Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30ο


 
30- Αρετούλα

Μανώλη πόσο καιρό θα με κρατάς φυλακισμένη;” γρύλισε η Αρετή
Μέχρι να βαρεθώ” της απάντησε ενώ πηγαινοερχόταν πάνω κάτω.
Άφησε να φύγω, πρέπει να επιστρέψω πίσω να δω...”
Τον γκόμενο;” τη ρώτησε αμέσως
Παραφέρεσαι, ότι και να πω είμαι ένοχη, ποτέ δε κατάλαβες το πόσο σε αγάπησα Μανώλη”
Μη λες αυτή την λέξη, δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει” σήκωσε το χέρι του έτοιμος να τη χτυπήσει.
Πρέπει να τελειώσει αυτή η τρέλα αφού δεν με πιστεύεις άφησε με, βρίσε πρώτα, χτύπα αλλά άφησε με”
Την προηγούμενη φορά τη γλίτωσες Αρετή, ΟΧΙ ΤΩΡΑ!!” τσίριξε θυμωμένος
Και τι θα κερδίσεις;”
Ικανοποίηση, σε μάζεψα όταν ήσουν ένα τίποτα, μια ανύπαρκτη και εσύ μου απέδειξες πως είσαι χειρότερη από τσούλα”
Σου δίνεται η ευκαιρία να γλιτώσεις από εμένα” απάντησε με σταθερή φωνή.. τον πλησίασε χωρίς να φοβάται... “Θες να γλιτώσεις Μανώλη; η ιστορία μας έκανε τον κύκλο της, ο κύκλος άνοιξε και ο καθένας μπορεί να πάρει το δρόμο του, δε θα ζητήσω τίποτα..”
Δεν της επέτρεψε να ολοκληρώσει τη φράση της.. “Σκάσε, ακούγεσαι σαν πλανεύτρα μάγισσα”
Είμαι Αρετή, αυτή που σε μάγεψε με τα μάτια της, αυτή που σε ακολούθησε με τη φωνή της καρδιάς αλλά η φωνή ήταν διαβολική, δεν άνηκε σε άγγελο. Είσαι ένας δαίμονας που μου συμμάζεψε τη ψυχή, οι πληγές είναι ανοιχτές Μανώλη, αιμορραγώ, κάθε δευτερόλεπτο, κάθε λεπτό”
Την τράβηξε κοντά του, η ανάσα βάρυνε και κάθε μήνυμα του εγκεφάλου έπεφτε σε ένα τοίχο, διέκρινε παντού το όνομα της, με μεγάλα γράμματα. Όλη αυτή η τρέλα, η απόγνωση, η άρνηση, η πάλη των θέλω και των πρέπει, τον οδηγούσαν σε ένα μεγάλο αδιέξοδο. “γιατί σε γνώρισα;” τη ρώτησε καθώς ασυναίσθητα η παλάμη βρέθηκε στο μέτωπο της.. “γιατί αυτά τα μάτια με εξουσιάζουν;”
Γιατί με διώχνεις τότε;” συνέχισε εκείνη με κρυστάλλινη φωνή, κάθε συλλαβή την έσπρωχνε στο κενό της κολάσεως. Ίσως τελικά δεν ήταν γραφτό να είναι μαζί του, ίσως πάλευαν ενάντια στις επιταγές της μοίρας. Ένα αύριο εξίσου αβέβαιο με το σήμερα και το μέλλον σκιαγραφημένο με μαύρες πινελιές, τα χρώματα του θανάτου. Το ένιωθε πως το τέλος ήταν κοντά, έβλεπε έναν άνδρα μαυροφορεμένο να την περιμένει στην αντιπέρα όχθη. Καλούσε το όνομα της με μελωδική φωνή ενώ κρατούσε στα χέρια του το συμβόλαιο της ψυχής. Γράπωσε τα χέρια του, οι παλάμες έγιναν ένα και αυτό το στιγμιαίο ρίγος της θύμισε τους λόγους που αγάπησε αυτόν τον άνδρα παραπάνω από το μίσος. Την είχε στείλει ήδη στην αγκαλιά του μαυροφορεμένου άνδρα, ίσως τώρα ήταν η σειρά της να ακολουθήσει το σκοτεινό μονοπάτι. Θα του έδινε την επιλογή, δεν έβρισκε άλλο τρόπο για να γλιτώσει ένα πλάσμα που δεν έφταιγε σε τίποτα.
Πάμε;” τον ρώτησε ενώ τα μάτια τρεμόπαιξαν ελάχιστα σαν το φως των κεριών. Άκουγε αγγελικές φωνές, έβλεπε από ψηλά την κόρη της να μεγαλώνει με ασφάλεια.
Αυτός μαρμαρωμένος, χάζευε τη μάγισσα πλανεύτρα, πράσινα μάτια εξουσίαζαν τον κόσμο ενός άρχοντα. Ενός ανδρός που παρείχε ασφάλεια σε πολύ κόσμο πέρα από τη δική του οντότητα όμως. Η ασφάλεια έγινε χείμαρρος περιέργων συναισθημάτων. Ο Μανώλης Ραζής θυμήθηκε όλους του λόγους που την επέλεξε. Όχι για την εξυπνάδα αλλά γι´ αυτά το πράσινο χρώμα της θάλασσας σε κάποιο τροπικό παράδεισο.
Δεν απάντησε, την έσυρε έξω από την αποθήκη. Κανείς δεν τον εμπόδισε, κανείς δεν τον ακολούθησε. Αυτή και αυτός θα έδιναν ένα τέλος σε όλη αυτή τη παράνοια. Λόγια αγάπης παρασυρόμενα από ένα απαλό αεράκι, όρκοι σιωπής κάτω από το φεγγάρι με μοναδικούς μάρτυρες τα αστέρια, μια αγκαλιά ένα φιλί και δυο κορμιά γινόντουσαν ένα χωρίς να ειπωθεί καμιά λέξη περιττή. Έτσι και τώρα, τα είπαν όλα. Μαζί της μόνο θα λυτρωνόταν, μαζί της θα ησύχαζε... Περπάτησαν μέχρι τον παραπόταμο. Τα νερά φαινόταν ήρεμα. Βρισκόταν στην άκρη του δρόμου, το χώρα έπεφτε προς τα κάτω μαζί με λιγοστές πέτρες.
Είσαι έτοιμος;” τον ρώτησε
Το μυαλό του παρέμεινε στο κενό, δεν διέκρινε την αλήθεια από το ψέμα, τη λογική από το παραλογισμό. Υπήρχε άραγε λογική στην αγάπη; και εάν ναι τι είδους λογική ήταν; πως την αντιλαμβάνονταν ο καθένας; και εκείνοι είχαν ποτέ το ρόλο των λαμπερών πρωταγωνιστών ή απλώς ακολουθούσαν σαν πιστά στρατιωτάκια ένα πύρινο μονοπάτι;
Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Διέκρινε αγάπη στα μάτια της και αυτό τον ισοπέδωνε. Ένιωθε τύψεις πολλές τύψεις αλλά δεν έβρισκε και λύση. Ήταν αργά άραγε; μήπως τα μαύρα γράμματα ήταν πολύ κοντά για ένα τραγικό επίλογο; Η άγνοια ίσως και να τον προστάτευε αργότερα, δε θα γνώριζε ποτέ την κόρη του αλλά η κόρη του θα γνώριζε έναν ''απόγονο'' του. Όλα είχαν πάρει το δρόμο τους αλλά πρώτα απαιτούνταν μια ακόμη θυσία για να σπάσει η κατάρα.
Η Αρετούλα άφησε τα δάκρυα να τρέξουν, κάθισε μπροστά του σαν σκιά στο σκοτάδι. “Αυτό ήταν ή τώρα η πότε..”
Δεν τον άφησε να απαντήσει, δεν είχε δικαίωμα να τον τραβήξει μαζί της... “αντίο Μανώλη.. ΣΑΓΑΠΩ” ψέλλισε ανάμεσα σε δάκρυα και ένα περίεργο χαμόγελο που έκρυβε την αλήθεια όμως.
Ο Μανώλης ίσα ίσα ξύπνησε από το λήθαργο... φώναξε το όνομα της. Αυτό πρόλαβε να κάνει, μονάχα το όνομα της... μέχρι να φτάσει στο Η η Αρετούλα του είχε χαθεί από μπροστά του, με μια βουτιά στο κενό. Το θρόισμα των φύλλων, το αεράκι δήλωνε το έναυσμα για το μοιρολόγημα, η φύση θρηνούσε μαζί του. Έτσι τον τιμώρησε τελικά, αυτοκτονώντας μπροστά, η τελευταία ανάσα του έκαψε το πρόσωπο και έλιωσε κάθε ίχνος ανθρωπιάς σαν το σίδερο στην πυρά. Έκλεισε τα μάτια πιστεύοντας πως όταν θα άνοιγε η Αρετή του θα βρίσκονταν κοντά του πάλι, να του χαμογελάει και τον φωνάζει Μανώλη μου. Για λίγο ξέχασε τα ψέματα τις κτηνωδίες και το βιασμό μια τρυφερής ψυχής. Για λίγο είχε αποκτήσει αισθήματα αλλά μαζί με τη Αρετή έχασε κάθε ίχνος. Ο μοναδικός άνθρωπος αργότερα που γνώρισε έναν διαφορετικό Μανώλη ήταν ο εγγονός του. Μερικούς μήνες αργότερα παντρεύτηκε κατόπιν συμφωνίας – συνοικεσίου και παρότρυνση της μητέρας του μιας γυναίκας που ουδέποτε αγάπησε. Ήταν το μέσο να ξεθυμάνει, να διώξει λίγο από την κάψα ενώ για πολλά χρόνια πεταγόταν στον ύπνο του, βλέποντας τη μορφή της τακτικά να του χαϊδεύει τα μαλλιά. Ούτε τα παιδιά δεν κατάφεραν να αποκτήσουν αλλά η οικογένεια Ραζή ήταν αδιανόητο να μείνει χωρίς κληρονόμο. Με καθόλου νόμιμες διαδικασίες, βρέθηκε ο διάδοχος, ένα παιδί που δεν αγάπησε ποτέ επίσης, είχε ξεχάσει ίσως και τον τρόπο... Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε στη γέννηση του Φίλιππου Ραζή, ενός αγοριού που είχε τον παππού τους ως πρότυπο ενώ φρόντισε να κληρονομήσει και όλα τα στραβά του χαρακτήρα του...

Η Μάρθα δυο μέρες δεν βγήκε από το σπίτι. Επικοινώνησε ελάχιστα με την εγγονή της ενώ τρεφόταν λιγάκι με τα βασικά. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε το ημερολόγιο, δεν την επισκέφτηκε ούτε η μάνα της ούτε η Αρετούλα. Την αφήσαν ολομόναχη να βρει απαντήσεις. Έφτασε για τρίτη φορά στην τελευταία σελίδα, ο γραφικός χαρακτήρας πάντα ήταν ασταθής αλλά οι τελευταίες προτάσεις φανέρωναν τρόμο και αγωνία μαζί...
Φοβάμαι πως θα με βρούνε, πως τίποτα δεν τελείωσε. Οφείλω να αποδεχτώ τη μοίρα μου, τα όνειρα της γιαγιάς πως το όνομα μου ήταν το ίδιο λαμπερό με αστέρια. Ψέματα ακόμη και ο ήλιος κρύβεται, δε μένει για πάντα στον ουρανό, έτσι και εγώ πρέπει να αποφασίσω. Έχω μια δανεική ζωή και δανεικά όνειρα. Θα με βρουν, και τρέμω τη στιγμή που θα δω πάλι τα μάτια του... τα μάτια που με εξουσιάζουν... Η Μάρθα όμως πρέπει να γλιτώσει και εγώ θα την προστατεύσω....
Μαμά μου..” αναφώνησε η γιαγιά σαν μικρό κορίτσι.. “μαμά μου συγγνώμη που δε σε βοήθησα, δείξε μου το δρόμο, την κόρη μου εγώ δεν κατάφερα να τη προστατεύσω αλλά η δική μου Αρετούλα είναι ένα πλάσμα με πολλούς εχθρούς...”
Έκλεισε τα μάτια, ενώ κρατούσε στην αγκαλιά το ημερολόγιο. Η Μάρθα ένιωσε σουβλιές στην περιοχή της καρδιάς αλλά τις αγνόησε. Όχι ήταν δυνατή, ακόμη και ο θάνατος θα έβγαινε ηττημένος μαζί της. Ήταν μια Ραζή τελικά, ένα επίθετο που μπλέχτηκε στη ζωή της με το πιο περίεργο τρόπο. Ένα ατύχημα, ναι έτσι ξεκίνησαν όλα. Από τη στιγμή που ο Φίλιππος Ραζής έχασε τη γυναίκα του, από τη στιγμή που οι υπεύθυνοι ήταν άλλοι και είχαν σχέση με τον κύκλο της Ελπίδας και του Δημήτρη. Και στο τώρα η Αρετή είναι παντρεμένη με το Φίλιππο, φέρει το επίθετο Ραζή, ένα επίθετο που κυλάει στις φλέβες της.
Θεέ μου” αναφώνησε αφού η τραγικότητα της όλης ιστορίας ήταν σαν θηλιά στο λαιμό. “μόνο εσύ μπορείς να την προστατεύσεις Ραζή έχεις την ευθύνη”
Με συρτά βήματα έφτασε μέχρι το εικονοστάσι. Έκανε το σταυρό της πρώτα και μετά έδωσε έναν όρκο στην Παναγία.. “πριν μου πάρεις τη ζωή ας με αξιώσεις να χαρίσω δικαιοσύνη, εγώ η ίδια θα αποκαλύψω την αλήθεια, εγώ ή ίδια θα παραδώσω τα κλειδιά των ευθυνών στο μοναδικό άτομο που πιστεύω πως μπορεί να δώσει ένα τέλος σε όλο αυτό το παιχνίδι” Ξανάκανε το σταυρό της και αμέσως ξάπλωσε στον καναπέ για να ηρεμήσει. Η Μάρθα χωρίς βοήθεια γνώριζε πολύ καλά πιο δρόμο έπρεπε να ακολουθήσει. Οι εξελίξεις θα ήταν καταιγιστικές. Αγνοούσε σαφώς τις εξελίξεις μερικά χιλιόμετρα μακριά και σε μια συνάντηση που θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου...

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29ο


 
29- Μανώλης

Η Αρετή μόλις είχε ταΐσει τον μικρό Άγγελο. Τον κρατούσε στην αγκαλιά της μέχρι να κοιμηθεί αλλά ο μπέμπης της έκανε νάζια. “θέλεις τον μπαμπά σου;” τον ρώτησε ενώ του χάιδευε την πλάτη.
Ο μικρός χαμογέλασε ενώ ανοιγόκλεισε τα μάτια νυσταγμένα. “καλά καλά δε θες εμένα κατάλαβα” μονολόγησε η νεαρή μητέρα. Σκεφτόταν παράλληλα και τα βαφτίσια του μικρού, είχε σκεφτεί κάποιες ημερομηνίες αλλά δεν ήθελε να το καθυστερήσει. Η περίοδος των Χριστουγέννων της φαινόταν ιδανική ημερομηνία αλλά το ξωκλήσι πάντα ήταν πολύ δημοφιλές.
Περπάτησε σχεδόν αθόρυβα μέχρι το σαλόνι. Ο Φίλιππος απολάμβανε ένα καφεδάκι ενώ παρατηρούσε κάτι σκεφτικός. Η Αρετή στάθηκε από πάνω του, προς μεγάλη της έκπληξη τον είδε να ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ.. “ήρθαμε και εμείς” είπε σιγανά
Ο Φίλιππος έκλεισε το άλμπουμ βιαστικά. Έκανε χώρο στο καναπέ. “κάθισε” της είπε κάπως άκεφα
Τι έχεις;” του χάιδεψε τα μαλλιά
Δε ξέρω..” και πράγματι δεν γνώριζε σε τι αποσκοπούσε αυτή η αναδρομή στο παρελθόν.
Πρώτη φορά σε βλέπω να κοιτάζεις φωτογραφίες”
Είναι οικογενειακό άλμπουμ, με λίγες φωτογραφίες κάποιες ευτυχισμένες στιγμές” άφησε το άλμπουμ στην άκρη...”δεν έχει σημασία”
Θέλω να δω” του είπε αμέσως ενώ του χάιδεψε το χέρι.
Ο μικρός κούνησε τα χεράκια του σαν να τους έλεγε... είμαι και εγώ εδώ πέρα... “θέλεις να τον κρατήσεις;” τον ρώτησε
Ο Άγγελος έβαλε το χεράκι του στο στόμα.. “τι είπαμε;” του είπε ο Φίλιππος αμέσως... “Να ακούς τη μητέρα σου”
Με ακούει αλλά θέλει και το μπαμπά του” προσπαθούσε σιγά σιγά να τον κάνει να αποδεχτεί τη νέα κατάσταση. Ήταν βεβαία πως αγαπούσε το μωρό αλλά ακόμη δεν είχε αποδεχτεί τη λέξη πατέρας.
Έχει εμένα” απάντησε χωρίς να προσθέσει κάτι άλλο. Άρπαξε το μικρό από την αγκαλιά της... “για να δούμε πονηρέ θα κοιμηθείς τώρα”
Ο μικρός μέσα σε μερικά λεπτά κοιμήθηκε στην αγκαλιά του. Ο Φίλιππος με περήφανο ύφος τον τακτοποίησε στο δωμάτιο.
Η Αρετή βρήκε την ευκαιρία να ξεφυλλίσει τον άλμπουμ. Έβλεπε άγνωστα πρόσωπα.. άνδρες και γυναίκες. Όταν τον ένιωσε πάλι δίπλα της τον βομβάρδισε με ερωτήσεις... “μίλα μου για την οικογένεια σου”
Ο Ραζής της έδειξε πρώτα τον πατέρα του και τη μητέρα του. Μιλούσε αργά αλλά καθόλου με ενθουσιασμό.
Δεν είχατε και τις καλύτερες σχέσεις;”
Ποτέ με τον πατέρα μου, δεν ήταν προκομμένος άνδρας ίσως να μη ξεπέρασε και ποτέ το γεγονός πως ήταν υιοθετημένος, πίστευε πως ποτέ δεν αγαπήθηκε”
Αγαπήθηκε;” ρώτησε μπερδεμένη ενώ κούρνιασε σαν πουλάκι στην αγκαλιά του...
Ναι τα είχε όλα αλλά έκανε τα πάντα για να τα χάσει, δεν ήταν άξιος, ίσως και αχάριστος”
Μη μιλάς έτσι για τον πατέρα σου” τον μάλωσε εκείνη
Οι ισχυροί με τους ισχυρούς και οι ανάξιοι με τους ανάξιους μου έμαθε ο παππούς μου και σίγουρα διέγνωσε εγκαίρως την κατρακύλα”
Ο παππούς ήταν ένας σκληρός άνδρας εμένα η γιαγιά μου έμαθε το αντίθετο Φίλιππε πως όλοι είναι άνθρωποι” τον κοίταξε με παράπονο.
Και οι γυναίκες το μεγαλύτερο θανάσιμο αμάρτημα” συμπλήρωσε.. “Αυτό μου έμαθε” της χάιδεψε το πρόσωπο απαλά ενώ δρόσισε τα χείλη της... “και συμφωνώ Αρετή”
Φοβάσαι” τον ρώτησε ενώ η καρδιά της ξεκίνησε πάλι να χτυπάει δυνατά.
Δεν έχω μάθει να φοβάμαι... ο Μανώλης Ραζής δε φοβόταν ποτέ, δεν ήμουν αίμα του αλλά με λάτρευε”
Η Αρετή κράτησε τη φωτογραφία του στα χέρια της. Παρατηρούσε το πρόσωπο του σε μια ασπρόμαυρη πόζα, ήταν πολύ ξεθωριασμένη όμως. Είχε μια γλυκύτητα και μια ψυχρότητα ταυτόχρονα, σαν έκρυβε κάτι. “φαίνεται πονεμένος άνδρας”
Ποτέ δε φανέρωνε συναισθήματα, ήταν ψυχρός, πιστεύω πως κάποτε είχε προδοθεί αλλά δεν έμαθα ποτέ στην αλήθεια, είχε διάφορες θεωρίες ακόμη και η γιαγιά μου έκανε μεγάλη υπομονή”
Ευτυχώς που δεν γνώρισε τη δική μου γιαγιά” αστειεύτηκε η Αρετή.
Κανένας δεν μπορεί να τα βάλει με τη Μάρθα”
Πες μας πως τη φοβάσαι Ραζή...” έβαλε τα γέλια
Δεν μαρτυρώ μυστικά” πήρε μια βαθιά ανάσα... “από αυτόν έμαθα τα πάντα και αυτός φρόντισε να μου δώσει εφόδια”
Τον αγαπάς όπως αγαπάω εγώ τη γιαγιά μου”
Η γιαγιά σου μου θυμίζει τον παππού μου” της είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια χωρίς να γνωρίζει πως αυτή η αλήθεια θα προκαλούσε την αρχή τους τέλους. Μια αλήθεια που άλλαζε τα δεδομένα, μια αλήθεια που θα τον έκανε να αναθεωρήσει κάποιες αντιλήψεις και θα όπλιζε το χέρι του με ένα σφυρί ώστε να γκρέμιζε από μόνος του τον γυάλινο τοίχο.
Η γιαγιά μου είναι μια κατηγόρια από μόνη της, το μοναδικό στήριγμα”
Έχεις εμένα” της έσφιξε τα μάγουλα... “έχεις εμένα Αρετή” επανέλαβε
Εμείς δεν έχουμε μια φωτογραφία” αποκρίθηκε με παράπονο
Εάν δε φύγεις από κοντά μου, εάν είσαι πάντα δίπλα μου Αρετή η φωτογραφίες απλώς φανερώνουν το παρελθόν και όχι την πραγματική ευτυχία” έφερε το χέρι του στην καρδιά “η καρδιά όμως, ο χτύπος δε λέει ψέματα, ακόμη και τα μάτια”
οι φωτογραφίες λένε ψέματα” τον ρώτησε αμέσως
Δεν απάντησε αμέσως... “είμαστε εδώ Αρετή μαζί στο τώρα...”
Στο αύριο;”
Τη σήκωσε στην αγκαλιά του.. “στο αύριο ο Φίλιππος θα βρίσκει πάντα την Αρετή” ανταπάντησε με σιγουριά, χαρίζοντας ένα παθιασμένο φιλί, ήταν το φιλί πριν τις μεγάλες φουρτούνες, ένα φιλί που κλείδωνε τις ανασφάλειες σε κάποιο σεντούκι στο βυθό της θάλασσας.

Η Μάρθα ενημέρωσε για τη φυγή της. Όλα αυτά που είδε, όλα αυτά που της αποκάλυψε τη μάνα την τρόμαξαν. Πάλευε με το παρελθόν της Ελπίδας αλλά προφανώς το δικό της παρελθόν ήταν πιο τραγικό. Κατέβηκε από το λεωφορείο, τα λουλούδια στον κήπο μισοξεραμένα. Άλλες φορές τα μιλούσε λες και ήταν παιδιά της αλλά τώρα δεν τα έδωσε καν σημασία. Αμέσως έστρεψε το κορμί της προς στην πλατύφυλλο δέντρο που πρόσφερε δροσιά τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι ρίζες βαθιές, η ίδια κοντοστέκονταν κοιτάζοντας χαμηλά. Η ''μητέρα'' της πρόσταξε να σκάψει, εκεί θα έβρισκε αποδείξεις, εκεί θα μάθαινε την αλήθεια. Άρπαξε ένα φτυάρι από την αποθήκη. Άρχισε να σκάβει όπως τις εποχές που έφτιαχνε τον κήπο την άνοιξη, που χώριζε το χώμα σε αυλάκια για να σπείρει τους διαφόρους σπόρους. Το χώμα ξερό και το σκάψιμο μια δύσκολη υπόθεση. Συνέχιζε όμως ακούραστα, ενώ με το χέρι καθάριζε τον ιδρώτα που έτρεχε. Ούτε ρούχα δεν άλλαξε, ούτε τη γειτόνισσα καλησπέρισε. Βρισκόταν σε έναν άλλον κόσμο, ήταν η άγνωστη Μάρθα, μια γιαγιά που γνώρισε καν τους γονείς της. Ακόμη και τώρα αρνούνταν να συνδυάσει τα γεγονότα, αρνούνταν να αναγνωρίσει την ομοιότητα της Αρετής των ονείρων, της Αρετής της μικρής κοπέλας με το κατάξανθο μαλλί που της διηγούνταν την ιστορία της άλλοτε με θυμό και άλλοτε με πόνο.
Μετά από δέκα λεπτά ακούμπησε κάτι μεταλλικό, σαν κουτί έμοιαζε. Τα πάντα ήταν τυλιγμένα προσεχτικά για να μείνουν αναλλοίωτα στο χρόνο. Στο κουτί υπήρχε ένα φύλλο χαρτί με κάτι υλικά που έμοιαζαν σαν ξόρκια. Βρήκε μια παλιά φωτογραφία μιας ξανθιάς όμορφης κοπέλας. Την αναγνώρισε αμέσως ήταν η Αρετούλα των ονείρων καθώς και ένα απόκομμα μιας εφημερίδας σε άθλια κατάσταση. Δεν διέκρινε καθαρά κάποιο πρόσωπο αλλά ξεχώριζε τον τίτλο στην καθαρεύουσα. Ένα όνομα την έκανε να χοροπηδήσει, ανατρίχιασε ολόκληρη. Πεπεισμένη πως κάποιος άλλον ήταν παρόν εκεί μαζί της κοίταξε νευρικά γύρω της. Υπήρχε το όνομα Μανώλης, αλλά χωρίς επίθετο μόνο με το αρχικό Ρ. Στο τέλος έβγαλε κάτι σαν ημερολόγιο. Το ημερολόγιο με τα όνομα Αρετή με πένα ευδιάκριτο. Ο ήλιος σκέτο λιοπύρι, ο λαιμός της είχε στεγνώσει αλλά αυτή κάθισε κάτω από το δέντρο ανοίγοντας το ημερολόγιο με λαχτάρα.
Ξαφνικά διαβάζοντας την πρώτη πρόταση την έπιασε τρέμουλο, η θλίψη, τα μυστικά, ο πόνος και η αγωνία μιας κοπέλας, το μίσος μιας αγάπης και ένας έρωτας με κανόνες ξετυλίχτηκαν μπροστά της. Πρώτη καταγραφής η μέρα που η κοπέλα είχε μάθει επιτέλους να γράφει, η μέρα που ο άνδρας που ερωτεύτηκε και της υποσχέθηκε πως θα της χάριζε τα αστέρια της αγόρασε αυτό το ημερολόγιο. Όλη η ευτυχία αποτυπωμένη σε ένα όνομα... ο Μανώλης της, ο Μανώλης Ραζής, ήταν ο έρωτας της, ο άνδρας που θα παντρευόταν αλλά έμελε στο τέλος να αφήσει τα σημάδια τους μίσους στο κορμί της χωρίς καν να τη μαστιγώσει. Η δυσπιστία, η έλλειψη εμπιστοσύνης και οι κακές γλώσσες ήταν ικανές να μπει ένας τέλος στη δική τους ιστορία αγάπης. Μόνο που στη ζωή της γιαγιάς Μάρθας το τέλος θα ήταν διαφορετικό... κάπως έτσι φτάσαμε στην αρχή του τέλους τους παιχνιδιού της φωτιάς... η μοίρα τα είχε όλα προβλέψει εξαρχής άλλωστε...

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28ο


28- Η κατάρα

Η Μάρθα στριφογυρνούσε στο κρεββάτι, ίδρωνε συνέχεια παρόλο που τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. Από το ρεύμα κάτι έπεσε στο μπάνιο, άνοιξε τα μάτια της τρομαγμένη. Σηκώθηκε και με συρτά βήματα έλεγξε να δει τι έγινε. Έκανε ένα μορφασμό, η φιγούρα της στον καθρέφτη την τρόμαξε. Έμοιαζε πολύ μεγαλύτερη ξαφνικά. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε και κάποιον άλλον κοντά της. Ένας κρύος αέρας την έκανε να ανατριχιάσει αλλά το μικρό νευρικό τίναγμα των ματιών την προβλημάτισε. Σπάνια φοβόταν έτσι και όμως τώρα φοβόταν, δεν γνώριζε καν το λόγο. Επέστρεψε στο κρεβάτι μπερδεμένη. Μάζεψε τα πόδια μπροστά σαν μικρό κορίτσι, μια στάση που της θύμισε της μέρες που κρυβόταν από τη μάνα της, μετά από σκανδαλιές. Ένα βλέμμα άγριο ήταν αρκετό να την τρομάξει, κρυβόταν στον αχυρώνα πολλές φορές ακόμη και μέσα στο κοτέτσι. Ποτέ δε τη μάλωνε όμως ποτέ δε τη χτύπησε και ποτέ δε τη συμβούλεψε, ψυχικά απών από τη ζωή της αλλά η Μάρθα ποτέ δεν της καταλόγισε ευθύνες, ήταν η μάνα της και έμαθε να την αγαπάει έτσι. Πάντα έκρυβε το πρόσωπο της πάντα μιλούσε απότομα και ποτέ δεν έδειχνε ίχνος συναισθήματος. Άκουγε τον πατέρα της καμιά φορά να της λέει...
Άγγελος είσαι γυναίκα, άγγελος παρόλο που φανερώνεις τον δαίμονα”
Ήταν όμως άγγελος τελικά; εκείνη σαν μικρό παιδί αναρωτιόταν εάν τελικά την είχε γεννήσει, εάν την κράτησε στα σπλάχνα για εννιά μήνες. Η ''γύφτισσα'' με το μαύρο μαντίλι έμοιαζε σαν το χάρο αλλά την διέκρινε πάντα το υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης. Δεν ανεχόταν τα ψέματα και ακόμη και όταν το γιατρός της έκρυβε την αλήθεια για την υγεία της θύμωσε αρκετά.
Η Μάρθα για λίγο ταξίδεψε σε ένα σπίτι, από το όποιο μύριζαν ζεστά κουλουράκια. Κάθε χρόνο στις γιορτές η μάνα της έψηνε κάμποσα μονάχα για εκείνη. Τα ψίχουλα σε όλο το σπίτι μαρτυρούσαν το ένοχο μυστικό. Λίγα λίγα τα κουλουράκια μειώνονταν αλλά το τελευταίο πάντα το κρατούσε καλά φυλαγμένο για μέρες πριν το φάει. Αυτό ήταν το δώρο της το Χριστουγεννιάτικο μαζί με μερικές καραμέλες μέσα σε μια τρύπια κάλτσα. Μια φορά πήρε δώρο ένα ζευγάρι παπούτσια, η χαρά της το γέλιο της ξεσήκωσαν όλο το χωριό. Ναι η μάνα της την αγαπούσε τελικά, ακόμη και ο πατέρας της χάιδευε τα μαλλιά καμιά φορά και της τόνιζε πως... “η μάνα σου σε αγαπάει, θα έκανε τα πάντα για σένα”
Πάντα ένιωθε πως κάτι της έκρυβαν αλλά δεν είχε νόημα να ρωτήσει. Ακόμη και η Μαργαρίτα όταν έπαιζαν μαζί αναρωτιόταν, δεν ερχόταν καν στο σπίτι πάντα επέλεγαν την πλατεία του χωριού.
Κάπως έτσι με τις μυρωδιές από τα κουλουράκια, το χιόνι που έπεφτε πυκνό έξω η Μάρθα έκλεισε τα μάτια κάπως πιο ήρεμη. Τότε δυστυχώς ήταν η κατάλληλη στιγμή να μάθει κάποιες αλήθειες, πράματα που ούτε τα χαρτιά της φανέρωναν. Η μάνα της έτσι μαυροφορεμένη βρέθηκε στον ύπνο της. Έκλαιγε, το μαντίλι ήταν μούσκεμα και περιέργως το πρόσωπο της όχι καλυμμένο. Η γιαγιά πρόσεξε κάποια σημάδια, έμοιαζε σαν είχε χαρακωμένο πρόσωπο. Κούνησε το κεφάλι τρομαγμένη, το μαντίλι γλίστρησε από τα μαλλιά, λευκές τούφες πεταγόταν δεξιά και αριστερά ανάμεσα στα μαύρα πυκνά μαλλιά. Δεν έμοιαζαν και τόσο πολύ τελικά αλλά ούτε στο πατέρα της έμοιαζε επίσης. Η μαμά της όμως ακόμη και τις ουλές έδειχνε περήφανη και γοητευτική γυναίκα.
Μάνα” αναφώνησε η Μάρθα εκστιασμένη... “πάντα έρχεσαι κοντά μου όταν σε χρειάζομαι” δεν έλεγε ψέματα.
Η φωνή της γύφτισσας αυταρχική. “μόνο εσύ μπορείς να σπάσεις την κατάρα κόρη μου, ήρθε η ώρα επιτέλους”
ποια κατάρα;” ρώτησε η γιαγιά αμέσως, ενώ το κορμί της πλημμυριζόταν με ένα νέο αίσθημα φόβου.
Θα τα μάθεις όλα, εσύ μπορείς να δώσεις ένα τέλος, όλα πήραν το δρόμο τους και η μάνα σου μπορεί να ησυχάσει” απάντησε απότομα και αμέσως φόρεσε τη μαντίλα.
Μα εσύ είσαι η μάνα μου!!”
Αυτή που σε έσωσε και σε μεγάλωσε ναι αλλά όχι αυτή που σε γέννησε κόρη μου”
Εκείνη τη στιγμή μέσα στο όνειρο ένιωθε το πυκνό σκοτάδι να την περικυκλώνει. Έχασε την ταυτότητα της, έχασε εκείνη τη μυρωδιά από τα κουλουράκια. Ακόμη και το σπίτι ήταν διαφορετικό. Βρέθηκε μέσα σε ένα αχυρώνα, μέσα στο παχνί μιας αγελάδας, σκεπασμένη με άχυρα. Φορούσε όμορφα ρουχαλάκια, ήταν δεν ήταν 7 8 μηνών. Η ζεστασιά από τα άχυρα την έκαναν να κοιμηθεί χωρίς να βγάλει το παραμικρό θόρυβο. Αυτή η αγελάδα δεν ήταν καν δική τους, την κράτησαν για τη γειτόνισσα. Το βέλασμα δεν την ενόχλησε καν, κοιμόταν ανέμελα.
που βρίσκομαι;” τη ρώτησε απότομα
Εκεί που σε έκρυψα για γλιτώσεις, παρακαλούσα το Θεό να σε γλιτώσει από μένος αυτόν των ανθρώπων. Πίστευα πως κανείς δε μας ενοχλούσε, πως η μάνα σου είχε σωθεί επιτέλους αλλά κάναμε λάθος. Μας βρήκαν ξανά... δυο γυναίκες μόνες σε ένα σπίτι...
Ποια είσαι;” ρώτησε δυνατά η Μάρθα ενώ άφησε κάποια δάκρυα να τρέξουν, η σκληροτράχηλη γιαγιά είχε λυγίσει.
Αυτή που σε μεγάλωσε σαν δικό της παιδί αφού ο Θεός δε μας αξίωνε να αποκτήσουμε ένα μωρό και η γυναίκα που ορκίστηκε στη μάνα σου να προστατεύσει για πάντα....”
Η Μάρθα πάλευε να την ακουμπήσει στον ύπνο της, να την αγκαλιάσει, έψαχνε απαντήσεις, το μέλλον αβέβαιο με αρκετούς κινδύνους αλλά συνειδητοποιήσε πως δεν είχε καν παρελθόν, πως δεν είχε ταυτότητα, ξαφνικά έγινε η Μάρθα που δε γνώρισε ποτέ τους γονείς της, ποτέ δεν έμαθε το πραγματικό της επίθετο. Η λέξη κατάρα τι ήταν αυτό πάλι; τι παιχνίδια έπαιζε η μοίρα ξαφνικά; Γιατί τώρα; είχε νόημα η αλήθεια τώρα τελικά;
Γύρνα στο χωρίο.. στο δέντρο στην άκρη στης αυλής θα βρεις απαντήσεις, το τέλος είναι κοντά” της είπε η ''γύφτισσα'' μάνα χωρίς να δίνει περισσότερες εξηγήσεις. Μόνη της θα αναζητούσε την αλήθεια... μόνο της θα έσπαγε την κατάρα.

Πολλά χρόνια πριν

Αρετή σε ευχαριστώ” της είπε η Παρασκευή ενώ οι γυναίκες επέστρεφαν από την εκκλησία
Εγώ σε ευχαριστώ, εγώ και η κόρη μου σε ευχαριστεί για όλα” η μικρή Μάρθα γκρίνιαζε διότι διψούσε.
Ακόμη και μερικά γράμματα μου έμαθες, και άλλα κόλπα” γέλασε πονηρά αφού η μικρή κοπέλα προσπαθούσε να της μάθει κάποια μυστικά μαγείας, να διαβάζει τα χαρτιά και πως να λύνει ξόρκια.
Τα άλλα δεν είναι ανάγκη να τα χρησιμοποιήσεις ποτέ, καμιά μαγεία δε με έσωσε και κανένα ξόρκι δε με προστάτευσε, ούτε το μέλλον μου δεν προέβλεψε η γιαγιά μου”
Όλα γίνονται για ένα σκοπό” συμπλήρωσε η γυναίκα-προστάτιδα
Ο Θεός με έχει ξεχάσει, εμένα και το παιδί μου ίσως άλλη να είναι η μοίρα μου, ίσως” κατσούφιασε αμέσως... η μικρή συνέχισε τη γκρίνια όμως.
Δώσε μου να την κρατήσω” είπε επιτακτικά η γυναίκα με τα μαύρα μαλλιά. Με τα γελάκια της μπέμπας ένιωθε ευτυχισμένη, ακόμη και ο άνδρας της που γκρίνιαζε για ένα μωρό σταμάτησε να γκρινιάζει. Όλη μέρα έπαιζε με τη μικρή
Πρέπει να φύγω κάποια στιγμή, φοβάμαι πως θα μας βρούνε”
Εγώ είμαι εδώ, όλοι σε αγαπάνε στο χωριό Αρετή κανείς δε θέλει να σε βλάψει”
Όλοι ρωτάνε όμως ποιος είναι ο πατέρας”
Ας ρωτάνε, στην ανάγκη θα πάμε σε άλλο χωριό” τόνισε η Παρασκευή
Φοβάμαι, όλα είναι ήσυχα ποτέ δεν μου αρέσει αυτή η ηρεμία”

Η Αρετή είχε δίκιο, αυτή η υπερβολική ηρεμία ήταν κακός οιωνός. Είχε περάσει ένας χρόνος σχεδόν, το χωριό μιλούσε για εκείνη αρκετά αλλά δεν έδινε σημασία. Η οικογένεια την είχε καλοδεχτεί. Δούλευε μαζί τους όποτε μπορούσε για να μαζέψει κάποια χρήματα. Κουβαλούσε και τη μπέμπα μαζί η οποία είχε γίνει 9 μηνών. Άλλοτε πουλούσε κάποια ζαρζαβατικά στην αγορά κοντά στην πόλη, άλλοτε έσκαβε στα χωράφια. Δεν την τρόμαζε η δουλειά, αντιθέτως ένιωθε πιο σίγουρη, πιο ζωντανή, ξέφευγε από το παρελθόν, έκλεινε την πόρτα στον πόνο και στην προδοσία εάν και δεν ήταν τόσο ανόητη. Κάποια στιγμή το παρελθόν θα την έβρισκε πάλι. Επίτηδες την άφησε έτσι στη μέση του δρόμου, ο θυμωμένος Μανώλης ήταν ικανός να την αποτελειώσει χωρίς δεύτερη σκέψη. Σίγουρα όχι από οίκτο ή από αγάπη, ήταν ο μεγάλος ευεργέτης της περιοχής, μεγαλοκτηματίας με περιούσια, με ανθρώπους στη δούλεψη και δυο γονείς που ποτέ δεν τον αγάπησαν αλλά πάντα ήταν τα μεγάλα αφεντικά και όλοι τους σέβονταν.
Ήταν μια συνηθισμένη μέρα, η Αρετή είχε επιστρέψει νωρίς από τα χωράφια αφού δεν αισθανόταν πολύ καλά. Δεν βιαζόταν η Παρασκευή είχε τη μπέμπα μαζί της, την είχαν βαφτίσει εδώ και δυο μήνες και ακόμη δεν γνώριζε γιατί τις είχε δώσει αυτό το περίεργο όνομα. Ο ήλιος έκαιγε και η ανηφόρα την κούρασε περισσότερο. Ξαφνικά αντίκρισε μπροστά το Μανώλη, τον άνδρα που κάποτε αγάπησε και πίστεψε. Δεν ήταν μόνος, παρόν και η στρίγγλα η μάνα του που αμέσως έβριζε. Κοντοστάθηκε στη μέση του δρόμου, τελικά πάντα η ευτυχία κρατούσε λίγο, πάντα τελικά θα την έβρισκε και πάντα θα την κυνηγούσε. Είχε έρθει η ώρα να λογαριαστούμε μια τελευταία φορά. Η νεαρή κοπέλα ζήτησε το λόγο, η απουσία του μωρού την καθησύχαζε. Το μωρό είχε το δικαίωμα να τραβήξει το δικό του δρόμο μακριά από αυτή την οικογένεια. Ως σωστή μάνα όφειλε να το προστατεύσει ακόμη και εάν έλεγε ψέματα, ακόμη και εάν το απαρνιόταν. Με την άκρη του ματιού της είδε την Παρασκευή να πλησιάζει με το μωρό αγκαλιά. Επίτηδες φώναξε το όνομα Μανώλης, αυτό είχαν ορίσει σαν συνθηματικό, ελπίζοντας πως η φίλη της θα καταλάβαινε πριν την πάρουν πρέφα.
Η Παρασκευή έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής με τη μικρή αγκαλιά. Καθώς ανηφόριζε το δρόμο και πιο κοντά στα όρια με το διπλανό οικόπεδο τότε άκουσε φασαρία, άκουσε ένα όνομα που ποτέ δεν πίστευε θα το γνώριζε από κοντά. Όμως είχε ορκιστεί να προσέχει πρώτα τη μπέμπα. Έτρεξε χωρίς δεύτερη σκέψη στον αχυρώνα, και εκεί έκρυψε το πανέμορφο μωρό. Αμέσως μετά πήγε να ζητήσει το λόγο από τους άνδρες που τα έβαζαν με μια ανυπεράσπιστη κοπέλα. Δυστυχώς δεν κατάφερε τίποτα όμως. Πάλεψε αλλά το μόνο που κέρδισε ήταν τα πρώτα σημάδια στο πρόσωπο. Άκουγε την Αρετή να κλαίει αλλά τα μάτια φανέρωναν μια απίστευτη δύναμη, από αυτή τη ματιά έπαιρνε κουράγιο. Άγγιξε για λίγο τα χέρια της φίλης της πριν πούνε το μεγάλο αντίο χωρίς καν να μιλήσουν. Εκείνη τη στιγμή από μέσα της έδωσε έναν άλλον όρκο... έτσι όλα ξεκίνησαν.

Στο τώρα καλούνταν να δώσει ένα τέλος, διότι αρκετοί πλήρωσαν, και η αγάπη έπρεπε επιτέλους να κερδίσει... η ''κόρη της'' θα έβρισκε την άκρη και θα μάθαινε την αλήθεια για το ποιος ήταν ο πατέρας της... ποιο ήταν το πραγματικό της επίθετο...

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27ο


27- Ο χορός τους

Είμαι έτοιμη” του είπε σχεδόν ψιθυριστά η Αρετή, φοβούμενη πως κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του.
Ο Φίλιππος χαμογέλασε... “πάντα πανέμορφη μωρό μου” τη φίλησε στο μέτωπο τρυφερά.
Που θα πάμε;” ρώτησε αμέσως
Κάπου που θα περάσουμε καλά, κάπου που δεν είναι ανάγκη να κρυβόμαστε” απάντησε εκείνος ενώ δεν έκρυβε το χαμόγελο. Ήταν ευτυχισμένος και είχε έρθει η ώρα να μοιραστεί την ευτυχία του αλλά και να περάσει κάποια μηνύματα.
Δεν χρειάζεται να πιέζεσαι Φίλιππε, όλα έγιναν πολύ γρήγορα...” πήγε να ξεστομίσει αλλά ένιωσε τα δάχτυλα στα χείλη της.
Ο Φίλιππος δε χρειάζεται να κάνει κάτι που δε θέλει, μαζί θα πάμε, όλοι θα δουν την όμορφη γυναίκα μου”
Ήταν απρόσμενα τρυφερός και γλυκός, πράμα που την τρόμαζε. Αναζητούσε σε αυτά τα μπλε μάτια του ουρανού αλήθειες ισχυρές, κάθε κομμάτι, κάθε σύννεφο έκρυβε παγίδες, μια μαυρίλα τόσο τρομαχτική όπως η τρύπα της αβύσσου. Βυθίζονταν σε αυτή, δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο που περνούσε κοντά του. Ένα βήμα πίσω εξαιτίας αμφιβολιών, δυο βήματα κοντά του, μια ακατανίκητη έλξη, δυο βήματα προς το γκρεμό αλλά το χάος φάνταζε μαγικό. Άκουγε φωνές στο κενό, οι φωνές μεταμορφωνόταν σε μαγικούς ψιθύρους και οι ψίθυροι σε γλυκιά μελωδία έτοιμη να τους συνεπάρει. “Δε θα με αφήσει μόνη” τόνισε αφού δεν ήθελε να μείνει μόνη.

Η λαμπερή δεξίωση γινόταν σε γνωστό ξενοδοχείο, όλες οι κυρίες ντυμένες με υπέροχα πανάκριβα σύνολα. Η Αρετή ήταν απλά κομψή, αλλά αυτή η γλυκύτητα στο πρόσωπο μάγευε και τους πιο δύσπιστους. Σε αυτό πόνταρε ο Φίλιππος, έτσι γοητεύτηκε και εκείνος. Κάποτε την είδε να χορεύει μαζί με έναν άλλο άνδρα, κάποτε την κατηγόρησε, τη ζήλεψε και ζήλεψε και τον άλλον άνδρα. Τώρα ήταν η σειρά του να χορέψει μαζί, να την αγκαλιάσει από τη μέση, να της ψιθυρίσει στο αυτί. Ένας χορός όμως που δε θα ολοκληρώνονταν ακόμη, η γλυκιά μελωδία, ο χορός της φωτιάς παρέα με δαίμονες και αγγέλους, είχε και συνέχεια. Η αμφιβολία μεγάλωνε σαν σπόρος μετά το πότισμα, μόλις η αμφιβολία γινόταν αναγκαιότητα τότε και η δυο θα ήταν έτοιμη να ολοκληρώσουν τον ίδιο χορό. Τότε θα ήταν ο Φίλιππος και η Αρετή, τώρα ο κύριος και η κυρία Ραζή, ένα ζευγάρι πολυσυζητημένο, αφού πολλοί αναζητούν απαντήσεις στα γιατί και στα πως. Τα ίσως παραμερίστηκαν άλλη μια φορά αφού στο κόσμο της λευκής βασίλισσας κάθε κίνηση αποτελούσε κίνηση επιβίωσής ενώ στον κόσμο του μαύρου βασιλιά κάθε κίνηση ήταν συνώνυμη ενός νέου παιχνιδιού της φωτιάς και μιας ιστορίας που απλώς επαναλαμβάνονταν.
μη με αφήσεις” τον παρακάλεσε αφού ένιωσε τα βλέμματα όλα στραμμένα στο καθυστερημένο ζευγάρι.
Ποτέ Αρετή” τόνισε με σιγουριά ενώ τα δάχτυλά είχαν μπλεχτεί απαλά χωρίς να ιδρώνουν οι παλάμες.
Ένιωσε ασφάλεια κοντά του, την καθοδηγούσε με το ίδιο αγέρωχο ύφος που κάποτε μίσησε, με την ίδια αλαζονεία που την εξώθησε στα άκρα... με την ίδια περηφάνια που έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει. Ξαφνικά κάποιος τον σταμάτησε, οι παλάμες χώρισαν και εκείνη έμεινε μόνη σχεδόν στο κέντρο της αίθουσας. Δεν υπήρχε κανένας γνωστός, κάποιος που θα τη μειώσει αλλά όχι όλοι τη γνώριζαν και όλοι μιλούσαν για εκείνην. Ήταν μια τυχοδιώκτρια, έτσι ξεκίνησαν όλα. Ένα κορίτσι κλαμένο δραπέτευσε σε παραλία, συγκρατώντας με δυσκολία τα δάκρυα αφού πρώτα άκουσε ένα σωρό κακοήθειες. Ήταν μια γλάστρα για κάποιες, για άλλες υπερβολικά όμορφη, για κάποιους θύμα. Μετά τα δάκρυα ήρθε ο θυμός όμως, γνώρισε τον άνδρα που έμελλε να σημαδέψει τη ζωή της για πάντα, ίσως όχι μόνο σε αυτή τη ζωή αλλά και στις επόμενες. Πάντα μια Αρετή θα γνωρίζει ένα Φίλιππο, πάντα θα μισιούνταν και πάντα θα αγαπιούνται δίχως λογική.
Έβλεπε γυναίκες να ψιθυρίζουν η μία στην άλλη, ξεχνώντας την έννοια της λέξης διακριτικότητα. Τον έψαχνε επίμονα, ένα καταφύγιο μια βροχερή μέρα, ένα στήριγμα. Προχώρησε λιγάκι προς τα αριστερά για να φύγει από το επίκεντρο ήταν αργά. Κάθε ματιά είτε δεξιά είτε αριστερά την έριχναν στην πυρά δίχως το δικαίωμα υπεράσπισης. Ο Φίλιππος της χάρισε ένα χαμόγελο. Δεν είχε δικαίωμα να του ζητήσει κάτι παραπάνω, ίσως να μην μπορούσε να της προσφέρει κάτι καλύτερο. Ίσως τα παραμύθια κρατούσαν μονάχα για λίγο, ίσως πάλι ίσως όλα αυτά τα ίσως την τρόμαζαν περισσότερο από το θάνατο.
Η μουσική σταμάτησε απότομα. Κάποια ζευγάρια κοιτάζανε δυσαρεστημένα καθώς απολάμβαναν τη μουσική. Δυο τρία άλλα ζευγάρια στάθηκαν μπροστά της. Τώρα τον είχε χάσει εντελώς. Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν βασανιστικά αυτή χανόταν σε κύματα τεράστια γεμάτα ανασφάλεια. Έψαχνε μια σανίδα σωτηρίας, έψαχνε εκείνον. Ήταν έτοιμη να τρέξει αλλά η σοβαρή φωνή του πίσω την έκανε να ανατριχιάσει.
Κλείσε τα μάτια Αρετή”
Εντελώς μηχανικά ανταποκρίθηκε, τα έκλεισε και αμέσως τα πνευμόνια της πλημμύρισαν με το άρωμα του. Δεν μίλησε, τον άφησε να την καθοδηγήσει πάλι.
Ο Φίλιππος την αγκάλιασε απαλά από πίσω. “μην τα ανοίξεις” πρόσταξε πάλι
Δεν τόλμησε να ρωτήσει το γιατί, την αγκάλιαζε κάπως διαφορετικά, δεν ήταν κτητικός.
Τι βλέπεις;” τη ρώτησε
Τίποτα” απάντησε ενώ η καρδιά της χτυπούσε δυνατά
Ακριβώς μωρό μου, αυτή τη στιγμή μόνο εγώ βρίσκομαι δίπλα σου, μόνο εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου, μυρίζω το άρωμα σου.. κανείς άλλος!”
Είμαστε μόνοι;” ρώτησε παρασυρόμενη στην παράνοια
Ολομόναχοι, μόνο ο κύριος Ραζής με τη γυναίκα του” της ψιθύρισε.. “όταν θα κλείνεις τα μάτια θα βλέπεις μονάχα εμένα, όταν φοβάσαι πάλι εμένα θα βλέπεις και όταν θες να κλέψεις να σκέφτεσαι την αγκαλιά μου, δε ξέρω εάν μπορώ να σου προσφέρω κάτι άλλο” δεν έδωσε υποσχέσεις όπως άλλες φορές.
Δεν χρειάζεται” απάντησε ενώ βολεύτηκε καλύτερα σε αυτή την αγκαλιά.
Μου χρωστάς έναν χορό κυρία Ραζή” τόνισε με γλυκό παράπονο. Με τον αντίχειρα της χάιδεψε το χέρι από τον ώμο προς τα κάτω. “είσαι έτοιμη να χορέψουμε το δικός μας χορό;”
Ναι ήταν πανέτοιμη, δεν μπόρεσε να το βροντοφωνάξει όμως αφού φοβόταν πως η καρδιά της θα έσπαγε σε χίλια κομμάτια.
Της έσφιξε την παλάμη, ενώ γύρισε το κορμί της απότομα προς το μέρος του. Μπλε της θάλασσας εναντίον του σμαραγδιού πολεμούσαν για ένα θρόνο. Άνοιξε τα μάτια και εκείνη τη στιγμή είδε το χρώμα της ευτυχίας, είχε το χρώμα των ματιών του. Ναι εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο αυτή και αυτός.... Χόρευαν με αργά βήματα, ακολουθούσαν τη μελωδία, με αποφασιστικότητα, πεπεισμένη πως ήταν σε θέση να κερδίσουν τους δαίμονες του παρελθόντος. Οι φλόγες της φωτιάς του συνόδευαν σε αυτό το χορό, δεν επέτρεπαν κανέναν να μπει σε αυτόν τον κύκλο. Ο Φίλιππος και η Αρετή έδειξαν πώς τίποτα δεν τους τρόμαζε, σίγουρη πως ότι και να τους έκρυβε το μέλλον στο τέλος θα χαμογελούσαν.
Ο Φίλιππος όμως δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Λίγο πριν κλείσει ο χορός την άρπαξε με βίαιο τρόπο, τα κορμιά τους έγιναν ένα και αυτός της χάρισε το πιο θανατηφόρο φιλί από όλα... το φιλί της προδοσίας, το φιλί ενός όρκου... ένα φιλί...

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26ο

 
26- Μακριά της (2)

Τον αγαπάς τόσο πολύ;” τη ρώτησε ο Μάριος καθώς οδηγούσε νευρικά.
Σταμάτα να τρέχεις” τον μάλωσε η Αρετή του κρατιόταν από την πόρτα. “σου έδωσα δέκα λεπτά”
Τόσα αξίζω προφανώς”
Μάριε σταμάτα, είναι πολύ αργά”
Για μας...” έκανε ένα μορφασμό απόγνωσης “το ξέρω δε χρειάζεται να μου το θυμίζεις, βλέπεις ο αντρούλης πρόλαβε να μου μεταβιβάσει τα χαρμόσυνα νέα”
Τι εννοείς;”
Αυτό που κατάλαβες, εάν νομίζεις πως ο Ραζής θα αλλάξει τόσο εύκολα γελιέσαι”
Δεν προσδοκώ τίποτα, δε ξέρω τι μου ξημερώνει Μάριε” κούνησε το κεφάλι, γεμάτη άρνηση.. “ ο Φίλιππος προσπαθεί”
Σταμάτα να τον δικαιολογείς μπροστά μου” πάτησε το γκάζι παραπάνω.
Δε θα κάνει κάτι που θα με στεναχωρήσει, όχι τώρα, το νιώθω...”
Και οι άλλοι; ξεχνάς τους άλλους Αρετή η καλοκάγαθη ψυχή σου δε σε αφήνει να δεις καθαρά”
Δε με νοιάζουν οι άλλοι..”
Σύνελθε, απομακρύνσου από αυτόν τον άνδρα πριν είναι αργά σε παρακαλώ” σταμάτησε απότομα στην άκρη του κόσμου χωρίς να δίνει σημασία στα κορναρίσματα. “το παρελθόν θα σας χωρίζει μια ζωή, οι άλλοι δε θα σε αφήσουν σε ησυχία κυρία Ραζή” κάθε φορά που έλεγε αυτό το επίθετο δεχόταν πολλαπλές μαχαιριές στο στομάχι. “θα κομματιάσει τη ψυχή σου, θα τη δώσει στα σκυλιά να τα φάνε, διότι αυτός ο άνδρας δεν μπορεί να αγαπήσει” τσίριξε δυνατά
Και εσύ είσαι καλύτερος από εκείνον;”... επέστρεψε λίγο στο παρελθόν, την παλιοπαρέα, στην μάνα της... “ο πατέρας κάποτε αγάπησε τη μάνα μου αλλά η ζήλια τον κατέστρεψε, την άφησε να φύγει, να βρίσκεται μαζί με τον πατέρα μου”
Την αγάπησε, ακόμη και τώρα πριν πεθάνει μιλάει για εκείνην”
Σε τι διαφέρεις από το Ραζή;” τον ρώτησε πάλι επίμονα “μου λες πως με αγάπησες αλλά δεν μπορώ να σε πιστέψω... έχω καρδιά, πονάω, συναισθήματα αρκετά άφησα τους άλλους να τα ποδοπατήσουν” χτύπησε το στήθος δυνατά. “από εδώ και πέρα όποια είναι τα σχέδια της μοίρας βαρέθηκα να είμαι σκλάβα, πήρα τη σωστή απόφαση”
Και η Λασκαρίδη, ή Έλενα; ξέρεις πως ανακάτεψαν τα πάντα; το νιώθεις;” την άρπαξε από το μπράτσο.. “όσο αυτές κάνουν σχέδια εξόντωσης εσύ το παίζεις ερωτευμένη γυναικούλα”
Ναι είμαι ερωτευμένη γυναικούλα αλλά έχω περισσότερη αξιοπρέπεια, αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός μου, ποτέ σε ζήτησα να παίξω το ρόλο του στρατηγού”
Η άμυνα είναι η καλύτερη επίθεση” γρύλισε ο Φωτίου απογοητευμένος.. “η άγνοια όμως μπορεί να σε σκοτώσει και αυτοί οι άνθρωποι δεν θα σταματήσουν σε τίποτα”
Υπάρχει η θεία δίκη... έχω το γιο μου, δεν μπορώ”
Άρα θα περιμένεις;”
Η Αρετή κούνησε το κεφάλι αποκαρδιωμένη. “δεν αντέχω άλλο έτσι”
Εγώ θα είμαι δίπλα σου, ακόμη και εάν χρειαστεί να αφήσω την τελευταία πνοή μου δίπλα σου θα το κάνω, ποτέ δε θα ζητήσω τίποτα πίσω”
Έφτασαν στο σπίτι της Έρικας αμίλητη, βυθισμένοι σε σκέψεις. Από εκεί η Αρετή κατάφερε να επικοινωνήσει με τον Οδυσσέα ο οποίος έχανε τα λογικά του... “εάν θες να παραμείνεις ζωντανός και να αγκαλιάσεις την κόρη σου το καλό που σου θέλω να βρίσκεσαι στην κλινική σε ένα τέταρτο”
Θα γίνω πατέρας Αρετή;” ρώτησε ξεφυσώντας από χαρά και άγχος μαζί
Ναι Οδυσσέα και εάν αργήσεις και άλλο θα σε χωρίσει πριν την παντρευτείς”
Έρχομαι από εκεί”
Πρόσεχε” φώναξε εκείνη αλλά η γραμμή νέκρωσε.

Ο Μάριος την περίμενε υπομονετικά. “σε παρακαλώ το μόνο που θέλω”
Δε ξέρω τι θες βαρέθηκα να μου λένε όλοι τι να κάνω” ανταπάντησε εκνευρισμένη
Δε θέλω να πληγωθείς, δε θέλω να κλαις” ούτε ο ίδιος γνώριζε πόσο σοφά ήταν τα λόγια του. Ο ίδιος θα αναλάμβανε μια δύσκολη αποστολή, θα γινόταν συνένοχος και θα προσπαθούσε να κρύψει συναισθήματα αγάπης στο βάθος της ψυχή του.
Επέστρεψαν στο νοσοκομείο, σαν δυο ξένοι σχεδόν... “μη με ξαναενοχλήσεις”
Αυτό κατέβασε το κεφάλι... “θα έρθω μονάχα όταν με χρειαστείς” ψέλλισε μέσα από τα δόντια. Έκανε μερικά βήματα προς το μέρος της αλλά μια άλλη ανδρική παρούσια τον σταμάτησε. Οι δυο άνδρες κοιτάχτηκαν όπως παλιά, δυο εχθροί, ένας αγώνας δίχως τέλος

Η Αρετή γρήγορα κατευθύνθηκε στην είσοδο του νοσοκομείο αλλά ο Φίλιππος εμφανίστηκε μπροστά της. “πήρες τα πράματα της Έρικας;”
Φίλιππε...” έχασε τη μιλιά της ξαφνικά, χωρίς να το πολυκαταλάβει έριξε μια ματιά προς τα πίσω
Να φανταστώ πως με περίμενες” ακουγόταν τόσο ήρεμος, κάτι δεν της άρεσε σε αυτή τη συμπεριφορά
Ξέχασε το κινητό στο σπίτι”
Με ενημέρωσε η γιαγιά σου, όπως και για ότι θα περνούσαν από το σπίτι της φίλης σου”
Φίλιππε να σου εξηγήσω” αλλά μια παγωμένη ματιά την έκανε να σιωπίσει
Βλέπω πως ο κύριος Φωτίου δε λέει να καταλάβει”
Φίλιππε τυχαία συναντήθηκαμε, ήθελε να μου μιλήσει”
Μωρό μου δεν έχω θυμώσει μαζί μου” οι παλάμες τους έγιναν ένα. “τι λες πάμε μαζί να τον ευχαριστήσω για την εξυπηρέτηση”
Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελλή. “Δεν υπάρχει λόγος ότι είχαμε να πούμε το είπαμε”
Πως εγώ πρέπει να τον ευχαριστήσω που πρόσεξε τη γυναίκα μου”
Φίλιππε μη το παρατραβάς σε παρακαλώ”
Ο γνωστός όμως Ραζής δεν έπαιρνε από λόγια.. “μη φοβάσαι”
Όταν τον άκουσε να λέει αυτή τη λέξη αισθανόταν εντελώς το αντίθετο. Η Αρετή βρισκόταν ακριβώς στη μέση. “Ευχαριστώ” είπε πρώτα ο Φίλιππος απλώνοντας το χέρι
Ο Μάριος τα έχασε επίσης. “τι παιχνίδια παίζεις Ραζή;”
Τίποτα απλώς σε ευχαριστώ που πρόσεξες τη γυναίκα μου” ακουγόταν ήρεμος
Φτάνει Φίλιππε” τον παρακάλεσε εκείνη
Πάμε...” πριν φύγει έσκυψε λίγο προς το μέρος του για να του ψιθυρίσει κάτι.
Για το δικό σου καλό μείνει μακριά της, δεν θα υπάρχει άλλη προειδοποίηση” τον χτύπησε στον ώμο σαν να ήταν δυο καλό φίλοι.
Ο Μάριος όταν τον είδε να απομακρύνεται φώναξε προς το μέρος του... “κάποια στιγμή θα τη διώξεις, κάποια στιγμή θα ζητάς κάποιον να σταθεί δίπλα της διότι θα αισθάνεσαι ανήμπορος να την προστατεύσεις” μια δύναμη ήταν σαν να τον υποκινούσε να πει αυτά τα λόγια. Προφητικά ή μη ένα ήταν σίγουρο τη δεύτερη φορά που θα συναντιόταν αυτοί οι δυο άνδρες όλα θα είχαν αλλάξει.

Η Αρετή έψαχνε σημάδια θυμού στο βλέμμα του, και όμως δεν διέκρινε τίποτα. “Φίλιππε συγγνώμη”
Μη ζητάς ξέρω τι έγινε..” απάντησε κοφτά την αγκάλιασε τρυφερά.. “σου είπα πως θα προσπαθήσω”
Άκουγε την καρδιά του να χτυπάει και προς στιγμήν χαλάρωνε. Μετά από λίγα λεπτά έφτασε ο Οδυσσέας.
Θα σας αφήσω τώρα, η φίλη σου σε χρειάζεται, εγώ θα σε περιμένω σπίτι” είπε βιαστικά
Μείνει μαζί μου” η φωνή της φανέρωνε αγωνία
Θα σε περιμένω σπίτι, ο οδηγός θα μείνει εδώ για οτιδήποτε τον χρειαστείς” Τη φίλησε στο μέτωπο γλυκά...“Συγχαρητήρια” είπε στον Οδυσσέα, ο οποίος κούνησε το κεφάλι έκπληκτος.

Ο Φίλιππος όταν επέστρεψε σπίτι βρήκε τη Μάρθα στον καναπέ να χαζεύει στην τηλεόραση.
Νωρίς επέστρεψες” επισήμανε με το που τον είδε
Θα την περιμένω σπίτι” απάντησε χωρίς να έχει όρεξη.
Το ξέρεις πως η εμπιστοσύνη δε χτίζεται από τη μια μέρα στην άλλη”
Ξέλυσε τη γραβάτα του, κουρασμένος από τρέξιμο. “και η αγάπη;” τη ρώτησε σαν να χρειαζόταν συμβουλή
Ως μεγαλύτερη έχω να πω πως η αγάπη είναι μεγάλη λέξη και εσύ δεν μπορείς να την πιάνεις ακόμη στο στόμα σου”
Ο Φίλιππος έμεινε άφωνος. “δεν έχεις χωνέψει αυτό το γάμο;”
Εσύ Ραζή τον έχεις χωνέψει; γιατί μην μου πεις ο γάμος διότι θα βάλω τα γέλια α ξέχασα προσπαθείς να γίνεις καλός” τον ειρωνεύτηκε αλλά ήταν η μόνη που μπορούσε να τον βάλει στη θέση του.”
Την αγαπάω” το ομολόγησε πρώτη φορά μπροστά σε άνθρωπο.. “την αγαπάω παραπάνω από τη ζωή μου”
Η Μάρθα χαμογέλασε στραβά. “μη το λες σε εμένα αλλά σε εκείνην, και εάν δεν μπορείς να το πεις επειδή έχεις υπέρμετρο εγωισμό, κάνε κάτι ουσιαστικότερο από το τηγανίζεις ομελέτες”
Ο Ραζής κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό.. “η εγγονή σου θα έχει..”
Καλά, ξέρω ξέρω ήρθε η ώρα να πηγαίνω, ο μικρός κοιμάται πάνω”
Η Αρετή θα χαρεί να βρει...”
Ραζή είσαι το μεγαλύτερο αλαζονικό γουρούνι που έχω γνωρίσει αλλά ξέρω πως είσαι ο μόνος που μπορείς να την προστατεύσει, μη προδώσεις την εμπιστοσύνη που σου δείχνω” ανταπάντησε η γιαγιά με κοφτερή γλώσσα.
Την αγαπάω” η φωνή του λαχανιασμένη
Το ξέρω” αμέσως έφυγε χωρίς να πει κάτι άλλο. Τον άφησε πίσω να παλεύει με δαίμονες ζήλιας, πάθους και πόθου μαζί.

Η Αρετή επέστρεψε πίσω αργά το βράδυ, η μικρή ταλαιπωρήσε τη φίλη της για αρκετές ώρες. Λίγο πριν τις εννέα το βράδυ φανερώσει το προσωπάκι της. Η Έρικα κοιμόταν στο δωμάτιο εξαντλημένη από τη γέννα. Ο Οδυσσέας κράτησε αγκαλιά την κόρη του λίγο αργότερα. Εκείνη έκανε το καθήκον, θα τους άφηνε μόνους να απολαύσουν τις στιγμές.
Βρήκε το Φίλιππο στον κήπο, στο χέρι ένα ποτήρι κρασί. Χάζευε τα αστέρια ενώ ήτα γυμνός από τη μέση και πάνω.
Θα κρυώσεις..” του είπε αμέσως
Θα με ζεστάνεις εσύ”
Ένας άνδρας άρρωστος γίνεται γκρινιάρης” αποκρίθηκε εκείνη ενώ κάθισε δίπλα τουαλέτες”
Και μια γυναίκα τι είναι;”
Φίλιππε εάν θες να συζητήσουμε”
Δεν υπάρχει κάτι να πούμε αντιθέτως σε περιμένω να ντυθείς”
Να ντυθώ είναι αργά.. κοντεύει δέκα” διαμαρτυρήθηκε
Δε θα αφήσεις τον άνδρα σου πεινασμένο” τόνισε αμέσως εκείνο, παίρνοντας ένα ναζιάρικο ύφος
Τι ετοιμάζεις” για κάποιο λόγο αυτή η υπερβολική καλοσύνη την τρόμαζε
Θέλω να δείξω σε όλους τη γυναίκα μου” δήλωσε με σοβαρό ύφος.. “πόσο σε θέλω” ακούμπησε το ποτήρι στο τραπέζι.. “μισή ώρα είναι αρκετή φαντάζομαι”
Μα...” διαμαρτυρήθηκε..
Όχι μα μωρό μου σήμερα δε θέλω να μου χαλάσεις τη διάθεση” απομακρύνθηκε από κοντά της χωρίς να της αφήσει το περιθώριο να αντιδράσει.
Η Αρετή πρώτα έλεγξε τον μπέμπη και μετά από ένα γρήγορο ντους φόρεσε κάτι κομψό, κάτι στα μέτρα της. Ήθελε και αυτή να δείχνει πανέμορφη για χάρη του, ήταν η πρώτη τους έξοδο μαζί σαν παντρεμένο ζευγάρι...

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...