύβει πόνο... θλίψη και απελπισία... και για κάποιους άλλους αδιάφορο διότι πολύ απλά είναι ανάξιοι να αναλογιστούν τις ευθύνες τους...» συμπλήρωσε η Αρετή, ενώ χαμήλωσε το βλέμμα της...
«Ναι ίσως επειδή ο σκληρός άνθρωπος επιβιώνει πιο εύκολα...»
Δεν είναι θέμα επιβίωσης είναι θέμα αξιοπρέπειας... πάντα είμαστε υπόλογοι των πράξεων μας... σύντομα σε διαβεβαιώνω πολλοί θα βρεθούν σε αυτή τη κατάσταση... ανήμποροι να διαχειριστούν το βάρος των ευθυνών...»
«Δυστυχώς όμως έτσι είναι...» ψέλλισε η γιαγιά ντροπιασμένη....
«Δεν είναι ανάγκη να ντρέπεσαι Μάρθα... άλλοι θα πρέπει να ντρέπονται... μην ανησυχείς πολύ γρήγορα θα εμφανίσουν το πρόσωπο τους... θα βγουν από τις κρυψώνες τους και τότε να είσαι σίγουρη πως θα έχεις το πάνω χέρι...» της τόνισε κάπως εκνευρισμένη...
«Αδικήθηκες και εσύ στη ζωή σου αρκετά... πονάς πολύ... αλλά με το μίσος ποτέ δεν κατάφερε κάνεις κάτι...» συμπέρανε αμέσως η γιαγιά... ενώ το μυαλό της πήγε στην εγγονή της...
«Θα είναι μια χαρά... μη φοβάσαι... από εδώ και πέρα τίποτα δεν μπορεί να την κερδίσει... » δήλωσε λες και είχε διαβάσει τις σκέψεις της γιαγιάς....
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε αμέσως, αφού της είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον..,
«Θα περάσει δύσκολα αλλά ποτέ δε θα σκύψει το κεφάλι...» εξήγησε αμέσως, αφήνοντας όμως τη φράση της μισή... σαν να είχε πει ήδη αρκετά...
Η Μάρθα σηκώθηκε όρθια... ήθελε να πλησιάσει την νεαρή κοπέλα... «Από τι θα κινδυνέψει η Αρετή;» τη ρώτησε με πιο απαιτητικό ύφος...
«Πρώτα από τις προσωπικούς δαίμονες και μετά από άλλους πιο σκοτεινούς... αλλά θα επιβιώσει... Αύριο κιόλας θα έχεις επισκέψεις... όλα θα ξεκαθαρίσουν πολύ σύντομα...» πρόσθεσε αυτό λίγο πριν εξαφανιστεί το ίδιο ξαφνικά...
Η Μάρθα κάθισε γρήγορα στον καναπέ της... η αναπνοή της είχε κοπεί ενώ κάτι στέκονταν στο λαιμό της... πίστευε πως πνιγόταν... πίστευε πως κάτι κακό θα συμβεί.... σαν κάποιος να την κράταγε από το λαιμό... Πολύ γρήγορα η αναπνοή της ισορρόπησε... ακόμη και η όραση της... Μια κάφτρα πετάχτηκε στο χαλί... αμέσως σηκώθηκε όρθια να τη σβήσει... Τράβηξε αμέσως προς την κουζίνα να πιει ένα ποτήρι νερό... Δεν είχε ιδέα πως να αποκρυπτογραφήσει τις κουβέντες της νεαρής Αρετής... και σίγουρα δεν περίμενε κανέναν την επόμενη μέρα ειδικά με αυτό τον καιρό... Κόντευε να τρελαθεί... Ξαφνικά άκουσε η φωνή της μάνας της στο μυαλό της... προσπαθούσε να την καθησυχάσει... ηρέμησε κόρη μου...πρέπει να φανείς δυνατή... η Αρετή θα σε χρειαστεί από εδώ και πέρα... μην την πιέσεις... θα τα μάθεις όλα σε λίγο καιρό... Η Μάρθα άφησε απότομα το ποτήρι κάτω... η μάνα της ήρθε να την προειδοποιήσει όπως και τις άλλες φορές... πάντα είχε δίκιο... ποτέ δεν έπεφτε έξω... πλέον ήταν σίγουρη πως η καταιγίδα που είχε ξεσπάσει έξω ώρες πριν δεν θα συγκρίνονταν με τη μελλοντική... το μένος της νέας καταιγίδας θα ήταν πιο τρομαχτικό αλλά ακόμη και έτσι γνώριζε πως η Αρετή θα επιβίωνε με τον έναν ή άλλον τρόπο...

***************************

Ο Αλέξανδρος στέκονταν έξω από την πόρτα της Έλενας... δεν είχε βγει όλο το απόγευμα... προφανώς λυπημένη από τις πικρές κουβέντες του πατέρα της... Μετά από τα παρακάλια της Μαργαρίτας ήταν η σειρά του να προσπαθήσει... Η Έλενα περίμεινε μια άγνωστη γυναίκα για εκείνον αλλά ο τρόπος που τον συμπεριφέρονταν... το γεγονός ότι τον πρόσεχε τόσο πολύ... και σίγουρα τον υπερασπίζονταν δεν τον άφησαν αδιάφορο... είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον του. Είχε πολλά μονοπάτια να εξερευνήσει αλλά στην παρούσα φάση η ψυχική ηρεμία της Ραζή είχε μονάχα σημασία... Ο Αλέξανδρος φώναξε μια ακόμη φορά το όνομα της...
«Έλενα σε παρακαλώ άνοιξε την πόρτα να δω ότι είσαι καλά και θα σε αφήσω πάλι στην ησυχία σου...»
Η Έλενα απάντησε από μέσα με λυγμούς... «Φύγε σε παρακαλώ... δε θέλω να με δεις σε αυτά τα χάλια... είμαι πολύ στεναχωρημένη... θέλω να μείνω μόνη μου...»
«Μερικά δευτερόλεπτα... για χάρη μου... η καημένη η Μαργαρίτα κοντεύει να σκάσει... δεν την λυπάσαι;»
Μετά από λίγα λεπτά σιωπής... η Έλενα ξεκλείδωσε την πόρτα... το πρόσωπο της ήταν κατακόκκινο από τα κλάματα... «Ορίστε με είδες...» του είπε ενώ τα δάκρυα συνέχισαν να τρέχουν...
Ο Αλέξανδρος συγκινημένος την έκλεισε στην αγκαλιά του... «Σώπα... όλα θα γίνουν... έχεις το λόγο μου... μπορεί να μη θυμάμαι αλλά να θυμάσαι... ο πατέρας σου κάποια στιγμή θα πληρώσει...»
«Τον μισώ... για χάρη της σκύλας είναι έτοιμος να θυσιαστεί... δεν αντέχω άλλο... να παρακαλάει το Θεό να μην βρεθεί στο δρόμο μου σύντομα... θα δει τι πάει να πει Έλενα Ραζή...» φώναξε η Έλενα... ο θυμός την είχε κατακλείσει...
«Εξήγησε μου τι έγινε... για να καταλάβω... έχω δικαίωμα να μάθω και εγώ Έλενα... μην με αφήνεις στο σκοτάδι...» τόνισε ο Αλέξανδρος... δεν άντεχε άλλη μυστικοπάθεια...
Η Έλενα τον παρότρυνε να περάσει μέσα στο δωμάτιο της... είχαν πολλά να πούνε αλλά και τόσα άλλα να κρύψει... διότι πολύ απλά κάποιες αλήθειες ήταν καλύτερα να παραμένουν στο σκοτάδι...


*************************


Η Αρετή είχε μείνει μόνη της... κόντευαν μεσάνυχτα...Για μερικές ώρες είχε ξεχαστεί... είχε ξεχάσει τον πόνο της και τη σκιά που την ακολουθούσε μόνο και μόνο για αποκαταστήσει την τιμή του... την ανδρική του τιμή και τον πληγωμένο του εγωισμό... Μέσα στο διαμέρισμα δεν άκουγε ούτε τους κεραυνούς ούτε τα ουρλιαχτά των λύκων... ο δαίμονας προφανώς είχε επιστρέψει στην κόλαση. Ο Μάριος μόλις είχε φύγει... το βράδυ τους πέρασε ευχάριστα με χαλαρή συζήτηση σχετικά με τα παιδικά χρόνια, τις σκανδαλιές τους, τις δυσκολίες, τις χαρές και τις λύπες. Είδε επιτέλους είδε τον Μάριο να της ανοίγετε περισσότερο, ήταν πιο άνετος μαζί της. Δεν του πήρε κουβέντα φυσικά για το παρόν, για τις δραστηριότητες τους και φυσικά για τους συνεργάτες. Και η ίδια πίστευε πως δεν έπρεπε να πιέσει καταστάσεις παραπάνω εάν ήθελε να βγει κερδισμένη αργότερα. Μόνος θα της ανοίγονταν, οπότε το θεωρούσε σκόπιμο... δε βιαζόταν άλλωστε η παρέα του την χαλάρωνε, την έβγαζε από τη μιζέρια, λες και όταν ήταν δίπλα της όλα τα άσχημα όνειρα χάνονταν. Είχε ένα στήριγμα τώρα που η Έρικα και ο Οδυσσέας λείπανε. Αποφάσισε να τηλεφωνήσει στην Έρικα πριν μπει για ένα καυτό ντους. Απογοήτευση όμως... η Έρικα δεν απάντησε αλλά πλέον ήταν και αργά το βράδυ, όποτε ίσως να ήταν μια ακατάλληλη ώρα... Σηκώθηκε επιτέλους από το σαλόνι αφού ακόμη και το υποσυνείδητο της την κορόιδευε... μπήκε να κάνει ένα ακόμη ζεστό ντους αφού το κορμί της το ένιωσε ακόμη τη παγωμένη βροχή... Βγήκε από το μπάνιο μετά από 10 λεπτά... ευδιάθετη... είχε αποφασίσει να διαβάσει ένα βιβλίο για να χαλαρώσει... να ξεχάσει αυτή τη μέρα... να ξεχάσει πως για λίγα λεπτά του κράταγε το χέρι, πανέτοιμη να τον ακολουθήσει... αλλά μετά όμως ξύπνησε από το όμορφο όνειρο... έλπιζε πως αυτό το βράδυ θα κατάφερνε να δει ένα όμορφο όνειρο που θα την ηρεμούσε... θα την έκανε να ξεχάσει... αύριο ήταν πολύ κοντά και η νέα μέρα θα απάλυνε λίγο τον πόνο της... Η Αρετή είχε δίκιο... η αυριανή μέρα σηματοδοτούσε μια νέα αρχή... με νέα δεδομένα... ενώ άθελα της θα βρίσκονταν στη δίνη ενός κυκλώνα... όλες οι ίντριγκες από εδώ και πέρα θα ήταν προσωποκεντρικές... ενώ στην πορεία θα αποκτούσε τον πιο ισχυρό σύμμαχο από όλους...

Ο Φίλιππος είχε πιει αρκετά... το ποτό ήταν η συντροφιά του τις τελευταίες ώρες αλλά και το αλκοόλ δεν μπορούσε να σβήσει την κάψα μέσα του... το φλεγόμενο στήθος του... ένιωσε μισός... ένα ανθρωπάκι... τα είχε βάλει με όλους και με όλα για χάρη της και το ευχαιριστώ της ήταν μια νέα φυγή... έτρεξε πάλι στην αγκαλιά του άλλου του μαλάκα... Θα ερχόταν όμως και η ώρα η δική του... θα ερχόταν η στιγμή που θα αναγκάζονταν να διαλέξει ανάμεσα στα φράγκα και στο όμορφο πρόσωπο της Αρετής... Ο Ραζής ήταν σίγουρος πως θα διάλεγε το πρώτο... κανείς άνδρες δεν ήθελε να χάσει τον πλούτο για χάρη μιας γυναίκας που πέρα από τη σωματική απόλαυση δεν είχε να του προσφέρει κάτι παραπάνω... Έτσι την είχε πατήσει και ο ίδιος και η κατάντια του είχε γίνει περίγελος γνωστών και αγνώστων... Δεν άντεχε άλλο... είχε πιει αρκετά... χρειάζονταν άλλο τρόπο να ξεθυμάνει... χρειάζονταν να αντιμετωπίσει τη ρίζα του κακού μια και καλή... εάν αγαπούσε τόσο πολύ τα λεφτά τότε και ο ίδιος μπορούσε να της προσφέρει αρκετά... να την αγοράσει... ήταν μόνο δικιά του... Το μυαλό ήταν θολωμένο όχι όμως από το αλκοόλ αλλά από τον καταιγισμό εικόνων και εικασιών... τι κάνανε; πως τη φιλάει; της αρέσει; τι σκέφτεται;
Είχε χάσει εντελώς τα λογικά του. Πλήρωσε αμέσως τα ποτά του και αμέσως πήρε το παλτό του... Μπήκε αμέσως στο αυτοκίνητο... αυτή τη φορά χρειάζονταν άλλου είδους απαντήσεις... τι έκανε τον άλλον καλύτερο από αυτόν; γιατί επέλεξε τον μαλάκα και πάλι; Αμέσως βρέθηκε κάτω από το σπίτι της... το σαλόνι της ήταν ακόμη φωτισμένο... προφανώς καλοπερνούσε ακόμη... θα περίμενε εάν ήταν απαραίτητο μέχρι το επόμενο πρωί... Μετά από μισή ώρα έξω στο κρύο και αφού είχε καπνίσει αρκετά... τον είδε να βγαίνει χαρούμενο για την υπέροχη βραδιά που του είχε χαρίσει... πρόσεξε πως ο Μάριος έριξε μια τελευταία ματιά στο μπαλκόνι της λίγο πριν αναχωρήσει με το χαμόγελο του νικητή... Ο Ραζής ήταν εκτός εαυτού... αναρωτιόταν τι δικαιολογίες θα έβρισκε αυτή τη φορά... πως θα τον έπειθε πάλι πως δεν ήταν μια φθηνή και τιποτένια γυναίκα... Περίμενε μερικά λεπτά ακόμη πριν προχωρήσει προς τη πολυκατοικία της... χτύπησε ένα από άλλα κουδούνια και μια φθηνή δικαιολογία πέρασε μέσα... η ώρα που περίμενε είχε φτάσει επιτέλους...

Η Αρετή ανυποψίαστη συνέχιζε να κοιτάζεται στον καθρέφτη... ένιωθε τόσο πολύ κουρασμένη... εξουθενωμένη κυρίως αισθηματικά... Μετά από 20 λεπτά είχε τελειώσει με το μπάνιο της και τη φροντίδα των μαλλιών της. Ευχαριστούσε τη μητέρα της που της χάρισε ολόισια μαλλιά, που δε χρειάζονται κάποια ιδιαίτερη περιποίηση... Το κουδούνι του σπιτιού της ήχησε δυνατά... δεν περίμενε κανέναν όμως εκτός και εάν είχε ξεχάσει κάτι ο Μάριος. Χωρίς να το πολυσκεφτεί πήγε να ανοίξει την πόρτα σιγοψιθυρίζοντας στίχους από ένα αγαπημένο της κομμάτι. Ο επισκέπτης μονάχα ήταν διαφορετικός από αυτόν που περίμενε... ήταν κάποιος που προσπάθησε να διαγράψει, ήταν κάποιος που τελικά δεν έλεγε να καταλάβει τίποτα με καλό τρόπο....
Ο Φίλιππος σαν μαινόμενος ταύρος μπήκε στο διαμέρισμα λες και είχε το κόκκινο... Έκλεισε την πόρτα πίσω του με δύναμη, ενώ η Αρετή έκανε τρία βήματα παραπίσω τρομαγμένη... Προσπάθησε να του μιλήσει γλυκά... αφού η ίδια απέτρεψε το δαίμονα να μπει ξανά στο σπίτι της
«Τι θέλεις από τη ζωή μου Φίλιππε;»
Ο Φίλιππος δεν σχολίασε κάτι, άλλοι άλλωστε ήταν οι λόγοι για τους οποίους είχε αγριέψει... την πλησιάσει με αποφασιστικά βήματα τυφλωμένος από τη ζήλια. Ήταν έτοιμος να διαπράξει το αδιανόητο αλλά τίποτα δε μπορούσε να τον σταματήσει... Είχε φτάσει σχεδόν δίπλα της, όταν η Αρετή του κράτησε το χέρι..
«Τι στην ευχή συμβαίνει Φίλιππε... μίλα μου σε παρακαλώ... θα σε βοηθήσω εάν μπορώ... μίλα μου μη με τρομάζεις άλλο...» πίστεψε πως κάτι σοβαρό είχε συμβεί... ποτέ δεν τον είχε ξαναδεί έτσι...
Αρνούνταν πεισματικά να αφιερώσει έστω και μια λέξη για χάρη της... Το ρολόι χτύπησε... ήταν μεσάνυχτα... το αύριο είχε φτάσει δυστυχώς... Μόλις χθες μερικές ώρες πριν είχε κάνει μια τελευταία προσπάθεια, ρίχνοντας τον εγωισμό του για να είναι μαζί της... Είχε την πρόθεση να ξεχάσει έστω και για λίγο το ποία είναι, τα πεπραγμένα της και σίγουρα τα λάθη της που προκάλεσαν αρκετό πόνο και σε εκείνον και στην κόρη του. Χθες ήταν έτοιμος να κάνει ένα μεγάλο βήμα προς τα μπρος, να την έχει μόνο δική του αλλά η Αρετή του άφησε το χέρι... το κράτησε για λίγο ώστε να ρίξει στάχτη στα μάτια... στην αρχή δε καταλάβαινε το γιατί, δε μπορούσε να χωνέψει την έμμεση απόρριψη... μετά όμως του λύθηκαν όλες οι απορίες... Όσα μυστικά και να έκρυβε κάποιος καλά κάπου, έρχονταν η στιγμή που όλα έβγαιναν στη φόρα... το δούλεμα έπρεπε να τελειώσει οριστικά... Τα νευρά του είχαν φτάσει σε οριακό σημείο και σίγουρα δε θα δεχόταν άλλες δικαιολογίες... Κατέβασε τα χέρια της από πάνω του, την σιχαινόταν...
Η Αρετή όμως δε σταμάτησε... ήθελε να τον ηρέμησει... Έστω και έτσι αγριεμένος, μια σκηνή χιλιοπαιγμένη σε αρκετά κεφάλαια του έργου, ήταν απιστευτα γοητευτικός. Χωρίς να το πολυσκεφτεί σήκωσε δειλά δειλά την παλάμη για να του χαϊδέψει τα μαλλιά... Προς μεγάλη της έκπληξη πάλι την απώθησε... χωρίς να μιλάει... ο Φίλιππος μισούσε τη σιωπή...«Φίλιππε δεν είμαι το λάφυρο σου... δεν μπορεί να είμαστε μαζί... μακάρι να με καταλάβαινες... μακάρι να έβλεπες καθαρά μια φορά... σε πίστεψα... κράτησα το χέρι σου για λίγο διότι ήθελα να σε πιστέψω... »
Απότομα τη διέκοψε... «Και αποφάσισες να τρέξεις στην αγκαλιά του μαλάκα...»
«Φίλιππε τι λες... ποια αγκαλιά... έτρεξα διότι πολύ απλά φοβήθηκα πως θα με κυνηγήσεις... με το Μάριο είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε από το πρωί... αλλά αυτός δεν ήταν ο λόγος που σε άφησα... γιατί δε μπορείς να με καταλάβεις... ο Μάριος δεν έχει σχέση... δεν έχουμε σχεση Φίλιππε το πρόβλημα είσαι εσύ και ο εγωισμός σου....» του εξήγησε... προφανώς ο Φίλιππος είχε βγάλει λάθος συμπεράσματα και πάλι...
«Δηλαδή... για εξήγησε μου για να καταλάβω... γιατί εάν δεν κάνω λάθος με είπες βλάκα... για πες μου λοιπόν... »
«Φίλιππε δεν μπορούμε να είμαστε μαζί... όχι έτσι κάτω από αυτές τις συνθήκες... δεν μου έχεις εμπιστοσύνη... είναι πλέον ολοφάνερο... με το παραμικρό με κατηγορείς... σε με θες... απλώς ζηλεύεις... τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο...
«Αυτό κατάλαβες από τις κινήσεις μου... πως δε σε θέλω;» την πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής... τον έπνιγε ο θυμός... το αλκοόλ είχε αρχίσει να επιδρά αρνητικά πάνω του...
«Αποφάσισε επιτέλους τι θες από έμενα... δεν αντέχω άλλο... εσύ μου έχεις δηλώσει κατηγορηματικά πως δεν αξίζω μία, πως δεν είμαι καλή για σένα και πως πέρασες απλά καλά μαζί μου... τι θέλεις να κάνω Φίλιππε πες μου...» Γύρισε την πλάτη της ώστε να νιώθει τα μάτια του καρφωμένα πάνω της. Έχανε τα λογικά και τις λέξεις μαζί... η ανάσα του μύριζε αλκοόλ, οπότε προτίμησε να μην του δώσει άλλα δικαιώματα...
«Δεν μπορώ να διαγράψω έτσι εύκολα κάποια πράματα... άσε που... έχω τόσα πολλά να κάνω... είναι τόσα που πρέπει να ανακαλύψω... όλα απαιτούν χρόνο και ο Μάριος είναι ο μόνος που μπορεί να με βοηθήσει... τελοσπάντων δεν είναι της ώρα αυτά... σε παρακαλώ... κατάλαβε με επιτέλους...»
«Πάψε να λες το όνομα του... δε θέλω να ακούω το όνομα του από τα χείλη σου... τι στην ευχή να καταλάβω Αρετή πες μου... πως με θες αλλά αποζητάς λίγο χρόνο για να ηρεμήσεις αλλά στο ενδιάμεσο ρίχνεις ένα πήδημα για να μη ξεχάσεις την τέχνη σου... » Της έστρεψε την πλάτη απότομα για να κοιτάζει τα μάτια που τον είχαν φλομώσει με ένα κάρο ψέματα τελικά... μέσα τους έβλεπε μόνο υποκρισία... ειρωνικά χειροκροτήματα... Δεν κοίταζε τα σμαραγδένια μάτια που κάποτε τον έστελναν στην κόλαση...
Εκείνη μάταια προσπάθησε να ελευθερωθεί... ο Φίλιππος την έσφιγγε αρκετά... «Είσαι βλάκας... γι´ αυτό δεν μπορούμε να είμαστε μαζί... ζεις στον κόσμο σου... πλάθεις πάντα σενάρια και χάνεις την ουσία...» του ανταπάντησε με μένος ενώ δάκρυα γλιστρούσαν στα μάγουλα της... η μάχη είχε χαθεί πριν ακόμη να ξεκινήσει τελικά...
«Και εγώ ο μαλάκας προσπάθησα... » Την κράτησε από τη μέση για να τη φέρει σχεδόν κολλητά δίπλα του... οι μυς του κορμιού συσπάστηκαν και φάνταζε θεόρατος μπροστά της... Η λεπτή κλωστή που χώριζε τη λογική από το παραλογισμό κόντευε να σπάσει...
Η Αρετή πάλευε να γλιτώσει... «Άσε με... δε ντρέπεσαι λίγο να μου μιλάς έτσι και εάν δεν κάνω λάθος έχεις χάσει το δικαίωμα να μου ζητάς εξηγήσεις εδώ και καιρό... Σήκω και φύγε τώρα...» Άρχισε να ουρλιάζει... τα δικά της νεύρα ήταν επίσης πειραγμένα...
Ο Φίλιππος με την παλάμη του της έφραξε το στόμα...και με δυο γρήγορες κινήσεις την μετέφερε προς το δωμάτιο κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του... Η Αρετή συνέχισε να ουρλιάζει ακόμη και μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Δεν είχε ιδέα για του που έφταιξε.. του έλεγε πάντα αλήθεια... εάν έφευγε μαζί του ήταν σαν να κορόιδευε πέρα από τον εαυτό της και εκείνον... κανείς από τους δυο δεν ήταν έτοιμος... χρειάζονταν σίγουρα χρόνο... αλλά πλέον δεν είχε άλλη υπομονή να δίνει εξηγήσεις...
«Για πες μου λοιπόν πως περάσατε εσύ και ο άλλος ο μαλάκας;» Συνέχισε να την κρατάει από πίσω από τη μέση και το λαιμό...
Επιτέλους όλα ήταν πιο ξεκάθαρα... αναφερόταν στο Μάριο... το μόνο πρόβλημα του ήταν ο κατά φαντασία αντίπαλος του... πάλι ο εγωισμός πάνω από όλα... εκείνη δεν φαίνονταν πουθενά... «Α μάλιστα... κατάλαβα τώρα γιατί αυτός ο ξεσηκωμός... έχεις βγάλει για μια φορά ακόμη τα συμπεράσματα σου...»
Της έσφιξε το λαιμό πιο πολύ... «Με κοροϊδεύεις κιόλας... έτσι δεν είναι; είσαι μια τσούλα και τίποτα παραπάνω που γουστάρεις να πηδιέσαι με πλούσιους για να στα σκάνε χονδρά... » Την είχε στριμώξει στην ντουλάπα και δεν την άφηνε να κάνει βήμα... «Για πες μου πόσα σου έδωσε;»
Η Αρετή δεν άντεχε άλλο... του είχε δώσει άπειρες ευκαιρίες στο παρελθόν ακόμη και πρόσφατο παρελθόν... ακόμη και τα ηλεκτροσόκ δε θα συμμόρφωναν το Φίλιππο Ραζή, ακόμη και εάν περνούσαν αρκετές ζωές εκείνος θα παρέμεινε ίδιος... «Και να σε χαστουκίσω βρε γελοίε... δε θα καταλάβεις τίποτα... είσαι χειρότερος από ζώον Ραζή διότι τα ζώα έχουν καρδιά... εσύ είσαι μια κατηγορία από μόνος σου... λυπάμαι και ντρέπομαι για λογαριασμό σου... »
«Τι είπες βρωμιάρα... ποια είσαι εσύ που θα με λυπηθεί; ένα τίποτα είσαι που απλώς σου έδωσα αξία... » τα χέρια του γρήγορα βρέθηκαν να σφίγγουν τους ώμους της και να ταρακουνούν όλο το κορμί της πάνω στην ντουλάπα...
«Ένα έχω να σου πω Ραζή... καταριέμαι την ώρα και την στιγμή που δε γνώρισα... καταριέμαι τις αδυναμίες μου και τα λάθη... μάθε πως ήσουν ένα από τα μεγαλύτερα στη ζωή μου...» Δεν ένιωθε πόνο μόνο μίσος... ναι αγαπούσε και μισούσε ταυτόχρονα... ανάμεσα τους υπήρχε μόνο το μαύρο και το λευκό... τίποτα άλλο ενδιάμεσο χωρίς γκρι...
Οι κουβέντες πλέον ήταν σαν χείμαρρος, έτοιμες να παρασύρουν τα πάντα στο διάβα τους... πικρόχολες μεν αλλά χωρίς γυρισμό δε... όπως και οι πράξεις... Ύψωσε το χέρι του για μια ακόμη φορά.... το μετάνιωσε στο επόμενο δευτερόλεπτο... «Δεν αξίζεις καν... εγώ φταίω και κανείς άλλος...» Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω...
Η Αρετή απελευθέρωσε από μέσα της το δικό της δαίμονα... οι σταγόνες πλέον είχαν ξεχειλίσει το ποτήρι και έπρεπε με κάποιον τρόπο να αμυνθεί... «Βάρα εάν σου βαστάει... αυτό άλλωστε ξέρεις να κάνεις πολύ καλά και τίποτα άλλο... είσαι για λύπηση Ραζή, χρειάζεσαι επειγόντως κλινική βοήθεια... βάρα και εάν τολμάς βγες να το βροντοφωνάξεις....» Με τα χέρια της ακούμπησε την παλάμη του στο πρόσωπο της... «Χτυπά αλλά μετά μην αναρωτηθείς πως το έμαθαν και άλλοι...»
Ο Φίλιππος δε χρειάστηκε περισσότερο λάδι... η φωτιά ήταν ισχυρή μέσα του... παντού έβλεπε κόκκινο... το χρώμα του πάθους αλλά και του μίσους, το χρώμα του πολέμου και μόλις τώρα η Αρετή του είχε κηρύξει πόλεμο... Την πλησιάσει ξανά δίχως δεύτερη σκέψη, αρπάζοντας την από τα μαλλιά. Αυτή τη φορά την οδήγησε στο κρεββάτι... «Για πες μου τι θα κάνεις δηλαδή; θα τα πεις στο γκόμενο σου;» Πλέον ήταν ασυγκράτητος... εκείνη τον προκάλεσε... Συνέχισε να της φωνάζει ενώ πάλευε να ελευθερωθεί.... «Δεν έχεις να πας πουθενά μέχρι να βάλουμε τα πράματα σε μια τάξη... » Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη ανέβηκε από πάνω της, κρατώντας τα χέρια.
«Ξεκουμπίσου από πάνω μου... εγώ φταίω που σε πίστεψα και κανείς άλλος... άφησε με σε παρακαλώ... κέρδισες... άφησε με και χάσου από μπροστά μου» Πάλευε να ελευθερωθεί... πάλευε με την ίδια την καρδιά... πάλευε με ένα φάντασμά, πάλευε με κάποιον που κάποτε αγάπησε...
Εκείνος όμως δεν την άφηνε, το μυαλό του είχε θολώσει... «Ώστε με παρακαλείς τώρα... ενδιαφέρον... ». Συνέχισε να βρίσκεται από πάνω της... συνέχισε να την κρατάει αιχμάλωτη ελπίζοντας πως δε θα έφευγε ποτέ από κοντά του με αυτόν τον άνανδρο τρόπο... «Έχω περιέργεια έτσι παρακάλαγες και τον άλλον όλες αυτές τις ώρες.. έτσι ή δεν χρειάστηκε;»
Η Αρετή είχε κουραστεί από την υπερπροσπάθεια, της ήταν αδύνατο να νικήσει τον Ραζή... Προτίμησε να τον κάνει να τη σιχαθεί για την αφήσει επιτέλους.... «Όχι δε χρειάστηκε... έχει βλέπεις τον τρόπο του Ραζή... δεν είναι σαν και σένα... ». Οι κουβέντες της τρόμαξαν και την ίδια αλλά δεν είχε πλέον τον έλεγχο... ο εγκέφαλος έδινε εντολή και εκείνη εκτελούσε... «Ήταν όλα τόσο υπέροχα... φαντάζομαι πως δε χρειάζεται να μπούμε σε λεπτομέρειες.. και αφού τώρα έμαθες τι συνέβη μπορείς να με μισήσεις, να με βρίσεις κάνε ότι θες δε με νοιάζει... θέλω να μη ξαναβρεθείς μπροστά μου... »
Ο Φίλιππος πλέον βρισκόταν εκτός ελέγχου... είχαν φουντώσει μέσα του μονομιάς όλα μαζί, μίσος, θυμός, ζήλια, οργή, και απλώς η Αρετή με τη λέξη πρόκληση ενδυνάμωσε τη φλόγα... Χωρίς να εξουσιάζει ο εγκέφαλος τις κινήσεις του της έκλεισε το στόμα ενώ με μια απότομη κίνηση τις έσκισε τα ρούχα... είχε μείνει μόνο με τα εσώρουχα... μανιασμένα ξεκίνησε να τη φιλάει στο λαιμό... Η Αρετή του φώναζε κάτι αλλά αρνούνταν να την ακούσει... Τα δάκρυα της έκαψαν τα δάχτυλά του αλλά δεν έκανε πίσω... είχε διαλέξει ένα δρόμο χωρίς γυρισμό, ένα δρόμο ντροπής, ένα δρόμο κατευθείαν στο γκρεμό, για τον οποίο θα μετάνιωσε για όλη του τη ζωή... Το αντικείμενο του μίσους συνέχισε να παλεύει... ήθελε να του πει κάτι... αλλά γνώριζε καλά το τι... δεν είχε σκοπό να την υπακούσει... Συνέχισε τα φιλιά σε όλο το κορμί της, τα στήθη της τον παρότρυναν να συνεχίσει το έργο του... ήταν σίγουρος πως και εκείνη ποθούσε το ίδιο πράμα... Οι λυγμοί της δεν τον συγκινούσαν πλέον... Στο τέλος αφαίρεσε το εσώρουχο... η γύμνια της τον ζέσταινε περισσότερο... ο τρόπος που αντιστέκονταν μόνο και μόνο για να τον αναγκάσει σε μια άτακτη φυγή τον προκαλούσε απλώς περισσότερο.... Αφαίρεσε στη συνέχεια και τα δικά του ρούχα... θα της έδινε αυτό επιτέλους που αναζητούσε τόσο καιρό με τα παιχνίδια της....
Τα δάκρυα στέρεψαν από μόνα τους... έπαψε να παλεύει, στην αρχή ήθελε να ουρλιάξει αλλά τώρα προτίμησε τη σιωπηλή τιμωρία... Η ψυχή της είχε μεταφερθεί κάπου άλλου, προσπάθησε να κρυφτεί από το κακό, μόνο το σώμα της κείτονταν ξαπλωμένο στο κρεββάτι, άψυχο, έρμαιο των ορέξεων ενός εφιάλτη... Ήταν σίγουρη πως γρήγορα θα ξυπνούσε και το κακό όνειρο θα παρέμεινε ένα απλό όνειρο όπως τα υπόλοιπα που έβλεπε όταν ήταν μικρή, την εποχή που βασανίζονταν από αμέτρητα γιατί... Σίγουρα ήταν όνειρο, πάνω της στέκονταν μια σκιά, δε μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπο του, η σκιά εξερευνούσε κάθε σπιθαμή του γυμνού κορμιού της... εάν έμπαινε κάτω από το πάπλωμα ίσως τα φαντάσματα φεύγανε μακριά, ίσως την αφήναν στην ησυχία της... εάν έλεγε ίσως μια προσευχή, η Παναγία μπορούσε να τη βοηθήσει... αλλά το φως και ο παράδεισος ήταν πολύ μακριά, έπρεπε να διανύσει τα σκοτεινά μονοπάτια της κολάσεως. Προσπάθησε να φωνάξει χωρίς επιτυχία, η σκιά συνέχισε να την ταλαιπωρεί, το άλλοτε τρυφερό άγγιγμα της σκιάς της προκαλούσε ρίγος, τώρα μόνο αηδία... ´Έκανε μια τελευταία προσπάθεια αλλά οι φωνητικές χορδές βρισκόταν αποκομμένες από το κέντρο λειτουργίας του εγκεφάλου... τα φιλιά γινόταν όλο και πιο παθιασμένα αλλά εκείνη δεχόταν μαστιγώματα στις ήδη ανοιχτές πληγές... Περίμενε πότε η σκιά θα εξαφανιστεί για να χωθεί κάτω από το πάπλωμα... έτσι της είχε πει η γιαγιά της κάποτε, δεν είχε λόγο να την αμφισβητήσει... εάν έκλεινε τα μάτια ίσως κρυβόταν ο τρόμος. Το στόμα της είχε ελευθερωθεί αλλά πλέον δεν είχε κάτι να πει... ήταν πολύ αργά για κλάματα, ήταν πολύ αργά για να παλέψει, η σκιά ήδη είχε επιτελέσει το έργο της και η φωνή της ικανοποίησης ακούστηκε σαν ουρλιαχτό μες στη νύχτα από αγέλη λύκων. Ευτυχώς που η ψυχή της περιφερόταν κάπου άλλου έστω κάπου σκοτεινά... προσωρινά είχε γλιτώσει... το σώμα της όμως όχι... κρύωνε πολύ, έτρεμε κυριολεκτικά, η όραση της δεν είχε επανέλθει πλήρως αλλά δεν ένιωθε τη σκιά πάνω της... Είχε καταφέρει επιτέλους να τη διώξει... Χωρίς να το πολυσκεφτεί χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα, κλείνοντας τα μάτια. Όταν θα τα ξανάνοιγε όλα θα γινόταν όπως πρώτα... εφιάλτης ήταν απλώς και θα περνούσε με το ξημέρωμα της νέας μέρας....

**********************

Η Έρικα ξύπνησε απότομα μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα... πνιγόταν κυριολεκτικά, δεν μπορούσε να ανασάνει... Ο Οδυσσέας ανήσυχος έτρεξε να της φέρει λίγο νερό... Μετά από λίγο η Έρικα ηρέμησε... προσπάθησε να του εξηγήσει...
«Οδυσσέα μου πνιγόμουν κυριολεκτικά λες και κάποιος μου έφραξε το στόμα στον ύπνο μου... δε ξέρω τι συμβαίνει... ακόμη δε μπορώ να συνέλθω...»
Ο Οδυσσέας παρατηρούσε την Έρικα, είχε ιδρώσει, είχε κοκκινίσει από την υπερπροσπάθεια να συνέλθει... ακόμη και τώρα η φωνή της έβγαινε με δυσκολία... «Ησύχασε μωρό μου εφιάλτης ήταν πάει πέρασε... ησύχασε» Την κράταγε αγκαλιά για να την ηρεμήσει...
«Όχι όχι δεν είναι αυτό... κάτι άλλο συμβαίνει σου λέω... σπάνια βλέπω τέτοια όνειρα... είμαι σίγουρη Οδυσσέα...» Της ξέφυγε κάτι σαν κραυγή αγωνίας...
«Έρικα ησύχασε θες να τους σηκώσεις όλους στο πόδι... σεβάσου τον άρρωστο πατέρα μου...»
«Εδώ κόντεψα να πνιγώ στον ύπνο μου και εσύ μου λες τα δικά σου... πως μπορώ να ηρεμήσω... είμαι σίγουρη πως κάτι θα συμβεί... κάτι πολύ κακό... και το όνειρο ήταν μια προειδοποίηση...» Αγρίεψε η Έρικα... περίμενε τουλάχιστον μεγαλύτερη κατανόηση...
«Τι προειδοποίηση γλυκιά μου... τι είναι αυτά που λες... μήπως είσαι άρρωστη, έχεις πυρετό;» ακούμπησε το χέρι στο μέτωπο της για να ελέγξει τη θερμοκρασία...
Η Έρικα του τράβηξε το χέρι άγαρμπα... «Δεν είμαι τρελή σου λέω... είναι σαν κάποιος να με προειδοποιούσε να μην επέμβω σε κάτι... σαν να μου έλεγε μην τολμήσεις να βοηθήσεις κάποιον... μόνο αυτό θυμάμαι... δε ξέρω τι να πω... ήταν τόσο ρεαλιστικό...»
Ο Οδυσσέας τη φίλησε στο μέτωπο γλυκά... «Ονομάζετε εφιάλτης αγάπη μου... εφιάλτης... είμαι διπλά σου μην ανησυχείς...» Της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά...
«Μακάρι να έχεις δίκιο... μακάρι...» Με τη σειρά της τον πήρε αγκαλιά... χρειαζόταν την ήρεμη αύρα του για να ησυχάσει εάν και μέσα της δεν είχε πειστεί.... φοβόταν το αύριο...
***************************

Την επόμενο πρωί, ξημέρωσε μια νέα μέρα με καθαρό ουρανό και τον ήλιο να παλεύει να ελευθερωθεί πίσω από τα λιγοστά σύννεφα... αλλά όχι για εκείνη... στη ψυχή της ο ήλιος είχε κρυφτεί για τα καλά.. επικρατούσε μόνο σκοτάδι γύρω της... Τα χέρια του συνέχισαν να την κρατάνε αγκαλιά όμως όλο το βράδυ.... κοιμόταν βαθιά... λες και η χαρά της νίκης του είχε φέρει υπνηλία. Εκείνη συχαίνονταν τον ίδιο, συχαίνονταν την Αρετή και τα χάλια της. Ο εφιάλτης τελικά δεν έφυγε... συνέχισε να τον ζει όλο το βράδυ στο μυαλό της αυτή τη φορά... οι ίδιες σκηνές, τα ίδια δέκα λεπτά ξανά και ξανά... Ακούμπησε το στήθος της, η καρδιά χτυπούσε υποτονικά, λες είχε υποστεί μια ανεπανόρθωτη βλάβη... Ακόμη έψαχνε την εξαφανισμένη ψυχή, ίσως να είχε χαθεί σε κανέναν σκοτεινό λαβύρινθο Μόνο στο σώμα της μπορούσε να δώσει εντολές από εδώ και πέρα μέχρι να επιστρέψει η ψυχή στη θέση της. Ήταν εύκολο να το καθοδηγήσει, δεν έχει μάθει στην ανυπακοή άλλωστε. Αθόρυβα άνοιξε την πόρτα του δωματίου φροντίζοντας να αρπάξει στα γρήγορα 2-3 αλλαξιές ρούχων από την ντουλάπα. Πήρε το πορτοφόλι, κινητό και τα κλειδιά και έφυγε, λέγοντας ένα μεγάλο αντίο στο παρελθόν. Ο κρύος αέρας την ζωντάνεψε... δεν είχε που να πάει αλλά δεν την ένοιαζε, ακόμη και εάν κοιμόταν στα παγκάκια... ακόμη και εάν ζητιάνευε ακόμη κάποιος τρελός της επιτείθονταν... Δεν είχε σημασία, είχε γλιτώσει, είχε φύγει μακριά από εκείνο το σπίτι που μύριζε σαπίλα και σήψη. Εκεί μέσα μερικές ώρες πριν κείτονταν ένα άψυχο κορμί... δεν άντεχε την μυρωδιά της κτηνωδίας. Το κρύο ήταν απλώς πολύ καλύτερο... της θύμισε το ποια ήταν και τι μπορούσε να κάνει από εδώ και πέρα. Όση ώρα περπάταγε ολομόναχη στους μισοάδειους δρόμους τόσο σκεφτόταν τι ήταν η αγάπη... τελικά κατέληξε στο συμπέρασμα πως η πραγματική αγάπη δεν ήταν η αγάπη των ερωτικών τραγουδιών, δεν ήταν η αγάπη που εξυμνούσαν οι ποιητές και οι καλλιτέχνες αλλά πως η πραγματική αγάπη ισοδυναμούσε με αδυναμία... η δική της αγάπη έδωσε αυτομάτως το δικαίωμα σε κάποιον να την συνθλίψει με το πιο βίαιο τρόπο... Η αγάπη των παραμυθιών δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με την αγάπη της δικής της ωμής πραγματικότητας. Δεν ένιωσε πόνο, οργή ή κάτι άλλο απλώς ένα κενό, προφανώς η αγάπη είχε χαθεί τόσο εύκολα... παρέμειναν μόνο κάποια θραύσματα αλλά το γυαλί εάν ραγίσει δε ξανακολλάει. Δεν υπήρχε κάτι άλλο να τους ενώσει από εδώ και πέρα, της έκλεψε τα πάντα... τα πάντα ακόμη και το χαμόγελο. Αντιθέτως υπήρχαν πολύ περισσότερα να τους χωρίσουν... Απότομα σταμάτησε στη μέση του, έσφιξε τις παλάμες σε στάση προσευχής, χθες δεν εισακούστηκαν οι προσευχές της ήλπιζε πως σήμερα θα ήταν διαφορετικά τα πράματα... ήλπιζε στη σωτηρία... ήλπιζε... Υπήρχε κάποια που θα την προστάτευε, υπήρχε κάποια σε αυτόν τον κόσμο που δε θα την μάλωνε κάποια που δεν θα επέτρεπε κανέναν από εδώ και πέρα να της προκαλέσει άλλο κακό.... Τελικά βρήκε προορισμό... μια στάση ζωής... είχε πάρει τις οριστικές αποφάσεις... Άφησε μηνύματα πρώτα στη δουλειά, έπειτα στην Έρικα και στη συνέχεια στο Μάριο ώστε να δικαιολογήσει την εξαφάνιση της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που εξαφανίζονταν άλλωστε... Στην συνέχεια πέταξε την κάρτα του τηλεφώνου στα σκουπίδια... Βρήκε ταξί με προορισμό το σταθμό Υπεραστικών Λεωφορείων.. η γιαγιά της και χωρίς να την ενημερώσει ήταν σίγουρη πως θα την περίμενε... θα τα είχε “δει” όλα....

Ο ηλιαχτίδες πάλευαν πίσω από τα σύννεφα... Το φως στο δωμάτιο γινόταν όλο και έντονο... Ο Φίλιππος με τα χέρια του αναζήτησε το κορμί της, όμως δεν έβρισκε κάτι, το απόλυτο τίποτα ήταν ολομόναχος κάτω από τα σκεπάσματα. Χθες είχε πιστέψει πως θα μπορούσε να πει αντίο στην προδοσία... θα έφευγε σαν κύριος αφού πρώτα της έλεγε δυο λογάκια αλλά δεν άντεξε... τα μάτια της, το σώμα της, η ειρωνεία της, ο τρόπος που αντιστέκονταν τον φούντωσαν παραπάνω... δεν μπορούσε να συγκρατήσει τις ορμές... δεν τον ένοιαζε που κοιμήθηκε με έναν άλλον άνδρα μόλις το προηγούμενο βράδυ, αρκεί που την είχε αυτός... Η Αρετή πάλευε να γλιτώσει... αλλά το είχε ξανακάνει αυτό με την ίδια κατάληψη πάντα... δεν ήταν κάτι διαφορετικό το χθεσινό, ήταν σίγουρος πως επίτηδες τον προκάλεσε για να βγάλει όλο το θυμό σου κατά τη διάρκεια της πράξης. Τα κατάφερε μια χαρά... πήρε αυτό που τις άξιζε, πήρε το μέγιστο πάθος που θα μπορούσε να τις προσφέρει. Φυσικά και ο ίδιος το ευχαριστήθηκε σε τέτοιο βαθμό που αποφάσισε να κοιμηθεί πλάι της για να την αγκαλιάζει όλο το βράδυ παρόλο που την συχαινόταν, τη μισούσε... Την αναζήτησε στο δωμάτιο και έπειτα στο σαλόνι αλλά τίποτα.. η Αρετή είχε εξαφανιστεί... Για πρώτη φορά έφυγε εκείνη από δίπλα του χωρίς να καν να της το ζητήσει... Παραξενεύτηκε με το νέο της παιχνίδι... δεν είχε το μυαλό να διακρίνει τη λεπτή διαχωριστική γραμμή που καθορίζει την ασέλγεια από τον έρωτα, την κτηνωδία από την αγάπη... όλα στο μυαλό του ήταν αγγελικά πλασμένα δίχως ίχνος μεταμέλειας... η μεταμέλεια φανέρωνε συνείδηση και εκείνος πολύ απλά δε διέθετε... Θα επιστρέψει από μόνη της... πάλι στο δρόμο μου θα βρεθεί... και θα με παρακαλάει... σκέφτηκε χαϊδεύοντας το γυμνό κορμί του. Σε όλα είχε δίκιο ο Φίλιππος... η Αρετή θα επέστρεφε, πάλι στον δρόμο του θα έπεφτε και σίγουρα θα τον παρακαλούσε... στην πορεία άλλωστε εκείνη θα είχε κάτι πολύτιμο να προστατεύσει... αλλά ο ίδιος θα κινδύνευε να χάσει το νόημα της ζωής... κάποιοι θα φρόντιζαν να του κλέψουν τη χαρά με το πιο ύπουλο τρόπο...