Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

O ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 46ο


46- Μια μάνα όμως...

Αργότερα... μερικούς μήνες

Ο Μάριος ήταν μαζί της ακόμη και σε αυτή τη ιδιαίτερη στιγμή, χωρίς να την αφήνει από τα μάτια του. Η Αρετή πηγαινοερχόταν πάνω κάτι ανήσυχη όμως. Ακόμη και το μωρό ετούτη τη χαρούμενη μέρα είχε ένα θλιμμένο ύφος. Σήμερα θα γινόταν τα βαφτίσια του μικρού Άγγελου. Η απουσία κάποιου άλλου προσώπου όμως τη σκότωνε. Οι πληγές από τα συνεχή χτύπημα νωπές, ανήμπορες να κλείσουν. Μήνες τώρα σταμάτησε να αναζητά την αλήθεια, σταμάτησε να αποζητά απαντήσεις στα όνειρα. Η στεγνή πραγματικότητα την οδηγούσε σε μια κόλαση φωτιάς. Δεν υπήρχε όμως κανείς να την προστατεύει από τις φλόγες.
Αυτός ερχόταν και έφευγε σαν τον άνεμος αφήνοντας πίσω συντρίμμια όμως. Χανόταν μεταξύ λογικής και παραλογισμούς. Ένα βήμα προς και αυτός ήδη την περίμενε στην άκρη του δρόμου, ένα βήμα προς τα πίσω και το άρωμα του την πολιορκούσε. Προσπάθησε άπειρες φορές μάταια όμως να αποκρυπτογραφήσει τα μηνύματα, τους γρίφους που άφηναν οι σκόρπιες λέξεις που έβγαιναν κάθε φορά από το στόμα του.
Πόσες φορές είχε χλευάσει τον εαυτό της επειδή δεν μπορούσε να αποδεσμευτεί. Αισθανόταν δυνατή, αισθανόταν έτοιμη να αντιμετωπίσει τους δαίμονες που την κυνηγούσαν με μανία. Δεν επέτρεπε σε κανέναν να την ποδοπατήσει και όσο αυτή κρατούσε μια περίφανη στάση τόσο η συμπεριφορά της παρερμηνεύονταν. Οι χαρακτηρισμοί άλλαζαν με το πνεύμα των καιρών, άλλες φορές βαφτιζόταν η τυχοδιώκτρια, άλλες φορές η βρωμιάρα. Τίποτα δεν είχε αξία όσο τα λόγια του όμως...

Μπορείς να διαβάσεις τα μάτια μου;
Μπορείς να ξεκλειδώσεις την καρδιά μου;
Γιατί θέλω να σε αγγίξω αλλά δεν μπορώ;
Και γιατί στον καθρέφτη της ψυχής μου βλέπω μονάχα την εικόνα σου;

Τη ρώτησε στις πιο απρόσμενες στιγμές αλλά δεν είχε απαντήσεις διότι δεν την θυμόταν. Δεν την αναγνώριζε. Δεν υπήρξε ποτέ η Αρετή στη ζωή του. Τι νόημα είχαν οι απαντήσεις μπροστά στο γκρεμό; Διότι εκεί στεκόταν, στην άκρη ενός γκρεμού έτοιμη να πηδήξει....

Σήμερα ήταν μια διαφορετική μέρα και όμως η εικόνα του εμφανίζονταν μπροστά του. Μερικά βράδια πριν έδινε υπόσχεση στο μωρό της πως ο πατέρας του θα ήταν παρόν αλλά η επόμενη μέρα έφερνε πάλι την αμφιβολία. Την είχε ξεχάσει τελικά ενώ διασκέδαζε το επόμενο βήμα στη ζωή του. Και όμως ο τρόπος που την κοίταζε, αυτή η γλύκα στη φωνή φανέρωνε τον παλιό Φίλιππο, αυτόν που ερωτεύτηκε με πάθος. Αυτός όμως ποιος ήταν;
Ο Άγγελος ήταν αρκετά ανήσυχος. Τον ξύπνησε πολύ νωρίς για να τον ετοιμάσει. Η Έρικα θα γινόταν η νονά του τελικά αφού δεν είχε πλέον πολλά άτομα στη ζωή του. Ο ψυχολογικός πόλεμος καλά κρατούσε αλλά εκείνη δε λύγιζε.
Βυθισμένη στις σκέψεις δεν πρόσεξε τη νευρικότητα του Μάριου.
Τι συμβαίνει τον ρώτησε αμέσως;”
Κάποιος μας παρακολουθεί!” είπε και αμέσως πάτησε το γκάζι. Το αυτοκίνητο πίσω όμως τον ακολούθησε με τον ίδιο ρυθμό.
Η Αρετή τα έχασε! “Τι συμβαίνει;”
Δε ξέρω..” δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη φράση του. Έστριψε σε ένα στενό επίτηδες. Ακολούθησε ένα μικρό παράδρομο, πιστεύοντας πως τους ξέφυγε. Δεν τα υπολόγισε όμως καλά. Ένα άλλο αυτοκίνητο του έφραξε το δρόμο. Δυο άνδρες με όπλο βγήκαν από αυτό. Τα έστρεψαν προς το μέρος του δίχως να έχουν όρεξη για παιχνίδια.
Και οι δυο άνδρες φορούσαν κουκούλα. Ο Μάριος προσπάθησε να βγάλει το όπλο του κάτω από τη θέση αλλά ο άνδρας ο πιο ψηλός από τους δυο τον εμπόδισε φέρνοντας το όπλο στο μέρος της Αρετής.
Πριν κάνεις καμιά μαλακία σκέψου ξανά!”
Η Αρετή άρχισε να ουρλιάζει. Ο πιο κοντός άνδρας όμως την έβγαλε από το αυτοκίνητο με το ζόρι. “Σκάσε” πρόσταξε.
Υπάκουσε ενώ άφηνε τα δάκρυα να τρέξουν.
Δε λες να βάλεις μυαλό και αυτή είναι η τιμωρία σου!” της ψιθύρισε ο εγκληματίας στο αυτί. Ξαφνικά εμφανίστηκε και ένας τρίτος άνδρας ο πιο γεροδεμένος από όλους. Αυτός άνοιξε την πίσω πόρτα από τη πλευρά του μωρού της. Ο Άγγελος έκλαιγε επίσης.
Η Αρετή αισθανόταν ανήμπορη να βοηθήσει το μωρό της. Της κρατούσε τα χέρια σφιχτά πίσω, κλείνοντας το στόμα. Προσπάθησε να παλέψει αλλά μια δεύτερη προειδοποίηση όμως την ηρεμήσει.
Εάν δε θες να πάθει τίποτα ο μικρός τότε βούλωσε το. Φρόντισε να δώσεις όσο σου ζητήσουμε!!”
Ο Μάριος μπροστά στην απειλή δεν προσπάθησε να αντιδράσει. Και οι τρεις είχαν όπλα. Το στενό έμοιαζε ακατοίκητο λες και δεν υπήρχε ψυχή γύρω τους. Ο αντίπαλος τον χτύπησε στο κεφάλι, σωριάστηκε αμέσως κάτω αφήνοντας την Αρετή εντελώς απροστάτευτη.
Ο κακοποιός κράτησε τον Άγγελο στην αγκαλιά του. Αμέσως τον μετέφερε στο δεύτερο αυτοκίνητο. Έφυγε αμέσως αφήνοντας πίσω τους άλλους δυο να τελειώσουν τη δουλειά. Οι εντολές και το σχέδιο ήταν σαφές και τα λεφτά πολλά για να πράξουν ανόητα λάθη βασισμένα σε συναισθηματισμούς.
Η Αρετή γονάτισε κάτω συντετριμμένη. Πως μια μάνα να δεχτεί αυτό το χτύπημα της μοίρας; πως μια μάνα παραμένει ασάλευτη όταν της κλέβουν το παιδί; ποιο ήταν το σφάλμα της τελικά; ίσως το ότι γεννήθηκε και έζησε τελικά.
Δεν έχω λεφτά!!!” ούρλιαξε ανάμεσα στους λυγμούς.
Έχει ο πατέρας του όμως!” απάντησε θυμωμένα ο δεύτερος άνδρας πριν εξαφανιστεί μέσα στη βροχή.
Μετά από λίγο έμεινε μόνη γονατισμένη. Το κορμί της έτρεμε ενώ οι στάλες της βροχής έπεφταν πάνω της. Δεχόταν συνεχή μαστιγώματα αλλά αυτή ήταν η χειρότερη τιμωρία τελικά...
Λίγο πριν φύγουν οι ένοχοι τους παρακάλεσε... “Μη με αφήνετε έτσι... σκοτώστε με!”
Δεν είχε έρθει η ώρα της όμως ακόμη!

ΣYNEXIZETAI...

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 45ο


 
45- Ακολουθώντας τη φωνή σου

Η Έλενα επέστρεψε εσπευσμένα από το εξωτερικό. Δεν πίστευε πως τους βρήκε και άλλη κακοτυχία εξαιτίας αυτής της τσούλας. Ο Αλέξανδρος παρακολουθούσε τις εξελίξεις επίσης προβληματισμένος. Δεν είχαν ησυχάσει τον τελευταίο χρόνο και τώρα δέχτηκαν μια χαριστική βολή. Περισσότερο φοβόταν την αντίδραση της αγαπημένης του, μια νέα έκρηξη. Ο ίδιος ένιωθε κάποιες ενοχές διότι ενεπλάκη σε ένα παιχνίδι σαν πιόνι ενώ ο νικητής ήταν εξ αρχής προαποφασισμένος. Ο μέγας και τρανός Φίλιππος Ραζής κείτονταν στο κρεββάτι του πόνου ανήμπορος να παλέψει όπως και αυτός κάποτε. Τον συμπονούσε όμως; Δεν είχε απάντησε σε αυτό το ερώτημα διότι θύμωνε πιο πολύ με τις επιλογές του. Εάν ο ίδιος δεν λάμβανε νευρικές και εν βρασμώ αποφάσεις ίσως όλα να ήταν διαφορετικά. Εάν είχε δώσει μια ευκαιρία στην Αρετή, ή καλύτερα εάν την πίστευε τότε θα ήταν ακόμη ζευγάρι μαζί της. Και όμως όλα ήταν προδιαγεγραμμένα. Ο Ραζής θα την έβρισκε και τελικά θα την έκλεβε. Ο ίδιος ακολούθησε τη μοίρα, ο ίδιος έπαιξε με τη φωτιά και έκλεισε τα αυτιά στις κραυγές αγωνίας του περίγυρου, ο οποίος τον συμβούλευε να μην προχωρήσει με τη συγκεκριμένη κοπέλα.
Παρόλα αυτά όμως δεν είχε κάποια εξήγηση για την επίθεση. Όσους και παλιούς λογαριασμούς, όσα καλά θαμμένα μυστικά είχε η οικογένεια Βασιλειάδη ο ίδιος παρέμεινε θεατής μέχρι το τελευταίο χειροκρότημα. Τις περισσότερες φορές έβγαζε ένα μένος, μια υπερβολική ζήλια αλλά στο τέλος την παντρεύτηκε δίχως να λογαριάζει τις συνέπειες αλλά και πάντα επέστρεφε σε εκείνη ώστε να αποζητήσει την εξιλέωση. Τελικά τον ζήλευε διότι ήταν πιο τολμηρός αλλά δε ζήλευε την κατάληξη του.
Όσο άκουγε την Έλενα να βρίζει Θεούς και δαίμονες τόσο αναρωτιόταν τι άλλο θα τους βρει στο μέλλον. Ήταν συνένοχος σε κάποιες εγκληματικές επιλογές, έπαιζε και ο ίδιος με τη φωτιά αρνούμενος να παραδοθεί στις φλόγες που τους περιτριγύριζαν. Πίστευε πως ήταν άτρωτος πως δε θα λογοδοτήσει διότι είχε δίπλα του το κατάλληλο σύμμαχο. Παρόλα αυτά ήλπιζε να την ηρεμήσει να καταλαγιάσει το θυμό της. Βέβαια η διαρκής παρουσία της Αρετής με το τίτλο της κυρίας Ραζή πλέον δεν βοηθούσε την κατάσταση.
Την βλέπεις;” τον ρώτησε απότομα.
Η κοντέσα, αφήνει τα δάκρυα να τρέξουν για να τη λυπηθούμε αυτή φταίει για την κατάντια του πατέρα μου!”
Δεν μπορείς να την εμποδίσεις!” τόνισε ο Αλέξανδρος.
Μπορεί να τη ξεμαλλιάσω όμως. Εύχομαι η επόμενη σφαίρα να πετύχει την καρδιά της για να γλιτώσουμε μια και καλή!” ξεσπάθωσε εκτός ελέγχου.
Σιωπή ανόητη!” τη μάλωσε. “Υπάρχει αστυνομία και εσύ παραλογίζεσαι!”
Παραλογίζομαι κιόλας. Μόνη μου θα της χώσω τη σφαίρα στην καρδιά. Δε θα γλιτώσει αυτή η σκρόφα από τα χέρια μου”
Η Αρετή βγήκε από το δωμάτιο με κατεβασμένο το κεφάλι. Έμαθε να αγνοεί τα πικρόχολα σχόλια αυτές τις τελευταίες μέρες. Τίποτα δεν της άγγιζε και τίποτα δεν θα την εμπόδιζε να τον συναντά έστω και από μακριά. Σε μερικές μέρες θα γινόταν μια προσπάθεια να τον αποσυνδέσουν από τη τεχνητή υποστήριξη για να αξιολογήσουν οι γιατροί καλύτερα την κατάσταση. Της έφτανε προς το παρόν που διέφυγε το κίνδυνο.
Δεν έχεις λιγάκι αξιοπρέπεια; Δε νιώθεις ενοχές;” τη ρώτησε απότομα η Έλενα.
Εσύ νιώθεις καθόλου;” ανταπάντησε με νέα ερώτηση ψύχραιμα η Αρετή. “Δεν έχεις πράξει κανένα λάθος στη ζωή σου;”
Βρωμιάρα θα σε σκοτώσω!” ούρλιαξε η Ραζή. “Με τα ίδια μου τα χέρια εάν χρειαστεί”
Είμαι ήδη νεκρή. Τι σε κάνει να πιστεύεις πως υπάρχει κάτι άλλο για να χάσω!” ψέλλισε αδύναμα νιώθοντας το συναισθηματικό βούρκο να τη ρουφάει προς τα κάτω.
Εσύ φταις! Εσύ φταις για τα χάλια του. Την προηγούμενη φορά τη σφαίρα την έφαγε η γιαγιά σου τώρα αυτός! Εάν τον αγαπούσες θα τον άφηνες στην ησυχία του!”
Η Αρετή εκείνη τη στιγμή ρίγησε. Τα λόγια της Έλενας για πολύ λίγο προκάλεσαν κλυδωνισμούς. Η παλιά Αρετή θα επέλεγε την άρνηση και τη φυγή για να προστατεύσει τα πρόσωπα που αγαπούσε στη ζωή της. Τώρα όμως; Όχι δεν ήταν λύση η φυγή.
Εάν αγαπάς δεν τρέχεις! Και εγώ αγαπάω τον πατέρα σου με όλη τη δύναμη της ψυχής. Κάθε μέρα παρακαλάω το Θεό να ανταλλάξουμε τις ψυχές μας ώστε να βρεθώ εγώ σε αυτό το κρεβάτι μέσα στους παγωμένους λευκούς τοίχους του δωματίου αλλά ο Θεός δε μου κάνει τη χάρη Έλενα!”
Έχεις όρεξη για φιλοσοφίες βλέπω!
Ναι Έλενα. Είναι κάτι που δε πράξεις ποτέ στη ζωή σου. Δεν εκτιμάς την αγάπη!” αντιγύρισε με θυμό.
Θα σου δείξω εγώ!”
Αμέσως η Έλενα κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Εκεί περίμεναν δημοσιογράφοι για μια δήλωση. Η Αρετή την ακολούθησε. Αμέσως τη βομβάρδισαν με σωρεία ερωτήσεων αλλά τους αγνόησε ευγενικά. Η κόρη του Φίλιππου όμως βρήκε την ευκαιρία να εξαπολύσει ένα δριμύ κατηγορώ στη γυναίκα του πατέρα του. Την έχρισε υπεύθυνη για την επίθεση και εμμέσως πλην σαφώς άφησε υπονοούμενα τόσο για το παρελθόν όσο και για χρηματικά κίνητρα. Θα έκανε τα πάντα για να σπιλώσει το όνομα της αντιπάλου αλλά δεν γνώριζε πως η Αρετή δεν θα έκανε πίσω.
Τα πρωτοσέλιδα της επόμενης μέρας με τις δηλώσεις και τις κατηγορίες της Έλενας της προκάλεσαν θλίψη διότι πλέον θα είχε ξεμείνει από δικαιολογίες για αυτήν την κοπέλα. Ποτέ δεν την πείραξε, ποτέ δεν την ποδοπάτησε και όμως αυτή επέλεγε πάντα ένα στεγνό πόλεμο με λασπολογίες και δηλώσεις που θα προκαλούσαν οργή από τη μεριά του πατέρα της.
Όλη αυτή η επίθεση την πείσμωσε. Θα πάλευε, θα έμενε ζωντανή και από εδώ και πέρα θα έκλεινε τα αυτιά στις ύβρεις για χάρη του. Ο Φίλιππος ήταν τα πάντα για εκείνη και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οι υπόλοιποι θα συμβιβάζονταν με την ιδέα.

Ο αστυνομικός Νίκος Γεωργίου προχώρησε στο σχέδιο. Ως υπεύθυνος της έρευνας για την επίθεση στο Φίλιππο Ραζή όφειλε να πράξει τη δουλειά του με πειστικό τρόπο. Αφού πραγματοποίησε συναντήσεις με όλους που τον γνώριζαν για τυχόν εχθρούς αποφάσισε να συναντήσει τη γυναίκα που αποτελούσε πλέον το κόκκινο πανί.
Δεν καταλαβαίνω τι θέλετε από εμένα” είπε η Αλίκη ενώ ο Μάνθος Λασκαρίδης καθόταν δίπλα της.
Είμαι υπεύθυνος της έρευνας. Φαντάζομαι πως γνωρίζετε τον κύριο Φίλιππο Ραζή” είπε κοφτά ο αστυνομικός. Κρατούσε ένα μπλοκάκι για να κρατήσει δήθεν σημειώσεις.
Αντί να ψάχνεται τον ένοχο, χάνεται χρόνο!” αντέδρασε η Αλίκη.
Η κόρη μου δεν έχει ιδέα” προσπάθησε να πει ο Μάνθος αλλά η κόρη του είχε άλλη άποψη.
Αυτή φταίει για όλα! Ο Φίλιππος μου μίλησε για απειλές!”
Αλίκη!” αναφώνησε ο πατέρας της αλλά ήταν αργά. Όσο και να ήθελε να την προστατεύσει εκείνη δεν θα άκουγε κανέναν.
Καιρός είναι κάποιος να πει την αλήθεια. Η εν λόγω κυρία κρύβει πολλά μυστικά. Η οικογένεια της έκρυβε πολλά μυστικά και όχι μόνο αυτό προφανώς έχουνε κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς”
Δηλαδή;” ρώτησε ο Νίκος αφού η κουβέντα απέκτησε ενδιαφέρον.
Ρωτήστε τη γυναίκα του. Αυτή φταίει!”
Δεν μπορούμε να κατηγορούμε κανέναν δίχως αποδείξεις!” τη μάλωσε ο Μάνθος φοβούμενος πως η κάθε λέξη από το στόμα της ήταν μια μορφή θανατικής καταδίκης.
Φοβόταν για τη ζωή του. Μου είπε πως θέλει να την αφήσει διότι κινδύνευε η ζωή του”
Από ποιον όμως;”
Σας είπα. Αυτή η γυναίκα φταίει! Αυτή πρέπει να ανακρίνεται!”
Θα έρθει και η ώρα της. Σεβόμαστε τον ανθρώπινο πόνο” δικαιολογήθηκε ο Γεωργίου.
Προφανώς δεν κάνετε καλά τη δουλειά σας όμως. Ήθελα να τον βοηθήσω αλλά δεν πρόλαβα”
Να διευκρινίσω πως κανείς δεν είναι ένοχος. Κανείς δεν έχει κατηγορηθεί. Εάν θυμηθείτε κάτι σας αφήνω το νούμερο από το κινητό για να με ενημερώσετε!”
Η κόρη μου σας είπε όσα γνωρίζει. Καλό θα ήταν να πηγαίνετε!” του είπε ευγενικά ο πατέρας για να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις.
Ο αστυνομικός αποχώρησε χωρίς να προσθέσει κάτι άλλο. Βρισκόταν σε καλό δρόμο ήδη. Είχε και ένα στόχο ακόμη, χρησιμοποιώντας τη γοητεία του απλώς. Άλλωστε η στολή μαγνήτισε τις γυναίκες και σκοπό είχε να υποτάξει μια άλλη ατίθαση ύπαρξη.
Πατέρα τι θα έκανες στο βωμό της αγάπης;” τον ρώτησε η Αλίκη όταν έμειναν μόνοι.
Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όταν μπαίνει το συμφέρον μπροστά!” της υπενθύμισε με σκληρό ύφος.
Κάνεις λάθος. Εγώ θα κάνω τα πάντα και κανείς δε με εμποδίσει!” δήλωσε με πείσμα ανήμπορη να αντισταθεί στη φλόγα του έρωτα που της έκαιγε τα σωθικά. Και πράγματι θα έκανε τα πάντα με ανεξέλικτες συνέπειες όμως. Ο δε πατέρας της όμως δε θα καθόταν άπραγος ως προς τις εξελίξεις.

Ο Φίλιππος σύμφωνα με τους γιατρούς μια εβδομάδα μετά την επίθεση συνέρχονταν χωρίς αυτό να σημαίνει πως η κατάσταση δεν παρέμεινε κρίσιμη. Κείτονταν ασάλευτος περιμένοντας το φως στη ζωή του, περίμενε να ακούσει τη φωνή της, να την ακολουθήσει ώστε να ξεφύγει από ένα ψεύτικο κόσμο που είχε δημιουργήσει στο μυαλό του. Ίσως είχε την ανάγκη να βρεθεί σε μια άλλη διάσταση, ανάμεσα σε αγνώστους διότι δεν άντεχε τη μοναξιά. Η ίδια πάλι θα τον έβρισκε, θα το καθοδηγούσε στο σωστό μονοπάτι. Στην πορεία θα συναντούσε πολλές πόρτες κλειστές αλλά θα πάλευε να ανοίξει αυτή της καρδιά της και μόνο.
Άκουγε χαρούμενες παιδικές φωνές. Πλανήθηκε προς τα εκεί αμέσως. Όλα φάνταζαν τόσο όμορφα, ένα καταπράσινο τοπίο και τρεχούμενα γαργάρα νερά συνέθεταν το απίστευτο σκηνικό. Με αργά βήματα, σαν λαβωμένος αετός προχώρησε προς τις φωνές. Κοίταξε για λίγο δεξιά και αριστερά. Τα πρόσωπα έχαναν το χαμόγελο ξαφνικά σαν να τον θεωρούσαν ένοχο για κάτι. Δεν αφουγκράζονταν το γιατί όμως. Συνέχισε σέρνοντας τα πόδια του. Ο πόνος αβάσταχτος στη ψυχή. Προσπάθησε να μιλήσει με κάποιους αλλά αυτοί του γύρισαν επιδειχτικά την πλάτη. Τον αγνόησαν μουρμουρίζοντας λόγια που δεν καταλάβαινε. Γιατί του συμπεριφέρονταν όμως έτσι; γιατί τον κατηγορούσαν όμως;
Όταν πλησίασε τα παιδιά και αυτά έχασαν το χαμόγελο. Μερικά έτρεξαν να κρυφτούν λες και είδαν μπροστά τους κάποιο τέρας. Τα λιγοστά που παρέμειναν κοντά του αναζήτησαν απεγνωσμένα τη μητέρα τους. Προσπάθησε να τα ρωτήσει το γιατί; αλλά το μόνο που έλαβε ως απάντηση ήταν οι τσιρίδες. Τελικά απόμεινε μόνος μαζί με ένα αγοράκι με γαλάζια μάτια και γλυκά χαρακτηριστικά. Το αγοράκι τον παρατηρούσε ασάλευτο σαν να περίμενε κάτι.
Εσύ δε φοβάσαι;” τον ρώτησε ο Φίλιππος με μια ανεμική φωνή.
Το αγόρι κούνησε το κεφάλι αρνητικά αλλά δε μίλησε.
Θα με βοηθήσεις να βγω από εδώ πέρα;” τον ρώτησε αμέσως αφού δεν γνώριζε ποιο δρόμο να ακολουθήσει.
Τότε με ένα άλλο γνέψιμο το αγόρι έδωσε μια θετική απάντηση. Ο Φίλιππος άπλωσε το χέρι του για να ακουμπήσει την παλάμη του μικρού. Δεν μπορούσε όμως, κάτι τους χώριζε, κάτι που τον χώριζε από τον έξω κόσμο. Μια λέξη τρεμόπαιζε στο μυαλό του. Ήταν η λέξη μπαμπάς. Αμέσως αποκάλεσε το αγοράκι με ένα όνομα.
Άγγελε. Γιε μου!”
Τότε ο μικρός χαμογέλασε. Πιάστηκε από τη παλάμη του πατέρα του έτοιμος να τον βοηθήσει αμίλητος όμως και πάλι. Επέλεξαν την ίδια διαδρομή. Τα ίδια πρόσωπα είχαν καρφώσει το βλέμμα πάνω τους έκπληκτοι γεμάτοι ενοχές όμως.
Πως θα βγω από εδώ μέσα;” τον ξαναρώτησε.
Συνέχισαν να προχωράνε χωρίς να λάμβανε καμιά απάντηση. Το μονοπάτι συνέχιζε για αρκετή ώρα. Ο ίδιος είχε κουραστεί. Ο μικρός τον τράβηξε δυνατά ώστε να μην εγκαταλείψει. Τότε άκουσε μια άλλη φωνή να προφέρει το όνομα του με λαχτάρα. Το αγοράκι τον άφησε μόνο για να συνεχίσει. Βρισκόταν στο σωστό σημείο, όλα τα υπόλοιπα ήταν στο χέρι του. Η φωνή τον γέμισε με δύναμη, αγνοήσε τον πόνο στο κορμί. Συνέχισε απτόητος, πεινασμένος και διψασμένος οσώτου ξανακούσει τη φωνή. Στο δικό του κόσμο οι ώρες μετρούνταν σε χρόνια. Πόσο καιρό άραγε βρισκόταν σε αυτόν τον κόσμο.
Ξαφνικά άκουσε τη φωνή της πάλι. Έστριψε βιαστικά αριστέρα καθώς η φωνή δυνάμωνε.
Έρχομαι ψυχή μου!” μουρμούρισε σφίγγοντας τα δόντια από τον πόνο. “Λίγο ακόμη υπομονή!” φώναξε αλλά δεν τον άκουσε κανένας δυστυχώς.

Η Αρετή ακούμπησε το κεφάλι της δίπλα στο ασάλευτο κορμί. Ο Φίλιππος εδώ και κάποιες μέρες είχε διαφύγει τον κίνδυνο και οι γιατροί περίμεναν να συνέλθει μόνος. Η ίδια προτίμησε μόνο να μονολογεί το όνομα του, ελπίζοντας πως αυτό θα ήταν αρκετό. Δεν χρειαζόταν λόγια αγάπης, δεν χρειαζόταν λόγια λύπης και πόνου. Όχι γνώριζε πως και αυτό ήταν αρκετό. Να βρίσκεται κοντά του, να του χαϊδεύει τα χέρια τρυφερά και να τον ενημερώνει για τον γιο τους. Για το πόσο μεγάλωσε, πως τον αποζητούσε και πόσο θέλει να επιστρέψει πίσω γερός κοντά τους. Ουσιαστικά ήταν δικές της επιθυμίες αλλά προτίμησε να τις μεταφέρει με διαφορετικό τρόπο.
Του έτριψε μια ακόμη φορά την παλάμη ψελλίζοντας “εδώ είμαι Φίλιππε, εδώ κοντά σου, εδώ δίπλα σου όπως μου το έχεις ζητήσει! Σε περιμένω!”
Άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει επίτηδες. Το δάκρυ κύλησε στην παλάμη του. Τότε ένιωσε ένα μικρό σπασμό. Ο Φίλιππος κούνησε τα δάχτυλα για πολύ λίγο. Ένιωσε την ανάσα του καυτή όπως παλιά. Τα έχασε. Σηκώθηκε όρθια απότομη να φωνάξει το γιατρό αλλά τότε κάποιος την εμπόδισε. Ο Φίλιππος μεταξύ αυτής της ζωής και της προηγούμενης του ψεύτικου κόσμου την κράτησε από τον αγκώνα αδύναμα.
Μη με ξεχάσεις. Να με περιμένεις. Ακολουθώ τη φωνή σου!” της είπε και αμέσως έκλεισε τα μάτια πάλι ενώ το χέρι έπεσε απότομα στο κρεβάτι.
Η Αρετή ανατρίχιασε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να συνειδητοποιήσει τι έγινε. Κάλεσε τρομαγμένη τους γιατρούς, οι οποίοι την ακολούθησαν έκπληκτοι. Όντων μπήκαν στο δωμάτιο και ενώ η Αρετή τους ακολούθησε από πίσω διαπίστωσαν πως ο Φίλιππος Ραζής άνοιξε τα μάτια του.
Εκείνη θέλησε να τον αγκαλιάσει ευτυχισμένη που επιτέλους επέστρεψε κοντά της. Πρόφερε άλλη μια φορά το όνομα του αλλά η απάντηση του την αποστόμωσε.
Ποια είσαι;” τη ρώτησε απότομα με ένα φουρτουνιασμένο ύφος...

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 44ο


 
44- Αναζητώντας τη φωνή σου (1)

Η Έρικα περίμενε τον Οδυσσέα υπομονετικά. Κόντευαν μεσάνυχτα και εκείνος δεν είχε δώσει κάποιο σημείο ζωής. Όταν άκουσε το κλειδί στην πόρτα πετάχτηκε όρθια. Πολλά σενάρια της περνούσαν από το μυαλό και κανένα δεν ήταν καλό.
Άργησες” του είπε κοφτά, σταυρώνοντας τα χέρια επιθετικά.
Ο Οδυσσέας γνώριζε τη γυναίκα του πολύ καλά. Δε θα ξέπλεκε εύκολα με φτηνές δικαιολογίες, δε θα την έπειθε και ούτε θα της έριχνε στάχτη στα μάτια τόσο εύκολα. Αποφάσισε την τελευταία στιγμή να ακολουθήσει τη συμβουλή του Ραζή για να φανούν οι εξελίξεις πιο πειστικές. Δεν ήθελε αλλά τώρα συνειδητοποιούσε πως δεν είχε άλλη επιλογή. Ο Φίλιππος είχε υπολογίσει τα πάντα όπως και την αντίδραση της γυναίκας του. Χαμήλωσε το βλέμμα του επίτηδες.
Μίλα!” απαίτησε η Έρικα χωρίς να κάνει βήματα κοντά του. “Εάν δε σε γνώριζα καλά θα πίστευα πως έχεις γκόμενα” αναφώνησε έτοιμη να εκραγεί.
Σταμάτα να παραλογίζεσαι!” απάντησε καθώς ένιωθε το κλοιό να στενεύει γύρω του. Σαφώς περίμενε αυτές τις λέξεις από το στόμα της. Κάθε γυναίκα θα σκεφτόταν έτσι. Η μπέμπα την έκλεισε στο σπίτι, τα νεύρα τσιτωμένα και κάθε αντίδραση περιείχε αρκετή δόση υπερβολής.
Παραλογίζομαι κιόλας. Μάλιστα! Σε ακούω λοιπόν. Μπορείς να με πείσεις πως είμαι υπερβολική αλλά πρόσεξε καλά!”
Ήρθε και με βρήκε ο Ραζής αργά το βράδυ.”
Ναι σιγά και μη σε συνάντησε ο Πάπας της Ρώμης Οδυσσέα” τον ειρωνεύτηκε αφού δεν πείστηκε στο ελάχιστο.
Φοβάται για τη ζωή του, κάποιοι τον απειλούν. Ζήτησε τη συμβουλή μου” συνέχισε ο ίδιος με δυσκολία αφού το ένα ψέμα έφερνε το άλλο.
Η Έρικα σκυθρώπιασε ξαφνικά. Η όψη της σκοτείνιασε σαν μια σκιά το βράδυ. Ή ο άνδρας της ήταν πολύ καλός ηθοποιός ή έλεγε την αλήθεια. Ακολούθησε τη δεύτερη επιλογή διότι ο θάνατος της Μάρθας εάν και νωπός πιστοποιούσε ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν.
Ποιος; Έχει να κάνει με τη Αρετή; Το κοριτσάκι μου δε θα το αντέξει...” άφησε την πρόταση μισοτελειωμένη διότι γνώριζε πολύ καλά πως η φίλη της θα έκανε τα πάντα για να μην πάθει κάποιο άλλο αγαπημένο πρόσωπο κάτι.
Δε ξέρω. Ίσως. Η αστυνομία έχει οδηγηθεί στο κενό. Το χτύπημα ήταν επαγγελματικό.”
“Αυτοί φταίνε!” φώναξε αγανακτισμένοι.
Έρικα μωρό μου δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε κανέναν δίχως στοιχεία” προσπάθησε να την ηρεμήσει διότι ο κυκλώνας Έρικα ήταν ικανός να τα γκρεμίσει όλα.
Πότε θα σταματήσει όλο αυτό;”
Ο Οδυσσέας σκεπτικός γεμάτος τύψεις δεν απάντησε.
Η Αρετή πρέπει να προσέχει. Στόχος αποτελεί και η ίδια. Έχει και τον Άγγελο”
Προσπαθώ...” ψέλλισε αυτός με δυσκολία. “Μέλημα μου είναι η δική σας προστασία πρώτα”
Ο Έρικα τον φίλησε τρυφερά στο μάγουλο. Τον αγκάλιασε αμέσως διότι καθημερινά διαπίστωνε πως είχε χιλιάδες λόγους να λατρεύει τον άνδρα της.
Πάμε να ξαπλώσουμε και αύριο θα μιλήσω μαζί της” τον παρακάλεσε ώστε να δώσει ένα τέλος στην ένταση.
Ο Οδυσσέας υπάκουσε διότι έτσι δεν χρειαζόταν να πει και άλλα ψέματα. Την αγκάλιασε σφιχτά μέχρι το επόμενο πρωί χωρίς να ξεχάσει ποτέ την υπόσχεση που έδωσε κάποτε στην Αρετή.
Ένα επείγον πρωινό τηλεφώνημα έμελλε να διαταράξει την οικογενειακή γαλήνη.

Η Αρετή ξύπνησε το επόμενο πρωί με ένα δυνατό πονοκέφαλο. Αναζήτησε το κορμί του στο κρεββάτι αλλά μάταιος κόπος. Άνοιξε τα μάτια απότομα αφού ουδέποτε έφευγε από το σπίτι πριν την καλημερίσει έστω και ψιθυριστά στο αυτί. Έτριψε το πρόσωπο νευρικά αφού προς στιγμήν και ενώ σωματικά βρισκόταν στο σπίτι τους, ψυχικά μεταφέρθηκε κάπου αλλού. Το χθεσινό όνειρο ήταν πολύ δυνατό, βίωσε κάθε πτυχή σε ένα επαναλαμβανόμενο τέμπο με το βίαιο τρόπο. Η κατάληξη πάντα η ίδια όμως.
Σε ένα μακρύ δρόμο μέσα σε ομιχλώδες δρόμο να αναζητεί κάτι ή κάποιον απεγνωσμένα. Αρχικά περπατούσε σιγά, οι γυμνές πατούσες πάγωναν από το κρύο, μελάνιασαν αλλά συνέχιζε απτόητη. Έβρισκε παντού πόρτες κλειστές. Όσο και να πάλεψε να τις ανοίξει καμιά δεν έσπαγε. Έτρεξε πιο γρήγορα στο τέλος του δρόμου και σε ένα ξέφωτο, πιστεύοντας πως άκουσε μια φωνή. Μονάχα η τελευταία πόρτα άνοιξε πριν προλάβει καν να ακουμπήσει το πόμολο. Αρχικά μαρμάρωσε, φοβήθηκε. Το υποσυνείδητο της την παρότρυνε να συνεχίσει αλλά η καρδιά της φώναζε το εντελώς αντίθετο. Αποφάσισε να προχωρήσει. Έκλεισε τα μάτια για να φανταστεί μονάχα την όψη του άνδρα που την ηρεμούσε. Όταν τα άνοιξε ξανάζησε το ίδιο σκηνικό. Ο Φίλιππος ψυχορραγούσε στο πάτωμα, περικυκλωμένος μια μικρή λίμνη από αίμα. Υπήρχε ένα μαχαίρι καρφωμένο στην καρδιά του. Άπλωνε το χέρι για βοήθεια εντελώς βουβά αφού έχασε τη μιλιά του από τον πόνο. Η ίδια δεν το έφτανε αυτό το χέρι όμως ποτέ. Δεν μπορούσε να τον βοηθήσει όσο και να πάλευε. Υπήρχε ένας τοίχος που τους χώριζε, ένας αόρατος γυάλινος τοίχος ραγισμένος μεν αλλά σταθερός δε.

Σηκώθηκε όρθια εξουθενωμένη. Ούτε τη γιαγιά της δεν είχε θρηνήσει καλά. Δεν είχε κλάψει όσο θα ήθελε για να λυτρωθεί αλλά κάποιος της είχε πει πως πολλές φορές τα δάκρυα δεν λυτρώνουν αλλά κρατούν τις ανθρώπινες ψυχές έρμαιο των επιταγών της μοίρας. Μένουν μονάχα οι καλές στιγμές να σε συντροφεύουν και αυτές που ο καθένας κρατά καλά φυλαγμένες στο βάθος της ψυχής.
Φόρεσε τη ρόμπα της. Ρίγος διαπέρασε το κορμί της και ένα μούδιασμα στα πόδια της προκάλεσε πανικό. Αμέσως πρόσεξε τη βέρα ακουμπισμένη στο κομοδίνο. Μια σκοτοδίνη την κυρίευσε. Δεν πίστευε στα σημάδια αλλά από τη μία το όνειρο και από την άλλη η βέρα, την οποία δεν την έβγαλε πότε από τη μέρα του γάμου σίγουρα δεν ήταν καλός οιωνός.
Δεν πρόλαβε να ελευθερώσει περισσότερα σενάρια και αρνητικές σκέψεις όταν άκουσε στην κουζίνα ένα θόρυβο. Κάτι γυάλινο να πέφτει στο πάτωμα και το κλάμα του Άγγελου μαζί. Έτρεξε πρώτα στο μωρό της. Δεν ήταν η ώρα του να ξυπνήσει. Διέκρινε μια νευρικότητα επίσης στο μωρό. Συνήθως την υποδέχονταν με ναζάκια και γελάκια ειδικά την ώρα του φαγητού.
Καθώς τον κρατούσε στην αγκαλιά και πριν προλάβει να ρωτήσει τη έγινε διαπίστωσε πως η υπηρέτρια έσπασε ένα ποτήρι. Νερό και μερικά γυαλιά υπήρχαν παντού. Η νεαρή κοπέλα παράμεινε ασάλευτη μπροστά στην τηλεόραση με τη πετσέτα στο χέρι.
Η Αρετή τα έχασε. Μπερδεμένη ακολούθησε τη ματιά της κοπέλας προς τη τηλεόραση. Η φωνή ακούγονταν ελάχιστα αλλά οι εικόνες μιλούσαν από μόνες τους. Κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό με τις εικόνες. Τι έφταιγε άραγε και ο ίδιος ο Θεός έπαιζε τόσο μαζί της; Γιατί την τιμωρούσε όμως;
Άφησε τον μπέμπη στον καναπέ για να ανοίξει τη φωνή. Άσπρισε από το φόβο. Κούνησε το κεφάλι αρνητικά πολλές φορές διότι δεν πίστευε σε αυτά που άκουγε.

Ο επιχειρηματίας Φίλιππος δέχτηκε ένα μαφιόζικο χτύπημα καθώς για άγνωστους λόγους μέσα στη νύχτα οδηγούσε το σκάφος προς άγνωστο προορισμό παρόλο που οι μετεωρολόγοι είχαν προειδοποιήσει για επικείμενη αλλαγή του καιρού με ισχυρούς βοριάδες και καταιγίδες. Λίγες εβδομάδες πριν επαγγελματίες σκότωσαν τη πεθερά του μπροστά στα μάτια του. Η αστυνομία δεν έχει συλλάβει κανέναν για το περιστατικό. Σχετίζονται τα δυο περιστατικά και εάν ναι ποιος είναι ο στόχος; ο ίδιος; η οικογένεια του;
Ο κύριος Ραζής μεταφέρθηκε σχεδόν σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο. Δέχτηκε σφαίρα στο άνω μέρος της κοιλιακής χώρας και πιο πάνω. Όπως μας ενημερώνουν οι γιατροί το πρώτο τραύμα είναι πιο σοβαρό διότι το ‘θύμα’ έχασε αρκετό αίμα ενώ αυτή τη στιγμή θα υποβληθεί σε ένα δύσκολο χειρουργείο.

Το ρεπορτάζ συνεχίστηκε για μερικά λεπτά ακόμη αναφορικά με τη ζωή του για το νέο γάμο του με μια γυναίκα που αποτέλεσε το επίκεντρο των κουτσομπολιών. Η Αρετή δεν άκουσε τίποτα. Μέσα στον πανικό μουρμούρισε ασυναρτησίες. Τα έχασε.
Τι θα κάνω; τι πρέπει να κάνω;
Έλεγε και ξανάλεγε χωρίς να κάνει ένα βήμα ούτε δεξιά ούτε και αριστερά. Η υπηρέτρια βρέθηκε κοντά της. Έζησε τη συμβίωση τους από τη πρώτη στιγμή και θα ορκιζόταν πως ήταν ένα βαθιά ερωτευμένος ζευγάρι.
Να πάτε κοντά του. Θα φροντίσω τον μπέμπη. Θα φωνάξω και τη νταντά να με βοηθήσει” της είπε γλυκά για να τη συμβουλέψει.
Τότε η Αρετή ξύπνησε από το λήθαργο. Επέστρεψε στο δωμάτιο βιαστικά για να ετοιμαστεί. Μουρμούριζε συνέχεια γιατί Θεέ μου αλλά μάταια έψαχνε απαντήσεις. Δεν είχε ιδέα τι πραγματικά συνέβη αλλά δήλωνε πανέτοιμη να μην επιτρέψει κανέναν από εδώ και πέρα να τη βλάψει. Δεν πρόλαβε να βγει από το σπίτι όταν άκουσε το κουδούνι στην πόρτα. Άνοιξε αμέσως ελπίζοντας πως θα ήταν η αστυνομία. Έκανε λάθος. Μπροστά της εμφανίστηκε ο Μάριος ο οποίος καλούνταν να μαζέψει τα κομμάτια μιας ραγισμένης καρδιάς.
Δεν μίλησαν, δεν αντάλλαξαν καν ούτε μια λέξη. Ακόμη και το γιατί δεν έβγαινε.
Πάμε μαζί” της είπε απότομα διότι στο νοσοκομείο θα χρειαζόταν ένα ισχυρό σύμμαχο. Έδωσε εντολή να φυλάνε το σπίτι και τον μικρό διακριτικά ώστε να μην επιτρέψουν κανέναν να μπει μέσα.
Λίγο πριν φτάσει στο προορισμό η Αρετή ενημέρωσε και η Έρικα, η οποία άνοιξε την τηλεόραση για να ενημερωθεί για τις νέες εξελίξεις. Της ζήτησε να προσέξει τον Άγγελο διότι δεν εμπιστεύονταν ακόμη και τον ίσκιο της πλέον.
Θα προσπαθήσω να μάθω τι έγινε” ψέλλισε ο Μάριος αλλά εκείνη αντέδρασε.
Έχει σημασία πλέον;”
Ναι διότι δεν ήταν τυχαίο...”
Η Αρετή τον διέκοψε. “όποιος μένει δίπλα μου χάνετε, όποιον αγαπάω τον χάνω λες και είμαι καταραμένη”
Μη λες βλακείες Αρετή, αξίζεις πολύ...”
Τίποτα δεν αξίζω διότι όλοι γύρω μου κινδυνεύουν”
Δεν θα του αφήσουμε να κερδίσουν. Όσο ζω δε θα τους επιτρέψω να πανηγυρίσουν”
Πανηγυρίζουν ήδη Μάριε χωρίς να έχω πει την τελευταία μου κουβέντα όμως!” τον διόρθωσε απότομα καθώς η οργή γιγαντώνονταν μέσα της.

Στην είσοδο του νοσοκομείο υπήρχε η παρουσία αστυνομία. Ανέβηκε στο δεύτερο όροφο αφού είχε ενημερωθεί πως μόλις είχε ολοκληρωθεί μια πολύωρη χειρουργική επέμβαση.
Έψαχνε με αγωνία κάποια νοσοκόμα, κάποιον να την ενημερώσει. Όλοι απλώς χαμογελούσαν αμήχανα.
Είμαι η γυναίκα του” φώναξε αγανακτισμένη. “Πρέπει να μάθω πως είναι!” απαίτησε καθώς το αίμα μέσα της έβραζε.
Είμαι η γυναίκα του! Κάποιος ας μου πει πως είναι!” βροντοφώναξε έτοιμη να ορμήσει σε όσους κρατούσαν το στόμα τους κλειστό.
Ένας γιατρός την πλησίασε. “Είστε η κυρία Ραζή;” τη ρώτησε αμέσως.
Κούνησε απλώς το κεφάλι καταφατικά ενώ με αγωνία έψαχνε ένα στήριγμα, ένα αποκούμπι ώστε να την προστατεύσει τις δύσκολες ώρες.
Η κατάσταση παραμένει κρίσιμη. Μεταφέρθηκε στη μονάδα αυξημένης φροντίδας. Τα επόμενα 24ώρα παραμένουν κρίσιμα. Δεν μπορείτε να τον δείτε διότι πρέπει να αποφευχθεί ο κίνδυνος κάποιας μόλυνσης ή επιπλοκής”
Θέλω να τον δω έστω και από μακριά”
Ο γιατρός δεν αρνήθηκε. Υπήρχε ένα χώρος από το οποίο οι συγγενείς για πολύ λίγα λεπτά θα μπορούσαν να δούνε από μακριά τους ασθενείς. Της ήταν αρκετό όμως αυτό τα λίγο, τα ελάχιστα δευτερόλεπτα ώστε να ψιθύρισε το όνομα του με την ίδια λαχτάρα.
Έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω με σκοπό να ακολουθήσει το γιατρό αλλά ένας ζωντανός εφιάλτης περίμενε πίσω της υπομονετικά.
Μου κάνεις εντυπώσεις που αποκαλείς τον εαυτό σου γυναίκα του!”
Είμαι η γυναίκα του!” της υπενθύμισε σφίγγοντας τις γροθιές.
Και υπαίτια για την κατάσταση του; Πόσοι θάνατοι πρέπει να ακολουθήσουν για να πειστείς πως η παρουσία σου σε αυτό τον κόσμο προκαλεί πόνο; είσαι τόσο αχόρταγη ώστε να μην ντρέπεσαι; Η γιαγιά σου και η ίδια σε εγκατέλειψε. Σειρά έχει ο Φίλιππος...” τόνισε η Αλίκη με μια παγερή φωνή γεμάτη μίσος. Μέρος του σχεδίου ήταν να ενημερωθεί και η ίδια πολύ γρήγορα. Η ίδια θα δρομολογούσε τις εξελίξεις άλλωστε ώστε ο Φίλιππος να προχωρούσε στο β’ μέρος του σχεδίου.
Η Αρετή αισθάνθηκε κάποιον να της δίνει δύναμη. Να της ψιθυρίζει λέξεις αγάπης. Την χαστούκισε δυνατά, αρπάζοντας σαν κατίνα από τα μαλλιά μην υπολογίζοντας κανέναν. Είχε ξυπνήσει απότομα ή μήπως ακολουθούσε ένα επικίνδυνο μονοπάτι καταλάθος;
Την επόμενη φορά που θα πιάσεις εμένα ή κάποιον από τα πρόσωπα που αγαπάω στο στόμα να το ξεπλένεις καλά. Μείνε μακριά μου, μείνε μακριά από την οικογένεια μου!” συνέχιζε να την τραβάει από τα μαλλιά με δύναμη. “Θα σε σκοτώσω εάν χρειαστεί με τα ίδια μου τα χέρια. Αρκετό κακό μου έχει προκαλέσει ο πατέρας σου! Πες του πως δεν έχω ξεχάσει! Ποτέ! Το ορκίζομαι στη Μάρθα!”
Κάποιοι φουσκωτοί προσπάθησαν να την εμποδίσουν αλλά κανένας δεν μπορούσε να τα βάλει μαζί της. Είχε μεταμορφωθεί σε κάτι άγριο, σε λέαινα σε λύκαινα που ούρλιαζε απεγνωσμένα μέσα στη νύχτα. Λευκή βασίλισσα εναντίον μαύρης πάνω στη σκακιέρα έτοιμες για μια σύγκρουση άνευ προηγούμενού.
Θα μου το πληρώσεις αυτό!” γρύλισε η Αλίκη καθώς προσπάθησε να ξεφύγει από το μένος της αντιπάλου.
Η Αρετή περήφανα έβαλε τα γέλια. “Δεν χρωστάω τίποτα! Εσύ πάλι δεν έχεις τίποτα! Είσαι ένα τέρας, μόνο η ομορφιά σκεπάζει τη συναισθηματική γύμνια σου!” Απομακρύνθηκε καθώς ο Μάριος την τράβηξε κοντά του. Δεν επενέβη διότι δεν είχε το δικαίωμα.

Η Αρετή είχε μερικά λεπτά κοντά του αλλά όχι δίπλα του ώστε να αγγίξει το χέρι, την παλάμη του. Να του φωνάξει πως δεν τον άφηνε ποτέ, πως θα έκανε τα πάντα από εδώ και πέρα. Επανάλαβε το όνομα του με την ίδια λαχτάρα όπως και στο παρελθόν. Ήταν όμως αρκετό για να την ακούσει εκείνος όμως; Υπήρχε περίπτωση να τον καθοδηγήσει η φωνή της ακόμη και πίσω από έναν τοίχο;

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 43ο


 
43- Φωτογραφίες

Ποιος ήταν τελικά ο Φίλιππος Ραζής; Το Ραζής δεν ήταν καν το δικό του επίθετο. Δανεικό ήταν και αυτό μαζί με την ευτυχία που χάριζε ο Θεός για να απαλύνει κάθε φορά τον πόνο, να κατευνάσει το μένος και να φέρει τελικά την άνοιξη μέσα στον χειμώνα. Προορισμός; Ναι είχε επιτέλους έναν προορισμό. Θα ακολουθούσε διαφορετικά μονοπάτια σε κάθε σταυροδρόμι. Στο τέλος όμως οι παράλληλοι δρόμοι θα ενώνονταν, στην άκρη σε μια γωνιά θα τον περίμενε μια κοπέλα με πράσινα μάτια και μακριά χρυσαφένια μαλλιά.
Κρατούσε στην εσωτερική τσέπη τα διαπιστευτήρια, τις λέξεις που προσέδιδαν ένα φως στο βαρύ σκοτάδι της ψυχής, τις αποδείξεις πως κάποιοι τα έβαλαν με το λάθος άτομο. Αφορούσαν τόσο τη πατρότητα του Άγγελου όσο και όσα του εκμυστηρεύτηκε η Μάρθα λίγο πριν πεθάνει. Κατάφερε να ανακαλύψει κάποια στοιχεία για το παππού του στην εποχή που ήταν ακόμη νέος. Όλες μιλούσαν για την ύπαρξη μιας γυναίκας, ενός μεγάλου έρωτα που έληξε άδοξα. Κανείς δεν άκουσε γι’ αυτή την κοπέλα κανείς δεν την ξαναείδε. Ένα μυστικό καλά κρυμμένο αλλά τόσο μεγάλο για να βασανίζει γενιές και γενιές και τις δυο πλευρές ωσότου βγει στο παρασκήνιο.
Κράτησε την πρώτη φωτογραφία που έβγαλε μαζί τους, με την Αρετή και το γιο τους τα χέρια του. Τη φίλησε καθώς το τρέμουλο δεν έφευγε. Άρπαξε ένα κομμάτι χαρτί για να αποτυπώσει όλες τις σκέψεις. Όλα αυτά που ήθελε να πει στο γιο του σε περίπτωση που κάτι στράβωνε. Σε περίπτωση που δεν είχε την ευκαιρία να επιστρέψει πίσω νικητής, διότι η άλλη επιλογή απλώς δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο του.

Για σας το κάνω, για σένα μωρό μου και τη μαμά σου. Εάν με ρωτήσεις ποτέ εάν την αγάπησα ποτέ δε θέλω να ακούσεις μόνο λόγια. Τα λόγια είναι για τους δειλούς άνδρες, για τους άνδρες που κρύβονται από τις μεγάλες και όμορφες φράσεις. Οι πράξεις μένουν, να το θυμάσαι όταν μεγαλώσεις, όταν αγαπήσεις και στο τέλος τυφλωθείς από το περίσσιο φως. Τυφλώνει η αγάπη, σε κάνει να παραλογίζεσαι αλλά σε γεμίζει πάντα με δύναμη. Μην φοβηθείς ποτέ την απόρριψη. Ακόμη και η απόρριψη δηλώνει συναίσθημα. Τι χωρίζει την αγάπη από το μίσος; την τρέλα από τη λογική; το φως από το σκοτάδι; τους κανόνες από τη παρανομία; τα δικά μας εγώ, τα δικά μας θέλω που πολλές φορές μας οδηγούν σε ακραίες επιλογές. Μάθε να διεκδικείς, μάθε να προστατεύεις αυτή που αγαπάς, αυτή που σε εξουσιάζει στον υπέρτατο βαθμό. Ο έρωτας είναι χειρότερος από την αγάπη, σε πνίγει, σε οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο γκρεμό.
Μάθε πως ο πατέρας σου έπαιξε και έχασε. Άγνωστο τι όμως! Στην πορεία θα το μάθω αλλά το μόνο που ζητώ είναι μια ευκαιρία... δε ξέρω εάν την έχω όμως γιε μου. Η μητέρα σου, η Αρετούλα μου την πλήγωσα, επέτρεψα τη ζήλια να με κυριεύσει, η όραση μου θόλωσε και προτίμησα να γίνω η σκιά παρά ο ήλιος στη ζωή της. Όχι πια όμως! Ένας άνδρας γονατίζει, ένας άνδρας ποτέ ίσως δε θα ζητήσει συγγνώμη αλλά καμιά φορά και αυτή δεν είναι αρκετή. Μισώ τις συγγνώμες, μισώ αυτούς που με λυπούνται, που γνωρίζουν το καλό μου πριν από εμένα για μένα. Μισώ όμως περισσότερο αυτούς που θέλουν να ξεκλέψουν τις ελάχιστες ηλιαχτίδες που φωτίζουν τη ψυχή μου. Τα μάτια της, το χαμόγελο της, το άρωμα της, αυτά λάτρεψα, αυτά με φυλάκισαν από την πρώτη στιγμή που την γνώρισα. Κάτι με έσπρωξε να την ακολουθήσω, κάτι με οδήγησε στην παραλία παρέα με αστέρια του ουρανού. Δεν άντεξα όμως, αμέσως τρύπωσε στην καρδιά μου. Αντέδρασα άσχημα αλλά δεν τη ξέχασα ούτε λεπτό από τότε. Τώρα ήρθε η ώρα να ξεχάσω τα πάντα και να αφοσιωθώ σε ένα άλλο παιχνίδι πιο επικίνδυνο από το παιχνίδι της φωτιάς. Δε θα βάλω τίτλο, δε θα λυγίσω, δε θα απολογηθώ αλλά θα διεκδικήσω... Μη μετανιώσεις ποτέ Άγγελε γι’ αυτά που έπραξες, αλλά να μετανιώσεις για αυτά που δεν μπόρεσες να κάνεις παρόλο που είχες την ευκαιρία!

Ο Πατέρας σου, Φίλιππος Ραζής.

Αμέσως τοποθέτησε τη πρώτη φωτογραφία στο άλμπουμ. Ήταν η σειρά του να γεμίσει όσο προλάβαινε την άδεια του ψυχή με στιγμές ευτυχίας. Πριν το αντίο ουσιαστικά, πριν δώσει το έναυσμα για ένα σκληρό αγώνα πόκερ,στο οποίο η κάθε λάθος έκφραση θα δήλωνε ουσιαστικά ένα δυνατό μπλοφάρισμα.
Σειρά είχε εκείνη, η γυναίκα του. Κοιμόταν ατάραχη. Φρόντιζε να μη λείπει από κοντά της, περίμενε μέχρι να κλείσουν τα βλέφαρα ώστε ο ίδιος σαν τον κλέφτη να σχεδιάσει τις επόμενες κινήσεις. Ήταν όλα κανονισμένα. Η Αρετή προσπάθησε να του μιλήσει αλλά δεν την άφησε. Ο πόνος της απώλειας της γιαγιάς ήταν ακόμη νωπός. Δεν χρειαζόταν να ακούσει κάτι άλλο από το στόμα της. Η ίδια είχε επιτελέσει το υπέρτατο καθήκον. Του χάρισε το μεγαλύτερο δώρο της ζωής. Δυο γυναίκες αγάπησε με πάθος, δυο γυναίκες τον εξουσίασαν. Την πρώτη την έχασε, τη δεύτερη δε θα επέτρεπε κανέναν να τη βλάψει. Ήταν μια Ραζή, η γιαγιά της ήταν μια Ραζή, ο ίδιος δεν είχε κανένα δικαίωμα να επέμβει. Υποσχέθηκε στη Μάρθα πως αυτό θα τη προστατεύσει αδιαφορώντας για το κόστος.

Έβγαλε δυο φωτογραφίες. Τη μία θα την κρατούσε στο πορτοφόλι του και την άλλη θα τη τοποθετούσε επίσης στο άλμπουμ. Άκουσε ένα θόρυβο, ένα ελαφρύ παραμιλητό από τη μεριά της. Μαμά που είσαι; Μάρθα που είσαι; επανέλαβε η Αρετή φοβισμένα. Σήκωσε τα χέρια της ψηλά σαν να πάλευε με κάποιον. Καμιά από τις δυο δεν ήταν κοντά του όμως. Τη φίλησε στο μέτωπο απαλά. Ξάπλωσε δίπλα της προσπαθώντας να ρουφήξει μέχρι το ξημέρωμα κάθε δευτερόλεπτο για το οποίο μακάριζε την τύχη του. Ναι πλέον τώρα ήταν βέβαιος πως γνώρισε την πραγματική αγάπη και ας μην ξεστόμισε αυτή τη λέξη ποτέ μπροστά της. Μερικά βράδια αργότερα θα σηκωνόταν για τελευταία φορά από δίπλα της, θα της χάιδευε τα μαλλιά και θα χανόταν σε όνειρα με τα μάτια ανοιχτά. Θα άφηνε πίσω κάτι πολύ σημαντικό όμως, κάτι που θα του έκαιγε τα σωθικά εάν το κρατούσε. Οι όρκοι αιώνιας πίστης, ένα δαχτυλίδι, μαζί με τους ψιθύρους θα καιγόταν στην ίδια τη φωτιά της κολάσεως.

Ώρες αργότερα συναντήθηκε με την Αλίκη. Πάλευε τόσο σκληρά με τα συναισθήματα οργής, σαν το μονομάχο που έπαιζε το κεφάλι του σε μια τελευταία μάχη. Οι κύκλοι στα μάτια φανέρωναν την αϋπνία, τα ξερά χείλη τη δίψα της εκδίκησης και το βλέμμα του μια φουρτούνα μετά από τυφώνα.
Κοντεύω να τρελαθώ Φίλιππε τι στην ευχή συμβαίνει;” τον ρώτησε η Αλίκη διατηρώντας μια απόσταση ασφαλείας.
Ο Ραζής τράβηξε την καρέκλα προς το μέρος της. “Δε ξέρω” μουρμούρισε δήθεν αμήχανα.
Τι μηνύματα; τηλεφωνήματα; ποιος σε απειλεί;”
Δε ξέρω Αλίκη μου” αυτό το μου ήταν μια αρχή. Ήταν καλός με τα λόγια τα ψεύτικα άλλωστε. Συνέχισε διατηρώντας σταθερό τον τόνο της φωνής του.
Έχεις αποδείξεις; Θέλω να πω σου έστειλε κάποιος κάτι;”
Αμέσως έβγαλε ένα χαρτί από τη τσέπη του. “Με απειλούν. Όσοι βρίσκονται κοντά μου δεν είναι ασφαλής. Ίσως ήταν ανόητο από τη μεριά να σου μιλήσω αλλά δε ξέρω, όλα αυτά που έγιναν, ο γάμος, το παιδί, οι επιθέσεις...” άφησε την πρόταση μισοτελειωμένη για να πετάξει το μπαλάκι στην αντίπαλη πλευρά.
Φίλιππε!” αναφώνησε γεμάτη αγάπη και απογοήτευση η Λασκαρίδη. “Όλα ξεκίνησαν από τη στιγμή που τη γνώρισες, μεγαλώνεις ένα παιδί που δεν είναι δικό σου, αγαπάς μια γυναίκα με σκοτεινό παρελθόν”
Ο Φίλιππος έσφιγγε τις γροθιές, το αίμα χοροπηδούσε από το θυμό. Προφανώς η Αλίκη τα είχε μπερδέψει στο μυαλό της, είχε να κάνει με ψυχοπαθή ή με ερωτευμένη γυναίκα. Προφανώς είχε αντιληφθεί τα πάντα από τη πρώτη στιγμή που τον προσέγγισε. “Προσπάθησα!” είπε ψιθυριστά.
Εκείνη όμως ποτέ!” τον διόρθωσε. “αυτή η γυναίκα θα σε καταστρέψει, ξεχνάς πως ευθύνεται για πολλά, έχασες τη γυναίκα σου εξαιτίας των γονιών της. Έμαθα πως η μάνα της είχε γκόμενο, πως ο πατέρας της ήταν μπλεγμένος” συνέχισε με ψέματα και αλήθειες μαζί για να τον μπερδέψει.
Ακούμπησε την παλάμη του δισταχτικά αρχικά. Πήρε θάρρος από το γεγονός πως δεν την απέφυγε. Είχε έρθει η ώρα να στάξει το φαρμακερό δηλητήριο. “Φίλιππε δεν είναι αργά, έχεις την Έλενα, σκέψου αυτήν τουλάχιστον”
Το γνωρίζω, αλλά είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Ο μαλάκας πίστεψα πως με αυτό το γάμο πως επιτέλους θα χαμογελούσα αλλά...”
Έμπλεξες, δε γνωρίζω ποιος σε απειλεί αλλά δε θα σταματήσουν. Τη γιαγιά της τη σκότωσαν εν ψυχρώ ποιος έχει άραγε σειρά;” τον ρώτησε με ένα μορφασμό.
Ο Φίλιππος έσμιξε τα φρύδια. Όλα αυτά σίγουρα είχαν κάποια λογική. Προσπάθησε να συνεχίσει το θέατρο. “Η οικογένεια της, τόσα μυστικά δε ξέρω τι να πιστέψω πλέον. Της έδωσα αρκετές ευκαιρία αλλά προφανώς τυφλώθηκα!” δήλωσε χωρίς να ντρέπεται.
Είσαι άνδρας, αλλά δυστυχώς την πάτησες σαν πρωτάρης!” τόνισε σουφρώνοντας τα χείλη. “Πρέπει να ενημερώσεις και την Έλενα..”
Όχι θα το χειριστώ μόνος μου” απάντησε αγριεμένος. “την Έλενα να την αφήσεις έξω από αυτό”
Καλά” μονολόγησε η Αλίκη. “Να ξέρεις πως μπορώ να σε βοηθήσω”
Ο Ραζής της χάιδεψε με τη σειρά του την παλάμη. “Χρειάζομαι αποδείξεις”
Και άλλες αποδείξεις; Είσαι τρελός! Αυτή η τσούλα δεν κάνει για σένα πως να στο πω, θες να σε βρει το χειρότερο για να καταλάβεις!”
Όσο και να ήθελε να την πνίξει με τα ίδια του χέρια τόσο συγκρατούνταν για να μη τα τινάξει όλα στον αέρα. Έβριζε τη γυναίκα του, κάτω από διαφορετικές καταστάσεις θα επιτίθονταν επίσης λεκτικά αλλά όχι τώρα.
Το ξέρω” απάντησε με κατεβασμένο το κεφάλι.
Φίλιππε ξέρεις πως μπορείς να βασιστείς πάνω μου και εάν χρειαστεί θα σου φέρω και άλλες αποδείξεις αρκεί να φύγεις από αυτή τη γυναίκα. Να την αφήσεις διότι φοβάμαι για σένα!” Έφερε την παλάμη της στο πρόσωπο του.
Εκείνος δεν τραβήχτηκε. Σιχάθηκε τον εαυτό του αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Κάπως έτσι χώρισαν οι δρόμοι τους. Αργότερα αυτή η εξομολόγηση θα βοηθούσε ένα νέα θέατρο. Θα αποζητούσε την παρουσία της κοντά του μόνο και μόνο για να την παραπλανήσει.

Λίγο πριν επιστρέψει σπίτι κατάκοπος ψυχικά και σωματικά φρόντισε να συναντήσει το Μάριο Φωτίου κρυφά για τελευταία φορά.
Είναι όλα κανονισμένα;” τον ρώτησε.
Ναι όλοι θα πιστέψουν πως πρόκειται για ξεκαθάρισμα”
Και φρόντισες να βρεις τους σωστούς ανθρώπους”
Ραζή δεν είμαι τόσο μαλάκας, τη νύχτα τη γνωρίζω καλύτερα από εσένα!”
Και το απειλητικό μήνυμα;”
Θα σταλεί στην ώρα του” απάντησε ο Μάριος εκνευρισμένος.
Να την προσέχεις!” τόνισε ο Φίλιππος. “να την προσέχεις να βρίσκεσαι κοντά της αλλά μην τολμήσεις να κάνεις καμιά μαλακία!” τον προειδοποίησε. Παρέδιδε τη γυναίκα του σε έναν εχθρό, σε ένα άνδρα που ίσως την αγάπησε περισσότερο από εκείνον.
Να μετακομίσεις στο σπίτι που γεννήθηκε!” διέταξε με μια βραχνάδα στη φωνή.
Και εσύ;”
Άνοιξε τα φάκελο με κάποια άλλα στοιχεία που ζήτησε. “Θα ψάξω πρώτα ποιος σκότωσε τη γυναίκα μου”
Το γνωρίζεις!” τον διόρθωσε.
Από εδώ και πέρα ο πιο έξυπνος θα κερδίσει, τα λόγια δεν φτάνουν. Χόρτασα από αυτά χρειάζομαι μονάχα αποδείξεις!”
Ο πατέρας της Αρετής δεν έχει σχέση!” αντέδρασε Φωτίου.
Ο Φίλιππος δεν σχολίασε.
Είσαι μεγάλος μπάσταρδος Ραζή, εάν νομίζεις πως..”
Το θέμα είναι τι θα πιστέψουν οι άλλοι, είμαστε όλοι υπόλογοι της μοίρας, τους παρελθόντος και τώρα καλούμαστε να λογοδοτήσουμε για τις αστοχίες άλλων. Μονάχα εγώ όμως θα πληρώσω το πιο βαρύ τίμημα στο τέλος!”
Απομακρύνθηκε, έγινε ένα με το σκοτάδι. Δεν έλεγε ψέματα, ο Φίλιππος Ραζής, ο άνδρας δίχως ταυτότητα θα πλήρωνε πολύ ακριβά το τίμημα. Μονάχος όμως καλά προετοιμασμένος να πάρει μαζί του στην κόλαση και τους πραγματικούς θύτες.


Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 42ο


42- Μόνο για εκείνη

Εβδομάδες πριν το συμβάν.

Κύριε Ραζή δεν καταλαβαίνω γιατί συναντηθήκαμε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα για να νοικιάσετε το σπίτι” είπε ο ηλικιωμένος άνδρας μπερδεμένος.
Σε πλήρωσα αρκετά για μη ρωτάς πολλά” απάντησε ο Φίλιππος με αυστηρό ύφος.
Εάν θέλετε μπορούμε να δούμε το διαμέρισμα” επανέλαβε το κύριος Τάκης, χήρος χωρίς παιδιά ή άλλες υποχρεώσεις.
Το δικό σου σπίτι θέλω να νοικιάσω για δυο εβδομάδες” τόνισε κοφτά ανασηκώνοντας το φρύδι.
Τρελαθήκατε, κάνετε λάθος” ανταπάντησε έκπληκτος και τρομαγμένος ο άνδρας.
Δεν κάνω κανένα λάθος, το σπίτι σου χρειάζομαι για μερικές μέρες” Έβγαλε από τη τσέπη ένα πάκο χαρτονομίσματα. “Αυτά είναι αρκετά, υπάρχει και ένα εισιτήριο για να πάτε στην αδερφή σας, έτσι θα είστε ασφαλής”
Ο ηλικιωμένος κιτρίνισε από το φόβο. “Όχι δε θέλω μπλεξίματα, σας παρακαλώ”
Κανείς δε θα πειράξει τίποτα” του υποσχέθηκε. “Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος”. Έβγαλε μια φωτογραφία από τη τσέπη του. Ήταν η Αρετή αγκαλιά με τον Άγγελο. Τη φίλησε τρυφερά ενώ το βλέμμα του σκοτείνιασε. “Αυτή θέλω να προστατεύσω” Ακούμπησε τη φωτογραφία στο μικρό τραπέζι για να του θυμίζει το στόχο και τον προορισμό.
Ο κύριος Τάκης αναστέναξε. Η λογική φώναζε να πει όχι αλλά τελικά είπε το μεγάλο ναι.
Υπάρχει πίσω πόρτα εισόδου;” ρώτησε ο Φίλιππος με ψυχραιμία. Όφειλε να προστατεύσει κάθε κίνηση, να μην καταλάβει κανείς κάτι. Υποψιάζονταν πως ίσως κάποιος τον παρακολουθούσε γι’ αυτό ζήτησε από τον Φωτίου να τον καλύψει.
Ο άνδρας έγνεψε καταφατικά. Του έδειξε το σπίτι όπως και την πίσω αυλή. Δεν τόλμησε να ρωτήσει κάτι παραπάνω. Η συμφωνία έκλεισε, πήρε τη παχυλή αμοιβή και μετά από μερικές ώρες επιβιβάζονταν στο πρώτο λεωφορείο για Αλεξανδρούπολη.

Αμέσως κάλεσε έναν αριθμό στο τηλέφωνο.
Αύριο στις δέκα ραντεβού” εξήγησε αμέσως.
Εντάξει με το σπίτι;” ρώτησε ο αστυνομικός
Θέλω να δω τον Οδυσσέα Ιωάννου” απαίτησε αυτός αμέσως.
Ραζή μαλακίζεται, μαζί μου θα συνεννοείσαι από εδώ και πέρα, εάν μας πάρουν πρέφα τότε πες αντίο στα σχέδια μας”
Έχω δικά σχέδια επίσης”
Αρκεί να μην κάνεις καμιά μαλακία” τον προειδοποίησε ο Νίκος.
Μερικές μέρες πριν πίστευα πως είμαι γνωστικός, όχι δεν είμαι ποτέ δεν ήμουν γιατί αγάπησα βαθιά. Ξέρεις τι παθαίνει κάποιος που αγαπάει;” τον ρώτησε απότομα.
Ο Νίκος δεν απάντησε. Ο χρόνος δεν ήταν σύμμαχος. Έπρεπε να ειπωθούν πολλά, να τον ηρεμήσει για διάφορα.
Ο βαθιά ερωτευμένος υποτάσσεται στην τρέλα, εγώ συμβαδίζω μαζί της...” αποκρίθηκε έτοιμος για να λάβει ο ίδιος δράση, έτοιμος να ξεκαθαρίσει την κατάσταση και εντέλει να πληρώσουν οι ένοχοι.
Έαν νομίζεις πως τα γνωρίζεις όλα σκέψου ξανά” πρόσθεσε ο αστυνομικός.
Θα μιλάμε σε αυτό το νούμερο”
Η συνομιλία ολοκληρώθηκε. Σαφώς ο Φίλιππος είχε πολλά να μάθει. Διαπίστωσε μονάχα πως η κόρη του τόσο καιρό έσκαβε το λάκκο του αλλά σίγουρα δεν ήταν μόνη. Μεταμορφωνόταν απότομα, ο δαίμονας έβγαζε φτερά, εμφανίζονταν ανάμεσα στις φλόγες, η πύρινη θάλασσα τον έκρυβε αλλά όχι είχε έρθει ή ώρα να ακολουθήσει το δρόμο της αυτοδικίας. Κάποιοι έπαιξαν, κάποιοι θέλησαν να του αφαιρέσουν το οξυγόνο, να χτυπήσουν τη γυναίκα ΤΟΥ και αυτοί οι κάποιοι τώρα κοιμόντουσαν ήρεμα τα βράδια. Ο ίδιος όμως όχι, η νύχτα τον τρόμαζε, τα μάτια δεν έκλειναν καθόλου. Ακόμη και όταν την αγκάλιαζε, ακόμη και όταν ένιωθε τη βαριά ανάσα της δίπλα του, ο θυμός δεν εξαφανίζονταν. Της σκούπιζε τα δάκρυα κάθε φορά αλλά άφηνε τα δικά του να τρέξουν για να ηρεμήσει. Τότε μόνο βυθίζονταν σε ένα γλυκό ύπνο. Κάθε πτυχή των ονείρων του είχε την παρουσία της μέσα, μύριζε το άρωμα της και πάντα αναζητούσε το γλυκό φιλί της λύτρωσης. Πόσα σφάλματα είχε κάνει; πόσες φορές τον κυρίευσαν οι ανασφάλειες; άξιζε να πει το συγγνώμη;. Όχι δεν είχε μάθει να ζητά συγγνώμη, έτσι θα έδινε τη χαρά στους εχθρούς. Τους αναζητούσε επίσης στα όνειρα του, κρυβόταν σε σκοτεινούς δρόμους για να ανακαλύψει τα πρόσωπα τους. Όλοι φορούσαν μάσκες όμως, δεν τους αναγνώριζε. Άκουγε τα γέλια τους, η καρδιά του μάτωνε ενώ η ψυχή ακολουθούσε ένα μυστήριο μονοπάτι χωρίς ίχνος φωτός.

Η Αρετή τον περίμενε να επιστρέψει. Φοβόταν να μείνει μόνη, φοβόταν να κοιμηθεί χωρίς το Φίλιππο πλάι της.
Που είσαι;” μουρμούρισε.
Εδώ, δίπλα σου” άκουσε τη φωνή του πίσω της.
Αμέσως έτρεξε να τον αγκαλιάσει. “Άργησες” του παραπονέθηκε.
Η γιαγιά σου δε θέλει να σε βλέπει κλαμένη” της είπε αυστηρά με βραχνή φωνή.
Η Μάρθα έφυγε, με άφησε όμως”
Εγώ είμαι εδώ, ποτέ δε με ακούς!”
Δε μου αρέσει να με διατάζουν, για μια φορά στη ζωή θέλω να κάνω το δικό μου” του είπε με παράπονο.
Μακριά μου; χωρίς εμένα;” τη ρώτησε απότομα.
Θέλω να τρέξω γυμνή στη βροχή, θέλω κλείσω τα μάτια και να ξυπνήσω από τον εφιάλτη, θέλω να είσαι κοντά μου, να σε βλέπω, να αναζητώ την αγκαλιά σου”. Αμέσως τον φυλάκισε κοντά της.
Να μη ξεχάσεις ποτέ τα φιλιά μου, να μη ξεχάσεις πως όπου και να πας θα σε βρίσκω, γίνομαι η σκιά σου Αρετή, μεταμορφώνομαι για χάρη σου”
Πάμε να φύγουμε;” τον ρώτησε
Αυτός της απάντησε με ένα φιλί. “Σύντομα μωρό μου, σύντομα!”

Αφού την έβαλε να ξαπλώσει, επισκέφτηκε το δωμάτιο του Άγγελου. Πριν ξεκινήσει το σχέδιο του όφειλε να βεβαιωθεί γι’ αυτό που φώναζε η καρδιά του. Δεν ξύπνησε τον μπέμπη. Παρέμεινε πάνω από το προσκεφάλι του για αρκετή ώρα.
Πόσο μου μοιάζεις” αναφώνησε ψιθυριστά. “Έχεις τα μάτια μου αλλά όχι δε θέλω να μοιάσεις σε μένα στο χαρακτήρα. Γιε μου εσύ πρέπει να πιστέψεις στην αγάπη, εγώ δεν πίστεψα και τώρα καλούμε να πληρώσω το τίμημα”. Αναστέναξε, ακουμπώντας το στήθος. “πονάει αγάπη αλλά πονάει περισσότερο η μοναξιά, θα αναγκαστώ να τη μισήσω για να την αγαπήσω πάλι, να μη τη βλέπω παντού, να μη καλώ το όνομα της. Δεν θα είμαι μαζί σας αλλά θα σας παρακολουθώ!”

Την επόμενη μέρα επισκέφτηκε ένα ιατρικό κέντρο, ζητώντας καθοδήγηση.
Ενδιαφέρομαι για μια εξέταση γενετικού υλικού, θέλω να δω εάν είμαι ο πατέρας”
Ο γιατρός εξεπλάγην. “Κύριε πρέπει να πάτε σε ένα εργαστήριό μοριακής βιολογίας και γεννητικής”
Δεν μπορώ να πάω, εσείς όμως πρέπει να με βοηθήσετε”
Ο γιατρός τον κοίταξε έκπληκτος.
Πόσα θέλεις γιατρέ;”
Μα..” αντέδρασε ο μικροβιολόγος.
Γιατρέ πόσα θες για να συνεννοηθείς εσύ με το εξειδικευμένο κέντρο, χρειάζομαι εχεμύθεια για το δικό σου καλό”. Σηκώθηκε όρθιος, βάζοντας τα χέρια στις τσέπες. “Σε ακούω, δεν έχω χρόνο, χρειάζομαι απαντήσεις” πρόσταξε αμέσως. Το πρόσωπο του κουρασμένο αλλά όλο αυτό ήταν η αρχή.
Ο γιατρός συνεννοήθηκε μαζί του. Του εξήγησε τη χρειάζεται για να ολοκληρωθεί η εξέταση. Ο Φίλιππος υπάκουσε. Ήταν έτοιμος για να μάθει την αλήθεια.

Μερικές μέρες αργότερα η γραμματέας του τον διέκοψε.
Κύριε Ραζή ήρθε ένα σημαντικό γράμμα για σας”
Πέρασε μέσα” κρατούσε το στυλό στα χείλη, σκεπτόμενος πως θα τα βγάλει πέρα με τις πολλές υποχρεώσεις της εταιρίας.
Η γραμματέας άφησε το φάκελο στο γραφείο. Απ’ έξω υπήρχε μια σφραγίδα εξωτερικού αλλά ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά από που ήταν το γράμμα. Αυτό περίμενε τόσες μέρες τώρα. Διάβασε προσεχτικά κάθε λέξη πολλές φορές. Δεν άλλαζε κάτι, με μαυρισμένα γράμματα φανερώνονταν η αλήθεια. Η ευτυχία τον έπνιξε, αλλά τραβούσε τη θηλιά και άλλο, έτοιμος να θυσιαστεί.
Είναι γιος μου” μονολόγησε... “είναι παιδί μου!”
Ήταν τα λόγια ενός άνδρα που του χάριζαν τον παράδεισο μέσα σε λίγα λεπτά. Έκλεισε τα μάτια για να ηρεμήσει. Η καρδιά του πάλλονταν δυνατά. Αγωνία, φόβος, οργή είχαν μπλεχτεί σαν κουβάρι. Τα συναισθήματα εναλλάσσονταν το ένα μετά το άλλο. Όλο το κορμί του τραντάζονταν ξαφνικά, ένιωθε σαν να βρισκόταν σε βράχια, το κύμα έσκαγε πάνω του οργισμένο αλλά το δικό του μίσος του έδινε δύναμη για να παλέψει.
Δεν ήταν η μοναδική αποκάλυψη της εβδομάδας. Δυο μέρες πριν συναντήθηκε για δεύτερη φορά με τον αστυνομικό Νίκο Γεωργίου. Αυτά που έμαθε πότισαν περισσότερο το μίσος μέσα του.

Πραγματοποίησε δυο τηλεφωνήματα. Ένα στο Πέτρο για να του ζητήσει μια προσωπικά χάρη. Φρόντισε με άριστες υποκριτικές ικανότητες να ακουστεί αναστατωμένος. Σίγουρα τον έπεισε διότι βιάστηκε να τον συναντήσει. Ακολουθούσε το δρόμο του μοναχικού λύκου. Δεν είχε φίλους παρά μόνο εχθρούς.
Στο δεύτερο τηλεφώνημα έπρεπε να δώσει πιο θεαματική παράσταση. Άφησε το κινητό να χτυπήσει αρκετές φορές πριν ακούσει τη φωνή της.
Αλίκη” ψέλλισε το όνομα ήρεμα. Έσφιγγε τις αρθρώσεις όμως για να συγκρατηθεί.
Φίλιππε” είπε εκείνη έκπληκτη. “Να πω την αλήθεια πως δεν περίμενα το τηλεφώνημα σου”.
Ο Ραζής γνώριζε πως η μεγαλύτερη αδυναμία μιας γυναίκας ήταν ο ίδιος της ο εαυτός, και η αγάπη. Θα μετέτρεπε αυτή την αγάπη σε όπλο για να πέσουν οι μάσκες.
Δεν ήξερα ποιον να πάρω, συμβαίνουν πολλά περίεργα, ανησυχώ” της είπε ψύχραιμα ενώ από μέσα του έβριζε.
Με τρομάζεις, έγινε κάτι;” τον ρώτησε με γνήσιο ενδιαφέρον.
Θα γίνει όμως” απάντησε απότομα.
Η Αλίκη περίμενε να ακούσει τη συνέχεια.
Η Αρετή, έκανα λάθος ο μαλάκας, την πάτησα”
Ηρέμησε, δεν είναι αργά” του είπε τρομαγμένη. “Εξήγησε μου”
Κοντά της κινδυνεύω” διευκρίνισε με τρεμάμενη φωνή. “Κινδυνεύω να χάσω τα πάντα”. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνεχίσει το θέατρο. “Απειλούμαι!”
Έρχομαι από εκεί, μη λες κάτι άλλο, έχεις εμένα” αποκρίθηκε αμέσως η Λασκαρίδη καθώς το μικρόβιο του έρωτα της έτρωγε τα σωθικά. Πάση θυσία θα τον κατακτούσε και τώρα ήταν η κατάλληλη ευκαιρία.