Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 72ο (ΤΕΛΟΣ)


72 – Ο Χορός της Φωτιάς


Η Αρετή πέρασε τα χέρια ανάμεσα στα μαλλιά κρύβοντας το πρόσωπο. Η απόγνωση διαγράφονταν ολοκάθαρα αλλά πάλευε να αντισταθεί, να μην τρέξει πίσω του. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που τον άκουγε να μιλάει για τον εαυτό του. Το εγώ πάλευε με τον πόθο και ο στιγμιαίος σπινθήρας, το ανθρώπινο λάθος και η μοιραία έλξη ήταν αρκετή για αναζωπυρωθεί η φωτιά. Το παιχνίδι καλά κρατούσε, μια λέξη, μια λάθος κίνηση και όλα θα ξεκινούσαν από την αρχή. Δεν ήταν μόνο τα λόγια του που την παρέσερναν αλλά όλο το παρουσιαστικό, αυτή η επιβλητικότητα. Το πάθος μαζί με την εμμονή, μια ασυμβίβαστη ύπαρξη την οποία δυσκολεύονταν να αποκρυπτογραφήσει. Οι επιλογές ήταν μονάχα δυο και μόνο δυο. Ή θα τον άφηνε να φύγει με το φόβο πως δε θα επέστρεφε ποτέ ή θα φώναζε το όνομα του όπως παλιά.
Φίλιππε!” φώναξε αμέσως καθώς η βροχή είχε κοπάσει ελάχιστα. “Υπάρχει περίπτωση να...”
Αυτός κοντοστάθηκε, ακούγοντας το όνομα του. Ίσως χρειαζόταν να την πείσει, να σκιαγραφήσει τον κόσμο του δίχως την παρουσία της.
Περίπτωση να γιατρευτώ; να σταματήσω να ζω; να ξεχάσω;” τη ρώτησε απότομα. “Αρνούμαι να γιατρευτώ, το φάρμακο μου προσφέρει προσωρινή ανακούφιση και τότε είναι που συνειδητοποιώ πως δεν δε ξυπνάς δίπλα μου. Διαλέγω την τρέλα διότι αυτή μας ένωσε κάποτε. Εάν πεθάνω δε θα λυτρωθώ, η ψυχή μου θα αγωνίζεται να βγει από την κόλαση για να σε κατακτήσει ξανά και ξανά. Να σε ξεχάσω; αδύνατο διότι κοντά σου βρήκα το φως. Μου δίδαξες πως να διεκδικώ, πως να κερδίζω και στο τέλος να αγωνιώ παγιδευμένος στα δίχτυα του έρωτα”
Περάσαμε πολλά, ποτέ δεν μου είπες τι πραγματικά αισθάνεσαι...” αναστέναξε βιαστικά καθώς διαπίστωνε πως τα χρονικά περιθώρια στένευαν.
Εάν ακόμη και τώρα δεν μπορώ να σε πείσω Αρετή, τότε σίγουρα είμαι καταραμένος...δεν είμαι σίγουρος καν για τον ίδιο μου τον εαυτό!”
Και ο γιος σου;” τον ρώτησε απότομα.
Ο γιος μου... με έπεισε να συνεχίσω... ένας άγγελος που αντιστάθηκε στον δαίμονα. Ένας άγγελος, κομμάτι δικό σου... Θα σταθώ δίπλα του όπως πρέπει...”
Η καρδιά του Φίλιππου χτυπούσε δυνατά, η απόσταση μεταξύ τους τον σκότωνε αλλά δεν είχε δικαίωμα να την πλησιάσει εάν δε το ζητούσε πρώτη. Έκλεισε τα μάτια για λίγο καθώς άκουγε μια γλυκιά μελωδία να ηχεί κοντά τους. Η βροχή κατάφερε να σβήσει τη φωτιά... αυτός πάλευε και αυτή μπερδεμένη αναζητούσε το σωστό μονοπάτι. Στο ένα πρόσταζε η καρδιά στο άλλο πρόσταζε η λογική. Και η ίδια άκουγε την ίδια μελωδία, είχαν αφήσει ένα μισοτελειωμένο χορό στη μέση αλλά οι σκόρπιες υποσχέσεις είχαν ήδη είχαν καεί. Και όμως εκείνη τη στιγμή που ένιωθε πιο αβοήθητη από ποτέ, άντλησε δύναμη από το μωρό μέσα της. Αυτό το πλάσμα άξιζε όλη την αγάπη. Μια φωνή την παρότρυνε να ακολουθήσει τα βέλη του έρωτα, το δρόμο της αγάπης πατώντας ακόμη και στα αγκάθια.
Ραζή!” αυτή τη φορά τον φώναξε με το επίθετο του.
Ναι κυρία Ραζή!” της είπε γυρίζοντας την πλάτη πάλι.
Είμαι έγκυος” του αποκάλυψε πιο σίγουρη από τότε. Τώρα όλα ήταν διαφορετικά, δεν είχε λόγο να μην την πιστέψει, θα αποκτούσαν το δεύτερο παιδί και αυτός θα ήταν παρόν, κοντά της όλους αυτούς τους μήνες.
Ο Φίλιππος όμως αντί να σταματήσει, αντί να στρέψει το κορμί του προς το μέρος της συνέχισε με αργό βηματισμό προς την έξοδο του κοιμητηρίου. Μόνο το χαμόγελο στο πρόσωπο μαρτυρούσε την ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνδρας στον κόσμο αλλά είχε έναν ακόμη δύσβατο δρόμο να διανύσει...
Η Αρετή για μια ακόμη φορά έμεινε μόνη. Το υποσυνείδητο την κορόιδευε. “τι πίστευες πως θα σου έλεγε πως σε αγαπά, πως λιώνει για σένα, πως από εδώ και πέρα δε θα σας χωρίσει τίποτα;” αναρωτήθηκε αμέσως αλλά σε λίγες μέρες θα διαπίστωνε το πόσο παρανοϊκός ήταν.

Η Έρικα την πίεσε παραπάνω. Ενθουσιασμένη με τα νέα, κατσιάδιαζε τη φίλη της με μεγάλες αγκαλιές.
Ήταν να μην πάρεις μπρος φιλενάδα....και κακώς που το έκρυψες. Είμαι σίγουρη πως περιμένεις κορίτσι!”
Έτσι ήταν το σωστό, με όλα αυτά που συνέβησαν! Και για να έχουμε καλό ερώτημα πως το γνωρίζεις;” αντέδρασε η Αρετή. Οι άσχημες μνήμες ήταν ακόμη νωπές.
Γιατί το πρόσωπο του άλλαξε, δε ξέρω λέω καμιά βλακεία να περάσει η ώρα! Νιώθω τύψεις!”
Κακώς!” τη μάλωσε αμέσως. “Είπαμε το παρελθόν ανήκει στο παρελθόν!”
Και τον Οδυσσέα μπορείς να τον συγχωρέσεις;” τη ρώτησε αμέσως.
Η Αρετή γέλασε με ύφος της κολλητής της. Αυτό το ένοχο βλέμμα δεν της ταίριαζε.
Όχι τόσο εύκολα!” εξήγησε με ειλικρίνεια διότι όλοι τους χρειάζονταν χρόνο τελικά.
Και αυτόν; τον σάτυρο τον βλάκα μπορείς να το συγχωρέσεις;” τη ρώτησε για πολλοστή φορά.
Δε ξέρω... χρειαζόμαστε χρόνο και οι δυο!”
Να σου θυμίζω πως αυτός ο άνδρας δε φημίζεται για την υπομονή του!”
Ναι αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει κάνει κάποια κίνηση...”
Η Έρικα περιπαιχτικά δήλωσε το αυτονόητο. “Όσο εσύ βρίσκεσαι κλεισμένη εδώ μέσα, παίζοντας την πιστή Πηνελόπη φυσικά δεν έχει λόγο. Ας σε πλησίαζε αρσενική γάτα και θα τα λέγαμε!”
Τέρμα με αυτά τα κόλπα!”
Τι να πω! Τα έχω χαμένα! Πάντως αυτή η σιωπή του Φίλιππου με τρομάζει τόσες μέρες!”
Και εμένα με τρομάζει!” παραδέχτηκε, νιώθοντας ένα σφίξιμο στο στομάχι.
Και με το Μάριο έχεις επικοινωνήσει καθόλου;”
Ελάχιστα, βαρέθηκα να ακούω δικαιολογίες, αυτό το κεφάλαιο τελείωσε!”

Τότε τις δυο φίλες διέκοψε ο Οδυσσέας. Αυτή τη φορά ο ρόλος ήταν του αγγελιοφόρου. Σαφώς είχε πληγώσει τη γυναίκα που χαρακτήριζε ως αδερφή του αλλά επέμενε πως όλα είχαν μια λογική, πως έτσι κάποιοι έλαβαν το μάθημα τους.
Καλώς τον!” τον πείραξε η Έρικα. “Λέμε γυναικεία πράματα, προτείνω να προσέξεις λιγάκι την κόρη που κοντεύει να ξεχάσει ποιος είναι ο πατέρας της”
Άφησε μας μόνους με την Αρετή” την παρακάλεσε.
Ήταν από τις λίγες φορές που η Έρικα δεν αντέδρασε. Άφησε τον Οδυσσέα μόνο με την Αρετή διότι έτσι μόνο θα ξεκαθάριζαν κάποια πράματα. Μόνο που η πρόθεση του άνδρα της ήταν άλλη. Σκόπευε να της μιλήσει για το μέλλον.
Κάποτε μου ζήτησες να κάνω υπομονή με τη φίλη σου, με παρακάλεσες να παλέψω και εγώ σε άκουσα. Δε θα σου δικαιολογηθώ, ούτε θα σε πιέσω για τη συγχώρεση αλλά είμαι εδώ για να σου ζητήσω να παλέψεις... να παλέψεις για εκείνον διότι ορκίζομαι στο όνομα της αδερφής μου πως δεν έχω ξαναδεί έναν άνδρα να αγωνίζεται με τέτοιο πάθος ώστε να προστατεύσει τη γυναίκα που αγαπάει!”
Με αγαπάει; έτσι δείχνουν την αγάπη;” αναρωτήθηκε με αυστηρό ύφος.
Καμιά φορά και έτσι... πάλεψε, διεκδίκησε κατέκτησε. Δικός σου είναι και δικός σου θα παραμείνει αρκεί να το θες!” την παρότρυνε. “Είμαι σίγουρος πως πολύ σύντομα θα διαπιστώσεις πως αρκετοί άνδρες αρνούνται πεισματικά να πούνε, να ψιθυρίσουν αυτά που θέλουν οι γυναίκες αλλά πάντα υπάρχει και ο άλλος τρόπος....” εξήγησε αινιγματικά.
Οδυσσέα!” σούφρωσε τα χείλη. “τα μυστικά μας κατέστρεψαν...”
Και αυτά σας ένωσαν... θα δεις...”
Την άφησε μόνη για να σκεφτεί. Η ίδια όμως πνιγόταν στο ίδιο δωμάτιο. Αποφάσισε να βγει μια βόλτα με το γιο της να ξεσκάσουν λιγάκι. Δεν πρόλαβε όμως να ανοίξει την πόρτα όταν διαπίστωσε πως βρισκόταν μια ανθοδέσμη ακουμπισμένη στο μικρό σκαλάκι. Μια ανθοδέσμη μεγάλη με πανέμορφα κόκκινα τριαντάφυλλα. Συνοδευόταν και από μια κάρτα. Αμέσως αναγνώρισε το γραφικό του χαρακτήρα. Το δε μήνυμα λιτό την εξέπληξε...

Χορεύουμε;

Τη ρωτούσε εάν ήθελε να χορέψει μαζί του και αυτή ξαφνικά διαπίστωσε πως φοβόταν αυτόν τον χορό όσο τίποτα άλλο στον κόσμο...
Μια μέρα αργότερα η Αρετή αποφάσισε να τον συναντήσει. Η γιαγιά της το προηγούμενο βράδυ της χάρισε περίσσια δύναμη, παροτρύνοντας την για το αυτονόητο.
Η καρδιά πονάει, η καρδιά λυτρώνει, σε καθοδηγεί αλλά σπάνια κάνει λάθος!” της ψιθύρισε γλυκά.
Έτσι την επόμενη μέρα έλαβε την απόφαση να ξεπεράσει και πάλι το εγώ, να τσαλαπατήσει την αξιοπρέπεια και να παραδοθεί άνευ όρων στην πιο γλυκιά τρέλα, να μπλεχτεί στα δίχτυα του έρωτα και να ξεχάσει όλα τα πρέπει, όλους της κανόνες της λογικής ώστε στο τέλος να ζήσει την κάθε στιγμή μονάχα μαζί του. Ναι ήταν πάνω από τις δυνάμεις της, όσα όχι όσα μη και να βροντοφώναξε κανένα και κανείς δεν την εμπόδισε να ακολουθήσει το μονοπάτι που οδηγούσε μονάχα στην αγκαλιά του. Δε θα ξεχνούσε εύκολα, ούτε και θα διέγραφε το παρελθόν τόσο εύκολα. Παρόλα αυτά πεισματικά θα πάλευε, για την κατάκτηση της ίδιας της αγάπης, την υποταγή ενός ανυπότακτου άνδρα και τέλος το άνοιγμα της πύλης της ευτυχίας. Ο ραγισμένος τοίχος βρισκόταν ανάμεσα τους αλλά ίσως με ένα χορό όλα να άλλαζαν.
Φρόντισε τον εαυτό της παραπάνω από το κανονικό με τη βοήθεια της Έρικας. Την περίμενε χαλαρός και σίγουρος σε ένα τραπέζι κυριολεκτικά δίπλα στη θάλασσα. Ήταν μόνοι τους, και τα κεριά τρεμόπαιξαν καθώς εκείνη πλησίασε κοντά του. Σας σωστός ιππότης σηκώθηκε να την υποδεχτεί. Ανυπότακτες ψυχές, ασυμβίβαστες προσωπικότητες πάλευαν με ένα βλέμμα. Ο νικητής εξαρχής ένας και μόνο ένας.
Χορεύουμε;” τη ρώτησε καθώς τα κορμιά τους ένιωσαν τον ίδιο σπινθήρα όπως παλιά. Η φλόγα των κεριών τους αγκάλιασε σε αυτό το ταξίδι και η γλυκιά μελωδιών του βιολιού παρέσυρε ακόμη και τη θάλασσα σε ένα ρυθμικό χορό.
Η Αρετή έγνεψε καταφατικά. Πόση ανάγκη είχε αυτόν τον χορό. Παλάμες ενωμένες, βλέμματα καρφωμένα και η καρδιά να υποτάσσεται πλέον στην μαγεία της μουσικής. Ένας χτύπος, μια έλξη, ένα πάθος, μια εμμονή όλα ένα από εδώ και πέρα παρέα με την ακατάσχετη επιθυμία να διώξουν τα κατάλοιπα του παρελθόντος από κοντά τους.
Στο τώρα!” της ψιθύρισε στο αυτί, κάνοντας το κορμί της να ριγήσει.
Στο μέλλον!” ανταπάντησε εκείνη λυτρωμένη επιτέλους. Το βαρύ φορτίο της άρνησης έπεσε στο βυθό και μαζί με αυτό χάθηκαν τύψεις και ενδοιασμό. Όχι τίποτα δεν ήταν ρόδινο, ίσως θόλο αλλά τουλάχιστον η ελπίδα φώλιασε και πάλι μέσα τους. Χρειαζόταν χρόνο, πίστη και επιμονή. Οι ένοχοι δεν πλήρωσαν ακόμη και ίσως να μην πλήρωναν και ποτέ. Είχαν τη δύναμη να γλιτώνουν αλλά τη σημασία έχει;
Ένας άνδρας χορεύει με τη γυναίκα που αγαπά, το κρύο είναι τσουχτερό αλλά τα αστέρια τους έκαναν το χατήρι για μια ακόμη φορά. Περιμένουν καρτερικά πάλι τον επίλογο, να πέσει η αυλαία και τελικά να ακουστεί το χειροκρότημα για τη θέληση και τη επιμονή, για τον πόλεμο και την αγάπη και γιατί όχι για την ίδια την παράνοια. Η κλωστή έσπασε κ ο κόσμος του Φίλιππου εγκλώβισε μια κοπέλα όπως η Αρετή. Ο κόσμος της Αρετής δίδαξε στο Φίλιππο ένα μεγάλο μάθημα... και οι δυο αποφάσισαν πως όσο και να τους πολεμήσουν είχαν πλέον δυο λόγους να πολεμήσουν πίσω.... ένα βράδυ μια γυναίκα και ένας άνδρας γνωρίστηκαν, από τότε όλα ανατράπηκαν.


Τέσσερις μήνες αργότερα

Ήταν ένα όμορφο μαγιάτικο πρωινό. Τα βαφτίσια του μικρού Άγγελου επιτέλους πραγματοποιήθηκαν με ελάχιστους καλεσμένους όμως διότι επέλεξε το ζευγάρι, ο κύριος και η κυρία Ραζή. Ο στολισμός του μικρού παρεκκλησιού δίπλα στη θάλασσα λιτός, σε αποχρώσεις του μπλε οι μπομπονιέρες ενώ μοιράστηκαν με δροσερά ποτά μαζί με γλυκά. Μάλιστα είχε στηθεί και ένας μικρός μπουφές για να ευχαριστηθούν όλοι τους με καλοκαιρινές νοστιμιές. Η Αρετή κατά τη διάρκεια της βάφτισης έδειχνε ιδιαιτέρως νευρική σε βαθμό να μαλώσει για πολλοστή φορά με τη νονά του γιου της και κολλητή φίλη Έρικα. Τελικά όλα οργανώθηκαν στην εντέλεια, και το μωρό παρόλο που ξεσήκωσε τους πάντες με το κλάμα ηρέμησε όταν επιτέλους ο παππάς ολοκλήρωσε το μυστήριο.
Η νεαρή μητέρα κρατούσε το μωρό και πάλι στην αγκαλιά της ώστε να βγάλουν και άλλες φωτογραφίες. Πρόσεξε πως ο Φίλιππος συμπεριφέρονταν αλλοπρόσαλλα. Όταν αναχώρησαν από το σπίτι το πρωί ήταν μια χαρά και τώρα ήταν φανερό πως κάτι τον προβλημάτισε. Παρόλα αυτά βρέθηκε κοντά της, αρπάζοντας το μωρό μέσα από τα χέρια. Ο Άγγελος γινόταν 9 μηνών και είχε βαρύνει αρκετά, άρα κούραζε την Αρετή αρκετά, η οποία έμπαινε αισίως στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης.
Την αγκάλιασε τρυφερά, διατηρώντας στα χείλη αυτό το κυκλοθυμικό χαμόγελο που άλλοτε μισούσε και άλλοτε λάτρευε. Πολύ γρήγορα βρέθηκαν κοντά τους η Έρικα με τον Οδυσσέα. Οι δυο άνδρες είχαν ανταλλάξει ελάχιστες κουβέντες όλον αυτόν τον καιρό, διατηρώντας ένα χαμηλό προφίλ. Οι πράξεις άλλωστε είχαν μιλήσει πιο νωρίς.
Τι έχεις;” τον ρώτησε γεμάτη δυσπιστία.
Μια χαρά είμαι, είναι τα βαφτίσια του γιου μας και όσο και η κοιλιά σου μεγαλώνει και σύντομα θα έρθει στον κόσμο ο άλλος μας γιος ακόμη καλύτερα.
Φίλιππε δε με πείθεις, κάτι σε απασχολεί, έμαθες κάτι νεότερο;” αναρωτήθηκε αμέσως διότι το τοπίο του παρελθόντος παρέμεινε θολό με μια πολύμηνη δικαστική διαμάχη εν εξελίξει.
Εδώ είναι το μέλλον μου, το μέλλον μας!” αποκρίθηκε αυστηρά και αμέσως της χάιδεψε την κοιλιά.
Με τρομάζεις...” αντιγύρισε εκείνη βιαστικά διότι ακόμη και τώρα πάλευε με συναισθηματικές μεταπτώσεις.
Όσο ζω θα δίνω εξετάσεις, ακόμη και τώρα κυρία Ραζή δεν μου αποκάλυψες πότε θα μου βάλεις είκοσι;”
Εσύ είσαι καλός στα μαθηματικά και όχι εγώ...”
Τόσο καλός που τώρα πιστεύω πως ένα και ένα κάνουν πάλι ένα;” την πείραξε. “Όλα είναι μια χαρά!” έβγαλε το λινό σακάκι από πάνω του γιατί ζεστάθηκε και αμέσως προσπάθησε να μιλήσει λίγο με τον Πέτρο και τη Μυρτώ.
Οι σχέσεις δεν είχαν αποκατασταθεί, ούτε και οι ίδιοι τόλμησαν να ρωτήσουν κάτι για τα γεγονότα. Ο καθένας του προσπάθησε να προχωρήσει τη ζωή όσο λιγότερα επώδυνα γινόταν. Στο καρότσι πλέον καθόταν το νέο μέλος της οικογένειας. Η Μαρία- Άννα διασκέδαζε ανέμελα ενώ οι γονείς της φρόντιζαν να την κακομαθαίνουν. Και γι’ αυτό το ζευγάρι οι τελευταίοι μήνες, αποτέλεσαν μήνες των μεγάλων αλλαγών και αποφάσεων. Κατάφεραν να περισώσουν κάτι από γάμο τους ενώ η υιοθεσία του μικρού κοριτσιού τους γέμισε με περισσότερη χαρά.
Είναι μια κούκλα! Πολύ χαίρομαι που έστω και έτσι...”
Είναι ότι καλύτερο μας έχει συμβεί” αποκρίθηκε πρώτος ο Πέτρος, ο οποίος καμάρωνε για την κόρη του
Και ποιος να το έλεγε Φίλιππε πως ο φίλος σου θα γινόταν ένας σπιτόγατος!”
Όλοι αλλάζουν!” απάντησε εκείνος, απλώνοντας το χέρι.
Να σου ζήσει ο μικρός και με το καλό να αποδεχτείτε το νέο μέλος!”
Ο Ραζής απομακρύνθηκε από κοντά τους αλλά η Μυρτώ προσπάθησε να του πιάσει κουβέντα. “Συγγνώμη, ίσως και να μη φτάνει...”
Ας μη μιλήσουμε για το πριν, το μετά μας περιμένει!” της χαμογέλασε ευγενικά και αμέσως έφυγε διότι άκουσε ένα περίεργο κάλεσμα από την ίδια τη θάλασσα, από το μικρό κύμα που έγλειφε την αμμουδιά βιαστικά.
Την ίδια ώρα η Αρετή τον παρατηρούσε σκυθρωπή. Σούφρωσε τα χείλη απογοητευμένη αλλά μια τρυφερή ανδρική φωνή της επανέφερε στην πραγματικότητα.
Μην τρέξεις πίσω του!” τη συμβούλεψε. “Η Αρετή που ξέρω δεν παρακαλά μόνο αγωνίζεται!” συμπλήρωσε ο Μάριος, ο οποίος δεν γινόταν να λείψει από αυτό το ευχάριστο γεγονός.
Και συγχωρεί!” τον διόρθωσε.
Δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό ακόμη και αυτός δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Τρομάζει στην ιδέα πως μπορεί να σε χάσει!”
Ποτέ δεν πίστευα πως θα τον στήριζες!” τόνισε έκπληκτη.
Και εγώ πως θα με κέρδιζε σε όλα τα σημεία! Και όσο σκέφτομαι πως δέχτηκες να με παντρευτείς πως...”
Μας ένωσε το παρελθόν επίσης. Η μητέρα μου, ο πατέρας σου, ο πατέρας μου, όλοι τους πιόνια της μοίρας ίσως αλλά από εδώ και πέρα ας ορίσουμε μόνοι το μέλλον!”
Μακριά σου ίσως...” έκοψε το λόγο του για λίγο για να ανατρέξει λιγάκι πίσω. “Δε το βάζω τα πόδια αλλά κράτησα την υπόσχεση μου... σε παρέδωσα πίσω σε αυτόν! Τόσο μαλάκας είμαι βλέπεις!”
Μάριε σε παρακαλώ!”
Μην με παρακαλείς, σου χρωστάω πολλά και τώρα ο πατέρας μου μπορεί να αναπαυτεί πιο ήρεμα!”
Γράπωσε τα χέρια του απότομα. “Θα σταματήσουν;”
Δεν έχουν άλλη επιλογή. Πάντα θα έχεις έναν φύλακα άγγελο κοντά σου!”
Θα γλιτώσουν, αυτή η οικογένεια...”
Αυτή η οικογένεια έχει διαλυθεί, αυτό ήταν το τίμημα τους!” επισήμανε αμέσως ο Μάριος.


Την ίδια ώρα σε μια άλλη πλευρά της πόλης, η Αλίκη έκαιγε το χαρτί της ψυχικής διαταραχής, τα έπαιζε όλα για όλα για να πέσει στα μαλακά ενώ ο πατέρας της είχε βυθιστεί σε μια βαθιά κατάθλιψη. Μοναδικός της στήριγμα ο Νικηφόρος, ίσως αυτός να ήταν και ο ρόλος του εξαρχής.


Η παραλία βρισκόταν λίγο πιο κάτω και προς τα εκεί κατευθύνθηκε για να μείνει λιγάκι μόνος. Έβγαλε τα παπούτσια και σήκωσε το παντελόνι ψηλά ώστε να περπατήσει λιγάκι στα δροσερά νερά. Η μυρωδιά της αλμύρας τον ανακούφιζε ενώ το χρώμα της, το χρώμα των ματιών της ουσιαστικά τον παγίδευε. Το κάλεσμα γινόταν πιο μελωδικό και πιο δυνατό. Έκλεισε για λίγο τα μάτια για να φέρει την παρουσία της στο μυαλό του, όπως έκανε κάθε φορά όταν άνοιγε τα μάτια και εκείνη δε βρισκόταν δίπλα του. Ήταν μια ζεστή μέρα αλλά το κορμί δροσίζονταν από ένα αεράκι. Η ψυχή του είχε καθαρίσει και όλο του είναι φώναζε ρυθμικά ένα και μόνο όνομα... το όνομα της.
Άρπαξε βιαστικά ένα μικρό ξύλο και σαν μικρό παιδί κάθισε κάτω στην άμμο για να γράψει τη μία και μοναδική λέξη που τον ταλαιπωρούσε τόσο καιρό, την μία λέξη που φοβόταν να ξεστομίσει μπροστά της. Σκάλισε την άμμο αργά, γράφοντας με κεφαλαία γράμματα... ΣΕ ΑΓΑΠΩ. Το κύμα δεν κατάφερε να σβήσει αυτή τη λέξη όσο και να προσπάθησε. Το βλέμμα του πλανήθηκε προς το βυθό. Η θάλασσα ήταν μάρτυς του αυτή τη φορά. Την αγαπούσε τόσο βαθιά, αμετάκλητα, παθιασμένα και ψυχωτικά αλλά όσο και επίθετα τη συνόδευαν αυτή τη λέξη, ποτέ δεν έχανε το νόημα και τη λάμψη μαζί.
Η φωνή της τον αναστάτωσε. Σηκώθηκε όρθιος βιαστικά, καθαρίζοντας το πανάκριβο παντελόνι. Τον μάλωσε αγανακτισμένη διότι την άφησε μόνη μια τέτοια σημαντική μέρα.
Τι παριστάνεις Ραζή μου λες; τον πειρατή;”
Αυτός δεν απάντησε επίτηδες.
Δες χάλια αντί να είσαι μαζί μου κάθομαι στην κατάσταση μου να σε κυνηγάω εδώ πέρα!”
Μου αρέσει όταν γκρινιάζεις!” την προκάλεσε.
Αυτή προσπάθησε να προχωρήσει μπροστά του. Έτσι όμως κινδύνευε να της αποκαλύψει το μυστικό του, τη μικρή λέξη που έτρεμε!
Φίλιππε...”
Προτιμώ το Ραζής ακούγεται τόσο γλυκό από τα χείλη σου!”
Ραζή!” τον χτύπησε στο στήθος.
Αυτός την άρπαξε στην αγκαλιά του, χαρίζοντας της ένα παθιασμένο φιλί. “πες μου...”
Η Αρετή προσπάθησε να τον συνετίσει αλλά δέχεται την επίθεση ενός νέου φιλιού.
Τι λες να λερώσεις αυτό το πανάκριβο φόρεμα;”
Την κράτησε σφιχτά από τη μέση και προσεχτικά τη γονάτισε προς τα κάτω, σκεπάζοντας έτσι με αυτό τον τρόπο αυτή τη λέξη.
Δε σε χορταίνω!”
Φίλιππε δεν είναι η ώρα, είναι τα βαφτίσια του γιου μας...”
Ο γιος μας θα καταλάβει θα του εξηγήσω πολλά όταν μεγαλώσει...”
Αλίμονο εάν σου μοιάσει όμως...” ανταπάντησε αμέσως. Προσπάθησε να γλιτώσει από τα δεσμά του. Τον παρακάλεσε να επιστρέψουν πίσω στους καλεσμένους και αυτός υπάκουσε. Τη σήκωσε προσεχτικά και της κράτησε την παλάμη για να προχωρήσουν μαζί αδιαφορώντας για τις λάθος εντυπώσεις που θα δημιουργούσαν. Η Αρετή γύρισε για λίγο το βλέμμα της προς τα πίσω. Το κύμα δεν κατάφερε να σβήσει τη λέξη που ποθούσε να ακούσει από τα χείλη του. Βρισκόταν όμως εκεί γραμμένη και αυτή ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη. Χαμογέλασε ευτυχισμένη διότι ακόμη και έτσι ένιωσε ρίγος, μια απερίγραπτη ευτυχία.
Τότε ο Φίλιππος την αιφνιδίασε μια ακόμη φορά... της ψιθύρισε στο αυτί. “Γιατί χαμογελάς; τι σε έκανε να λάμπεις τόσο πολύ;”
Η Αρετή δεν απάντησε όμως, τι να έλεγε άλλωστε... του έσφιξε τη παλάμη πιο πολύ, χαρίζοντας του το πιο γλυκό φιλί στο μάγουλο. Προχώρησαν προς το μικρό παρεκκλήσι έχοντας όμως κερδίσει κάτι πολύτιμο, την πλήρη υποταγή ενός ασυμβίβαστου άνδρα όπως ο Φίλιππος Ραζής, του άνδρα που μέχρι και τότε δεν της είπε ποτέ το σ’ αγαπώ!

ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 71ο (Β)


   
71- Ο Δαίμονας της Φωτιάς (β)

Η Έρικα συνόδευσε τη φίλη της πίσω στο σπίτι. Πλέον είχε στην κατοχή της το πατρικό αλλά και πάλι αρνούνταν να μείνει σε ένα σπίτι που είχε σχέση με το παρελθόν που τη γέμιζε με θλίψη και δυσάρεστες αναμνήσεις. Η φίλη της επιτέλους είχε μάθει την αλήθεια για την απαγωγή αλλά δεν τόλμησε να δικαιολογήσει τον άνδρα της. Μάλιστα προειδοποίησε τον Οδυσσέα να μην πιέσει την κολλητή της παραπάνω.
Ο καημένος ο Οδυσσέας στάθηκε μπροστά της αλλά πολύ γρήγορα χαμήλωσε το βλέμμα.
“Αρετή δε ξέρω τι να πω... όλά αυτά!”
Δε θέλω να μιλήσω για το παρελθόν” τον παρακάλεσε.
Να ξέρεις πως όλα τα έκανε, πως θέλω να πω σκοπό είχε να δώσει ένα τέλος οριστικό σε αυτή την ίντριγκα, να είσαι ασφαλής από εδώ και πέρα” απέμενε εκείνος αλλά η δολοφονική ματιά της Έρικας τον αναγκάσαν να σιωπήσει για λίγο.
Θα τα πούμε όταν επιστρέψω!” τους είπε απότομα. Όλη τη ώρα του ταξιδιού της δημιουργήθηκε η επιθυμία να βρεθεί κοντά στα αγαπημένα της άτομα.
Αρετή.. ο Φίλιππος, το κέρατο μου μέσα δεν το πιστεύω πως υπερασπίζομαι αυτόν τον μαλάκα! Κάτι κατάφερε! Η Αλίκη παραδέχτηκε την εμπλοκή της στην απαγωγή!”
Η Αρετή όμως τον διέκοψε, δίχως να του κρατά κακία. “Το θέμα είναι τι χάσαμε εμείς... αυτοί θα βρούνε τρόπο να γλιτώσουν και πάλι” αποκρίθηκε με παράπονο και όντως είχε χαθεί κάθε ελπίδα καιρό πριν.... όταν πάλευε να πείσει τον εαυτό της πως αυτός ο άνδρας κάποια στιγμή θα την αγαπούσε ολοκληρωτικά δίχως κανόνες και πρέπει.

Η βροχή έπεφτε δυνατά πάνω της. Κούμπωσε το μαύρο παλτό μέχρι πάνω ενώ επιτάχυνε το περπάτημα προς το μοναδικό μέρος σε αυτή την παγωμένη πόλη που κανείς δεν θα την κατέκρινε. Είχε ανάγκη να μιλήσει σε κάποιος δικός της δίχως να απολογηθεί όμως, δίχως κάποιος να της μιλήσει. Επιθυμούσε να ξεκινήσει έναν μακρύ μονόλογο... με τη γιαγιά της, τη μητέρα της, τον πατέρα της, με όσους έχασε τόσο άδοξα από αυτή τη ζωή. Κοντοστάθηκε στο μέσο της διαδρομής. Τα λιγοστά καντήλια φώτιζαν τους τάφους ενώ ο αέρας δεν είχε αφήσει κανένα λουλούδι ζωντανό. Ύψωσε το βλέμμα προς τον ουρανό παρακαλώντας το φεγγάρι για πρώτη φορά να μην εξαφανιστεί, να μη ξημερώσει και να τη συντροφεύσει για αρκετή ώρα.
Οι λιγοστοί επισκέπτες του κοιμητηρίου βιαστικά άναψαν τα κεριά τους. Η ώρα προχωρημένη και στο τέλος θα έμεινε μόνη σε αυτό το μέρος. Ποτέ δε φοβήθηκε, το είχε σαν δεύτερο σπίτι. Πόσες φορές στο παρελθόν είχε τρέξει στο ίδιο σημείο, πόσες φορές παρακάλεσε για μια βοήθεια, για να μια συμβουλή. Τώρα όμως δεν είχε όρεξη καν να μιλήσει. Επέλεξε να χαθεί στη σιωπή, αυτή την εκκωφαντική σιωπή την οποία άλλοι την καλοδέχονται και την έχουν ανάγκη και άλλοι τη φοβούνται διότι τη θεωρούν πιο δύσκολη από τη μοναξιά.
Στάθηκε μπροστά στο τάφο της γιαγιάς Μάρθας, με άλλο επίθετο μεγάλωσε με άλλο όπως γεννήθηκε. Τελικά σε όλη αυτήν την ιστορία ήταν ο συνδετικός κρίκος. Αυτή καθόρισε τα πάντα, οι αντιδράσεις της ίσως ανάγκασαν και την ίδια να μη σταματήσει ποτέ να παλεύει να αγωνίζεται γι’ αυτό που ονόμαζαν αγάπη. Μαζί της ενώθηκε το παρελθόν δυο οικογενειών, η οικογένεια έγινε στο τέλος μια αλλά η ευτυχία πάντα διαθέτει ημερομηνία λήξεως. Επέμενε, δήλωνε πως ένας άνδρας μπορούσε να την προστατεύσει αλλά γελάστηκε και η ίδια.
Ψέματα γιαγιά... ψέματα, τα χαρτιά δεν σου αποκάλυψαν ποτέ όλη την αλήθεια. Ίσως αυτός ο άνδρας να είναι η καταστροφή μου!”
Το βλέμμα της πλανήθηκε προς τα αριστερά, στον τάφο της μητέρας της. Εκεί κείτονταν η πιο τρανταχτή απόδειξη.
Η αγάπη προδίδει, αυτή είναι η μοίρα όλως των γυναικών της οικογένειας, της κόρης σου της εγγονής σου και αντί να ξεκαθαρίζουν τα πράματα επωμίζομαι το βάρος και άλλων μυστικών!” τόνισε εκνευρισμένη.
Δεν έκλαψε όμως όπως τις άλλες φορές. Πάλευε να ελευθερώσει το θυμό της, να ησυχάσει, να αποδεσμευτεί από το παρελθόν επιτέλους.
Που μπορεί να οδηγήσει η αγάπη μια γυναίκα;” ρώτησε φωναχτά, σχεδόν ούρλιαξε καλώντας έτσι τους μοναχικούς λύκους και πάλι κοντά της.
Μόνο που εμφανίστηκε ο ένας, αυτός που δε θα την άφηνε ποτέ ήσυχη, που είχε μάθει να διεκδικεί και τώρα είχε τη μοναδική ευκαιρία να συμβιβαστεί με το παρελθόν και τα δικά του λάθη. Ήταν έτοιμος να της ομολογήσει κάτι μέχρι στιγμής κρατούσε ως επτασφράγιστο μυστικό.
Η φωνή του την έκανε να πεταχτεί από το φόβο. Αλλά τι περίμενε; η κατάληψη πάντα η ίδια, πάντα την αναζητούσε και πάντα την έβρισκε.
Στην αγκαλιά του άνδρα που ενώ δεν μπορεί να της υποσχεθεί τίποτα, που κάθε λέξη από τα χείλη του ακούγεται ψεύτικη, αρνείται να χάσει και πάλι τη γυναίκα που διώχνει το σκοτάδι της ψυχής μακριά”
Η Αρετή έκλεισε τα μάτια, θεωρώντας πως όλα αυτά που άκουγε ήταν η ψευδαίσθηση της στιγμής. Πως τα πνεύματα γελούσαν με αυτό το κακόγουστο αστείο. Επανέλαβε την ίδια ερώτηση πάλι.
Τι συμβαίνει όταν μια γυναίκα προδίδεται από την ίδια την αγάπη;”
Ο Φίλιππος κρατούσε αποστάσεις παρόλα που ο χτύπος της καρδιάς γινόταν ακανόνιστος αδύναμος. Μια λάβα ηφαιστείου πάθους και πόθου κατέκλυσε κάθε σπιθαμή του κορμιού του αλλά όχι αρνούνταν να υποκύψει στον πειρασμό. Πλήρωνε το τίμημα, βρισκόταν αντιμέτωπος με την τιμωρία αλλά όφειλε να της αποκαλύψει το δικό του μυστικό να της εξηγήσει γιατί έγινε έτσι όπως ήταν.
Θα σου πω τι συμβαίνει όταν ένας άνδρας προδίδεται από την αγάπη..”
Τότε εκείνη αντέδρασε. “Αρκετά με τις κατηγορίες!”
Αυτός γεμάτος θυμό χτύπησε το μάρμαρο γειτονικού τάφου. “Θα με ακούσεις!” Ανέπνευσε βιαστικά πιέζοντας τον εαυτό του. “Θα με ακούσεις και μετά θα με κρίνεις, θα κριθώ ενώπιον όλης της οικογένειας σου!”
Ήταν η στιγμή που ο Φίλιππος Ραζής ξεδίπλωσε κομμάτια του δικού του χαρακτήρα.
Κάποτε αγάπησα μια γυναίκα, τη Μαρία μου..”
Φίλιππε το έχω εμπεδώσει η Μαρία σου, η καλή σου γυναικούλα την οποία εμπιστευόσουν τυφλά...μάθε λοιπόν...” αντέδρασε η Αρετή, έτοιμη να του αποκαλύψει μια ακόμη αλήθεια.
Ο Φίλιππος συνέχισε όμως. “Ναι και με πρόδωσε, η αγάπη μου την έπνιγε, ότι και να έχτισα για χάρη της γκρεμίστηκε σε ένα βράδυ... την άκουσα να κλαίει αλλά μόλις έκανα κίνηση να μπω στο δωμάτιο διαπίστωσα πως γνώριζα ελάχιστα τη γυναίκα μου. Ήταν φανερό από τα λόγια της πως αναφέρονταν σε έναν άλλον άνδρα. Κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί και συνέχιζε να πίνει. Σε μια στιγμή απόγνωσης πέταξε το μπουκάλι στο πάτωμα. Εκείνη τη στιγμή έτρεξα κοντά της τρομαγμένος διότι δεν την αναγνώρισα. Αυτή υποκρίθηκε πως όλα ήταν καλά, πως όλα τελειώσαν και πως όλα θα αλλάξουν από εδώ και πέρα. Πόσο αφελής μπορεί να γίνει ένας άνδρας για χάρη μιας γυναίκας Αρετή; Θα σου πω εγώ τώρα και ας με χλευάσουν όλοι. Πολύ... μάλιστα έπεισα τον εαυτό μου πως εγώ έφταιγα πως αμελούσα, εγώ και πάλι εγώ...Το ίδιο βράδυ η γυναίκα μου άλλαξε, φανέρωσε κάτι άγριο και γοητευτικό. Ακόμη και όταν κάναμε έρωτα διαπίστωνα το πόσο είχε αλλάξει..”
Φίλιππε αρκετά...!” αντιγύρισε εκνευρισμένη.
Όχι! Είναι η σειρά σου να με χλευάσεις!” επέμενε και αυτή τη φορά την πλησίασε. “Θα με ακούσεις! Κάμποσες εβδομάδες αργότερα μου ανακοίνωσε πως είναι έγκυος. Δεν υπήρξε πιο ευτυχισμένος άνδρας στον κόσμο από εμένα, είχα τη Μαρία μου και την μικρή Έλενα! Όλοι πίστευαν πως είχαμε την τέλεια οικογένεια!”
Διέκοψε πάλι το λόγο του για να πάρει μια βαθιά ανάσα. Ακόμη δεν είχε δικαιολογήσει τον εαυτό του, γιατί από έναν άνδρα δοτικό τρυφερό είχε μετατραπεί σε τέρας!
Κάτι άλλαξε πάλι, το ένιωσα, η ζήλια μου μας έπνιξε και πάλι, αναγκάστηκα να βεβαιωθώ πως το παιδί ήταν δικό μου και μερικές μέρες έλαβα τις απαντήσεις. Έπνιξα τον εγωισμό, έπνιξα κάθε αξιοπρέπεια μόνο και μόνο να την κάνω να ξεχάσει. Δεν έψαξα ποτέ να ανακαλύψω αυτόν τον άλλον άνδρα διότι θα τον σκότωνα με τα ίδια μου τα χέρια”
Τον έπιασε τρέμουλο ενώ καθάρισε το νερό από τα μάτια. Συνέχισε ενώ η ψυχή του κατακερματίζονταν.
Φτάσαμε στο μοιραίο βράδυ. Η δικαιολογία της δεν με έπεισε, είμαι σίγουρος πως κάτι άλλο σχεδίαζε. Την ξανακάλεσα αυτή τη φορά στο ξενοδοχείο, στο οποίο θα περνούσε τη νύχτα, για την απειλήσω ευθέως. Ήταν η σειρά μου να μεταμορφωθώ σε δαίμονα, από τότε άλλαξα και ακόμη και τώρα που μιλάμε οι τύψεις βαραίνουν την καρδιά. Εγώ Αρετή την απείλησα, την απείλησα πως εάν δεν επιστρέψει πίσω, δεν υπάρχει γυρισμός, πως θα ξεχνούσε το παιδί! Της αποκάλυψα πως τα γνωρίζω όλα πως μέχρι τώρα ήλπιζα και έκανα υπομονή. Και εκείνη κάπως έτσι δε ξέρω το γιατί επέστρεψε... επέστρεψε πάλι σε μένα! Εγώ την ανάγκασα να οδηγήσει πίσω στην πόλη, εγώ ευθύνομαι διότι αντί να συμπεριφερθώ ως ένας περήφανος άνδρας με εγωισμό να της επιτρέψω να φύγει, να ακολουθήσει το δρόμο της, τη φυλάκισα, την έπνιξα ακόμη παραπάνω, τη σκότωσα εγώ και ας μην οδηγούσε το άλλο αυτοκίνητο!
Η Αρετή προσπάθησε να τραβηχτεί αλλά αυτός την έσφιξε δυνατά. Τον κοίταξε σοκαρισμένη και φοβισμένη αφού διέκρινε σπίθες στα μάτια του, φλόγες μίσους και οργής μαζί. Αδυνατούσε να ορθώσει την οποιαδήποτε λέξη όμως. Τον άκουσε να παραδέχεται κάτι που την τρόμαξε περισσότερο.
Εκείνο το βράδυ στο αστυνομικό τμήμα πέθανε ο Φίλιππος Ραζής, ο ερωτευμένος άνδρας που έπνιξε ακόμη και την απιστία για χάρη της αγάπης και του έρωτα. Πάλεψα για χάρη της Έλενας, αυτή με συνέδεε με το παρελθόν, το χρωστούσα στη μητέρα της και μέχρι τώρα πλήρωνα αυτό το χρέος. Πόνεσα, ο ουρανός παρέμεινε σκοτεινιασμένος για μήνες και ο χειμώνας δεν έφευγε από την καρδιά μου. Άλλαζα και όμως μου άρεσε ο νέος Φίλιππος. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην ξαναγαπήσω, υποσχέθηκα στον τάφο της να πιστέψω στα λόγια άλλης γυναίκας!
Με πονάς!” διαμαρτυρήθηκε η Αρετή ενώ το νερό της βροχής θόλωνε την όραση της.
Χονδρές στάλες έπεφταν πάνω του αλλά αυτός συνέχισε με την ίδια σοβαρότητα.
Χαιρόμουν να μοιράζω τον πόνο σε σένα Αρετή, όπως τώρα! Ανέτρεψες όλα τα θέλω, ξύπνησες το καλοκουρδισμένο ρομπότ, ανέτρεψες τις ισορροπίες και με ανάγκασες να καταπατήσω όλες τις υποσχέσεις που ήταν ιερές. Από τη στιγμή που σε αντίκρισα, χωρίς καν να σου μιλήσω με μάγεψες, αυτή πλανεύτρα ματιά, τα σαρκώδη χείλη, το κορμί όλα πάνω σου τα ήθελα. Μου ξύπνησες κτηνώδη ένστικτα, τα οποία οι άλλες γυναίκες ανακάλυπταν ελάχιστα διότι δεν άντεχαν κοντά μου. Κάθε σου φράση, κάθε αντίδραση ήταν ότι ακριβώς μισούσα, με αψηφούσες, μου πήγαινες κόντρα και ήταν αυτό το ασυμβίβαστο πνεύμα που με έκανε να ξυπνήσω! Ξύπνησα και το τέρας όμως εξωτερίκευσε όλα τα αισθήματα που τον έπνιγαν... ζήλια μίσος, θυμός, φόβος. Αυτός ο χείμαρρος έπνιξε και εσένα, τη γυναίκα που...”
Ακόμη και τώρα ο Φίλιππος Ραζής αρνούνταν να πει αυτή τη τόσο δα μικρή λεξούλα. “Πλήρωσα το τίμημα σε όλους πλέον, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μου ζητήσει κάτι παραπάνω! Βαρέθηκα!κουράστηκα! Ίσως να είμαι καταραμένος τελικά από την ίδια τη μοίρα! Εάν σε αφήσω να ελεύθερη τότε ίσως διαπιστώσεις πως αυτό που νιώθω είναι πολύ δυνατό! Αλλά είναι αργά... βρισκόμαστε στην ίδιο το παιχνίδι παγιδευμένοι και μόνο μαζί με ακούς μονάχα ΜΑΖΙ θα ξεφύγουμε!”
Μόνο τότε την άφησε ελεύθερη. Τα φώτα της σκηνής έσβηναν σιγά σιγά και ο λαμπερός πρωταγωνιστής ανέλαβε το ρόλο του κομπάρσου. Η σκηνή ήταν όλη δική της και ακόμη και τώρα κρεμόταν από τα χείλη της. Ένας άνδρας που δεν είχε μάθει να ζητά τη συγχώρεση τη διεκδικούσε με ένα διαφορετικό τρόπο, με την κατάθεση ψυχής. Περίμενε... και όταν η γυναίκα του αδυνατούσε να ορθώσει μια λέξη τότε αποφάσισε πως έφτασε η ώρα να σβήσει και το τελευταίο φως και να πέσει η αυλαία δίχως χειροκρότημα.
Κάπως έτσι έκανε βήματα προς τα πίσω. Τα μάτια της είχαν χάσει τη λάμψη και αυτός έχανε το φως που τον οδηγούσε μακριά από την κόλαση. Έχανε εκείνην, έχανε τη ζωή, έχανε το οξυγόνο και μαζί με αυτό αργοπέθαινε. Το βάδισμα θύμιζε το βάδισμα ενός άνδρα ψυχικά κλονισμένου, ενός ζωντανού νεκρού που έψαχνε το μοναδικό σημάδι να τον κρατήσει στη ζωή... Δεν άκουγε τίποτα όμως παρά μόνες τις πρώτες αστραπές, οι οποίες έσκιζαν του ουρανό στα δυο. Η βροχή δυνάμωνε και αυτός ακολουθούσε το λυτρωτικό μονοπάτι προς την κόλαση... η φωτιά καλούσε μονάχα το όνομα του.

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 71ο (Α)


 
71- Ο Δαίμονας της Φωτιάς (α' μέρος)


Η Έλενα αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του πατέρα της, να αφήσει τους εγωισμούς και για πρώτη φορά στη ζωή της να παλέψει. Κοντοστάθηκε λίγο έξω από το διαμέρισμα του Αλέξανδρου, ο οποίος φρόντιζε να βρίσκεται περισσότερες ώρες στο γραφείο παρά στο σπίτι. Πόσες χαρούμενες στιγμές κρυβόταν σε αυτό το μικρό διαμέρισμα. Ήταν η πρώτη φορά που του είπε σε αγαπώ, η πρώτη φορά που έκαναν έρωτα και η πρώτη φορά που διαπίστωσε πως το τίμημα του έρωτα ήταν πολύ βαρύ. Ήταν αργά το βράδυ και φως ήταν αναμμένο. Δεν είχε χάσει ακόμη τις ελπίδες παρόλο που κάθε προσπάθεια επικοινωνίας τις προηγούμενες μέρες είχαν πέσει στο κενό.
Ο Αλέξανδρος αρνούνταν να τη συναντήσει επίτηδες. Τα νέα σαφώς τα είχε μάθει αλλά απαρνήθηκε αυτόν τον κόσμο πολύ καιρό πριν. Μάλιστα έπεισε τον εαυτό του πως η Έλενα αποτέλεσε μια κακή παρένθεση, μια γυναίκα που δεν έπρεπε ποτέ να γνωρίσει. Δεν ταίριαζαν από την αρχή όσο και να προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του για το αντίθετο. Την είχε παρακαλέσει πριν το χωρισμό τους να τα αφήσουν όλα πίσω, μετανιωμένος για όσα είχε πράξει αλλά από κανένα δε ζήτησε συγγνώμη. Μπερδεμένος συχνά αναρωτιόταν εάν η Έλενα ποτέ τον αγάπησε πραγματικά ή εμμονή προς το πρόσωπο της Αρετής αποτελούσε τον κινητήριο μοχλό ώστε να αποδέχεται τον ίδιο ως βασικό κομμάτι της ζωή της.
Το κουδούνι της πόρτας ήχησε δυνατά. Για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια θέλοντας να διώξει κάθε αρνητική σκέψη μακριά. Ίσως να μην ήταν έτοιμος για μια ακόμη αναμέτρηση. Η Έλενα όμως επέμενε. Ή όλα ή τίποτα έλεγε και ξανάλεγε από μέσα της. Χτύπησε τη πόρτα δυνατά, φωνάζοντας το όνομα του.
Αλέξανδρε άνοιξε! Σε παρακαλώ!” Και η Έλενα Ραζή διωγμένη από τον πατέρα της, μόνη και σίγουρα μπερδεμένη αναγνώριζε πως έφτασε η στιγμή να πληρώσει για πολλά πράματα.
Αυτός άνοιξε, εκείνη πέρασε στο εσωτερικό και μόλις προσπάθησε να δικαιολογηθεί, να του εξηγήσει γιατί βρέθηκε εκεί αυτός την εμπόδισε.
Ο πατέρας μου τηλεφώνησε, ξέρω...”
Ο πατέρας μου; θέλω να πω γιατί...”
Γιατί είμαστε το ίδιο ένοχοι, διότι αντί να με βρίσει, αντί να μου ζητήσει να μείνω μακριά σου μου ζήτησε να σε στηρίξω με τον όρο πως ουδέποτε στο μέλλον ξαναμπλεχτούμε στα πόδια του”
Το ίδιο μου ζήτησε και εμένα, τα γνωρίζει καιρό όλα... η Αλίκη και η οικογένεια της φταίει για το θάνατο της μητέρας μου. Η ίδια οικογένεια ευθύνεται και για το θάνατο των γονιών της Αρετής” εξήγησε αφού λίγο πριν τη μεγάλη φυγή η Μαργαρίτα της αποκάλυψε κάποια πράματα.
Φταίμε Αλέξανδρε” συνέχισε. “Και πιο πολύ εγώ, αντί να προστατεύσω την αγάπη μας αντί...”
Με αγάπησες ποτέ; εμένα τον Αλέξανδρο ως οντότητα και όχι τον Αλέξανδρο που άνηκε κάποτε στην Αρετή;” τη ρώτησε απότομα.
Φυσικά, αλλά επέτρεψε το μίσος να μπει ανάμεσα μας. Επέτρεψε το φίδι το ίδιο να μπει στη ζωή μου. Η αγάπη που έτρεφε η Αλίκη προς τον πατέρα μου ήταν αρρωστημένη.”
Και αυτή την πρόδωσε στο τέλος... ο Φίλιππος δε θα αγαπούσε ποτέ μια γυναίκα όπως η Αλίκη!”
Εγώ όμως αγάπησα εσένα, με σένα θέλω να είμαι και εάν γίνεται να παλέψω... μια ευκαιρία ζητώ!” τον παρακάλεσε έτοιμη να γονατίσει μπροστά του. Ήταν ο μόνος που της απόμεινε, ο μόνος που ίσως τη δικαιολογούσε.
Και οι δυο σφάλαμε, αφήσαμε μια αδηφαγία να μας κυριεύσει. Εγώ πρώτος! Ντρέπομαι Έλενα! Πίστεψα πως έπιασα την καλή, πως μέσα θα καταφέρω τα πάντα! Αλλά έκανα λάθος, εργάζομαι ακριβώς στο ίδιο γραφείο με πριν. Τίποτα δεν έχει αλλάξει στη ζωή μου!”
Υπάρχω εγώ, το εγώ θέλω να γίνει εμείς, χάσαμε ένα παιδί... μην επιτρέψουμε κανέναν άλλον να μας χωρίσει!”
Δεν υπάρχει το εμείς!
Υπάρχει εάν το θέλουμε πραγματικά! Μια ευκαιρία, να γυρίσουμε το χρόνο πίσω δε γίνεται αλλά δεν είναι αργά, αρκεί να το θέλεις και εσύ!” τα δάκρυα της έκαιγαν τα μάτια. Η φωτιά τους είχε αφήσει έξω μόνους όμως να παλεύουν, οι πύλες της κολάσεως κάθε λίγο και λιγάκι άνοιγαν για υποδεχτούν τις ψυχές τους αλλά φοβόταν προχωρήσουν. Ίσως επειδή τους είχε μείνει κάποιος ίχνος ανθρωπιάς.
Δε ξέρω, φοβάμαι!” ξεφύσηξε δυνατά ο Αλέξανδρος.
Μη μου λες όχι ούτε ναι... το ίσως για μένα είναι νίκη, εάν φύγω από εδώ πέρα με το ίσως τότε θα έχω ένα λόγο να παλέψω περισσότερο!” Γονάτισε μπροστά του.
Έλενα τι κάνεις;;”
Ότι δεν έκανα μπροστά στον πατέρα μου” απάντησε αμέσως.
Τότε άκουσε από τα χείλη του την πολυπόθητη απάντηση. “Ίσως Έλενα, ίσως να έχουμε άλλη ευκαιρία. Μόνο που θα φύγουμε μακριά, μακριά από εδώ, όπως σου είχα ζητήσει...” ξεκαθάρισε αμέσως.
Μαζί και όπου θες!”.. ψιθύρισε αμέσως εκστασιασμένη αφού ναι μεν δεν κέρδισε την πλήρη αποδοχή αλλά κέρδισε μια πολύ σημαντική ευκαιρία.
Οι πληγωμένες ψυχές και των κάποτε βασικών πρωταγωνιστών μάτωναν αλλά μόνοι τους τραυματίστηκαν διότι εάν εξαρχής κρατούσαν μαι στάση αμερόληπτη τότε θα βρίσκανε το δρόμο πιο νωρίς. Λίγο ο εγωισμός, λίγο η περηφάνια, λίγο η προκατάληψη και μια έπαρση καταστροφική ήταν αρκετά να οδηγήσουν το άλλοτε ερωτευμένος ζευγάρι κοντά στο γκρεμό. Ο δικός τους έρωτας γεννήθηκε για το λάθους λόγους αλλά ήταν σημαντικό να προχωρήσει για τους σωστούς από εδώ και πέρα.


Τρεις εβδομάδες μετά την επίθεση η Αλίκη είχε ανακτήσει πλήρως τις αισθήσεις. Είχε μεταφερθεί σε ένα δωμάτιο μόνη ενώ δεχόταν κάποιες λιγοστές επισκέψεις. Όλες αυτές τις μέρες βυθισμένη στο δικό της κόσμο αναθεώρησε κάποια πράματα, για κάποια είχε μετανιώσει και κάποια άλλα όχι. Έψαχνε δικαιολογίες στα όνειρα της πως όλα τα έκανε για τον άνδρα που αγαπούσε αλλά ο ίδιος άνδρας δεν την είχε επισκεφτεί ούτε μια φορά στο νοσοκομείο όμως. Άφηνε κάποια δάκρυα να τρέξουν, νιώθοντας προδομένη από όλους. Αργά ή γρήγορα θα καλούνταν να λογοδοτήσει για όσα είχε σχεδιάσει. Ήδη η αστυνομία την πίεσε, της μίλησε για αδιάστατα στοιχεία, πως ήδη το όνομα της είχε μπλεχτεί στην απαγωγή του μικρού Άγγελου. Η κατάσταση της υγείας πρόσφερε κάποιες δικαιολογίες και η εύθραυστη ψυχολογική της κατάσταση αποτελούσε μια προσωρινή ασπίδα ασφαλείας.
Οι γιατροί την ενημέρωσαν πως ήταν πολύ τυχεροί, πως μετά από φυσικοθεραπείες θα μπορούσε να σταθεί και πάλι στα πόδια της. Ένιωθε σαν μια ανάπηρη όμως, σαν ένα αβοήθητο πλάσμα που κανένα γιατροσόφι δε θα τη λύτρωνε ποτέ. Έδιωχνε το πατέρα της από κοντά της διότι τον θεωρούσε υπεύθυνο. Όσο και εάν ίδιος έριξε όλο το φταίξιμο στο Φίλιππο αυτός ήταν ο εντολέας. Η αστυνομία πάσκιζε να βγάλει άκρη και με αυτήν την υπόθεση αλλά τόσο η ίδια όσο και κανείς άλλος δε μίλησε. Από την άλλη οι συχνές επισκέψεις του Νικηφόρου την εκνεύριζαν. Στα μάτια του διέκρινε τον οίκτο και μόνο αυτόν και μισούσε όσους τη λυπούνταν.

Τελικά αργά το απόγευμα και ενώ τα έβαλε για πολλοστή φορά με τις νοσοκόμες που προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν δέχτηκε την επίσκεψη που περίμενε. Είχε να του κάνει μόνο μια ερώτηση.... τι από όλα ήταν ψέμα και τι αλήθεια.
Ο Φίλιππος με σχεδόν συρτά βήματα προχώρησε προς το δωμάτιο. Της χρωστούσε αυτήν την επίσκεψη για να ξεκαθαρίσει τα πράματα μια και καλή. Στο πρόσωπο του όμως δεν διαγράφονταν η λέξη οίκτος καθόλου όμως.
Η Αλίκη τρόμαξε. Αυτόν τον Φίλιππο δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. Ένας λαβωμένος λύκος αναζητούσε ένα καταφύγιο αλλά δεν επέτρεπε και σε κανέναν να τον πλησιάσει. Αυτός είχε όμως να της πει μονάχα δυο κουβέντες, να ξεκαθαρίσει το τοπίο μια και καλή. Κάθε λέξη από το στόμα του θα τη μαχαίρωνε αλλά δε θα σταματούσε.
Με αγάπησες πότε;” τον ρώτησε εάν και η ίδια η αλήθεια την τρόμαζε.
Γνωρίζεις την απάντηση....”
Απάντησε μου!” απαίτησε ουρλιάζοντας.
Ποτέ δε θα μπορούσα να αγαπήσω μια γυναίκα σαν και εσένα Αλίκη, ποτέ ούτε τώρα ούτε και αύριο”
Γιατί;”
Γιατί ήδη έχω πουλήσει τη ψυχή μου στο διάβολο, είμαι άρρωστος... και μόνο μια γυναίκα αποτελεί το γιατρικό μου! Μόνο αυτήν και καμιά άλλη!”
Η Αλίκη έχασε τα λόγια της. Κινδύνευε να χάσει την ελευθερία της. Και όμως ακόμη έψαχνε τις λάθος απαντήσεις.
Τώρα έχεις απαντήσεις και στα άλλα ερωτήματα! Πίστεψα πως εάν σε ανάγκασα εσένα και τον πατέρα σου να πληρώσει για όλα τα αμαρτήματα του παρελθόντος πως θα ησύχαζα, πως το χρωστούσα στη ίδια την Αρετή”
Όλα ήταν ένα σχέδιο...” διαπίστωσε και ήδη γνώριζε μέσα της. Ο δικηγόρος την ενημέρωσε για την κατάσταση, μάλιστα την πίεζε να ρίξει στο τραπέζι το χαρτί της ψυχικής ασθένειας ώστε ο εισαγγελέας και η δικαστική αρχή να της αναγνωρίσει κάποιο ελαφρυντικό. Ναι μεν οι συνομιλίες ήταν προϊόν υποκλοπής αλλά υπήρχαν άλλα στοιχεία που δεν διαψεύδονταν.
Δεν τα κατάφερα!” της είπε απότομα. Δε ξέρω εάν θα κατηγορηθείς ποτέ, εάν υπάρχουν αρκετές αποδείξεις αλλά ο πατέρας σου τιμωρήθηκε ήδη, εσύ τον τιμώρησες!”
Ο πατέρας μου...”
Ο πατέρας σου είναι ένα κτήνος που δεν υπολογίζει καμιά ανθρώπινη ζωή μπροστά στα πλούτη. Θυσίασε τρεις ζωές στο παρελθόν και για καμιά θυσία δε μετάνιωσε. Η τέταρτη αυτής της γυναίκας μου ήταν μια παράπλευρη απώλεια! Ποιος είναι ο ένοχος τελικά Αλίκη σε ρωτώ;”
Η Αλίκη ένιωσε ένα μούδιασμα στα δάχτυλα. Ξαφνικά ήθελε να τον διώξει για να μην ακούσει κάτι άλλο, κάποια άλλη αλήθεια.
Ποιος είναι ο ένοχος τελικά πες μου!” επέμενε. “Η μήπως επίσης γνωρίζεις το πόσο ένοχος ήταν ο πατέρας σου εξαρχής και αποφάσισες να κλήσεις τα μάτια;”
Η σιωπή της προφανώς έδινε την πιο εκκωφαντική απάντηση. “Σε αγαπούσα!” δικαιολογήθηκε και πάλι.
Ναι όλα στο βωμό της αγάπης, ένοχες σιωπές, λάθη, βεβιασμένες κινήσεις, μίσος οργή, όλα στο βωμό της αγάπης. Έτσι παραμύθιασες τον εαυτό σου! Μόνο που δε σε λυπάμαι! Έπαιξα επίσης και έχασα επίσης όμως αλλά να θυμάσαι πως δεν όπλισα ποτέ κανένα όπλο άλλος σε πυροβόλησε και άλλος ήταν ο εντολέας!”
Φίλιππε!” προσπάθησε να τον εμποδίσει για να μη φύγει.
Δε θα με σταματήσεις!”
Η Αλίκη προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεββάτι. Αυτός όμως είχε ανοίξει την πόρτα του δωματίου.
Πράξε το σωστό, για μια φορά!” επισήμανε με βαριά φωνή.
Φίλιππε που πας;” τον ρώτησε αφελέστατα και αυτός απάντησε με αφοπλιστική ειλίκρινια δίχως να ντρέπεται.
Στη γυναίκα μου και στο παιδί μου...”

Μια μέρα πριν η Αρετή επέστρεψε πίσω στη Θεσσαλονίκη. Όσο και η καρδιά πρόσταζε να τον ακολουθήσει το ίδιο βράδυ που ήρθε να τη βρει στο χωριό εκείνη τιθάσευσε κάθε απαγορευμένο πόθο ώστε να ακούσει για πρώτη φορά τη φωνή της λογικής. Χρειαζόταν χρόνο, χρόνο που δε διέθετε όμως. Είχε πολλούς ανοιχτούς λογαριασμούς, θα τους έκλεινε έναν έναν σιγά αλλά στο τέλος θα αντιμετώπιζε τον ίδιο δαίμονα στο ίδιο μέρος που είχε πρωτοσυναντήσει ένα βροχερό απόγευμα μήνες πριν... Τότε μια κοπέλα είχε χάσει ένα μαντίλι και ένας άνδρας το βρήκε...

Τέλος α’ μέρους

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 70ο



70- Το Παιχνίδι της Φωτιάς (2)

Η Έλενα τον πίεσε παραπάνω. “Πατέρα τι εννοείς;”
Σου είπα πως όλα τελειώσαν, πως αυτοί που θεωρούσες φίλους, αυτοί που σου πρότειναν λύσεις δεν ήταν παρά φίδια με πολλά κεφάλια”
Η κόρη του κούνησε το κεφάλι νευρικά, μιας και δεν καταλάβαινε τίποτα. Δεν τόλμησε όμως να ρωτήσει κάτι παραπάνω, ίσως επειδή μέσα της ήδη φοβόταν τις επόμενες φράσεις.
Κάποιοι επιλέγουν τα φίδια για φίλους, κάποιους τους κατατρώει η ζήλια και ο εγωισμός καθώς όμως η όραση τους θολώνει! Κόρη μου μπορεί να μην κέρδισα αλλά απέδειξα πως το καλό πάντα θα στρέφεται εναντίον του κακού. Όταν όμως το κακό υπάρχει μέσα στο ίδιο το σπίτι σου όμως τότε τα χέρια δένονται...”
Η Αρετή, θέλω να πω πάντα μας...”
Άλλος επέτρεψε το κακό στο σπίτι μας, άλλος ζήτησε βοήθεια από το φίδι, άλλος με άφησε να πιστεύω σε κάτι λάθος. Τώρα όμως γνωρίζω, γνωρίζω πως άτομα που αγαπώ με πρόδωσαν, αδυνατώ να τους συγχωρέσω, αδυνατώ να συμβιβαστώ με την υποκρισία όταν τους τελευταίους μήνες πάλι μου έκλεψαν την ευτυχία όπως και τότε”
Το σκληρό ύφος του πατέρα της την τρόμαξε. “πατέρα σε παρακαλώ! Μη μιλάς έτσι” την έπιασε τρέμουλο διότι το δικό της αύριο ήταν πάρα πολύ αβέβαιο.
Κανείς δε μετάνιωσε όμως, κανείς δε ζήτησε συγγνώμη, είναι τόσα που αντέχει η ψυχή ενός ανθρώπου και μπορώ να πω με σιγουριά πως θα βροντοφωνάξω τη λέξη αρκετά! Από εδώ και πέρα θα ορίσω μόνος τη ζωή μου και όποιος τολμήσει να με εμποδίσει θα διαπιστώσει πως τα έβαλε με το λάθος άτομο!” Ύψωσε το χέρι ψηλά για να τη διώξει ουσιαστικά. “Φύγε αλλά μάθε πως η γυναίκα που εμπιστεύτηκες, με την οποία στήσατε τις διάφορες σκευωρίες εις βάρος μου βρίσκεται εκεί μέσα, χαροπαλεύει σε αυτό το δωμάτιο. Αυτή και η οικογένεια της ευθύνεται για το θάνατο της μητέρας σου, αυτή για την απαγωγή του γιου μου και αυτή είναι η τιμωρία της!” της εξήγησε μην μπορώντας να συγκρατήσει το θυμό του.
Πατέρα έχεις τρελαθεί; είμαι η κόρη σου το παιδί σου!” αντέδρασε η Έλενα ενώ πάλευε να συγκρατήσει τα δάκρυα.
Μην κλάψεις!” την προειδοποίησε. “Είσαι παιδί μου, είσαι κόρη μου και ένας γονιός πρέπει πάντα να συγχωρεί τα ατοπήματα του παιδιού του αλλά και να δείχνει το σωστό δρόμο. Μέχρι τώρα σε δικαιολογούσα, μέχρι τώρα έλεγα θα με καταλάβεις. ΑΡΚΕΤΑ όμως! Σου δίνω την ευκαιρία για μια νέα αρχή!”
Που να πάω; δεν έχω κανέναν εκτός από εσένα! Συγγνώμη!” ψέλλισε με δυσκολία.
Είναι αργά, ζητά συγγνώμη από το μοναδικό άτομο που μπορεί να σε συγχωρέσει και στο τέλος να σταθεί δίπλα σου! Θα παραμείνω κοντά σου αλλά το καθήκον μου σταματά εκεί!” Ακουγόταν απόλυτος αλλά δεν είχε άλλο τρόπο. “Ενημέρωσε τον Αλέξανδρο πως τα γνωρίζω όλα, θα χρειαστούμε χρόνο όλοι μας, άρα έχετε μια μοναδική ευκαιρία να σώσετε κάτι!”
Απομακρύνθηκε από κοντά της και όταν η Έλενα προσπάθησε να τον εμποδίσει, την απώθησε.
Διάλεξε κόρη μου το ψέμα, την κακία και το θάνατο ή την αλήθεια και την αγάπη;”
Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια πριν φύγει από το νοσοκομείο. Ο Φίλιππος Ραζής διαπίστωσε πως καμιά τιμωρία, πως κανένα μίσος δεν θα επέφερε την λύτρωση της ψυχής. Κανείς νεκρός δε θα επέστρεφε πίσω στον κόσμο των ζωντανών αλλά τα περιθώρια της συγχώρεσης από τη γυναίκα που αγαπούσε απόλυτα, ασυμβίβαστα και κτητικά στένεψαν αρκετά.

Όταν επέστρεψε σπίτι η Μαργαρίτα τον περίμενε. Είχε ενημερωθεί ήδη από την Έλενα για το τι συνέβη. Δεν είχε το δικαίωμα της κριτικής αλλά τουλάχιστον ήθελε να μάθει το αυτονόητο.
Δεν έπρεπε να τη διώξεις! Μόνο εσένα έχει!”
Δεν την έδιωξα προσπάθησα να της δείξω το σωστό δρόμο! Δυσκολεύομαι να τη συγχωρέσω όταν έχω χάσει το πολυτιμότερο πράμα στη ζωή μου”
Η Αρετή θα σε συγχωρέσει, καταλαβαίνει!”
Όχι δε θα με συγχωρέσει, δεν έχω καν το δικαίωμα να απαιτήσω τη συγχώρεση!”
Φίλιππε, ίσως είναι η ώρα...”
Να μάθω την αλήθεια;” τη ρώτησε απότομα, αιφνιδιάζοντας την. “Δε χρειάζεται!”
Η Μαργαρίτα τα έχασε, για ποια αλήθεια μιλούσε το αφεντικό της όμως;
Καμιά αλήθεια δεν θα αλλάξει τίποτα, κανένα ψέμα δε θα εμποδίσει να πράξω το σωστό... πλήρωσα το τίμημα για όλους, για τη Μάρθα, για τον παππού μου, για τη Μαρία! Σε κανέναν δε χρωστάω!” τόνισε με βαριά φωνή ενώ το πρόσωπο του σκυθρώπιασε.
Η οικονόμος τότε διαπίστωσε πως ο Φίλιππος δεν ήταν και τόσο αφελής τελικά. Ίσως κάποιες αλήθειες ήταν γραφτό να παραμένουν θαμμένες για πάντα.
Η Έλενα θα βρει το δρόμο της!” δήλωσε στο τέλος και αμέσως ανέβηκε τα σκαλιά του πάνω ορόφου ώστε να ξεκουραστεί λίγο στο δωμάτιο.
Η Μαρία... από τότε που έχασες την Μαρία άλλαξες...”
Τη Μαρία την αγάπησα και τη συγχώρεσα! Ίσως ένας άνδρας είναι ικανός να αγαπήσει μια γυναίκα παραπάνω από ότι το αντίθετο” συμπλήρωσε στεκούμενος στο μέσο της σκάλας.
Δεν αντέχω άλλο!” παραπονέθηκε η οικονόμος, έτοιμη να του αποκαλύψει τα πάντα.
Όλα τα γνωρίζω Μαργαρίτα, όλα...” της είπε αμέσως αυστηρά! Δεν της άφησε το περιθώριο να προσθέσει κάτι άλλο. Με ένα βλέμμα τα είπαν όλα.
Δεν κατάφερε να κλείσει τα μάτια καθόλου. Η μορφή της στοίχειωνε τα όνειρα του και μια γλυκιά φωνή τον καλούσε να ακολουθήσει το δρόμο της φωτιάς για μια ακόμη φορά. Άλλαξε ρούχα και αμέσως μπήκε στο αυτοκίνητο του για να τη βρει... να την πείσει και γιατί όχι και να τη διεκδικήσει...


Δυο εβδομάδες αργότερα...

Την επόμενη μέρα το πρωί ο ήλιος ζέστανε ελάχιστα την ατμόσφαιρα. Κατάφερε να καθαρίσει λίγο την αυλή από το χιόνι και με δυσκολία βρέθηκε στο μικρό μαγαζάκι του χωριού ώστε να αγοράσει δυο τρία μικρο πράματα. Η Αρετή ζήτησε τη βοήθεια της γειτόνισσας ώστε να κοιτάξει το μωρό της για όση ώρα θα έλειπε και εκείνη δεν αρνήθηκε. Επίσης και η Βασιλείου κοιμήθηκε ελάχιστα. Υπό το βάρος των αποκαλύψεων αρνούνταν να παραδοθεί σε κάποιο όμορφο όνειρο. Ένιωθε πως όλο το βράδυ βρισκόταν και κάποιος άλλος στο δωμάτιο, πως κάποιος την παρακολουθούσε ήρεμα. Όταν σηκώθηκε το πρωί καταπιάστηκε με βλακώδης ασχολίες ώστε να κρατά το μυαλό της απασχολημένο. Και όμως κάθε ώρα που περνούσε τόσο μεγάλωνε και η επιθυμία να επιστρέψει πίσω στη Θεσσαλονίκη. Κρατούσε νευρικά το κινητό και κάθε φορά που πληκτρολογούσε τον πρώτο αριθμό πατούσε τον τερματισμό. Αρνούνταν να αντιμετωπίσει τη μοναδική αλήθεια. Πως δεν μπορούσε να ζήσει μακριά του...
Όταν επέστρεψε από τα λιγοστά ψώνια η γειτόνισσα της αποκάλυψε κάτι άλλο!
Κόρη μου το σπίτι έχει τα πάντα, μη βγαίνεις έξω με αυτό τον παλιόκαιρο!”
Είχα ανάγκη να αναπνεύσω λίγο καθαρό αέρα!”
Ο άνδρας που ήρθε κάμποσες μέρες πριν φρόντισε για τα πάντα!” της αποκάλυψε η γειτόνισσα.
Ο άνδρας;” ρώτησε έκπληκτη.
Ναι αυτός άλλαξε και τις κλειδαριές για να είσαι ασφαλής!”
Βιαστικά η Αρετή επέστρεψε σπίτι. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει παραπάνω λεπτομέρειες. Μόνο ένας άνδρας ήταν ικανός να προβλέψει τις κινήσεις της με τόση ακρίβεια. Ακόμη και μακριά την εξουσίαζε...
Λίγο αργότερα και ενώ είχε ταΐσει ήδη τον μπέμπη, άκουσε ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει. Φοβισμένα άνοιξε ελάχιστα την κουρτίνα στο μικρό παράθυρο του σαλονιού. Το αυτοκίνητο σταμάτησε λίγο πιο κάτω από το σπίτι ενώ η φιγούρα ενός άνδρα πλησίαζε προς τη μεριά του. Ήταν αυτός, αυτός επέστρεψε και πάλι όπως τις άλλες φορές...
Έκλεισε την κουρτίνα βιαστικά. Πως θα επέστρεφε πίσω, πως θα τον συγχωρούσε... το βαρύ χτύπημα στην πόρτα την αναστάτωσε. Κοντοστάθηκε πίσω από αυτήν, ακούμπησε το πόμολο αλλά της έκαψε την παλάμη. Η φωτιά τους ένωσε και η φωτιά τους χώριζε τώρα. Η φωνή ακούστηκε κουρασμένη.
Αρετή άνοιξε το ξέρω πως είσαι μέσα...” απαίτησε.
Η Αρετή ακούμπησε το κορμί της στο ξύλο της πόρτας. Ανέπνεε βαθιά αλλά αρνούνταν να υπακούσει.
Με ακούς, σε νιώθω, μας χωρίζει αυτή η πόρτα αλλά είναι σαν να έχω ήδη κοντά μου!” συνέχισε ο Φίλιππος έτοιμος να διεκδικήσει τα πάντα. “Θα περιμένω όσο και να χρειαστεί για μου ανοίξεις!” έσφιγγε τις γροθιές του για να τιθασεύσει το θυμό. Ήταν όμως η πρώτη φορά όμως που δεν ήταν θυμωμένος μαζί της. Την καταλάβαινε και τη δικαιολογούσε απόλυτα όπως απόλυτα όμως είχε σκοπό να διεκδικήσει τα πάντα.
Η μιλιά δεν της έβγαινε όμως, αδυνατούσε να ορθώσει την παραμικρή λέξη. Ακούμπησε την παλάμη άλλη μια φορά στο πόμολο αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να την ανοίξει.
Όσα λόγια και να πει ένας άνδρας σε μια γυναίκα, όσα λόγια και να της ψιθύρισε στο αυτί ενώ κοιμάται πάντα οι πράξεις μετράνε και στο τώρα είμαι έτοιμος να σου αποδείξω πως εσύ και εγώ σε αυτή τη ζωή αλλά και στις επόμενες ζωές είναι γραφτό να είμαστε μαζί!”
Η καρδιά της πάλλονταν δυνατά, κάθε λέξη κομμάτιαζε τη ψυχή της. Τα είχε ξανακούσει όμως όλα αυτά, πάντα όταν σκόπευε με ύπουλο τρόπο και με λόγια αγάπης να την πείσει.
Δε χρωστάω σε κανέναν Αρετή, στη γιαγιά σου πλήρωσα το πιο ακριβό τίμημα, σε όλους, εκτός από εσένα. Και αυτή τώρα είναι η τιμωρία μου. Μη περιμένεις να σε παρακαλέσω, μη περιμένεις να κλάψω... έμπλεξες με έναν άνδρα δύστροπο που ακολουθεί όχι η φωνή της λογικής αλλά τη φωνή του παράνοιας. Κάποτε με κοίταξες στα μάτια, με κοίταζες βαθιά, ενώ αντίκριζα μονάχα τις φλόγες της φωτιάς αλλά με έδιωξες, με έδιωξες για να αναζητήσεις την αλήθεια και όμως το μάτια σου μου μαρτύρησαν και κάτι ακόμη. Όσο και να προσπάθησα να σε μισήσω, όσο και να πάλεψα με το μίσος κάθε λεπτό, κάθε ώρα διαπίστωνα πως τα μάτια λένε πάντα την αλήθεια. Άσε με αντικρίσω τα ίδια μάτια όπως και τότε, μη μου μιλήσεις, άσε να σε δω, δε θα σε ακουμπήσω αλλά άσε τα μάτια να μιλήσουν πάλι!”
Η φωνή του γινόταν πιο επιτακτική, συνέχισε όμως με σταθερό τόνο.
Τα ίδια μάτια όμως που με παγίδευσαν στο πράσινο της θάλασσας, άλλα όταν έβγαινα στο βυθό αντίκριζα το μαύρο του σκοταδιού. Ακόμη δεν έχω ξεχάσει το βλέμμα σου όταν αρνήθηκες την πρόταση γάμου, όταν με απόρριψες. Άκουγα γέλια χλευασμού παντού αλλά αγνόησα το τσίμπημα στην καρδιά... πονούσε ο έρωτας πολύ τελικά. Τα βέλη με βρήκαν κατευθείαν στην καρδιά από την πρώτη στιγμή που σε είδα Αρετή μου. Μια μάγισσα πλανεύτρα που χόρευε μπροστά μου, με ένα στόμα κοφτερό, με ένα βλέμμα σαγηνευτικό ήσουν και με μάγεψες, απόλυτα, αμετάκλητα... μόνο εσένα σκεφτόμουν... εσένα και πως να σε κατακτήσω...”
Η Αρετή κρατούσε την ανάσα της. Πάλευε το εγώ της με την φωνή της καρδιάς. Το υποσυνείδητο επίσης άκουγε τα πάντα αμίλητο. Δεν είχε δικαίωμα να επέμβει.
Θα σε περιμένω εδώ έξω, εδώ έξω στην αυλή, στο σπίτι της Μάρθας, το παιδί του παππού μου... θα σε περιμένω μέχρι να ανοίξεις την πόρτα...”
Δεν είπε κάτι άλλο, ήδη είχε υπερβεί τον εαυτό του. Κάποιος μήνες πριν ο Φίλιππος Ραζής ουδέποτε θα ξεστόμιζε αυτά τα λόγια. Φρόντιζε να κλέβει τις εντυπώσεις, να την αναστατώνει αλλά όχι τώρα, αυτή η παράσταση ήταν μονό δική της, λαμπερή πρωταγωνίστρια ετοιμάζονταν για το δικό της ρόλο ίσως και το μεγαλύτερο ρόλο της ζωής της.

Οι ώρες περνούσαν και το κρύο γινόταν τσουχτερό. Κανείς από τους δυο όμως δεν υποχώρησε. Η Αρετή κρύφτηκε στο δωμάτιο αλλά καμιά κρυψώνα δεν ήταν ικανή να εμποδίσει τα συναισθήματα που μαχαίρωναν την καρδιά της. Πείσμα ή εμμονή είχε δίκιο να μην υποχωρεί. Δεν είχε περάσει και λίγα, σε μια ιστορία που δεν είχε ρίξει ακόμη αυλαία. Τα λεπτά κυλούσαν βασανιστικά. Ένας άνδρας την περίμενε έξω καθώς το χιόνι πύκνωνε και πάλι. Όταν αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο της φωτιάς, να ανοίξει την πύρινη πόρτα αυτός δεν βρισκόταν έξω στην αυλή. Της είχε αφήσει όμως κάτι... ο Φίλιππος Ραζής έπαιζε το τελευταίο του χαρτί.

Ανακάλυψε το πιστοποιητικό του γάμου και τα σκισμένα χαρτιά του διαζυγίου. Διαπίστωσε πως ουδέποτε αποδεσμεύτηκε από εκείνον, πως η αμνησία ήταν ένα ακόμη θέατρο, πως το διαζύγιο ένα ακόμη κόλπο. Η βέρα στο λαιμό της αυτή τη φορά της έκαιγε το δέρμα, καλούσε ένα μονάχα όνομα... το όνομα του δαίμονα.

Άνοιξε επίσης και το δεύτερο φάκελο... νομικά χαρτιά που την δήλωναν ως νόμιμο δικαιούχο του πατρικού της σπιτιού στη Θεσσαλονίκη. Το είχε πουλήσει τότε για να βρει τα λεφτά για τα λύτρα, ποτέ δεν έμαθε το όνομα του αγοραστή, ποτέ δε ρώτησε κιόλας. Και όμως αυτός το αγόρασε, και τώρα της το χάριζε πίσω... στη γυναίκα του!

Της ερχόταν να ουρλιάξει, να καλέσει το λύκο κοντά της αλλά αυτός είχε εξαφανιστεί. Είχε βρει καταφύγιο στην κόλαση όπως και παλιά. Μόνο που ένας δαίμονας ποτέ δεν αποδέχεται το όχι ως απάντηση...